Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

Χάιντεγγερ και Αρεοπαγίτης - Χρήστος Γιανναράς (28)

Συνέχεια από: Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026


Χάιντεγγερ καὶ ᾿Αρεοπαγίτης
ή, Περί απουσίας και αγνωσίας του Θεού

Β' - Ο ΑΠΟΦΑΤΙΣΜΟΣ ΩΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΓΝΩΣΙΑΣ

4.  Ἡ ἀποφατική γνώση ὡς ἐρωτική κοινωνία

Ἡ ἀποφατικὴ γνώση, ὡς ἐμπειρία προσωπικῆς μετοχῆς στὸν ἐκκλησιαστικὸ τρόπο τῆς ὑπάρξεως, χαρακτηρίζεται στὶς ᾿Αρεοπαγιτικές Συγγραφὲς ὡς ἐρωτικὸ γεγονός, κατόρθωμα καὶ χάρισμα ἐρωτικῆς σχέσης.

Οἱ λέξεις ἔρωτας, ἐρωτικός, πρέπει νὰ προκαλοῦσαν τὴν ἐπιφύλαξη ἢ καὶ τὸν σκανδαλισμὸ τῶν χριστιανῶν τῆς ἐποχῆς ποὺ γράφονταν οἱ ᾿Αρεοπαγιτικές Συγγραφές – ὅπως συμβαίνει ἀκόμα σήμερα. Γι' αὐτὸ καὶ ὁ συγγραφέας τῶν ᾿Αρεοπαγιτικῶν ἀφιερώνει σειρὰ ὁλόκληρη παραγράφων, τοῦ τέταρτου κεφαλαίου τοῦ βιβλίου του Περὶ θείων ὀνομάτων, ὄχι ἁπλῶς γιὰ νὰ «νομιμοποιήσει», ἀλλὰ γιὰ νὰ καταδείξει τὴ θεμελιώδη λειτουργικότητα ποὺ ἔχει ἡ ἐρωτικὴ ὁρολογία μέσα στὴν ἐκκλησιαστική ζωή.[Η ΛΕΞΗ ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ ΣΤΗΝ ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ, ΣΤΗΝ ΣΟΦΙΑ, Η ΟΠΟΙΑ ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΥΣ ΣΑΝ ΦΙΛΟ ΣΟΦΙΑ, ΑΠΟΡΙΑ. ΑΠΟΚΤΩΝΤΑΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑ. ΣΗΜΕΡΑ ΒΙΩΝΕΤΑΙ ΣΑΝ ΕΡΩΤΗΣΗ, ΣΥΝΩΝΥΜΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ]

Πρὶν ἀπὸ ὅλα, ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι μάθηση, εἶναι πάθος: «Οὐ μόνον μαθών, ἀλλὰ καὶ παθὼν τὰ θεῖα»127. Καὶ τὸ ὄνομα τῆς ἀγάπης, τὸ «θεῖον» αὐτὸ ὄνομα, καταλήγει συχνὰ νὰ μὴν ἐπαρκεῖ γιὰ νὰ προσδιορίσει τὸ γεγονὸς τῆς αὐθυπέρβασης καὶ κοινωνίας τῶν προσώπων, τὸ «πάθος» τῆς προσωπικῆς σχέσης, ποὺ εἶναι ἡ ἀφετηρία τῆς ἀποκαλυπτικῆς γνώσης. Γιατὶ συχνὰ ἡ ἀγάπη φορτίζεται μὲ ἕνα «ἔλασσον» νοηματικό περιεχόμενο, ἐξαντλεῖται στὰ στενὰ περιθώρια μιᾶς κοινωνικῆς ἀρετῆς, ταυτίζεται μὲ τὴ φιλαλληλία, τὴν ἀγαθοεργία, τὴ φυσική φιλοστοργία – δηλαδὴ μὲ ἰδιότητες συμπεριφορᾶς ποὺ συντηροῦν καὶ ὑπηρετοῦν τὴν ἐγωκεντρικὴ αὐτάρκεια τοῦ ὑποκειμένου. Γι' αὐτὸ καὶ προκρίνεται στὶς ᾿Αρεοπαγιτικές Συγγραφές ὡς «θειότερον» τὸ ὄνομα τοῦ ἔρωτα: «῎Εδοξέ τισι τῶν καθ' ἡμᾶς ἱερολόγων καὶ θειότερον εἶναι τὸ τοῦ ἔρωτος ὄνομα τοῦ τῆς ἀγάπης. Γράφει δὲ καὶ ὁ θεῖος Ἰγνάτιος· Ὁ ἐμὸς ἔρως ἐσταύρωται. Καὶ ἐν ταῖς προεισαγωγαῖς τῶν λογίων εὑρήσεις τινὰ λέγοντα περὶ τῆς θείας Σοφίας· Ἐραστὴς ἐγενόμην τοῦ κάλλους αὐτῆς. Ὥστε τοῦτο δὴ τὸ τοῦ ἔρωτος ὄνομα μὴ φοβηθῶμεν, μηδέ τις ἡμᾶς θορυβείτω λόγος περὶ τούτου δεδιττόμενος»128.

Τὸ ἐνδεχόμενο τοῦ φόβου –τοῦ δισταγμοῦ ἢ τῶν ἐπιφυλάξεων – γιὰ τὴν ἀναφορὰ τῆς ἐρωτικῆς ἐμπειρίας στὸ γεγονὸς τῆς σχέσης μὲ τὸν Θεό, ἔχει ὡς ἀφετηρία τὴν «πρόληψη» τῶν ἀνθρώπων129, τὴν προκατάληψή τους γιὰ τὸν ἔρωτα, ποὺ τὸν ἐκδέχονται μόνο ὑποταγμένον στὴν ἐπαναστατημένη αὐτονομία τῆς φυσικῆς ἀπαίτησης, μόνο σὰν δίψα ἐγωκεντρικῆς ἡδονῆς. ᾿Αλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ταυτίζουμε τὸ «εἴδωλο» ἢ τὴν «ἔκπτωση» τοῦ ἔρωτα μὲ τὸν «ὄντως ἔρωτα», ἔστω καὶ ἂν «τὰ πλήθη» ἐπιμένουν στὴ μονομέρεια τῆς κατανόησης τοῦ ἐρωτικοῦ γεγονότος. «Θεοπρεπῶς γὰρ τοῦ ὄντως ἔρωτος οὐχ ὑφ᾽ ἡμῶν μόνον, ἀλλὰ καὶ πρὸς τῶν λογίων αὐτῶν ὑμνουμένου, τὰ πλήθη μὴ χωρήσαντα τὸ ἑνοειδὲς τῆς ἐρωτικῆς θεωνυμίας, οἰκείως ἑαυτοῖς ἐπὶ τὸν μεριστὸν καὶ σωματοπρεπή καὶ διῃρημένον ἐξωλίσθησαν, ὃς οὐκ ἔστιν ἀληθῶς ἔρως, ἀλλ᾽ εἴδωλον, ἢ μᾶλλον ἔκπτωσις τοῦ ὄντως ἔρωτος»129. [ΑΥΤΗ Η ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ ΣΤΗΝ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΤΗΣ ΣΧΕΣΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ ΚΑΤΑΡΓΕΙ ΤΗΝ ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ ΚΑΙ ΑΡΝΕΙΤΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΗ ΤΟΥ ΚΑΤ'ΕΙΚΟΝΑ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΛΑΝΗ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΣΜΟΥ ΤΗΝ ΑΚΑΙΡΗ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΤΟΥ ΤΡΟΠΟΥ ΖΩΗΣ ΣΑΝ ΘΕΟΙ.ΠΡΟΣΩΠΟ, ΤΟΥΤΕΣΤΙΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΕΡΩΤΟΣ ΠΑΡΑΜΕΝΟΝΤΑΣ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ. O ANTIKEIMENOΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ]

Ἡ εἰδοποιὸς διαφορὰ τοῦ πραγματικοῦ ἔρωτα ἀπὸ τὴν παραφθορὰ ποὺ τὰ πλήθη θεωροῦν σὰν ἔρωτα, εἶναι ὁ ἑνοποιὸς χαρακτήρας του, «τὸ ἑνοειδές» τοῦ «ὄντως ἔρωτος». Αν συνιστᾶ θεωνυμία ὁ ἔρωτας, δηλαδὴ ὄνομα ποὺ ἀποδίδεται στὸν Θεό, εἶναι ἀκριβῶς γιατὶ δηλώνει τὸ «ἑνοειδές» τῆς θείας τριαδικῆς Ὕπαρξης, τὴν ἀγαπητικὴ ἀλληλοπεριχώρηση τῶν Προσώπων τῆς Τριάδος. Τὰ «λόγια» μᾶς βεβαιώνουν ὄχι ὅτι ὁ Θεὸς ἔχει ἀγάπη, ἀλλὰ ὅτι «ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστί»130: Ὄχι ὅτι ὑπάρχει καταρχὴν ὁ Θεὸς καὶ ἐπιπρόσθετα ἡ ὕπαρξή Του χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν ἀγάπη, ἀλλὰ ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη – ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο εἶναι ὁ Θεὸς εἶναι ἡ ἀγάπη. Μὲ τὴ σχετικὴ ἀνθρώπινη γλώσσα μας λέμε ὅτι κάθε θεία προσωπικὴ Ὕπαρξη δὲν ἔχει «ἴδιον εἶναι», ἀλλὰ πραγματοποιεῖ τὸ εἶναι ὡς ἀπόλυτη ἀγαπητική - ὑπαρκτικὴ αὐτοπροσφορὰ στὰ ἄλλα θεῖα Πρόσωπα. Ὑπάρχει ἀγαπώντας καὶ ἐπειδὴ ἀγαπᾶ· ὕπαρξη καὶ ἀγάπη, ἀγάπη καὶ ἐλευθερία ταυτίζονται στὴν περίπτωση τῶν θείων Προσώπων. Καὶ αὐτὴ ἡ ἐκ-στατικὴ ὑπαρκτικὴ αὐτοπροσφορὰ εἶναι ὁ «θεώνυμος» ἔρως, ἑνοποιὸς τῆς ὕπαρξης καὶ τῆς ζωῆς τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ131. [ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΠΟΥΜΕ ΟΤΙ Ο ΕΡΩΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ, Η ΕΝΟΠΟΙΟΣ ΔΥΝΑΜΙΣ ΤΟΥ ΚΑΤ'ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΧΑΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΠΤΩΣΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΞΟΔΟ ΧΑΝΟΝΤΑΣ ΑΚΡΙΒΩΣ ΤΗΝ ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΚΑΛΟΥ ΚΑΙ ΚΑΚΟΥ, ΚΤΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΑΚΤΙΣΤΟΥ, ΑΚΑΙΡΑ, ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ]

Σημειώσεις
127. Περὶ θείων ὀνομάτων 2 ΙΧ, Ρ.Ο. 3, 648 B.

128. Περὶ θείων ὀνομάτων 4 ΧΙΙ, Ρ.G. 3, 709 ΑΒ. Νεοελ. μτφρ. Ι. Σ.: «Μερικοὶ ἀπὸ τοὺς θεολόγους μας εἶχαν τὴ γνώμη ὅτι τὸ ὄνομα τοῦ ἔρωτα εἶναι θεϊκότερο ἀπὸ τὴ λέξη ἀγάπη. Ὁ δὲ θεῖος Ἰγνάτιος γράφει: Ο ἔρωτάς μου έχει σταυρωθεί. Καὶ στις προεισαγωγὲς τῆς Γραφῆς θὰ βρεῖς κάποιους λόγους νὰ λένε γιὰ τὴ θεία Σοφία: Έγινα τῆς ὀμορφιᾶς της ἐραστής. Ας μὴ φοβηθοῦμε λοιπὸν τὴ λέξη ἔρως καὶ μὴ μᾶς ταράζει καμιά σχετικὴ ἀπειλή» (σελ. 67, 69).

129. ... τὴν ἄτοπον τῶν τοιούτων ἀνδρῶν πρόληψιν... Περὶ θείων ὀνομάτων 4 ΧΙΙ, P.G. 3, 709 B.

129. Περὶ θείων ὀνομάτων 4 ΧΙΙ, P.G. 3, 709 BC. Νεοελ. μτφρ. Ι. Σ.: «Βέβαια ὁ ἀληθινὸς ἔρωτας ὑμνεῖται ὡς κάτι θεῖο ὄχι ἀπὸ ἐμᾶς μόνο, ἀλλὰ κι ἀπὸ αὐτὴ τὴ θεία Γραφή, ὅμως τὰ πλήθη ἐπειδὴ δὲν ἔνιωσαν τὴν ταυτότητα τοῦ θείου ὀνόματος ἔρως, γλίστρησαν σὲ αὐτὸ ποὺ τοὺς ἦταν οἰκειότερο, δηλαδὴ στὸν διαιρετικὸ καὶ σωματοπρεπὴ καὶ τεμαχισμένον έρωτα, ποὺ δὲν εἶναι ἔρωτας ἀληθινός, ἀλλὰ εἴδωλο ἢ μᾶλλον ἔκπτωση τοῦ ὄντως ἔρωτα» (σελ. 69).

130. 1 Ιωάν. 4, 16.

131. Ο ἅγιος ΜΑΞΙΜΟΣ ὁ Ὁμολογητής ἀναφέρει στὴν ἐρωτικὴ αὐθυπέρβαση τὴν ἴδια τὴν «αἰτιώδη ἀρχὴ» τῆς τριαδικότητας τοῦ Θεοῦ. Δὲν ὑπάρχει κάποιος δεδομένος λόγος τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ, κάποια «ἔξωθεν» ἀναγκαιότητα, ποὺ ὑποχρεώνει τὸν Θεὸ νὰ εἶναι αὐτὸ ποὺ εἶναι, ἢ νὰ ὑπάρχει ὡς τριάδα Προσώπων. ᾿Αρχὴ τοῦ ὑπαρκτοῦ δὲν εἶναι μιὰ ἀπρόσωπη ἀναγκαιότητα, ἀλλὰ ἡ ἐλευθερία ἑνὸς Προσώπου, τοῦ Θεοῦ Πατρός, ποὺ ἐλεύθερα («ἀγαπητικῶς») δίνει ὑπόσταση στὸ Εἶναι Του γεννώντας αϊδίως τὸν Υἱὸ καὶ ἐκπορεύοντας τὸ Πνεῦμα τὸ Άγιο: «Ο Θεός καὶ Πατήρ, κινηθεὶς ἀχρόνως καὶ ἀγαπητικῶς, προήλθεν εἰς διάκρισιν ὑποστάσεων, ἀμερῶς τε καὶ ἀμειώτως μείνας ἐν τῇ οἰκείᾳ ὁλότητι ὑπερηνωμένος καὶ ὑπερηπλωμένος». (Σχόλια εἰς τὸ Περὶ θείων ὀνομάτων, P.G. 4, 221 Α).[ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ΤΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ. ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ. ΤΗΝ ΕΥΔΟΚΙΑ, ΤΗΝ ΔΟΞΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΣΩΤΗΡΙΑΣ] 

Δεν υπάρχουν σχόλια: