Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

Χάιντεγγερ και Αρεοπαγίτης - Χρήστος Γιανναράς (23)

 Συνέχεια από: Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2025

Χάιντεγγερ καὶ ᾿Αρεοπαγίτης
ή, Περί απουσίας και αγνωσίας του Θεού

Β' - Ο ΑΠΟΦΑΤΙΣΜΟΣ ΩΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΓΝΩΣΙΑΣ

3. Ἡ ἀποφατική γνώση ὡς προσωπική μετοχή

Ἡ διάκριση οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν εἶναι ἡ ἀφετηρία καὶ προϋπόθεση τῆς ἀποφατικῆς γνώσης τοῦ Θεοῦ. ᾿Αγνοοῦμε ὁλοκληρωτικὰ τὸ τί εἶναι ὁ Θεὸς – τὴν Οὐσία Του. Μᾶς εἶναι ὅμως προσιτὸς στὴν ἐμπειρία ὁ τρόπος ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ. Καὶ μιλᾶμε γιὰ τὸν τρόπο ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ γνωρίζουμε τὶς θεῖες Ενέργειες.[Η ΑΠΟΦΑΤΙΚΗ ΟΔΟΣ ΠΟΥ ΠΗΓΕ; ΤΟΤΕ ΠΡΟΣ ΤΙ Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ;]

Στὶς ᾿Αρεοπαγιτικές Συγγραφὲς ἡ διάκριση οὐσίας καὶ ἐνεργειῶν ἐκφράζεται μὲ τὴ διαστολὴ ἑνώσεων καὶ διακρίσεων στὴ Θεότητα. 

Μὲ τὴ λέξη ἑνώσεις ὀνομάζουμε «τὰ εἰς ἓν συνάγοντα» στοιχεῖα τοῦ λόγου, ποὺ μᾶς ἐπιτρέπουν νὰ σημαίνουμε αὐτὸ ποὺ ἀγνοοῦμε, τὴν «Οὐσία» τῆς Θεότητας. Ἔτσι, στὶς ἑνώσεις ἀναφέρεται «ῇ ἁπάντων ἐπέκεινα τῆς ἐπέκεινα πάντων ὅλης ἰδιότητος ταυτότης· ἡ ὑπὲρ ἑναρχίαν ἐνότης, τὸ ἄφθεγκτον, τὸ πολύφωνον, ἡ ἀγνωσία, τὸ παννόητον, ἡ πάντων θέσις, ἡ πάντων ἀφαίρεσις, τὸ ὑπὲρ πᾶσαν θέσιν καὶ ἀφαίρεσιν, ἡ ἐν ἀλλήλαις, εἰ οὕτω χρὴ φάναι, τῶν ἑναρχικῶν ὑποστάσεων μονὴ καὶ ἵδρυσις, ὁλικῶς ὑπερηνωμένη καὶ οὐδενὶ μέρει συγκεχυμένη». {Περὶ θείων ὀνομάτων 2, IV, Migne P.G. 3, 641 Α. Νεοελλην. μτφρ. Ἰγν. ΣΑΚΑΛΗ: «Η ταυτότητα πέρα ἀπὸ τὴν πέρα ἀπὸ ὅλα ὁλικὴ ἰδιαιτερότητα· ἡ ἑνότητα ἡ πέρα ἀπὸ τὴν ἐναρχία, τὸ ἄναρθρo, τὸ πολύφωνο, ἡ ἀγνωσία, τὸ ὁλονόητο, ἡ γενική θέση τῶν ὅλων, ἡ γενικὴ ἀφαίρεση, τὸ πέρ' ἀπὸ κάθε θέση καὶ ἀφαίρεση, ἡ διαμονὴ καὶ σταθερότητα τῆς μιᾶς μέσα στὴν ἄλλη –ἂν πρέπει νὰ ἐκφραστῶ ἔτσι– τῶν ἐναρχικῶν ὑποστάσεων, ποὺ εἶναι ὁλικὰ ὑπερ-ενωμένη ἀλλὰ χωρὶς νὰ συγχέεται ἐδῶ κι ἐκεῖ» (σελ. 39)}.

᾿Αντίστοιχα, μὲ τὴ λέξη διακρίσεις ἐπισημαίνουμε τὰ στοιχεῖα τοῦ λόγου ποὺ μᾶς ἐπιτρέπουν τὴ γνωστικὴ πρόσβαση στὶς «μεταδόσεις» καὶ γνωστοποιήσεις τοῦ τρόπου τῆς θείας Ὑπάρξεως. Ἔτσι, στὶς διακρίσεις ἀναφέρονται «αἱ οὐσιώσεις, αἱ ζωώσεις, αἱ σοφοποιήσεις, αἱ ἄλλαι δωρεαὶ τῆς πάντων αἰτίας ἀγαθότητος, καθ' ἃς ἐκ τῶν μετοχῶν καὶ τῶν μετεχόντων ὑμνεῖται τὰ ἀμεθέκτως μετεχόμενα. Καὶ τοῦτο κοινὸν καὶ ἡνωμένον καὶ ἔν ἐστι τῇ ὅλῃ θεότητι, τὸ πᾶσαν αὐτὴν ὅλην ὑφ᾽ ἑκάστου τῶν μετεχόντων μετέχεσθαι, καὶ ὑπ᾿ οὐδενὸς οὐδενὶ μέρει... ὥσπερ σφραγίδος ἐκτυπώματα πολλά μετέχει τῆς ἀρχετύπου σφραγίδος, καὶ ἐν ἑκάστῳ τῶν ἐκτυπωμάτων, ὅλης καὶ ταὐτῆς οὐδενὶ κατ' οὐδὲν μέρος». {Περὶ θείων ὀνομάτων 2, V. Migne P.G. 3, 644 Λ. Νεοελλην. μτφρ. Ι. Σ.: «Οι μεταδόσεις τῆς οὐσίας, τῆς ζωῆς, τῆς σοφίας, οἱ ἄλλες δωρεὲς τῆς παναίτιας ἀγαθότητας, γιὰ τὶς ὁποῖες λόγω τῶν μετοχῶν ὑμνοῦνται ἀπὸ τοὺς μετόχους οἱ δωρεὲς ποὺ μετέχονται ἀμέθεκτα. Καὶ τὸ ἐξῆς εἶναι κοινὸ καὶ ἑνωμένο καὶ ἕνα γιὰ τὴν ὅλη θεότητα, τὸ ὅτι αὐτὴ μετέχεται στὸ σύνολό της ἀπὸ καθένα ποὺ μετέχει σ' αὐτὴν κι ἀπὸ κανέναν δὲν μετέχεται μερικά... Ὅπως ἀκριβῶς πολλὰ ἀποτυπώματα μιᾶς σφραγίδας μετέχουν στη σφραγίδα τὴν ἀρχετυπική, καὶ σὲ κάθε ἀποτύπωμα ὑπάρχει ὁλόκληρη καὶ ἡ ἴδια, καὶ σὲ κανένα μὲ κάποιο μέρος της μόνο (σελ. 41). – Βλ. στὸ Περὶ θείων ὀνομάτων καὶ τὸ ἀπόσπασμα 645 Α, όπου οἱ θεῖες Ενέργειες ταυτίζονται μὲ τὰ ὀνόματα τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ μὲ τοὺς τρόπους μὲ τοὺς ὑποίους γίνεται γνωστὸς σὲ μᾶς ὁ Θεὸς καὶ ἐπομένως προσιτός στοὺς προσδιορισμοὺς τῆς κοινῆς μας γλώσσας: «Οίον, εἰ τὴν ὑπερούσιον κρυφιότητα Θεόν, ἢ ζωήν, ἢ οὐσίαν, ἢ φῶς, ἢ λόγον ὀνομάσαιμεν, οὐδὲν ἔτερον νοοῦμεν, ἢ τὰς εἰς ἡμᾶς ἐξ αὐτῆς (τῆς Θεότητος) προαγομένας δυνάμεις, ἐκθεωτικάς, ἢ οὐσιοποιούς, ἢ ζωογόνους, ἡ σοφοδώρους»}.

Τὸν τρόπο τῆς ὑπάρξεως ποὺ τὸν γνωρίζουμε μόνο «κατὰ μετοχήν» -μόνο στὸ ποσοστὸ ποὺ μετέχουμε σὲ αὐτὸν- τὸν ὀνομάζουμε προσωπικό. Ὁ Θεὸς ἐνεργεῖ μὲ τρόπο προσωπικό, ἐνεργεῖ ὡς Πρόσωπο, καὶ μάλιστα ὡς κοινωνία Προσώπων, τριάδα Προσώπων. Ἡ μετοχὴ καὶ μέθεξή μας στὶς Ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ μᾶς γνωστοποιεῖ τὴν ἑτερότητα τριῶν προσωπικῶν Ὑποστάσεων. Οἱ Ἐνέργειες εἶναι κοινές, Ενέργειες τῆς ἄγνωστης καὶ ἀμέθεκτης θείας «Οὐσίας», ἀλλὰ μετεχόμενες ἀποκαλύπτουν στὸν κάθε μετέχοντα, ἀμέριστα καὶ καθολικά, τὴν ἑτερότητα τῆς κάθε θείας Ὑπόστασης καὶ ταυτόχρονα τὴν ὅλη Θεότητα τῆς ὁποίας οἱ Ἐνέργειες μᾶς γνωστοποιοῦν τὶς Ὑποστάσεις.[ΔΕΝ ΕΝΗΜΕΡΩΘΗΚΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΛΑΜΑ ΔΥΣΤΥΧΩΣ]

Χαρακτηρίζουμε ὡς προσωπικὸ τὸν τρόπο αὐτὸν τῆς ὑπάρξεως ποὺ μᾶς γίνεται γνωστὸς «κατὰ μετοχήν», καταρχὴν ἐπειδὴ ἀνταποκρίνεται στὴν ἐμπειρία ποὺ ἔχουμε ἀπὸ τὴν προσωπικὴ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου. Γνωρίζουμε κάθε ἀνθρώπινη προσωπικὴ ὑπόσταση μόνο μετέχοντας στὶς ἐνέργειες τὶς ἀποκαλυπτικὲς τῆς ὑπαρκτικῆς της ἑτερότητας – στὸν λόγο, στη σκέψη, στη φαντασία, στὴν κρίση, στη βούληση, στὴν ποιητικὴ ἱκανότητα, τὴν ἀγαπητική, τὴν ἀρχική, κλπ. Όλες αὐτὲς οἱ ἐνέργειες εἶναι κοινὲς σὲ κάθε ἄνθρωπο, γι' αὐτὸ καὶ μᾶς γνωστοποιοῦν αὐτὸ ποὺ εἶναι συνολικὰ ὁ ἄνθρωπος, δηλαδὴ τὴν οὐσία ἢ φύση τοῦ ἀνθρώπου. Ὅμως ὁ κάθε ξεχωριστὸς ἄνθρωπος ἐκφράζεται, σκέπτεται, φαντάζεται, κρίνει, θέλει, δημιουργεῖ, ἀγαπάει, μὲ τρόπο μοναδικό, ἀνόμοιο καὶ ἀνεπανάληπτο. ᾿Ακούγοντας λ.χ. μουσική, γνωρίζουμε μιὰ ποιητική - δημιουργικὴ ἱκανότητα ἢ ἐνέργεια τοῦ ἀνθρώπου, τῆς ἀνθρώπινης οὐσίας ἢ φύσης. Όμως μόνο ἀκούγοντας τὴ μουσικὴ τοῦ Μότσαρτ (μόνο μετέχοντας στὴ μουσική του δημιουργία) μποροῦμε νὰ ξεχωρίσουμε τὴν προσωπική του έκφραση (τὴν ἐνεργητική του ἑτερότητα) ἀπὸ τὴ μουσικὴ τοῦ Μπὰχ ἢ τοῦ Μπετόβεν. Γνωρίζουμε τὴν ἑτερότητα τῆς συγκεκριμένης ἀνθρώπινης ὑπόστασης τοῦ Μότσαρτ μόνο μετέχοντας στὴν ποιητική-δημιουργική της ἐνέργεια – κανένας ἀντικειμενικός-γλωσσικός προσδιορισμὸς δὲν ἀρκεῖ γιὰ νὰ μᾶς κάνει γνωστὴ τὴ μοναδικότητα τῆς μουσικῆς τοῦ Μότσαρτ σὲ σχέση μὲ ὁποιαδήποτε ἄλλη μουσική. Καὶ γνωρίζουμε ἐξ ὁλοκλήρου (ἀμέριστα) αὐτὴ τὴν ἑτερότητα ὅλοι ὅσοι μετέχουμε στὸ ἄκουσμα τῆς μουσικῆς του[Η ΓΝΩΣΤΗ ΑΓΝΩΣΤΗ ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΣΗ. ΕΤΣΙ ΣΤΟ ΓΡΑΨΙΜΟ Ο ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣΩΠΟ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΤΑΙ! ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΚΟΠΟΣ ΕΞΑΛΛΟΥ... Είναι άραγε η δόξα απλά και μόνο η νοστιμότερη τροφή του εγωισμού μας; Κι όμως! Ο πόθος της δόξας ήταν αναπό­σπαστο κομμάτι των πιο σπάνιων ανθρώπων, κα­θώς και των πιο σπάνιων στιγμών τους. Ειν’ οι στιγμές των ξαφνικών εκλάμψεων, όταν ο άνθρωπος απλώνει το χέρι του με μία αγέρωχη κί­νηση, σαν να πρόσταζε τη δημιουργία ενός κό­σμου, αντλώντας κ’ εκπέμποντας φως από μέ­σα του. ΝΙΤΣΕ]

Χαρακτηρίζουμε λοιπὸν ὡς προσωπικὸ τὸν τρόπο ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ, καταρχὴν ἐπειδὴ ἀνταποκρίνεται στὴν ἐμπειρία ποὺ ἔχουμε ἀπὸ τὴν προσωπικὴ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου: ὕπαρξη μὲ αὐτοσυνειδησία, μὲ λογικὴ ἀναφορικότητα, μὲ ἐκστατικὴ (ἐνεργούμενη) ἑτερότητα καὶ ἐλευθερία ἀπὸ κάθε προκαθορισμό. Όμως σπουδάζοντας τὸν τρόπο ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ μέσω τῆς ἐκδήλωσης τῶν Ἐνεργειῶν Του, κατανοοῦμε τὴν πραγματικότητα τῶν θείων προσωπικῶν Ὑποστάσεων ὡς ἀφετηρία μᾶλλον γιὰ τὴν ὀρθὴ (πληρέστερη) γνώση καὶ τῆς δικῆς μας ἀνθρώπινης προσωπικῆς ὕπαρξης: Κατανοοῦμε τὸ πρόσωπο ὡς ἐλευθερία καὶ ἀπὸ αὐτὴ τὴν προϋποθετικὴ γιὰ τὶς γνωστικές μας παραστάσεις ὀντικὴ ἀτομικότητα.[ΣΑΝ ΘΕΟΙ ΤΑΥΤΙΖΕΤΑΙ Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΖΩΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΟΠΩΣ ΜΕ ΤΟΝ ΡΑΝΕΡ ΤΑΥΤΙΖΕΤΑΙ Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΔΙΟ ΤΡΙΑΔΑ ΚΑΘΙΣΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΜΜΕΝΕΙΑ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ. ΤΙ ΤΟΝ ΘΕΛΟΥΜΕ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ; ΤΗΝ Θ. ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ; ΓΙΑ ΤΑ ΕΙΣ ΕΝ ΣΥΝΑΓΟΝΤΑ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ. ΔΕΝ ΠΕΙΡΑΖΕΙ. ΔΕΝ ΘΑ ΠΑΡΟΥΜΕ]

Οἱ θεῖες Ἐνέργειες μᾶς ἀποκαλύπτουν τὴν προσωπική Ὕπαρξη καὶ ἑτερότητα τοῦ ἐνεργοῦντος Θεοῦ – κάνουν προσιτὸ στὴν ἀνθρώπινη ἐμπειρία τὸ Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ, χωρὶς νὰ ἀναιροῦν τὴν ἀπερινόητη ἄβυσσο τῆς οὐσιαστικῆς ἀπόστασης ποὺ μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεό. ᾿Αποκαλύπτεται ὁ Θεὸς μέσα ἀπὸ τὴν ἐνεργητική Του θέληση γιὰ προσωπική σχέση καὶ ἀγαπητικὴ κοινωνία ἐκτὸς τῆς Ὑπάρξεώς Του, θέληση ποὺ «οὐσιοῦται» στὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο – καλεῖ στὸ εἶναι τὴν ἀνθρώπινη προσωπικὴ ἀναφορικότητα. «Οὐσιοῦται» ἡ ἐνέργεια τῆς θείας θέλησης στὸν σύνολο ἐκτὸς τοῦ Θεοῦ κόσμο τῆς φυσικῆς πραγματικότητας, ὡς κλήση σὲ ἀγαπητική σχέση καὶ ἐρωτικὴ κοινωνία. ᾿Αλλὰ μόνο ἡ προσωπική ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου συνιστᾶ συνείδηση, δηλαδή, ὑπαρκτική-λογική συγκεφαλαίωση καὶ ἐνεργητικὴ ἀναφορικότητα τοῦ κτιστοῦ, δυνατότητα ὑπαρκτικῆς ἀπάντησης (θετικῆς ἢ ἀρνητικῆς) στὴν κλήση τοῦ Θεοῦ. Δὲν ὑπάρχει ἄλλη δυνατότητα σχέσης (ὑπαρκτικῆς κοινωνίας) τῶν κτισμάτων μὲ τὸν Κτίστη τους ἔξω ἀπὸ τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο. Αὐτὸ μόνο συνιστᾶ τὴν ἐνεργητικὴ συνέπεια τῆς ἐκτὸς τοῦ Θεοῦ ἐνεργούμενης προσωπικῆς ἀποκάλυψης τοῦ Θεοῦ, τὴν εἰκόνα τῶν θείων Προσώπων.[ΠΩΣ ΑΝΤΕΞΕ ΤΕΤΟΙΑ ΕΜΠΝΕΥΣΗ;]

Στὴν ὀντολογικὴ αὐτὴ προοπτικὴ καὶ θεμελίωση, ὁ ἀποφατισμὸς τῆς ἐκκλησιαστικῆς Θεολογίας ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τὸ νὰ εἶναι μιὰ ἐπιδέξια ὑπεκφυγὴ τοῦ ἀγνωστικισμοῦ, μιὰ καταφυγὴ σὲ ἀφηρημένα ἰδεολογήματα καὶ συναισθηματικά νεφελώματα. Ὁ ἀποφατισμὸς εἶναι γιὰ τὴν ἐκκλησιαστική συνείδηση ἕνας συνεπέστατος ἐμπειρισμός, μιὰ ἀσυμβίβαστη ἐμμονὴ στὴν ἀπόλυτη προτεραιότητα ποὺ ἔχει ἡ ἐμπειρία ὡς γνωστικὴ ὁδὸς καὶ δυνατότητα. Καὶ στὴν περίπτωση τοῦ Θεοῦ δὲν πρόκειται γιὰ ἐμπειρία πιστοποίησης ἀντικειμένου, ἀλλὰ γιὰ ἐμπειρία προσωπικῆς σχέσης, σχέσης ποὺ συγκροτεῖται ὡς γεγονὸς συνάντησης τῆς προσωπικῆς γνωστικῆς ἐνέργειας τοῦ ἀνθρώπου (τῆς ἀναφορικῆς του λογικότητας) μὲ τὸν λόγο τῆς προσωπικῆς ἑτερότητας τῶν Ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ.[Η ΚΑΤΑΦΑΤΙΚΗ ΟΔΟΣ ΤΟΥ ΤΡΕΜΠΕΛΑ ΛΟΙΠΟΝ ΔΕΝ ΤΟΝ ΙΚΑΝΟΠΟΙΟΥΣΕ. ΔΕΝ ΤΟΥ ΚΑΛΥΠΤΕ ΤΟ ΣΤΥΛ ΤΟΥ, ΤΗΝ ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ!!!]

Ἡ ἐμπειρία τῆς προσωπικῆς σχέσης, ἐμπειρία μετοχῆς στὴν ἐνεργητικὴ φανέρωση τῆς ἑτερότητας τοῦ ἄλλου, σημαίνεται ἀλλὰ δὲν ἐξαντλεῖται ποτὲ στὴ γλωσσική διατύπωση. Καὶ αὐτὴ ἡ δυναμικὴ τῶν σχετικῶν πάντοτε διατυπώσεων ποὺ παραπέμπουν στὴν πρωτογενή δυνατότητα τῆς ἐμπειρίας, αὐτὴ ἡ γνωστική δυναμικὴ τοῦ ἐμπειρισμοῦ τῆς σχέσης, εἶναι ὁ ἀποφατισμὸς τῆς ἀδιαίρετης Ἐκκλησίας, ὁ ἀποφατισμός τῆς ἑλληνικῆς ᾿Ανατολῆς.

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΑΝΑΔΥΕΤΑΙ Η ΑΓΑΠΗ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια: