ή, Περί απουσίας και αγνωσίας του Θεού
Β' - Ο ΑΠΟΦΑΤΙΣΜΟΣ ΩΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΓΝΩΣΙΑΣ
3. Ἡ ἀποφατική γνώση ὡς προσωπική μετοχή (2η συνέχεια)
Ἡ Δύση ἀπέρριψε τὴ διάκριση οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν ἔχοντας ἀποκλείσει τὸν ἐμπειρισμὸ τῆς σχέσης τόσο ἀπὸ τὴν γνωσιολογία ὅσο καὶ ἀπὸ τὴν ὀντολογία της. Γι' αὐτὸ καὶ ταύτισε τὸν ἀποφατισμὸ μὲ τὴ «θεολογία τῶν ἀρνήσεων» ἢ μὲ τὸν μυστικισμὸ τῆς συναισθηματικῆς «ἐνατένισης» (contemplatio) τοῦ «ἀπολύτου». ᾿Απέρριψε ἡ Δύση τὴν ἑλληνικὴ (ἀρχαία καὶ ἐκκλησιαστική) γνωσιολογία, τὴν ταύτιση τοῦ ἀληθεύειν μὲ τὸ κοινωνεῖν, ὅπως ἀπέρριψε καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ὀντολογία, τὴ διάκριση οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν, τὴν προτεραιότητα τοῦ προσώπου ἔναντι τῆς οὐσίας, τὴν προτεραιότητα τῆς ἐλευθερίας καὶ ἑτερότητας ἔναντι τοῦ οὐσιαστικοῦ προκαθορισμοῦ τῆς ἀρχῆς τοῦ ὑπαρκτοῦ.[ΚΑΙ Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΑΠΕΡΡΙΨΕ ΜΕ ΤΗΝ ΣΕΙΡΑ ΤΗΣ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΗΝ ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΣΚΟΠΟ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ. ΓΙΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ, Ο ΠΑΛΑΜΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΑΚΤΙΣΤΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ ΟΠΩΣ ΤΟΝ ΤΑΥΤΙΣΑΝ ΟΙ ΡΩΣΟΙ ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ ΑΛΛΑ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΜΟΥ, ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ]
Καὶ στὶς δυὸ ἀπορρίψεις -τόσο τῆς γνωσιοθεωρίας ὅσο καὶ τῆς ὀντολογίας- διαφαίνεται ὄχι ἕνα συλλογιστικό λάθος ἢ μιὰ ἐλλιπὴς κατανόηση, ἀλλὰ ἡ «φυσική» ἀνθρώπινη ἀντίσταση στὴν ἐλευθερία ἢ διακινδύνευση τῆς σχέσης, ἡ ἀνάγκη τοῦ φυσικοῦ (ἀτομικοῦ καὶ ὄχι προσωπικοῦ) ἀνθρώπου γιὰ ἐξασφαλιστικές βεβαιότητες ποὺ τὶς κατέχει ἀτομικὰ ὡς ὁριστικὰ νοήματα. Κι ἂν ἡ ἐμμονὴ στὴν ἀτομοκεντρική ἐξασφάλιση εἶναι «φορὰ πρὸς τὸν θάνατο» (ἀλλοτρίωση τῆς ὑπαρκτικῆς ἀναφορικότητας ποὺ συνιστᾶ καὶ συγκροτεῖ τὸ ὑποκείμενο109), τότε μποροῦμε νὰ χαρακτηρίσουμε τὴ θεολογία ποὺ προκύπτει ἀπὸ μιὰ τέτοια ἐμμονὴ ὡς θεολογία θανάτου, θεολογία νεκρῶν ὑποκατάστατων τῆς ζωῆς, θεολογία ἑνὸς νεκροῦ Θεοῦ ἢ τοῦ θανάτου τοῦ Θεοῦ.
Ὁ ἐμπειρισμὸς τῆς σχέσης ἐκφράζεται στὶς ᾿Αρεοπαγιτικὲς Συγγραφές μὲ τὸν προσδιορισμὸ τῆς μετοχῆς στὶς θεῖες Ἐνέργειες ὡς ἀποκλειστικῆς ὁδοῦ γιὰ τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ. [ΚΑΙ ΜΕΤΑ Ο ΘΕΟΣ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΕ ΚΑΙ ΟΙ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΠΡΟΣΦΕΡΟΥΝ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΤ΄ΑΝΑΛΟΓΙΑΝ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΑΤ΄ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΔΕΝ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ ΠΛΕΟΝ ΚΑΘΟΤΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ ΧΑΘΗΚΕ, ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ. ΑΓΝΟΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΘΙΣΤΑΤΑΙ ΕΦΙΚΤΟΣ ΚΑΙ Ο ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΨΕΥΔΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ]
Μιλᾶμε γιὰ «γνώση τοῦ Θεοῦ» συνολική, ἐπειδὴ οἱ θεῖες ᾿Ενέργειες, στὸ μέτρο ποὺ μᾶς ἀποκαλύπτουν τὴν ἑτερότητα τῶν Ὑποστάσεων, [Ο ΑΚΙΝΔΥΝΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΙΡΕΣΗ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΕ ΜΕ ΕΠΙΤΥΧΙΑ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΣΤΗΝ ΒΑΠΤΙΣΗ ΜΑΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ ΣΑΝ ΜΟΝΑΔΑ ΕΝ ΤΡΙΑΔΙ ΟΧΙ ΣΑΝ ΣΧΕΣΕΙΣ ΠΡΟΣΩΠΩΝ] προσφέρουν τὴ δυνατότητα γνωστικῆς μετοχῆς σὲ αὐτὸ ποὺ καθολικὰ εἶναι ὁ Θεός. Καὶ τοῦτο, γιατί κάθε προσωπικὴ ὑπόσταση (τοῦ Θεοῦ ἢ καὶ τοῦ ἀνθρώπου) δὲν εἶναι μέρισμα ἢ τμῆμα τοῦ θείου ἢ τοῦ ἀνθρώπινου εἶναι, ἀντίθετα: κάθε πρόσωπο συγκεφαλαιώνει καὶ ἐκφράζει τὸν σύνολο τρόπο τοῦ εἶναι, τὴν καθολική Θεότητα ἢ ἀνθρωπότητα. Δὲν ὑπάρχει Θεότητα ἢ ἀνθρωπότητα ἔξω ἀπὸ τὶς ὑπαρκτικές της ὑποστάσεις, δηλαδὴ ἔξω ἀπὸ τὰ πρόσωπα. Τὸ πρόσωπο ὑποστασιάζει τὸ εἶναι, συνιστᾶ τὸ εἶναι ὡς ὑπαρκτική πραγματικότητα.[ΑΥΤΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΚΑΚΟΧΩΝΕΜΕΝΑ ΤΟΥ ΡΑΝΕΡ. Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΣΑΝ ΑΔΙΑΚΡΙΣΙΑ ΚΑΙ ΣΑΝ ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ. ΑΠΟΡΡΙΠΤΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΚΑΤΑ ΦΥΣΙΝ ΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ Η ΟΜΙΛΙΑ ΚΑΙ Η ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΝΑ ΕΧΕΙ ΝΟΗΜΑ]
Οἱ θεῖες λοιπὸν Ἐνέργειες καλοῦν σὲ μιὰν ἐμπειρία μετοχῆς στὴν ἀμέθεκτη Θεότητα110, κι αὐτὴ ἡ νοηματικὴ ἀντίφαση (τῆς μετοχῆς στὸ ἀμέθεκτο) συνιστᾶ μιὰ πραγματική (τὴ μοναδική) γνωστικὴ δυνατότητα προκειμένου γιὰ τὴν πρόσβαση στὴν πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ. «Πάντα τὰ θεῖα καὶ ὅσα ἡμῖν ἐκπέφανται ταῖς μετοχαῖς μόναις γινώσκεται»111. Ἡ διατύπωση αὐτὴ τῶν ᾿Αρεοπαγιτικῶν Συγγραφῶν δὲν ἀφήνει περιθώρια γιὰ ὁποιαδήποτε ἄλλη προσπάθεια γνωστικῆς προσέγγισης τοῦ Θεοῦ. Ἡ γνώση εἶναι ἐμπειρία μετοχῆς καὶ ἡ μετοχὴ γίνεται δυνατὴ χάρη στὶς θεῖες Ἐνέργειες. Δὲν ἐξαντλεῖται ἡ διὰ τῆς μετοχῆς γνώση στὴν ἁπλὴ κατανόηση τῆς ἀλήθειας τοῦ Θεοῦ, ἡ μετοχὴ εἶναι ὑπαρκτικὸ γεγονός, εἶναι ἕνωση μὲ τὸ γινωσκόμενο. «Τοῖς ἀφθέγκτοις καὶ ἀγνώστοις ἀφθέγκτως καὶ ἀγνώστως συναπτόμεθα, κατὰ τὴν κρείττονα τῆς καθ᾽ ἡμᾶς λογικῆς καὶ νοερᾶς δυνάμεως καὶ ἐνεργείας ἕνωσιν»112. [ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΠΡΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΟΥΤΟΠΙΑ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΚΥΡΙΑΡΧΗΣΕ ΓΡΗΓΟΡΑ Ο ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΚΙΝΑΤΗ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΦΑΝΕΡΩΝΕΙ ΟΤΙ ΟΙ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΟΥΣΙΩΝΟΥΝ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΔΙΝΟΥΝ ΤΟ ΠΟΘΟΥΜΕΝΟ ΕΝΥΠΟΣΤΑΤΟ, ΤΗΝ ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΠΟΥ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΣΕ ΟΠΟΙΟΝ ΘΕΛΕΙ]
Ὁ ἀποφατισμὸς παραπέμπει σὲ αὐτὴ τὴν ἕνωση μὲ τὸν Θεό, ποὺ εἶναι «κρείττων τῆς καθ᾽ ἡμᾶς λογικῆς καὶ νοερᾶς δυνάμεως». Τὸ «κρεῖττον» δὲν ἀποκλείει τὸ «ἔλαττον», γι' αὐτὸ καὶ ὁ ἀποφατισμὸς δὲν παύει νὰ χρησιμοποιεῖ τὴν καθ' ἡμᾶς λογικὴ καὶ νοερὰ δύναμη (νὰ χρησιμοποιεῖ κάθε γνωσιοθεωρητικὴ ὁδὸ καὶ μέθοδο – καταφάσεις, ἀρνήσεις, αἰτιολογικὲς ἀναγωγές, ἀναλογικές συγκρίσεις). ᾿Αρνεῖται ὅμως νὰ ἐξαντλήσει τὴν κρείττονα γνώση που παρέχει ἡ ἕνωση μὲ τὸν Θεό, στὸ ἔλαττον ἐπίπεδο τῶν νοητικῶν συλλήψεων καὶ τῶν λογικῶν διατυπώσεων. Ἡ ἀξία καὶ χρησιμότητα τοῦ ἐλάσσονος αὐτοῦ ἐπιπέδου εἶναι, ἀκριβῶς, ὅτι παραπέμπει στὴν κρείττονα ἕνωση.[ΣΤΗΝ ΠΟΤΑΠΗ ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ]
᾿Αλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ παραπομπὴ δὲν ἐμπεριέχεται στὴ λογική διατύπωση ὡς αὐτονόητη καὶ ὑποχρεωτική γνωστική λειτουργία. Πολύ συχνὰ οἱ ἄνθρωποι ἀρκούμαστε στὸ ἔλασσον ἐπίπεδο τῶν λογικῶν διατυπώσεων, ἐκδεχόμαστε τὴ νοητική σύλληψη ὡς πραγματικὴ καὶ ἱκανοποιητική γνώση. Γιὰ νὰ λειτουργήσει ἡ ἀποφατικὴ παραπομπή, πρέπει νὰ δεχθοῦμε «τὴν καθ᾿ ἡμᾶς λογικὴν καὶ νοερὰν δύναμιν» ὄχι ἁπλῶς ὡς ἀφετηρία, ἀλλὰ καὶ ὡς ἐνεργὸ ἀνταπόκριση στὴν κλήση ποὺ μᾶς ἀπευθύνει ὁ Θεὸς προσφερόμενος νὰ γίνει γνωστὸς σὲ μιὰ σχέση προσωπικῆς κοινωνίας. [Η ΚΛΗΣΗ ΠΡΟΣΦΕΡΘΗΚΕ ΣΤΟΝ ΕΒΡΑΙΚΟ ΛΑΟ ΚΑΙ ΣΤΟΥ ΝΟΜΟΥΣ ΠΟΥ ΔΟΘΗΚΑΝ ΣΤΟΝ ΜΩΥΣΗ. ΞΑΝΑΔΗΜΙΟΥΡΓΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΧΑΜΕΝΗ ΗΘΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΤΗΝ ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΚΑΛΟΥ ΚΑΙ ΚΑΚΟΥ]
Ἡ κλήση τοῦ Θεοῦ προηγεῖται – αὐτὴ ὑποστασιάζει τὴν προσωπικὴ ἑτερότητα τοῦ καθενός μας, τὴ λογική μας ἱκανότητα νὰ σχετισθοῦμε μαζί Του καὶ νὰ Τὸν γνωρίσουμε. Ὁ ἄνθρωπος φθάνει στὴ δυνατότητα τῆς γνώσης τοῦ Θεοῦ ὡς ἀποδέκτης τῆς κλήσης ποὺ τοῦ ἀπευθύνει ὁ Θεός, δηλαδὴ ὡς πρόσωπο «γνωσθέν» ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, ὡς δεύτερος ὅρος τῆς σχέσης στὴν ὁποία τὸν καλεῖ ὁ Θεός: «Γνόντες Θεόν, μᾶλλον δὲ γνωσθέντες ὑπὸ Θεοῦ»113.[ΧΩΡΙΣ ΤΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΜΑΤΑΙΟΠΟΝΟΥΜΕ ΚΟΡΟΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΕΑΥΤΟΝ ΚΑΙ ΑΛΛΗΛΟΥΣ]
109. Βλ. ᾿Ορθός λόγος καὶ κοινωνικὴ πρακτική ΙV, 2.
110. Η Θεότητα μετέχεται (γίνεται μεθεκτή) κατὰ τὸν τρόπο τῆς ὑπάρξεως – ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ ὑπάρξει μὲ τὸν τρόπο τοῦ Θεοῦ (τὸν τρόπο τῆς ἀγαπητικῆς ἀλληλοπεριχώρησης τῶν προσώπων) καὶ αὐτὸ τὸ γεγονὸς τὸ ὀνομάζει ἡ Ἐκκλησία θέωση τοῦ ἀνθρώπου. Η Θεότητα παραμένει ἀμέθεκτη μόνο ὡς πρὸς τὴν «κατ' οὐσίαν ταυτότητα». Πρβλ. ΜΑΞΙΜΟΥ Ὁμολογητού, Πρὸς Θαλάσσιον 22, P.G. 90, 320 A: Πάντα ὅσα ὁ Θεὸς καὶ ὁ διὰ τῆς χάριτος τεθεωμένος ἔσται, χωρίς τῆς κατ᾿ οὐσίαν ταυτότητος.
111. Περὶ θείων ὀνομάτων 2, VII, P.G. 3, 645 Α. Νεοελλην. μτφρ. Ι. Σ.: «Γιατί κάθε τι θεϊκό, ἀκόμα καὶ ὅσα ἔχουν φανερωθεῖ σ' ἐμᾶς, γίνονται γνωστὰ μόνο μὲ τὴ μετοχὴ σ' αὐτά».
112. Περὶ θείων ὀνομάτων 1, Ι, Ρ.G. 3, 585 Β - 588 Α. Νεοελλην. μτφρ. Ι. Σ.: «Μὲ ὅσα δὲν μπορεῖ νὰ εἰπωθοῦν οὔτε νὰ γνωσθοῦν συνδεόμαστε μὲ τρόπο ἄσχετο πρός τὸν λόγο καὶ τὴ γνώση, στὸ πλαίσιο τῆς ἕνωσης ποὺ ξεπερνᾶ τὴ λογικὴ καὶ νοερή δύναμη καὶ ἱκανότητά μας».
113. Γαλ. 4, 9. – Πρβλ. καὶ Νικ. ΝΗΣΙΩΤΗ, Προλεγόμενα εἰς τὴν θεολογικὴν γνωσιολογίαν, σελ. 146 κ.ε.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου