ή, Περί απουσίας και αγνωσίας του Θεού
Β' - Ο ΑΠΟΦΑΤΙΣΜΟΣ ΩΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΓΝΩΣΙΑΣ
3. Ἡ ἀποφατική γνώση ὡς προσωπική μετοχή (5η συνέχεια)
Οὔτε λοιπὸν μὲ τὴν ἀντικειμενικότητα τῆς σημαντικῆς τοῦ λόγου, οὔτε μὲ τὴ σχηματικότητα τῶν νοητικῶν κατηγοριῶν (λόγῳ οὐδενὶ οὔτε νῷ) εἶναι δυνατὸ νὰ ἑρμηνευθεῖ τὸ λογικὰ ἀντιφατικὸ γεγονὸς τῆς σάρκωσης τοῦ Θεοῦ, νὰ ὑποταχθεῖ σὲ θετικούς προσδιορισμοὺς ἡ ἐνανθρώπιση τοῦ Λόγου. Αν ἡ ἴδια ἡ ἑτερότητα τοῦ ἀνθρώπινου ὑποκειμένου, ἄμεσα προσιτή στὴν ἐμπειρία τῶν αἰσθήσεων, εἶναι ἀδύνατο νὰ προσδιορισθεῖ μὲ ἀντικειμενικὲς λογικές κατηγορίες, πολύ περισσότερο ἡ ὑπαρκτικὴ ἑτερότητα τοῦ θεανδρικοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ. Ἔστω κι ἂν ἔχει ἀντικειμενικὰ συντελεστεῖ μέσα στὸν ἱστορικὸ χρόνο, ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ προσφέρεται νὰ γίνει γνωστὴ μόνο ὡς γεγονὸς προσωπικῆς σχέσης. Τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο καλεῖται νὰ κατακτήσει τὴν προσφερόμενη αὐτὴ γνώση μέσα ἀπὸ τὴν ἑτοιμότητα τῆς σχέσης, τὴν «ἐπιτηδειότητα τῆς φωτοληψίας» ὅπως χαρακτηριστικὰ ἐπισημαίνουν οἱ ᾿Αρεοπαγητικές Συγγραφές: «Ως γὰρ ἡ τῆς πάντων ἐπέκεινα θεότητος ἀγαθότης... φωτίζει τὰ δυνάμενα πάντα... οὕτω δὴ καὶ ἡ τῆς θείας ἀγαθότητος ἐμφανὴς εἰκών, ὁ μέγας οὗτος καὶ ὁλολαμπὴς καὶ ἀείφωτος ἥλιος, κατὰ πολλοστὸν ἀπήχημα τἀγαθοῦ, καὶ πάντα ὅσα μετέχειν αὐτοῦ δύναται, φωτίζει... καὶ εἴ τι αὐτῶν οὐ μετέχει, τοῦτο οὐ τῆς ἀδρανείας ἢ τῆς βραχύτητός ἐστι τῆς φωτιστικῆς αὐτοῦ διαδόσεως, ἀλλὰ τῶν διὰ φωτοληψίας ἀνεπιτηδειότητα μὴ ἀναπλουμένων εἰς τὴν φωτὸς μετουσίαν»123.
Γιὰ τὴν παράδοση ποὺ ἐκφράζουν οἱ ᾿Αρεοπαγιτικές Συγγραφές, ἡ ὁδὸς τῆς Θεογνωσίας ταυτίζεται μὲ τὸ ἔργο τῆς «σωτηρίας» τοῦ ἀνθρώπου «ἐν Χριστῷ»: Προσλαμβάνοντας τὴν ἀνθρώπινη φύση ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ τὴν «ἀνέπλασε», δηλαδὴ τὴν κατέστησε «ἐπιτηδείαν πρὸς φωτοληψίαν». Γι' αὐτὸ καὶ ἡ ἀποφατικὴ γνώση, ὡς γεγονὸς μετοχῆς στὸ «φῶς» τοῦ πληρώματος τῆς ζωῆς, ταυτίζεται μὲ τὴ μετοχὴ στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ποὺ εἶναι ἡ ἱστορικὴ πραγματοποίηση τοῦ τρόπου ὑπάρξεως τοῦ Χριστοῦ, τοῦ τρόπου τῆς καινῆς ἀνθρώπινης φύσης.[ ΧΡΙΣΤΟΝ ΕΝΕΔΥΣΑΣΘΕ.Η ΔΙΑΡΚΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ ΤΩΝ ΔΑΚΡΥΩΝ ΔΕΝ ΝΟΜΙΖΟΥΜΕ ΟΤΙ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΤΡΟΠΟΥ ΥΠΑΡΞΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ. ΜΙΜΗΣΙΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΔΕΝ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ]
Μέσα στὴν Ἐκκλησία ὁ ἀτομικὸς ἄνθρωπος γίνεται ὕπαρξη προσωπική, δηλαδὴ πραγματοποιεῖ τὴν ὕπαρξη καὶ τὴ ζωή ὡς ἀμεσότητα ἀγαπητικῆς κοινωνίας. Κατὰ τὸ μέτρο αὐτῆς τῆς πραγματοποίησης εἶναι ἡ Ἐκκλησία εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἀποκάλυψη τοῦ τρόπου τῆς θείας ὕπαρξης καὶ ζωῆς, τῆς ἀγαπητικῆς ἀλληλοπεριχώρησης τῶν θείων Προσώπων στὴν κοινότητα τῆς μιᾶς Οὐσίας. Μὲ ἄλλα λόγια: ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ πηγὴ γνώσεως ὄχι ὡς διδασκαλία καὶ κήρυγμα περὶ τῆς σωτηρίας, ἀλλὰ καταρχὴν ὡς γεγονὸς σωτηρίας, γεγονός μετοχῆς στὴ ζωὴ ποὺ δὲν γνωρίζει θάνατο. Η Θεογνωσία εἶναι πραγματικότητα ἀποκατάστασης καὶ ἀναμόρφωσης τοῦ «ἀρχαίου κάλλους», τοῦ εἰκονισμοῦ τῆς Θεότητας στὴν ἀνθρωπότητα, καὶ πλέον τούτου: ἑνότητα ζωῆς Θεότητας καὶ ἀνθρωπότητας.[ΣΕ ΧΑΣΑΜΕ ΑΓΑΠΗΤΕ ΓΙΑΝΝΑΡΑ. ΜΑΣ ΠΛΑΣΣΑΡΕΙΣ ΤΗΝ ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΜΟΟΥΣΙΟΥ. ΜΕΓΑΛΟ ΚΡΙΜΑ]
Ἔτσι, ἡ μετοχὴ στὴν Ἐκκλησία –μετοχή στη θεανθρώπινη ἑνότητα ζωῆς ποὺ ἱδρύει ἡ καινὴ φύση τοῦ σαρκωμένου Λόγου– συνιστᾶ καὶ μιὰ γνώση καθολικὴ καὶ ἑνοποιό, ὄχι ὑποκειμενικὴ καὶ διαιρετική. Τὰ ὅρια αὐτῆς τῆς ἑνοποιοῦ καθολικότητας ταυτίζονται μὲ τὰ ὅρια τοῦ γεγονότος τῆς Ἐκκλησίας, καὶ βρίσκουν τὴν ἔκφραση καὶ διατύπωσή τους στὰ «λόγια», δηλαδὴ στὶς Γραφές: στὰ ὅσα μίλησε καὶ ἔπραξε ὁ Θεός, στὰ ὅσα κατέγραψαν οἱ μάρτυρες τῶν λόγων καὶ τῶν ἔργων τοῦ Θεοῦ. «Ἐν τῇ φρουρᾷ τῶν λογίων»124 φυλάσσεται ἡ ἑνοποιὸς καθολικότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας καὶ διαστέλλεται ἀπὸ τὶς ὑποκειμενικὲς - διαιρετικές διατυπώσεις καὶ ἑρμηνεῖες.
Γιατί ὅμως τὰ «λόγια» ἐξασφαλίζουν τὴν ἑνοποιὸ καθολικότητα τῆς Θεολογικῆς γνώσης; ᾿Ακριβῶς, ἐπειδὴ εἶναι λόγος ἐκκλησιαστικός, λόγος κοινωνίας προσώπων ποὺ μετέχουν στὴν ἴδια ἐμπειρία ζωῆς, λόγος ποὺ ἱδρύει καὶ «μυεῖ» σὲ αὐτὴ τὴν ἐμπειρία. Οἱ Γραφὲς τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι κείμενα μὲ τὴν αὐτοτέλεια τῶν φιλοσοφικῶν, ἀποδεικτικῶν κειμένων. Προϋποθέτουν τὴν προσωπική «χειραγώγηση» στην κατανόησή τους, τὴν προσωπική σχέση μὲ κάποιους «γεννήτορες» ποὺ μᾶς μεταδίνουν τὴ γνώση ὡς μετοχή στην καινούργια ζωή, τὴν ἐλεύθερη ἀπὸ τὸν θάνατο. Γι' αὐτὸ καὶ ἡ πρόσβαση στὴν κατανόηση τῶν «λογίων» ταυτίζεται ἀπὸ τὸν ᾿Αρεοπαγίτη μὲ τὸ λειτουργικὸ γεγονὸς τῆς Εὐχαριστίας, τὸ γεγονὸς ποὺ συγκροτεῖ καὶ φανερώνει τὴν Ἐκκλησία. Καὶ ὅπως κάθε ἐπιμέρους εὐχαριστιακή σύναξη εἶναι ἡ πραγματοποίηση καὶ φανέρωση τῆς καθολικῆς ᾿Εκκλησίας –τοῦ καθολικοῦ γεγονότος τῆς σωτηρίας– ἔτσι καὶ ἡ γνώση που παρέχουν τὰ «λόγια» εἶναι ἀχώριστη ἀπὸ τὸ εὐχαριστιακό γεγονός, ἀχώριστη ἀπὸ τὴ μετοχὴ στὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ τὴν κοινωνία τοῦ σώματος καὶ αἵματός Του: «Η θειοτάτη τοῦ ἑνὸς καὶ ταὐτοῦ καὶ ἄρτου καὶ ποτηρίου κοινὴ καὶ εἰρηναία μετάδοσις ὁμοτροπίαν (ἡμῖν) ἔνθεον ὡς ὁμοτρόφοις νομοθετεῖ»125.
Ἡ ἐκκλησιαστικὴ Θεογνωσία εἶναι ὁμοτροπία ζωῆς – ἡ γνώση εἶναι πράξη καὶ γεγονὸς μετοχῆς σὲ ἕναν καινούργιο τρόπο ὑπάρξεως. Ὄχι ἰδεολογικός συντονισμός, οὔτε ἠθικὸς συσχηματισμός, ἀλλὰ ὑπαρκτικὴ «ἀλλοίωση» ποὺ ἐνεργεῖται χαρισματικὰ ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ στὰ ἀπεριόριστα όρια τῆς ἐλεύθερης, λειτουργικῆς συγκατάθεσης τοῦ ἀνθρώπου. «᾿Εν ταύταις (ταῖς ἱεραῖς συνάξεσι), λέει ὁ ᾿Αρεοπαγίτης, ὁ βλέπων ἱερῶς ὄφεται τὴν ἑνοειδῆ καὶ μίαν σύμπνοιαν, ὡς ὑφ᾽ ἑνὸς τοῦ θεαρχικοῦ Πνεύματος κεκινημένην»126. Η Εκκλησία εἶναι ἡ ἀντικειμενικὴ δυνατότητα τῆς ἀποφατικῆς Θεογνωσίας, καὶ ἡ ἀποφατικὴ Θεογνωσία εἶναι ἡ ἐμπειρία τῆς ζωῆς τοῦ εὐχαριστιακοῦ σώματος, τῆς ζωῆς ποὺ ἐνεργεῖται ἀπὸ τὸ ζωοποιὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, τὸ ἴδιο Πνεῦμα ποὺ «ἐπεφέρετο ἐπάνω τοῦ ὕδατος» τὴν πρώτη ἡμέρα τῆς δημιουργίας, πρόξενος τότε τῆς φυσικῆς ζωῆς καὶ χορηγὸς πάντοτε τῆς ὄντως ζωῆς.[Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ, Η ΘΕΣΜΙΚΗ ΙΕΡΑΡΧΙΑ, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΕΟΣ. ΔΙΑΚΟΝΕΙ ΟΠΟΙΟΝ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΚΕΡΔΙΣΕΙ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΓΗΣ]
Σημειώσεις
124. Περὶ θείων ὀνομάτων 2 ΙΙ, Ρ.G. 3, 640 B.
125. Περὶ ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας ΙΙΙ, P.G. 3, 428 В.
126. Περὶ ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας ΙΙΙ, P.G. 3, 432 В.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου