Συνέχεια από: Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026
ή, Περί απουσίας και αγνωσίας του Θεού
Β' - Ο ΑΠΟΦΑΤΙΣΜΟΣ ΩΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΓΝΩΣΙΑΣ
3. Ἡ ἀποφατική γνώση ὡς προσωπική μετοχή (3η συνέχεια)
Αὐτὴ ἡ δεύτερη –ἡ ἀνθρωπολογικὴ προϋπόθεση τῆς ἀποφατικῆς γνώσης– διαστέλλει ριζικὰ καὶ καθοριστικὰ τὸν ἀποφατισμὸ ἀπὸ κάθε μυστικισμὸ ποὺ ζητάει νὰ ὑπερβεῖ τὴν προσωπικὴ αὐτοσυνειδησία γιὰ χάρη τῆς ἔκστασης τοῦ ἐγὼ στὴν ἀοριστία τοῦ ἀπρόσωπου «ἀπολύτου». Οἱ λεγόμενες ἐκστατικές καταστάσεις ἀπώλειας ἢ διάλυσης τῆς συνειδητῆς αὐτεπίγνωσης (μὲ στόχο τὴν εὐφραντικὴ παθητικότητα συναισθηματικῶν καταβυθίσεων στὸ «ἀπόλυτο») δὲν ἔχουν σχέση μὲ τὸν ἀποφατισμό, γιατὶ δὲν συνιστοῦν θεολογικὴ γνώση. Καὶ δὲν συνιστοῦν θεολογική γνώση, γιατὶ συνεπάγονται τὴν ἄρνηση τοῦ Θεοῦ ὡς καλοῦντος καὶ διαλεγομένου Προσώπου, ἑπομένως καὶ τὴν ἀναίρεση τῆς μόνης γνωστικῆς δυνατότητας ποὺ εἶναι ἡ σχέση114.[ΠΡΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ, ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΠΑΠΙΚΗΣ ΑΙΡΕΣΕΩΣ. ΠΡΩΤΟΦΑΝΗΣ ΕΚΦΡΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ: (δίχως τὴν παραμικρὴ ἀναφορὰ στὸν τρόπο τῆς ὑπάρξεως ποὺ εἶναι κοινὸς στὸν Θεὸ καὶ στὸν ἄνθρωπο)
Ὅμως μιλᾶμε γιὰ «ἀκεραιότητα» τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου, ἐνῶ εἶναι ἐμπειρικά δεδομένη ἡ πραγματικότητα τῆς ἀλλοτρίωσης τοῦ ἀνθρώπου: τῆς ἔκπτωσής του ἀπὸ τὴν πληρότητα τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας καὶ ἑτερότητας στὴν ἐξομοίωση καὶ οὐδετεροποίηση ποὺ ἐπιβάλλουν οἱ ἀπρόσωπες ἀπαιτήσεις τοῦ φυσικοῦ εἴδους. Στὴν ἐκκλησιαστική γλώσσα αὐτὴ ἡ ἀλλοτρίωση εἶναι ἡ ἀρχέγονη πτώση τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ εἰκονογραφεῖται στὴ Βίβλο ὡς ἄρνηση τῶν πρωτοπλάστων νὰ πραγματοποιήσουν τὴ ζωὴ (τὴ λήψη τῆς τροφῆς) ὡς σχέση καὶ κοινωνία μὲ τὸν Θεό115.
Στὰ πρόσωπα τοῦ πρωτόπλαστου ζεύγους ὑποστασιάζε ται ἡ καθολικὴ ἀνθρώπινη φύση. Γι' αὐτὸ καὶ ἡ ἄρνηση τῶν πρωτοπλάστων νὰ ἀνταποκριθοῦν θετικὰ στὴν κλήση τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν πραγματοποίηση τῆς ζωῆς ὡς ἀγαπητικῆς κοινωνίας μαζί Του, ἀλλάζει τὸν τρόπο ὑπάρξεως τῆς καθολικῆς ἀνθρώπινης φύσης. Ἡ φύση αὐτονομεῖται, οἱ φυσικὲς λειτουργίες τῆς ζωῆς γίνονται ὑπαρκτικὸς αὐτοσκοπός, ὡς ὕπαρξη λογαριάζεται ἡ ἐπιβίωση, ὄχι ἡ σχέση.[OI ΔΕΡΜΑΤΙΝΟΙ ΧΙΤΩΝΕΣ ΔΕΝ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΕΠΙΒΙΩΣΗ ΑΛΛΑ ΕΝΤΟΛΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ.] ᾿Αλλὰ τὸ κτιστὸ εἶναι ἀδύνατο νὰ φτάσει ἀπὸ μόνο του στὴν ὑπαρκτικὴ αὐτοτέλεια τοῦ ἀκτίστου, γι' αὐτὸ καὶ ἡ αὐτονόμηση τοῦ κτιστοῦ καταλήγει ἀναπόφευκτα στὸν θάνατο.
Ὅμως ἡ ἀνταρσία τῆς ἀνθρώπινης φύσης δὲν ἀναστέλλει, οὔτε περιορίζει τὴν «πρόοδο» τῶν θείων ᾿Ενεργειῶν, τὴν οὐσιοποιὸ καὶ «ζωογόνο» κλήση τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸ κάθε ἀνθρώπινο πρόσωπο [ΟΙ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΚΑΙ Η ΜΕΤΟΧΗ ΤΟΥΣ ΔΕΝ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΤΟΝ ΣΚΟΠΟ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ. Η ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ ΔΕΝ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ. ΠΡΟΣΩΠΟ ΕΙΝΑΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ -ΠΑΝΤΑ ΔΙ'ΑΥΤΟΥ ΕΓΕΝΕΤΟ- ΜΕ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΣΥΝΟΜΙΛΟΥΣΑΝ ΟΙ ΠΡΩΤΟΠΛΑΣΤΟΙ ΚΑΙ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΤΟΥΣ ΕΔΙΩΞΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ. ΔΕΝ ΑΡΝΗΘΗΚΑΝ ΤΗΝ ΤΡΟΦΗ ΑΛΛΑ ΔΕΧΘΗΚΑΝ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΔΥΟ ΠΕΙΡΑΣΜΟΥΣ, ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΨΕΥΔΟΠΡΟΦΗΤΕΙΑΣ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ ΣΑΝ ΘΕΟΙ.].. Αὐτοαποκλείεται ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴ μετοχὴ στὴ Θεότητα, ἀπὸ τὴ μετοχὴ στὴν ὄντως ζωή. Καὶ ἀποκαλύπτει ἡ ἀνταρσία τοῦ ἀνθρώπου τὴν ἄβυσσο τῆς «φυσικῆς» ἀπόστασης ποὺ τὸν χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεό. Τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο ἀλλοτριώνεται, ἀλλὰ δὲν καταλύεται, ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ἡ «οὐσίωση» τῆς θείας θέλησης γιὰ προσωπική σχέση μὲ τὸν ἄνθρωπο, ἔστω κι ἂν αὐτὴ ἡ σχέση πραγματοποιεῖται ὡς ρήξη καὶ ἄρνηση τοῦ ἀνθρώπου νὰ τὴν δεχθεῖ. Καὶ ἡ ἄρνηση δὲν εἶναι μιὰ διανοητικὴ ἢ «ἠθικὴ» ἀπειθαρχία, ἀλλὰ μιὰ ὀργανικὴ ἀποκοπὴ ἀπὸ τὸν τρόπο τῆς ζωῆς. Αὐτὴ ἡ ἀποκοπὴ δημιουργεῖ τὴ συνείδηση τοῦ ἐκτός, τῆς ὑπαρκτικῆς «ἀποξένωσης» ἀπὸ κάθε αἰτιώδη ἢ ζωηφόρο ἀρχή, τὴ συνείδηση τοῦ κενοῦ ἢ τοῦ τίποτα ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἀναδύεται ἡ ὕπαρξη.
Ὁ Χάϊντεγγερ ἀναλύει μὲ τρόπο ἰδιοφυὴ αὐτὴ τὴν «ἀποξένωση» (Entfremdung) – αὐτὴ τὴ συνείδηση τοῦ «τίποτα» (Nichts)116 ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἀναδύεται ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη. Καὶ ἡ σημασία ποὺ ἔχει γιὰ τὴν ἀποφατικὴ Θεολογία τόσο ὁ Χάϊντεγγερ ὅσο καὶ γενικότερα ἡ σύγχρονη μηδενιστική φιλοσοφία τοῦ ὑπαρξισμοῦ, ἔγκειται ἀκριβῶς στὴν ἀνάλυση τῶν προϋποθέσεων τῆς ἀποφατικῆς Θεογνωσίας, δηλαδὴ στὴ διασάφηση τῆς ἀδυναμίας τοῦ ἀνθρώπου τῆς πτώσης νὰ γνωρίσει τὸν Θεὸ [ΔΕΝ ΑΥΤΟΑΠΟΚΛΕΙΕΤΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ;] – στὴ θαρραλέα ἄρνηση κάθε λογικὰ ὑποχρεωτικῆς παρηγοριᾶς, κάθε σχετικισμοῦ στὴ Θεολογία, κάθε «μεταφυσικῆς» ποὺ προσπαθεῖ νὰ ἀμβλύνει τὴ συνείδηση τοῦ ὑπαρκτικοῦ κενοῦ τῆς μὴ σχέσης.
Ἔτσι ἡ στάση τοῦ Χάϊντεγγερ ἀποδείχνεται περισσότερο «ἀποκαλυπτικὴ» ἀπὸ τὴν ὁποιαδήποτε νοησιαρχική θεολογία117, ἀφοῦ ὁδηγεῖ στὴν αὐτεπίγνωση τῆς φύσης ποὺ εἶναι σὲ πτώση, καὶ μιὰ τέτοια αὐτεπίγνωση εἶναι προϋπόθεση γιὰ τὴν πρόσβαση στὸ γεγονὸς τῆς «ἀνάπλασης» τοῦ ἀνθρώπου «ἐν Χριστῷ».[ΔΥΣΚΟΛΗ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΠΛΑΣΗΣ. ΟΛΗ Η ΠΑΠΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΛΥΤΡΩΣΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΜΑΡΤΙΑ ΕΝΕΚΕΝ ΤΟΥ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟΥ. ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΗ Ο ΑΒΡΑΑΜ ΚΑΙ Η ΠΑΝΑΓΙΑ. Ο ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ ΚΑΙ Η ΥΨΙΠΕΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΥΝ ΑΥΤΩ ΔΕΝ ΑΝΗΚΟΥΝ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ. ΕΙΝΑΙ ΜΑΛΛΟΝ ΕΝΑΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΘΗΚΕ ΤΗΝ ΑΠΙΣΤΙΑ ΤΩΝ ΔΗΘΕΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ, ΤΗΝ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ]
Σημειώσεις
114. Στη σύγχρονη δυτική θεολογική γραμματεία ἐμφανίζεται συχνά δυσπιστία καὶ ἐπιφύλαξη γιὰ τὸν ἑλληνικὸ - ἀνατολικὸ ἀποφατισμό, μὲ τὴν αἰτιολογία ὅτι ἀντιπροσωπεύει καὶ αὐτὸς μιὰ μορφὴ καταφυγῆς σὲ ἐκστατικές καταστάσεις μυστικισμοῦ, δηλαδὴ ἀπώλειας τῆς προσωπικῆς αὐτοσυνειδησίας (βλ. ἐνδεικτικά: Karl BARTH, Kirchliche Dogmatik II, 1, σελ. 217. – R. BULTMANN, Glauben und Verstehen, 1, σελ. 140-141, 11, σελ. 135 καὶ 188). Εἶναι ὅμως ἀπορίας άξιο πῶς βιβλικοὶ ἐπιστήμονες συγχέουν τὴ γνώση, ὡς ἐμπειρία προσωπικής κοινωνίας, μὲ μυστικιστικὲς ἐκστατικές καταστάσεις ἀλογίας καὶ ἀκοινωνησίας. Γιατί κατεξοχήν στη Βίβλο ἡ γνώση ταυτίζεται μὲ τὴν ἐμπειρία τῆς σχέσης, καὶ ἡ πληρότητα τῆς γνώσης μὲ τὴν πληρότητα τῆς σχέσης, τὴν ἐρωτική συν-ουσία (πρβλ. Γεν. 4, 1-4,17-4, 25 κλπ., Κρ. 21, 12, Ματθ. 1, 25. Λουκ. 1, 34 – Βλ. καὶ τὸ λήμμα γινώσκω στο KITTEL, Wörterbuch zum Ν. Τ., τόμος Ι, 696-27-31, λήμμα γραμμένο ἀπὸ τὸν R. BULTMANN), "Ο ερωτικός χαρακτήρας τῆς προσωπικῆς γνώσης -πάντα κατὰ τὶς ᾿Αρεοπαγιτικές Συγγραφές- εἶναι τὸ θέμα τοῦ ἑπόμένου κεφαλαίου. Ἐδῶ ὑπογραμμίζουμε μόνο τὴν ἀνθρωπολογική προϋπόθεση τοῦ ἀποφατισμοῦ, τὴν ἀκεραιότητα τῆς προσωπικῆς αὐτεπίγνωσης.
115. Βλ. τὸ ᾿Αλφαβητάρι τῆς πίστης, σελ. 115 κ.ε.
116. Entfremdung: Im beruhigten, alles verstehenden Sichvergleichen mit. allem treibt das Dasein einer Entfremdung zu, in der sich ihm das eigenste Seinkönnen verbirgt.
[Αποξένωση (Entfremdung): Στην καθησυχασμένη, τα πάντα κατανοούσα αυτοσύγκριση με τα πάντα, το Dasein ωθείται προς μια αποξένωση, μέσα στην οποία του αποκρύπτεται το κατεξοχήν ίδιον δυνατὸ τοῦ εἶναι του].
Nichts: Das Nichts, davor die Angst bringt, enthüllt die Nichtigkeit, die das Dasein in seinem Grunde bestimmt, der selbst ist als Geworfenheit in den Tod. Sein und Zeit §§ 38 καὶ 40.
[Το Μηδέν (Nichts): Το Μηδέν, ενώπιον του οποίου ανακύπτει η αγωνία, αποκαλύπτει τη μηδαμινότητα (Nichtigkeit) που καθορίζει το Dasein στο θεμέλιό του, το οποίο είναι το ίδιο ως ριγμένη-ύπαρξη (Geworfenheit) μέσα στον θάνατο].
117. ῾Ο Χάϊντεγγερ θεωρεῖ ὡς μοναδική «χριστιανική» ἀντίληψη γιὰ τὸν ἄνθρωπο αὐτὴν που διαμόρφωσε ἡ δυτική μεταφυσική – μιὰν ἀντίληψη ἀντιπαράθεσης τῆς κτιστῆς καὶ πεπερασμένης ἀνθρώπινης οὐσίας στὴν ἄκτιστη καὶ ἀπόλυτη οὐσία τοῦ Θεοῦ (δίχως τὴν παραμικρὴ ἀναφορὰ στὸν τρόπο τῆς ὑπάρξεως ποὺ εἶναι κοινὸς στὸν Θεὸ καὶ στὸν ἄνθρωπο): «Ο χριστιανός βλέπει τὴν ἀνθρωπότητα τοῦ ἀνθρώπου (die Humanitas des homo) σὲ ἀντιδιαστολὴ πρὸς τὴ Θεότητα. Εἶναι ἄνθρωπος κατὰ τὴν ἔννοια τῆς Ἱερῆς Ἱστορίας, τέκνο τοῦ Θεοῦ ποὺ γνωρίζει καὶ κερδίζει τὸ δικαίωμα νὰ ἔχει τὸν Θεὸ πατέρα ἐν Χριστῷ. Ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου τούτου, ἀφοῦ ὁ κόσμος, θεωρητικά - πλατωνικά καθοριζόμένος, εἶναι μόνο μιὰ προσωρινή διάβαση πρὸς τὸ ἐπέκεινa (Über den Humanismus, σελ. 10). Ὅμως μιὰ τέτοια ἀντίληψη γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κόσμο εἶναι πολὺ ἐλλιπὴς σὲ σχέση μὲ τὴν ἐκφρασμένη καθολικὴ ἐμπειρία τῆς ἀδιαίρετης Εκκλησίας. Καταρχήν, γιατί περιορίζεται στις νοητικές σχηματοποιήσεις τῆς ἀναλογικῆς ἐκδοχῆς τῶν οὐσιῶν (Θεοῦ - κόσμου - ἀνθρώπου). Καὶ δεύτερον, γιατί καταφεύγει στὸ ἐπίσης νοητικὸ σχῆμα τῆς νομικῆς ἀντίληψης γιὰ τὴν υἱοθεσία τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεὸ «ἐν Χριστῷ», προκειμένου νὰ ἐξασφαλίσει κάποια γεφύρωση τῆς οὐσιαστικῆς τους ἀπόστασης. Όχι μόνο ἡ ὕλη τοῦ κόσμου μένει ὀντολογικὰ ἀνερμήνευτη, ἀλλὰ καὶ ἡ πτώση τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως καὶ ἡ σωτηρία του ἐν Χριστῷ ἀντιπροσωπεύουν νομικές (δικανικές) κατηγορίες καὶ ὄχι πραγματικότητες τῆς ὑπαρκτικῆς ἐμπειρίας. Αὐτὰ τὰ πελώρια κενὰ τῆς μεταφυσικῆς ὀντολογίας τοῦ δυτικοῦ χριστιανισμοῦ ὁδηγοῦν τὸν Χάιντεγγερ στη ριζοσπαστικότητα μιᾶς ρεαλιστικῆς ὀντολογίας, ποὺ εἶναι μηδενιστική γιατί θεμελιώνεται μόνο στὴν ἐμπειρία τῆς ἐκ-στατικῆς (ἀλλὰ μὴ-ἀναφορικῆς στὸ Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ) ὕπαρξης τοῦ ἀνθρώπινου ὑποκειμένου (ἀνάγοντας στὸ ἀποφατικό μηδὲν τὴν «οὐσιαστική» πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ). Γι' αὐτὸ καὶ μένει ἀκατανόητος ὁ Χάϊντεγγερ γιὰ τὴ δυτική θεολογία. Εἶναι ἐνδεικτικὸς ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο κρίνει τὴ φιλοσοφία τοῦ Χάϊντεγγερ ὁ ρωμαιοκαθολικός ἱστορικὸς τῆς φιλοσοφίας J. HIRSCHBERGER: Εἰρωνεύεται τὴ χαϊντεγγεριανή σκέψη, δὲν τὴν ἀναγνωρίζει κὰν ὡς φιλοσοφία, τὴ βλέπει περισσότερο σὰν κάποιο εἶδος «νεο-μυστικισμοῦ» καὶ «νεο-ρομαντισμοῦ», ποὺ ἀφορᾶ περισσότερο στὴν ποίηση καὶ στὴν τέχνη παρὰ στὴ φιλοσοφία (βλ. Geschichte der Philosophie, τόμος ΙΙ, σελ. 648-650).
2 σχόλια:
Τι εννοεί ο Γιανναράς με το εξής "στὸν τρόπο τῆς ὑπάρξεως ποὺ εἶναι κοινὸς στὸν Θεὸ καὶ στὸν ἄνθρωπο" που το παρουσιάζει σαν Ορθοδοξία; Την αναλογία, την κοινωνία προσώπων αναλόγως της κοινωνίας των προσώπων της Αγ. Τριάδος; Έθεσα το παραπάνω ερώτημα στο ΑΙ. Νά τι μου απάντησε:
1. Τι σημαίνει «τρόπος υπάρξεως» στον Γιανναρά
Ο Γιανναράς παίρνει τον όρο από τους Πατέρες (κυρίως Καππαδόκες) και τον χρησιμοποιεί για να δείξει ότι:
- η ύπαρξη δεν είναι πρώτα “ουσία” αλλά “σχέση” — δηλαδή προσωπική αναφορά, ελευθερία, κοινωνία.
Ο Θεός δεν υπάρχει επειδή έχει μια «θεία ουσία» αλλά επειδή ο Πατέρας ελεύθερα αναφέρει στην ύπαρξη τον Υιό και το Πνεύμα.
Αυτό ονομάζει: προσωπικό–τριαδικό τρόπο υπάρξεως.
2. Τι σημαίνει «κοινός στον Θεό και τον άνθρωπο»
Δεν εννοεί κοινότητα ουσίας, ούτε ομοιότητα οντολογικού είδους, ούτε μεθεξιακή «μυστικιστική ένωση» τύπου πλατωνισμού.
Εννοεί:
- ότι ο άνθρωπος καλείται να υπάρξει ως πρόσωπο εν κοινωνία όπως ο Θεός υπάρχει ως πρόσωπα εν κοινωνία.
Δηλαδή κοινός τρόπος, όχι κοινή ουσία.
Ο άνθρωπος μπορεί να υπάρξει:
> όχι ως άτομο (αυτάρκεια, κλειστότητα)
> αλλά ως πρόσωπο (σχέση, ελευθερία, αναφορά)
3. Ποια είναι η σχέση με την Αγία Τριάδα
Αυτό που υποψιάζεσαι είναι σωστό:
- ο Γιανναράς βλέπει την ανθρώπινη κοινωνία προσώπων κατ’ αναλογίαν προς την κοινωνία των προσώπων της Τριάδος.
Όχι όμως ως απλή «ηθική μίμηση», αλλά ως οντολογικό πρόταγμα:
η ύπαρξη γίνεται αληθινή όταν γίνεται κοινωνία.
4. Γιατί αυτό το ταυτίζει με την Ορθοδοξία
Γιατί, κατά τον Γιανναρά:
> η Δύση ταύτισε την ύπαρξη με ουσία / ατομική υπόσταση (substantia – individuo)
> η Ορθοδοξία ταύτισε την ύπαρξη με πρόσωπο / σχέση / κοινωνία
Άρα η φράση που λες σημαίνει:
ορθόδοξη εμπειρία = ο τρόπος υπάρξεως του προσώπου εν κοινωνία, που είναι ο τρόπος υπάρξεως του Θεού.
5. Δεν είναι «αναλογία της ουσίας» αλλά «αναλογία του τρόπου»
Και αυτό είναι κρίσιμο:
ο Γιανναράς προσέχει να μη διολισθήσει σε θεολογικό «αναλογισμό» (à la Θωμά Ακινάτη), αλλά μένει στο:
- αναλογία σχέσης (relationis), όχι αναλογία ουσίας (entis).
6. Μία συνοπτική διατύπωση
Θα μπορούσαμε να το συνοψίσουμε ως εξής:
Ο Θεός υπάρχει ως κοινωνία προσώπων·
ο άνθρωπος καλείται να υπάρξει ως κοινωνία προσώπων·
αυτός είναι ο κοινός «τρόπος υπάρξεως».
Και συνεχίζοντας στην ερώτηση: πώς αυτό συνδέεται με Ζηζιούλα (και τις διαφορές τους);
Απάντηση ΑΙ (ChatGPT): Τέλεια — εδώ όντως έχει πολύ “ζουμί”, γιατί ο Γιανναράς και ο Ζηζιούλας μοιάζουν πολύ σε στόχο αλλά φτάνουν εκεί με διαφορετικές διαδρομές και με διαφορετικό βάθος σε θεολογία vs φιλοσοφία.
1. Το κοινό σημείο
Και οι δύο υποστηρίζουν ότι η Ορθόδοξη παράδοση κατανοεί την ύπαρξη προσωπικά και όχι ουσιοκρατικά:
πρόσωπο → σχέση → κοινωνία
Αυτό είναι ο “τρόπος υπάρξεως” και για τους δύο.
Και οι δύο βλέπουν την Αγία Τριάδα ως το αρχέτυπο αυτού του τρόπου.
2. Από πού ξεκινά ο καθένας
Γιανναράς: από φιλοσοφία → προς θεολογία
>Έμφαση σε Heidegger, Levinas, Sartre (π.χ. ύπαρξη, ελευθερία, σχέση)
>Ενδιαφέρον για την ελληνική έννοια σχέσης (σχέσις, τρόπος, πρόσωπο)
>Τριάδα ως οντολογική φαινομενολογία της σχέσης
Στο βάθος πιο φιλοσοφική αναζήτηση: τι σημαίνει να υπάρχω ως πρόσωπο;
Ζηζιούλας: από θεολογία → προς φιλοσοφία
>Ξεκινά από Καππαδόκες / Πατέρες
>Επεκτείνει με φιλοσοφία (κυρίως υπαρξισμός & personalism)
>Αγωνία για την εκκλησιολογία
Στο βάθος πιο εκκλησιολογικό: πώς υπάρχει η Εκκλησία ως κοινότητα;
3. Πυρήνας της θέσης Ζηζιούλα
Η περίφημη θέση:
«Ὑπόστασις = σχέση» και «ὁ Πατήρ αἰτία τοῦ Θεοῦ»
Δηλαδή, ο Θεός δεν “είναι” επειδή έχει ουσία αλλά επειδή ο Πατήρ προσωπικά ελευθέρως αναφέρει στην ύπαρξη Υιό και Πνεύμα.
Συνεπώς:
-Εκκλησία = τρόπος υπάρξεως της κοινωνίας
-Ευχαριστία = φανέρωση της κοινωνίας αυτής
-Πρόσωπο = ελευθερία από τη φύση
Αυτό το τελευταίο είναι τεράστιο:
ο Ζηζιούλας ορίζει το πρόσωπο ως υπερβατικό της φύσης.
4. Πυρήνας της θέσης Γιανναρά
Για Γιανναρά ο όρος τρόπος υπάρξεως είναι σχεδόν οντολογικές κατηγορίες:
-ουσία = τι είναι κάτι
-τρόπος = πώς είναι κάτι
Και ο άνθρωπος γίνεται αληθινά πρόσωπο μόνο μέσα στη σχέση (αγάπη / ελευθερία / κοινωνία).
Όμως δεν κάνει την εκκλησία τόσο κεντρική κατηγορία όσο ο Ζηζιούλας· ενδιαφέρεται πιο πολύ για την πολιτισμική/οντολογική ανθρωπολογία.
5. Η μεγάλη διαφορά
Ζηζιούλας: εκκλησιολογία του προσώπου
– πρόσωπο θεμελιώνεται λειτουργικά στην Ευχαριστία
Γιανναράς: οντολογία του προσώπου
– πρόσωπο θεμελιώνεται φιλοσοφικά στον τρόπο υπάρξεως
Με απλά λόγια:
ο Ζηζιούλας: η Εκκλησία κάνει τα πρόσωπα
ο Γιανναράς: τα πρόσωπα κάνουν την ύπαρξη αληθινή
6. Διαφορετική χρήση τριαδολογίας
Ζηζιούλας
χρησιμοποιεί την Τριάδα ισχυρά:
ο Πατήρ είναι αίτιος της ύπαρξης του Θεού → άρα προσωπική αρχή όχι ουσία.
Γιανναράς
περισσότερο:
η Τριάδα δείχνει ότι το είναι είναι σχέση.
Άρα ο Ζηζιούλας έχει ιστορικο–θεολογικό επιχείρημα,
ο Γιανναράς οντολογικό–φιλοσοφικό.
7. Οι κριτικές που δέχθηκαν
Κριτική σε Ζηζιούλα
>“αίτιος ο Πατήρ” → κίνδυνος υποταξιασμού
>εκκλησιολογικός αποκλεισμός (εκτός Εκκλησίας δεν υπάρχει πρόσωπο;)
>υπερβολική ευχαριστιοκεντρικότητα
Κριτική σε Γιανναρά
>φιλοσοφικός αναχρονισμός των Πατέρων (Heidegger-οποίηση)
>υπερβολική προσωποκρατία
>κοινωνιολογικός τριαδολογισμός
8. Σχέση μεταξύ τους
Το ενδιαφέρον: ο Ζηζιούλας επηρέασε τον Γιανναρά θεολογικά,
ο Γιανναράς επηρέασε τον Ζηζιούλα φιλοσοφικά.
Υπάρχει πραγματικά μια σύμπτωση αλλά όχι ταυτότητα.
Μία πολύ σύντομη σύνοψη
Ζηζιούλας: η Εκκλησία αποκαλύπτει τον τρόπο υπάρξεως (ευχαριστιακή εκκλησιολογία)
Γιανναράς: ο τρόπος υπάρξεως αποκαλύπτει την ύπαρξη (οντολογική προσωπικότητα)
Κοινό: πρόσωπο ως σχέση / κοινωνία κατά το τριαδικό πρότυπο
Δημοσίευση σχολίου