Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

Χάιντεγγερ και Αρεοπαγίτης - Χρήστος Γιανναράς (26)

  Συνέχεια από: Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

Χάιντεγγερ καὶ ᾿Αρεοπαγίτης
ή, Περί απουσίας και αγνωσίας του Θεού

Β' - Ο ΑΠΟΦΑΤΙΣΜΟΣ ΩΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΓΝΩΣΙΑΣ

3. Ἡ ἀποφατική γνώση ὡς προσωπική μετοχή (4η συνέχεια)

Μὲ τὰ κριτήρια τῶν ᾿Αρεοπαγιτικῶν Συγγραφῶν, ἡ φυσική γνώση –ἡ νοητικὴ ἁπλῶς βεβαιότητα ποὺ κατοχυρώνεται στὴν ἀντικειμενικὴ διατύπωση– ἀνταποκρίνεται στὴν ἐπαναστατημένη αὐτάρκεια τοῦ ἀνθρώπου τῆς πτώσης. Προϋποθέτει τὴν ἀτομικὴ ἐπαλήθευση, ἑπομένως καὶ τὸ ἐνδεχόμενο τῆς ἀτομικῆς ἀμφισβήτησης, γι' αὐτὸ καὶ εἶναι διαιρετικὴ τῆς γνώσης καὶ τῆς φύσης – διαιρεῖ τὴ «μονοειδή» γνώση σὲ ποικιλία «δοξασμάτων» καὶ τὴ φύση σὲ ἐπιμέρους ἀτομικές κατοχυρώσεις.[ΟΙ ΓΝΩΜΕΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ]

᾿Αντίθετα, ἡ ἀποφατικὴ Θεογνωσία προϋποθέτει τὴν ἐμπειρία τῆς προσωπικῆς κοινωνίας, δηλαδὴ ἕνα ἐπίτευγμα ποὺ συγκεφαλαιώνει τὶς ὑπαρκτικές δυνατότητες τῆς καθολικῆς φύσης.[ΥΠΕΡΒΑΙΝΕΙ ΤΗΝ ΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΔΙΑΚΡΙΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΓΝΩΣΗ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΤΗΝ ΔΙΑΙΡΕΙ.ΕΝΕΧΕΙ ΠΑΡ' ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΤΗΝ ΑΥΤΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΤΗΣ ΠΤΩΣΗΣ] Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ ἀποφατικὴ Θεογνωσία, ὡς ἐμπειρία προσωπικῆς σχέσης, δὲν διαιρεῖ, ἀλλὰ συντονίζει τὴ φύση καὶ τὴ γνώση στὸ ὑποστατικὸ γεγονὸς τῆς θεανθρώπινης κοινωνίας, στὸ ὁποῖο μετέχουν ὅλοι ὅσοι κατορθώνουν τὴν προσωπική (ἀγαπητικὴ-ἐκστατική) αὐθυπέρβαση τῆς φύσης. Ἔτσι ἡ ἐμπειρία τῆς σχέσης κάθε ἀνθρώπινου προσώπου μὲ τὸ Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ εἶναι «συναγωγὸς καὶ ἑνωτικὴ τῶν φωτιζομένων καὶ τελειωτικὴ καὶ ἔτι ἐπιστρεπτικὴ πρὸς τὸ ὄντως ὄν, ἀπὸ τῶν πολλῶν δοξασμάτων ἐπιστρέφουσα, καὶ τὰς ποικίλας ὄψεις, ἢ κυριώτερον εἰπεῖν, φαντασίας, εἰς μίαν ἀληθῆ καὶ καθαρὰν καὶ μονοειδή συνάγουσα γνῶσιν, καὶ ἑνὸς καὶ ἑνωτικοῦ φωτὸς ἐμπιπλῶσα»118.[ΔΕΝ ΝΙΚΑΤΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ. Η PERSONA DEI EINAI H ΙΔΕΑ ΧΡΙΣΤΟΥ. ΕΙΝΑΙ ΑΜΦΙΒΟΛΗ Η ΕΚΦΡΑΣΗ ΥΠΟΣΤΑΤΙΚΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΤΗΣ ΘΕΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΚΑΘΟΤΙ ΤΟ ΕΝΥΠΟΣΤΑΤΟ, Η ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ, ΔΕΝ ΔΙΑΚΡΙΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΧΑΡΙ ΤΟΥ ΕΝΣΑΡΚΩΘΕΝΤΟΣ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ]

Ἡ δυνατότητα τῆς «ἑνωτικῆς» καὶ «μονοειδοῦς» αὐτῆς γνώσεως (ποὺ ἑνοποιεῖ τὴν κτιστὴ φύση στὴν προσωπικὴ ἀναφορικὴ ἔκ-στασή της ἐκτὸς τῶν ὁρίων τοῦ κτιστοῦ) ἀποκαταστάθηκε μὲ τὸν Χριστό. Ὀνομάζουμε τὸν Χριστὸ «δεύτερο ᾿Αδάμ», ἀκριβῶς ἐπειδὴ στὸ πρόσωπό του «ἀνακεφαλαιώνεται» ἡ καθολικὴ ἀνθρώπινη φύση – τὸ ὀργανικὸ σῶμα τῆς καθολικῆς φύσης ἀποκτᾶ ὡς κεφαλὴ τὸν Χριστό: συντονίζεται καὶ συνοψίζεται ἡ ἀνθρωπότητα σὲ ἕνα καινούργιο τρόπο ὑπάρξεως ἔνσαρκον στὴν προσωπικὴ ὑπόσταση τοῦ Χριστοῦ. Καὶ μιλᾶμε γιὰ «δεύτερο ᾿Αδάμ», ἐπειδὴ καὶ ὁ πρῶτος ᾿Αδὰμ συγκεφαλαίωνε ἐπίσης στὸ πρόσωπό του τὴν καθολικὴ ἀνθρωπότητα, ὄντας αὐτὸς ἡ πρώτη καὶ μοναδικὴ ὑπαρκτικὴ ὑπόσταση τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Γι' αὐτὸ καὶ ἡ ἄρνηση τοῦ πρώτου ᾿Αδὰμ νὰ πραγματοποιήσει τὴ ζωὴ ὡς κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ συμπαρέσυρε τὴν ὅλη ἀνθρωπότητα στὴν ὑπαρκτικὴ ἀποτυχία καὶ στὸν θάνατο. Καθόρισε τὸν τρόπο ὑπάρξεως τῆς ἀνθρώπινης φύσης ὁ πρῶτος ᾿Αδάμ, γι' αὐτὸ καὶ οἱ ἀπόγονοί του εἶναι ὑπαρκτικὰ (ὄχι νομικὰ ἢ ἠθικὰ) δεσμευμένοι ἀπὸ τὴν ἐπιλογὴ τοῦ προπάτορα: Γεννιοῦνται καὶ ὑπάρχουν μὲ τὸν τρόπο αὐτονομίας τῆς φύσεως, ποὺ εἶναι ἀδύνατο νὰ τὸν ὑπερβεῖ μόνη ἡ ἐλευθερία τῆς βούλησης τῶν προσώπων.[ΑΝΑΚΑΙΝΙΖΕΤΑΙ ΤΟ ΚΑΤ'ΕΙΚΟΝΑ  ΔΕΝ ΑΠΟΚΑΘΙΣΤΑΤΑΙ ΚΑΙ ΝΙΚΑΤΑΙ Η ΑΜΑΡΤΙΑ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ , ΤΟ ΚΑΛΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΚΟ ΕΝΩΜΕΝΑ ΣΤΗΝ ΠΤΩΣΗ ΔΙΑΚΡΙΝΟΝΤΑΙ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΜΕ ΤΗΝ ΧΑΡΙ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΗΡΗΣΗ ΤΩΝ ΕΝΤΟΛΩΝ]

Μὲ τὴ σάρκωση τοῦ Θεοῦ στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ γίνεται ἀκριβῶς τὸ ἀντίστροφο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ συνέβη μὲ τὸν πρῶτο ᾿Αδάμ: Ἕνα ἀνθρώπινο πρόσωπο ὑποστασιάζει (κάνει ὑπαρκτική πραγματικότητα) ἕνα καινούργιο τρόπο ὑπάρξεως τῆς ἀνθρώπινης φύσης: παίρνει ὑπόσταση ἡ ἀνθρώπινη ζωή ὄχι ὡς ὑπαρκτικὴ αὐτονομία, ἀλλὰ ὡς ὑπαρκτικὴ ἑνότητα Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου, ἕνωση καὶ κοινωνία ζωῆς τῆς θείας καὶ τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Τώρα ἐναπόκειται πιὰ στὴν ἐλευθερία τῶν προσώπων νὰ συντονιστοῦν ὑπαρκτικὰ (ὄχι νομικά ἢ ἠθικὰ) μὲ τὸν τρόπο τῆς ὑπάρξεως τῆς «καινῆς» θεανθρώπινης φύσης τοῦ Χριστοῦ.[ΝΑ ΤΗΡΗΣΟΥΝ ΤΙΣ ΕΝΤΟΛΕΣ ΜΕ ΤΗΝ ΧΑΡΙ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ ΚΑΘΟΤΙ Η ΤΗΡΗΣΗ ΤΟΥΣ ΕΙΝΑΙ ΑΝΕΦΙΚΤΟΣ. Ο ΠΑΛΑΙΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΕΝ ΥΠΑΚΟΥΕΙ ΠΑΡΑ ΜΟΝΟ ΔΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ]

Ἡ φύση τοῦ Χριστοῦ εἶναι «καινή», χωρὶς νὰ παύει νὰ εἶναι ἡ ἀνθρώπινη φύση
. Τὸ «καινὸν» ἔγκειται στὸν τρόπο τῆς ὑπάρξεως, στὴν «ὁλικὴ κοινωνία»119 τῆς θείας μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση – στὸ γεγονὸς ὅτι ὁ [Ο ΚΑΙΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ] ἄνθρωπος ὑπάρχει ἐπειδὴ κοινωνεῖ μὲ τὴ Θεότητα[ΑΝΑΓΕΝΝΑΤΑΙ]. Η προσωπική κλήση τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο (κλήση ποὺ εἶναι «χάρις» - χάρισμα ἢ δυνατότητα ὄντως ζωῆς), ἀλλὰ καὶ ἡ πληρότητα τῆς ἀνθρώπινης κατάφασης σὲ αὐτὴ τὴν κλήση εἶναι μιὰ συγκεκριμένη «σαρκική» ἱστορικὴ παρουσία, εἶναι «ὁδὸς» καὶ τρόπος ὑπάρξεως προσιτὸς σὲ κάθε ἄνθρωπο, εἶναι τὸ θεανδρικό πρόσωπο τοῦ ἔνσαρκου Λόγου, τοῦ Χριστοῦ.[ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΚ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΟΥΤΟΥ] Καὶ μὲ τὰ λόγια τῶν ᾿Αρεοπαγιτικῶν Συγγραφῶν: «Ἡ τῆς θεαρχικῆς ἀγαθότητος ἀπειροτάτη φιλανθρωπία ἐν ἀληθῇ μεθέξει τῶν καθ᾿ ἡμᾶς γενομένη πάντων ἀναμαρτήτως, καὶ πρὸς τὸ ταπεινὸν ἡμῶν ἑνοποιηθεῖσα, μετὰ τῆς τῶν οἰκείων ἀσυγχύτου καὶ ἀλωβήτου παντελῶς ἔξεως, τὴν πρὸς αὐτὴν ἡμῖν κοινωνίαν ὡς ὁμογενέσι λοιπὸν ἐδωρήσατο»120.

Ἡ σάρκωση τοῦ δευτέρου Προσώπου τῆς τριαδικῆς Θεότητας ἀποκαθιστᾶ τὴ δυνατότητα μετοχῆς τοῦ ἀνθρώπου στη ζωὴ τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι καὶ ἡ δυνατότητα τῆς ἀποφατικῆς γνώσης. Ο δυναμικός χαρακτήρας τῆς γνώσης τοῦ Θεοῦ (ποὺ προϋποθέτει τὴν ἐμπειρικὴ μετοχή, δίχως νὰ ἐξαντλεῖται στὴν ὅποια διατύπωση) ἐξασφαλίζεται, ἀλλὰ καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ προϋποτίθεται καὶ μετὰ τὴ Σάρκωση – ἡ παρεμβολὴ τοῦ Λόγου στὴν Ἱστορία δὲν ἀναιρεῖ τὴν κρυφιότητα καὶ δὲν ἀποκαλύπτει τὴν ὑπερουσιότητα τοῦ θείου Εἶναι.[ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΝΕΤΑΙ]

Ἡ ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ Λόγου ἀποκαλύπτεται στὸ ἱστορικὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἀποκαλύπτεται καὶ ὡς Λόγος δημιουργικὸς καὶ προνοητικὸς τῶν κτιστῶν ὄντων. ᾿Αλλὰ καὶ στὶς δυὸ περιπτώσεις ἡ Οὐσία τῆς Θεότητας παραμένει ἄγνωστη καὶ «κεκρυμμένη». Ὁ κτιστὸς κόσμος εἰκονίζει καὶ τὸ θεανδρικό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἀποκαλύπτει ὄχι τὴ θεία Οὐσία, ἀλλὰ τὸ προσωπικὸν τοῦ Θεοῦ, τὸν τρόπο τῆς ἀγαπητικῆς «ἀλληλοπεριχώρησης» τῶν θείων Προσώπων.[ΑΣΥΓΧΥΤΩΣ ΚΑΙ ΑΔΙΑΙΡΕΤΩΣ ΔΕΝ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΑΛΛΗΛΟΠΕΡΙΧΩΡΗΣΗ] Στὸ γεγονὸς τῆς σάρκωσης τοῦ Λόγου δὲν πραγματοποιεῖται «ἔκχυση» ἢ «ἀπορροὴ» τῆς θείας Οὐσίας, ἀλλὰ μιὰ κοινὴ Ἐνέργεια τῶν Προσώπων τῆς Τριάδος. Ὄχι ὅτι σαρκώνεται μαζὶ μὲ τὸν Λόγο κατὰ ὁποιοδήποτε τρόπο καὶ ὁ Πατήρ ἢ τὸ Πνεῦμα. ᾿Αλλὰ ἐνῶ ἡ διάκριση τῶν θείων Ὑποστάσεων δὲν ἀναιρεῖται καὶ μόνη ἡ Ὑπόσταση τοῦ Λόγου προσλαμβάνει τὴν ἀνθρώπινη σάρκα, ὅμως ἡ βούληση καὶ ἐνέργεια τῆς Τριάδος παραμένει κοινὴ καὶ κατὰ τὴ σάρκωση – διατηρεῖται τὸ ἑνιαῖον τοῦ Θεοῦ, ἡ ἑνότητα τῆς θείας ζωῆς καὶ Ἐνέργειας, ὅπως καὶ ἡ «κρυφιότητα» τῆς θείας Οὐσίας.

Οἱ ᾿Αρεοπαγιτικές Συγγραφές διατυπώνουν μὲ σαφήνεια τὴν ἀποφατικότητα τῆς ἀποκάλυψης ἐν Χριστῷ: «Ἐπὶ τῆς κατὰ Χριστὸν φιλανθρωπίας, καὶ τοῦτο οἶμαι τὴν θεολογίαν αἰνίττεσθαι, τὸ ἐκ τοῦ κρυφίου τὸν ὑπερούσιον εἰς τὴν καθ' ἡμᾶς ἐμφάνειαν ἀνθρωπικῶς οὐσιωθέντα προεληλυθέναι. Κρύφιος δὲ ἐστι καὶ μετὰ τὴν ἔκφανσιν, ἤ, ἵνα τὸ θειότερον εἴπω, καὶ ἐν τῇ ἐκφάνσει· καὶ τοῦτο γὰρ Ἰησοῦ κέκρυπται, καὶ οὐδενὶ λόγῳ οὔτε νῷ τὸ κατ᾿ αὐτὸν ἐξῆκται μυστήριον, ἀλλὰ καὶ λεγόμενον ἄρρητον μένει, καὶ νοούμενον ἄγνωστον»121.[ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΕΝΣΑΡΚΩΣΕΩΣ Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ. ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΟΝΟΜΑΖΕΤΑΙ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΕΙΝΑΙ Η ΔΟΞΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ΄]

Καὶ ἀλλοῦ: «Τὸ πάσης θεολογίας ἐκφανέστατον, ἡ καθ' ἡμᾶς Ἰησοῦ θεοπλαστία, καὶ ἄρρητός ἐστι λόγῳ παντί, καὶ ἄγνωστος νῷ παντί, καὶ αὐτῷ τῷ πρωτίστῳ τῶν πρεσβυτάτων ἀγγέλων. Καὶ τὸ μὲν ἀνδρικῶς αὐτὸν οὐσιωθῆναι, μυστικῶς παρειλήφαμεν· ἀγνοοῦμεν δὲ ὅπως ἐκ παρθενικῶν αἱμάτων ἑτέρῳ παρὰ τὴν φύσιν θεσμῷ διεπλάττετο, καὶ ὅπως ἀβρόχοις ποσί, σωματικὸν ὄγκον ἔχουσι καὶ ὕλης βάρος, ἐπεπορεύετο τὴν ὑγρὰν καὶ ἄστατον οὐσίαν· καὶ τὰ ἄλλα ὅσα τῆς ὑπερφυοῦς ἐστιν Ἰησοῦ φυσιολογίας»122.

Αὐτὲς οἱ θέσεις μιᾶς ἀποφατικῆς Χριστολογίας προφυλάσσουν τὸ κήρυγμα τῆς χριστιανικῆς ἀποκάλυψης ἀπὸ τὸν κίνδυνο νὰ προσλάβει ἀποδεικτικὸ - ἰδεολογικό χαρακτήρα, νὰ ἀπωλέσει τὴ δυναμικὴ τῆς ἐμπειρικῆς μετοχῆς στὸ κηρυσσόμενο γεγονός.[ΕΙΝΑΙ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΚΑΙ ΟΧΙ ΤΟΥ ΑΠΟΦΑΤΙΣΜΟΥ] Καὶ μετὰ τὴ σάρκωση τοῦ Λόγου ἡ Θεογνωσία παραμένει ἀποφατική, διατηρεῖ τὸν χαρακτήρα τοῦ προσωπικοῦ γεγονότος τῆς σχέσης. Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ, ὄχι ἐπειδὴ μᾶς κάνει γνωστὴ τὴν Οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἐπειδὴ ὡς ἐπώνυμο ἱστορικὸ πρόσωπο κάνει δυνατὴ τὴν ἀμεσότητα τῆς προσωπικῆς μας σχέσης μαζί Του. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ἀρνούμαστε νὰ δηλώσουμε καὶ νὰ καταδείξουμε μὲ τὴν ἀντικειμενικότητα τῆς σημαντικῆς τοῦ λόγου τὴν ἐμπειρία τῆς ἐκκλησιαστικῆς μετοχῆς στὴ θεία ἀποκάλυψη γι' αὐτὸ καὶ ἡ ἱστορικότητα τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ μπορεῖ νὰ βεβαιωθεῖ ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστική ᾿Απολογητική. ᾿Αλλὰ ὁ Ἰησοῦς, ὡς σαρκωμένος Λόγος τοῦ Θεοῦ, μόνο μὲ τὴν ἐμπειρία τῆς μετοχῆς στὴν κοινωνία ζωῆς ποὺ κατορθώνει ἡ ᾿Εκκλησία μαζί Του εἶναι δυνατὸ νὰ γνωσθεῖ.[ΟΠΟΥ ΘΕΛΕΙ ΠΝΕΙ]


Σημειώσεις

118. Περὶ θείων ὀνομάτων 4, VI, P.G. 3, 701 Β. Νεοελ. μτφρ. Ι. Σ.: «.. συνάγει καὶ ἐνώνει ὅσους φωτίζονται καὶ τελειοποιεῖ κι ἀκόμα ξαναφέρνει τὰ ὄντα στὸ ὄντως ὂν, γυρίζοντάς τα ἀπὸ τὶς πολλές δοξασίες καὶ τις λογῆς ὄψεις ἤ, γιὰ νὰ πῶ κυριολεκτικότερα, συγκεντρώνοντας τὶς λογῆς φαντασίες σε μία ἀληθινὴ καὶ καθαρὴ καὶ μονοειδή γνώση καὶ γεμίζοντάς τες ἀπὸ ἕνα καὶ ἐνοποιητικὸ φῶς» (σελ. 61).
119. Περὶ θείων ὀνομάτων 1, IV, P.G. 3, 592: «...τοῖς καθ' ἡμᾶς πρὸς ἀλήθειαν ὁλικῶς ἐν μιᾷ τῶν αὐτῆς ὑποστάσεων ἐκοινώνησεν...».
120. Περὶ ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας ΙΙΙ, Р.G. 3. 441 АВ.
121. ᾿Επιστολή Γ΄, P.G. 3, 1069 B. [Μετάφραση: «Με αφορμή τη φιλανθρωπία που φανερώθηκε εν Χριστῷ — και αυτό, νομίζω, υπαινίσσεται η θεολογία — ότι δηλαδή ο Υπερούσιος προήλθε από την απόκρυφη θεότητά του και φανερώθηκε στη δική μας κατάσταση, λαμβάνοντας ανθρώπινη ύπαρξη. Παραμένει όμως κρυφός και μετά τη φανέρωση· ή, για να το πω με ακόμη πιο θεϊκό τρόπο, παραμένει κρυφός ακόμη και μέσα στη φανέρωση. Διότι και αυτό το μυστήριο του Ιησού είναι κρυμμένο, και δεν έχει αποκαλυφθεί σε κανέναν λόγο ούτε σε κανέναν νου το μυστήριο που αφορά Αυτόν· αλλά ακόμη κι όταν λέγεται, παραμένει άρρητο, και όταν νοείται, παραμένει άγνωστο.»]
122. Περὶ θείων ὀνομάτων 2, ΙΧ, P.G. 3, 648 Α. Νεοελ. μτφρ. Ι. Σ.: «Τὸ λαμπρότερο σημεῖο ὅλης τῆς θεολογίας, τὸ κατὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση πλάσιμο τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ἀνέκφραστο εἶναι μὲ ὅποιο λόγο, καὶ ἀσύλληπτο ἀπὸ κάθε νοῦ· ἀκόμα κι ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν πρῶτο ἀπὸ τοὺς πρεσβύτερους ἀγγέλους. Τὸ ὅτι ἔγινε ἄνδρας τὸ παραλάβαμε ἀπὸ τὸν δρόμο τοῦ μυστηρίου. ᾿Αγνοοῦμε ὅμως μὲ ποιὸν ἀντίθετα στη φύση θεσμό διαπλάστηκε ἀπὸ τὰ παρθενικά αἵματα, καὶ πῶς μὲ στεγνὰ πόδια, ποὺ εἶχαν σωματικὸ ἄγκο καὶ ὑλικὸ βάρος, περπάτησε τὴν ὑγρὴ καὶ ρευστὴ θάλασσα· ἀγνοοῦμε καὶ ὅ,τι σχετίζεται μὲ τὴν ὑπερφυσικὴ φύση τοῦ Ἰησοῦ» (σελ. 43 καὶ 45).

Δεν υπάρχουν σχόλια: