ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ Β
ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ
Γνωρίζεις τον εαυτό σου;
Πανόραμα Θεσσαλονίκης, Γ΄ έκδοση
Κεφάλαιο Έ 3
Η ιδεατή εικόνα
Ἀποδιοργάνωση τοῦ ἀνθρώπου
Βλέπει τὰ ἐλαττώματά του σάν ἀρετές
Το θέμα μας εἶναι ἡ ἰδεατή εἰκόνα. Ἡ ἰδεατή εἰκόνα –εἴπαμε- εἶναι ἕνα κατασκεύασμα τῆς φαν-τασίας τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι κάτι ἀνύπαρκτο, ἀλλά το πιστεύει κανείς σάν κάτι ὑπαρκτό. Τήν εἰκόνα αὐτή τή φτιάχνει κανείς -καί τήν ἔχει μέσα του, καί αὐτή πλέον ἐπηρεάζει αὐτόν πού τήν ἔφτιαξε-ἀνάλογα μέ τό ποῦ πέφτει τό κέντρο βάρους τοῦ ἐνδιαφέροντός του.
Την περασμένη Κυριακή τονίσαμε ὅτι φτιά-χνει κανείς τήν ἰδεατή εἰκόνα περισσότερο ὑποσυ-νείδητα. Καί ἐνῶ ἐκδηλώνεται αὐτή μέσα στήν κα-θημερινή ζωή, καί οἱ ἄλλοι τό βλέπουν καί μᾶς πε-ριγελοῦν, ἐμεῖς δέν το καταλαβαίνουμε, ἀκριβῶς διότι εἶναι στο ὑποσυνείδητο. Γι' αὐτό, ὅπως λέγαμε, δέν πρέπει να παραξενευόμαστε, ὅταν βλέπου-με ἕναν ἄνθρωπο να κάνει ἄστοχες ἐνέργειες, να κάνει ἀνοησίες -νά κοκορεύεται, να καμαρώνει τὸν ἑαυτό του μέχρι γελοιοποιήσεως- καί νά μήν τό καταλαβαίνει. Δέν πρέπει να παραξενευόμαστε, διότι αὐτός ἐπηρεάζεται ἀπό τήν ἰδεατή εἰκόνα πού βρίσκεται στο ὑποσυνείδητό του.
Ἕνας πού ἔχει φτιάξει μια τέτοια ἰδεατή εἰκό να, καθώς ταυτίζει τον ἑαυτό του μὲ αὐτήν, νομίζει τὸν ἑαυτό του σὰν ἕναν ἄνθρωπο που ξεχωρίζει ἀπὸ τοὺς ἄλλους, σὰν ἕνα ἰδιαίτερο πνεῦμα. Ἀκόμη καί τὰ ἑλαττώματά του τά βλέπει καλά καὶ ἄγια, σὰν ἀρετές. Καὶ δὲν πρέπει να παραξενευόμαστε, ὅταν κάποιος, ἐνῶ ἔχει κάνει ἕνα τρομερό λάθος, ἕνα σφάλμα, πιο συγκεκριμένα έχει διαπράξει μια ἁμαρτία, ἐπιμένει να θέλει να πείσει κι ἐμᾶς ὅτι αὐτό καθόλου δέν ήταν σφάλμα ἡ ἐκδήλωση έλατ τώματος, ἀλλά ἦταν ἐκδήλωση ἀρετῆς. Να μην πα ραξενευόμαστε, διότι, κατά πᾶσαν πιθανότητα, αὐτός ὁ ἄνθρωπος ἐπηρεάζεται ἀπό μιά ἰδεατή εἰκόνα καὶ μάλιστα εἶναι ταυτισμένος μὲ αὐτήν.
Ἀρρωστημένη αὐτοκριτική
Ἕνας ἄλλος, πού ἔχει ἐπίσης μια ἰδεατή εἰκό να γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἴσως δὲν συγκεντρώνει τόσο την προσοχή του σ' αὐτήν. Τή βλέπει μέν, ἀλλὰ συγκεντρώνει την προσοχή του καὶ τὸ ἐνδιαφέρον του στη δική του κατάσταση. Και προσέξτε. Βλέπει τόν ἑαυτό του, βλέπει τη δική του πραγματικό-τητα σε σχέση μὲ τὴν ἰδεατή εἰκόνα, μὲ τὴν τέλεια αὐτὴ εἰκόνα πού ἔχει στη φαντασία του, καί, καθώς τίς συγκρίνει, θέλει ἡ δική του πραγματικότη τα νὰ εἶναι ἡ τέλεια αὐτὴ εἰκόνα. Ἀλλά φυσικά δέν εἶναι οὔτε μπορεῖ νά εἶναι. Καί αὐτή ἀκριβῶς ἡ σύγκριση τὸν κάνει να φτιάχνει, τρόπον τινά, μιά εἰκόνα γιὰ τὸν ἑαυτό του πιο κάτω, πιο χαμηλά ἀπό τή δική του πραγματικότητα, καί ἀρχίζει ἔπει τα τὴν αὐστηρή αὐτοκριτική· ἀρχίζει να τα βάζει μὲ τὸν ἑαυτό του, να τρώγεται, ὅπως λέμε, μέ τά ρούχα του. Δὲν τὸ κάνει αὐτό κατά ἕναν ἐποικοδομητικό τρόπο, ὅπως διδάσκουν οἱ πατέρες, ὅπως λέει το Εὐαγγέλιο, ὅπως ὑπαγορεύει ἡ ἀληθινή ταπείνωση, ἀλλά κατά ἀρρωστημένο τρόπο.
Ἐξ ὅσων ἐγώ τουλάχιστον ἔχω καταλάβει, ἀπό αὐτό πάσχουν σήμερα πάρα πολλοί χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι πιασμένοι ἀπό τήν ἰδεατή εἰκόνα πού ἔφτιαξαν μέσα στο μυαλό τους γιά τόν ἑαυτό τους. Ἐπειδή ὅμως ὁ ἑαυτός τους δέν εἶναι στήν πραγ-ματικότητα αὐτή ἡ ἰδεατή εἰκόνα πού ἔφτιαξαν ἀλλὰ κάτι ἄλλο, αὐτό τούς κάνει –καθώς κάνουν τη σύγκριση- να βλέπουν τόν ἑαυτό τους πολύ πιό κάτω ἀπό ὅ,τι εἶναι. Καί ἀρχίζει ἡ μελαγχολία, τό παράπονο, ὁ γογγυσμός· ἀρχίζουν, ὅπως λέμε, νά τρώγονται μέ τόν ἑαυτό τους.
Φυσικά, ἀντί προόδου ἔχουμε μᾶλλον κατά-πτωση, νέκρωση -μέ τήν κακή ἔννοια- καταστροφή, κατρακύλισμα καί ὄχι ἀνέβασμα. Ἐνῶ ἡ ἀλη θινή ταπείνωση, ἡ ἀληθινή μετάνοια, συντριβή καί αὐτομεμψία –ὅπως τή βιώνουν καί τή διδάσκουν οἱ πατέρες- ἀνεβάζουν τόν ἄνθρωπο.
«Πρέπει...»
Σε ἄλλους συμβαίνει ἕνα τρίτο: Βλέπουν την ἰδεατή εἰκόνα, βλέπουν καί τόν ἑαυτό τους, ἀλλά οὔτε τὸ ἕνα οὔτε τὸ ἄλλο προσέχουν τόσο, ὅσο προσέχουν τὴν ἀπόσταση πού ὑπάρχει ἀνάμεσα στις δύο αὐτὲς εἰκόνες. Καί φυσικά, θέλουν νά κα-λύψουν αὐτή τὴν ἀπόσταση, να τη σμικρύνουν· θέ-λουν, ἄν εἶναι δυνατόν, νὰ τὴν ἐξαφανίσουν· να ἐξαλειφθεῖ τελείως ἡ ἀπόσταση, νὰ μὴν ὑπάρχει. Δηλαδή, τελικά θέλουν να ταυτιστεῖ ἡ μιά εἰκόνα, ἡ πραγματικότητα δηλαδή τοῦ ἑαυτοῦ τους, μὲ τὴν ἰδεατή εἰκόνα. Καί βλέπετε αὐτούς τούς ἀνθρώ-πους, αὐτούς δηλαδή πού κάπως ἔτσι ἐπηρεάζον-ται ἀπό τήν ἰδεατή εἰκόνα, συνεχῶς νὰ βρίσκονται μέ τό «πρέπει»: «Πρέπει να κάνω τοῦτο, πρέπει να κάνω ἐκεῖνο».
Ἐγώ τὸ ἔχω δεῖ μὲ τὰ μάτια μου ὅτι ἔτσι συμ-βαίνει σε πολλές ψυχές. Εἶναι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, ὅπως λέγαμε καί πρό τῶν ἑορτῶν, ἂν ἐνθυμεῖσθε, πού πιστεύουν ὅτι ὁπωσδήποτε θά ἦταν ἐκεῖ ψηλά στήν ἰδεατή εἰκόνα, θά ἦταν οἱ τέλειες εἰκόνες, οἱ τέλειοι ἄνθρωποι, ἄν εἶχαν ἀγωνιστεῖ ἀλλά δέν ἀγωνίστηκαν ἀκόμη. Αὐτό τάχα εἶναι τὸ θέμα! Ἐάν ἀγωνιστοῦν, ἐὰν προσπαθήσουν, θα φθάσουν στην τέλεια εἰκόνα πού ἔχουν μέσα στη φαντασία τους. Καί γι' αὐτό, ἐπαναλαμβάνω, ζοῦν μὲ ἕνα «πρέπει», ἀλλά μέ μια τέτοια διάθεση, πού ποτέ δέν κάνουν ἕνα βήμα πρὸς τὰ ἐμπρός. Αὐτό εἶναι μια ἀπόδειξη ὅτι καὶ τὸν ἑαυτό τους δέν τόν βλέπουν σωστά, καί ἡ εἰκόνα αὐτή δέν εἶναι πραγματική, ἀλλά εἶναι μια φανταστική εἰκόνα πού ἔφτιαξαν μέσα στο μυαλό τους, καί πολύ-πολύ ἐγωιστικά θέλουν να φθάσουν σ' αὐτήν, καί γι' αὐτό δημιουργείται μέσα τους αὐτή ἡ ἀδράνεια, αὐτή ἡ στατικότης. Δηλαδή, αὐτός ὁ ὁποῖος ἐπηρεάζεται ἀπό τήν ἰδεατή εἰκόνα –ἀπό αὐτή τή φανταστική εἰκόνα ποὺ ἔχει γιὰ τὸν ἑαυτό του, πού θέλει νὰ ἔχει γιὰ τὸν ἑαυτό του ἤ στήν ὁποία θέλει να φθάσει ὁ ἑαυτός του- εἶναι τελείως ἀδύναμος, τελείως δυσκίνητος, τελείως στατικός. Βρίσκεται σε μια στάσιμη κατά-σταση καί δέν μπορεῖ νὰ κάνει οὔτε ἕνα βῆμα πρός τὰ ἐμπρός. Ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἔχει μέσα του την ταπείνωση, ὁ ὁποῖος ἐμπνέεται ἀπό την ταπείνωση τοῦ Εὐαγγελίου, ἀπό τήν ταπείνω-ση πού διδάσκουν οἱ πατέρες, συνεχώς προχωρεῖ. Καί δέν ζεῖ μέ τό ἄγχος, τό ὁποῖο ἔχει πάντοτε ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶναι ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὴν ἰδεατή εἰκόνα.
Ἡ ἰδεατή εἰκόνα ὑποκατάστατο τῆς αὐτοπεποιθήσεως
Γιά νά προχωρήσουμε λίγο, να πῶ ἐδῶ ὅτι πολλές φορές ἡ ἰδεατή αὐτή εἰκόνα εἶναι ὑποκατάστατο τῆς αὐτοπεποιθήσεως. Δηλαδή –ὅπως τό καταλαβαίνω ἐγώ- αὐτή ἡ φανταστική εἰκόνα, πού εἶναι φυσικά πέρα για πέρα ἐγωισμός –γι' αὐτό δέν χωράει καμιά ἀμφιβολία- μπαίνει, τρόπον τινά, μέσα στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου καί κατατρώει τόν ἄνθρωπο, τὸν ἀποδιοργανώνει, τόν διαλύει σε τέτοιο σημείο, πού δέν ὑπάρχει ζωντάνια μέσα του, δὲν ὑπάρχει δυναμικότης, βούληση, δὲν ὑπάρχει συναισθηματισμός, δὲν ὑπάρχει κίνηση, δὲν ὑπάρχει διάθεση καὶ ὄρεξη για προσπάθεια, γιὰ ἀγώνα. Καί αὐτό συμβαίνει, ἐπειδή ἀκριβῶς ἡ ἰδεατή εἰκό-να διαβιβρώσκει καί ὑποκαθιστᾶ τὴν αὐτοπεποί-θηση -μέ τήν καλή ἔννοια ἡ λέξη αὐτοπεποίθηση. Ὁ ἄνθρωπος πρέπει να στηρίζεται στον Θεό.
Ὅμως, ἐφόσον ὁ Θεός τόν ἔπλασε κατ' εἰκόνα του, κάτι εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Καί μὲ αὐτό τό κάτι θά προχωρήσει ὁ ἄνθρωπος, στηριζόμενος στόν Θεό, στή χάρη τοῦ Θεοῦ, ἔχοντας ἐμπιστοσύνη στον Θεό. Ἐάν αὐτό τό κάτι διαλυθεῖ, ἀποδιοργανωθεί, καί δημιουργηθεῖ μέσα στόν ἄνθρωπο το σχίσιμο τῆς προσωπικότητος, πού παρουσιάζεται σε πολ-λούς ἀνθρώπους σήμερα, ὁ ἄνθρωπος ἔπειτα δέν μπορεῖ οὔτε να κάνει τίποτε οὔτε να προχωρήσει, καί δέν εἶναι δυνατόν οὔτε στον Θεό, στη χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ στηριχθεῖ.
Εἶναι αὐτό πού ἔχουμε πεῖ καί ἄλλες φορές σχετικά με τὴν ἐμπιστοσύνη πού ὀφείλουμε να ἔχουμε στον Θεό. Ὅταν ἁπλώνω το χέρι καί ζητῶ ἀπό κάποιον ἕνα ποτήρι νερό, καί το χέρι μου τρέμει, ἕνας ἐχέφρων ἄνθρωπος, ἕνας λογικός ἄνθρω-πος δέν εἶναι δυνατόν να βάλει το ποτήρι με το νερό σ' αὐτό τό χέρι. Πῶς θά το βάλει; Θα πέσει ἀμέσως.
Σε μια ψυχή ἀποδιοργανωμένη, κατεστραμμένη, σε μια ψυχή στήν ὁποία ἔχει διαλυθεῖ ἡ εἰκόνα αὐτὴ ἔτσι ὅπως τήν ἔπλασε ὁ Θεός –δηλαδή το κατ' εἰκόνα- καί ἔχει σχιστεῖ ἡ ψυχή, ἔχει γίνει αὐτός ὁ διχασμός που λέμε, ὁ Θεός δέν μπορεῖ νὰ δώσει τη βοήθειά του, τήν ἐνίσχυσή του, τή δύναμή του, τη χάρη του. Ἀπό αὐτῆς τῆς ἀπόψεως λοιπόν χρειάζεται ἕνα εἶδος αὐτοπεποιθήσεως. Δηλαδή, χρειάζεται ἡ συναίσθηση ὅτι ὑπάρχουμε, ἡ συναί-σθηση ὅτι πλαστήκαμε κατ' εἰκόνα καί καθ' ὁμοίω-σιν Θεοῦ, καί ὅτι εἴμαστε δεκτικοί τῆς προσφορᾶς τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἰδεατή ὅμως εἰκόνα ἔρχεται καί τά διαλύει ὅλα αὐτά· τά πετάει ὅλα αὐτά ἀπό τήν ὕπαρ-ξή μας. Ὅπως εἶπα, ἀποδιοργανώνει καί νεκρώνει, δηλαδή ἀχρηστεύει, τό ἐσωτερικό τοῦ ἀνθρώπου.
Κάτι τέτοιο συμβαίνει στίς ψυχές ἐκεῖνες οἱ ὁποῖες πολλές φορές κάτι ἀνάλογο διαπιστώνουν στόν ἑαυτό τους καί ἴσως φθάνουν μέχρι τόν πνευ-ματικό καί λένε: «Δέν ἔχω καμιά διάθεση, δέν μπορῶ νὰ ἀγωνιστῶ. Αἰσθάνομαι μιά νέκρα, μιά ἀδράνεια, μια χλιαρότητα». Ἔχει δημιουργηθεῖ δηλαδή σ' αὐτή τήν ψυχή μιά ἀρρωστημένη κατάσταση, καί βέβαια σε κάπως προχωρημένο βαθμό. Ἐδῶ θά ἔλεγε ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Ἔγειρε ὁ καθεύδων καί ἀνάστα ἐκ τῶν νεκρῶν, καί ἐπιφαύσει σοι ὁ Χριστός».? Ἄφησε τίς ἰδεατές εἰκόνες καί μετανόησε εἰλικρινά ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ταπει-νώσου εἰλικρινά καί πραγματικά ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί κοίταξε αὐτό τό λίγο πού εἶσαι. Στηρίξου σ' αὐτό τό λίγο -στήριξε, θα λέγαμε, το χέρι σου καί μήν τὸ ἀφήνεις να τρέμει- καί ζήτησε ἀπό τόν οὐράνιο Πατέρα νά σοῦ δώσει τή βοήθειά του· καί θὰ σοῦ τή δώσει.
Καί ὁ Θεός ξέρει μέχρι ποῦ θά σὲ ὁδηγήσει, καὶ τί θα γίνει. Δέν εἶναι ἔργο δικό σου το ποῦ θά φθάσεις, μέχρι ποιοῦ σημείου θα προχωρήσεις, καί τί θα γίνει. Τὸ ἔργο το δικό σου εἶναι νὰ βρεῖς τά μέτρα σου, νὰ δεῖς ποῦ βρίσκεσαι, να σταθεῖς ἐκεῖ καὶ νὰ ἐλπίσεις ἀπέραντα καί ἀπόλυτα στον παντοδύναμο Θεό.
6-2-1972
Ὅσο ὁ ἄνθρωπος ἀπαρνεῖται τὸν ἑαυτό του, ὅσο θυσιάζεται, ὅσο ἀποθνήσκει ὡς πρός τόν παλαιό ἄνθρωπο, τόσο ζεῖ μέσα του ὁ καινούργιος ἄνθρωπος, καί τόσο εἶναι ἀληθινός ἄνθρωπος· εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού βρίσκει τὴν εἰρήνη, τή χαρά, τήν εὐτυχία.
Η ιδεατή εικόνα
Ἀποδιοργάνωση τοῦ ἀνθρώπου
Βλέπει τὰ ἐλαττώματά του σάν ἀρετές
Το θέμα μας εἶναι ἡ ἰδεατή εἰκόνα. Ἡ ἰδεατή εἰκόνα –εἴπαμε- εἶναι ἕνα κατασκεύασμα τῆς φαν-τασίας τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι κάτι ἀνύπαρκτο, ἀλλά το πιστεύει κανείς σάν κάτι ὑπαρκτό. Τήν εἰκόνα αὐτή τή φτιάχνει κανείς -καί τήν ἔχει μέσα του, καί αὐτή πλέον ἐπηρεάζει αὐτόν πού τήν ἔφτιαξε-ἀνάλογα μέ τό ποῦ πέφτει τό κέντρο βάρους τοῦ ἐνδιαφέροντός του.
Την περασμένη Κυριακή τονίσαμε ὅτι φτιά-χνει κανείς τήν ἰδεατή εἰκόνα περισσότερο ὑποσυ-νείδητα. Καί ἐνῶ ἐκδηλώνεται αὐτή μέσα στήν κα-θημερινή ζωή, καί οἱ ἄλλοι τό βλέπουν καί μᾶς πε-ριγελοῦν, ἐμεῖς δέν το καταλαβαίνουμε, ἀκριβῶς διότι εἶναι στο ὑποσυνείδητο. Γι' αὐτό, ὅπως λέγαμε, δέν πρέπει να παραξενευόμαστε, ὅταν βλέπου-με ἕναν ἄνθρωπο να κάνει ἄστοχες ἐνέργειες, να κάνει ἀνοησίες -νά κοκορεύεται, να καμαρώνει τὸν ἑαυτό του μέχρι γελοιοποιήσεως- καί νά μήν τό καταλαβαίνει. Δέν πρέπει να παραξενευόμαστε, διότι αὐτός ἐπηρεάζεται ἀπό τήν ἰδεατή εἰκόνα πού βρίσκεται στο ὑποσυνείδητό του.
Ἕνας πού ἔχει φτιάξει μια τέτοια ἰδεατή εἰκό να, καθώς ταυτίζει τον ἑαυτό του μὲ αὐτήν, νομίζει τὸν ἑαυτό του σὰν ἕναν ἄνθρωπο που ξεχωρίζει ἀπὸ τοὺς ἄλλους, σὰν ἕνα ἰδιαίτερο πνεῦμα. Ἀκόμη καί τὰ ἑλαττώματά του τά βλέπει καλά καὶ ἄγια, σὰν ἀρετές. Καὶ δὲν πρέπει να παραξενευόμαστε, ὅταν κάποιος, ἐνῶ ἔχει κάνει ἕνα τρομερό λάθος, ἕνα σφάλμα, πιο συγκεκριμένα έχει διαπράξει μια ἁμαρτία, ἐπιμένει να θέλει να πείσει κι ἐμᾶς ὅτι αὐτό καθόλου δέν ήταν σφάλμα ἡ ἐκδήλωση έλατ τώματος, ἀλλά ἦταν ἐκδήλωση ἀρετῆς. Να μην πα ραξενευόμαστε, διότι, κατά πᾶσαν πιθανότητα, αὐτός ὁ ἄνθρωπος ἐπηρεάζεται ἀπό μιά ἰδεατή εἰκόνα καὶ μάλιστα εἶναι ταυτισμένος μὲ αὐτήν.
Ἀρρωστημένη αὐτοκριτική
Ἕνας ἄλλος, πού ἔχει ἐπίσης μια ἰδεατή εἰκό να γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἴσως δὲν συγκεντρώνει τόσο την προσοχή του σ' αὐτήν. Τή βλέπει μέν, ἀλλὰ συγκεντρώνει την προσοχή του καὶ τὸ ἐνδιαφέρον του στη δική του κατάσταση. Και προσέξτε. Βλέπει τόν ἑαυτό του, βλέπει τη δική του πραγματικό-τητα σε σχέση μὲ τὴν ἰδεατή εἰκόνα, μὲ τὴν τέλεια αὐτὴ εἰκόνα πού ἔχει στη φαντασία του, καί, καθώς τίς συγκρίνει, θέλει ἡ δική του πραγματικότη τα νὰ εἶναι ἡ τέλεια αὐτὴ εἰκόνα. Ἀλλά φυσικά δέν εἶναι οὔτε μπορεῖ νά εἶναι. Καί αὐτή ἀκριβῶς ἡ σύγκριση τὸν κάνει να φτιάχνει, τρόπον τινά, μιά εἰκόνα γιὰ τὸν ἑαυτό του πιο κάτω, πιο χαμηλά ἀπό τή δική του πραγματικότητα, καί ἀρχίζει ἔπει τα τὴν αὐστηρή αὐτοκριτική· ἀρχίζει να τα βάζει μὲ τὸν ἑαυτό του, να τρώγεται, ὅπως λέμε, μέ τά ρούχα του. Δὲν τὸ κάνει αὐτό κατά ἕναν ἐποικοδομητικό τρόπο, ὅπως διδάσκουν οἱ πατέρες, ὅπως λέει το Εὐαγγέλιο, ὅπως ὑπαγορεύει ἡ ἀληθινή ταπείνωση, ἀλλά κατά ἀρρωστημένο τρόπο.
Ἐξ ὅσων ἐγώ τουλάχιστον ἔχω καταλάβει, ἀπό αὐτό πάσχουν σήμερα πάρα πολλοί χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι πιασμένοι ἀπό τήν ἰδεατή εἰκόνα πού ἔφτιαξαν μέσα στο μυαλό τους γιά τόν ἑαυτό τους. Ἐπειδή ὅμως ὁ ἑαυτός τους δέν εἶναι στήν πραγ-ματικότητα αὐτή ἡ ἰδεατή εἰκόνα πού ἔφτιαξαν ἀλλὰ κάτι ἄλλο, αὐτό τούς κάνει –καθώς κάνουν τη σύγκριση- να βλέπουν τόν ἑαυτό τους πολύ πιό κάτω ἀπό ὅ,τι εἶναι. Καί ἀρχίζει ἡ μελαγχολία, τό παράπονο, ὁ γογγυσμός· ἀρχίζουν, ὅπως λέμε, νά τρώγονται μέ τόν ἑαυτό τους.
Φυσικά, ἀντί προόδου ἔχουμε μᾶλλον κατά-πτωση, νέκρωση -μέ τήν κακή ἔννοια- καταστροφή, κατρακύλισμα καί ὄχι ἀνέβασμα. Ἐνῶ ἡ ἀλη θινή ταπείνωση, ἡ ἀληθινή μετάνοια, συντριβή καί αὐτομεμψία –ὅπως τή βιώνουν καί τή διδάσκουν οἱ πατέρες- ἀνεβάζουν τόν ἄνθρωπο.
«Πρέπει...»
Σε ἄλλους συμβαίνει ἕνα τρίτο: Βλέπουν την ἰδεατή εἰκόνα, βλέπουν καί τόν ἑαυτό τους, ἀλλά οὔτε τὸ ἕνα οὔτε τὸ ἄλλο προσέχουν τόσο, ὅσο προσέχουν τὴν ἀπόσταση πού ὑπάρχει ἀνάμεσα στις δύο αὐτὲς εἰκόνες. Καί φυσικά, θέλουν νά κα-λύψουν αὐτή τὴν ἀπόσταση, να τη σμικρύνουν· θέ-λουν, ἄν εἶναι δυνατόν, νὰ τὴν ἐξαφανίσουν· να ἐξαλειφθεῖ τελείως ἡ ἀπόσταση, νὰ μὴν ὑπάρχει. Δηλαδή, τελικά θέλουν να ταυτιστεῖ ἡ μιά εἰκόνα, ἡ πραγματικότητα δηλαδή τοῦ ἑαυτοῦ τους, μὲ τὴν ἰδεατή εἰκόνα. Καί βλέπετε αὐτούς τούς ἀνθρώ-πους, αὐτούς δηλαδή πού κάπως ἔτσι ἐπηρεάζον-ται ἀπό τήν ἰδεατή εἰκόνα, συνεχῶς νὰ βρίσκονται μέ τό «πρέπει»: «Πρέπει να κάνω τοῦτο, πρέπει να κάνω ἐκεῖνο».
Ἐγώ τὸ ἔχω δεῖ μὲ τὰ μάτια μου ὅτι ἔτσι συμ-βαίνει σε πολλές ψυχές. Εἶναι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, ὅπως λέγαμε καί πρό τῶν ἑορτῶν, ἂν ἐνθυμεῖσθε, πού πιστεύουν ὅτι ὁπωσδήποτε θά ἦταν ἐκεῖ ψηλά στήν ἰδεατή εἰκόνα, θά ἦταν οἱ τέλειες εἰκόνες, οἱ τέλειοι ἄνθρωποι, ἄν εἶχαν ἀγωνιστεῖ ἀλλά δέν ἀγωνίστηκαν ἀκόμη. Αὐτό τάχα εἶναι τὸ θέμα! Ἐάν ἀγωνιστοῦν, ἐὰν προσπαθήσουν, θα φθάσουν στην τέλεια εἰκόνα πού ἔχουν μέσα στη φαντασία τους. Καί γι' αὐτό, ἐπαναλαμβάνω, ζοῦν μὲ ἕνα «πρέπει», ἀλλά μέ μια τέτοια διάθεση, πού ποτέ δέν κάνουν ἕνα βήμα πρὸς τὰ ἐμπρός. Αὐτό εἶναι μια ἀπόδειξη ὅτι καὶ τὸν ἑαυτό τους δέν τόν βλέπουν σωστά, καί ἡ εἰκόνα αὐτή δέν εἶναι πραγματική, ἀλλά εἶναι μια φανταστική εἰκόνα πού ἔφτιαξαν μέσα στο μυαλό τους, καί πολύ-πολύ ἐγωιστικά θέλουν να φθάσουν σ' αὐτήν, καί γι' αὐτό δημιουργείται μέσα τους αὐτή ἡ ἀδράνεια, αὐτή ἡ στατικότης. Δηλαδή, αὐτός ὁ ὁποῖος ἐπηρεάζεται ἀπό τήν ἰδεατή εἰκόνα –ἀπό αὐτή τή φανταστική εἰκόνα ποὺ ἔχει γιὰ τὸν ἑαυτό του, πού θέλει νὰ ἔχει γιὰ τὸν ἑαυτό του ἤ στήν ὁποία θέλει να φθάσει ὁ ἑαυτός του- εἶναι τελείως ἀδύναμος, τελείως δυσκίνητος, τελείως στατικός. Βρίσκεται σε μια στάσιμη κατά-σταση καί δέν μπορεῖ νὰ κάνει οὔτε ἕνα βῆμα πρός τὰ ἐμπρός. Ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἔχει μέσα του την ταπείνωση, ὁ ὁποῖος ἐμπνέεται ἀπό την ταπείνωση τοῦ Εὐαγγελίου, ἀπό τήν ταπείνω-ση πού διδάσκουν οἱ πατέρες, συνεχώς προχωρεῖ. Καί δέν ζεῖ μέ τό ἄγχος, τό ὁποῖο ἔχει πάντοτε ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶναι ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὴν ἰδεατή εἰκόνα.
Ἡ ἰδεατή εἰκόνα ὑποκατάστατο τῆς αὐτοπεποιθήσεως
Γιά νά προχωρήσουμε λίγο, να πῶ ἐδῶ ὅτι πολλές φορές ἡ ἰδεατή αὐτή εἰκόνα εἶναι ὑποκατάστατο τῆς αὐτοπεποιθήσεως. Δηλαδή –ὅπως τό καταλαβαίνω ἐγώ- αὐτή ἡ φανταστική εἰκόνα, πού εἶναι φυσικά πέρα για πέρα ἐγωισμός –γι' αὐτό δέν χωράει καμιά ἀμφιβολία- μπαίνει, τρόπον τινά, μέσα στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου καί κατατρώει τόν ἄνθρωπο, τὸν ἀποδιοργανώνει, τόν διαλύει σε τέτοιο σημείο, πού δέν ὑπάρχει ζωντάνια μέσα του, δὲν ὑπάρχει δυναμικότης, βούληση, δὲν ὑπάρχει συναισθηματισμός, δὲν ὑπάρχει κίνηση, δὲν ὑπάρχει διάθεση καὶ ὄρεξη για προσπάθεια, γιὰ ἀγώνα. Καί αὐτό συμβαίνει, ἐπειδή ἀκριβῶς ἡ ἰδεατή εἰκό-να διαβιβρώσκει καί ὑποκαθιστᾶ τὴν αὐτοπεποί-θηση -μέ τήν καλή ἔννοια ἡ λέξη αὐτοπεποίθηση. Ὁ ἄνθρωπος πρέπει να στηρίζεται στον Θεό.
Ὅμως, ἐφόσον ὁ Θεός τόν ἔπλασε κατ' εἰκόνα του, κάτι εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Καί μὲ αὐτό τό κάτι θά προχωρήσει ὁ ἄνθρωπος, στηριζόμενος στόν Θεό, στή χάρη τοῦ Θεοῦ, ἔχοντας ἐμπιστοσύνη στον Θεό. Ἐάν αὐτό τό κάτι διαλυθεῖ, ἀποδιοργανωθεί, καί δημιουργηθεῖ μέσα στόν ἄνθρωπο το σχίσιμο τῆς προσωπικότητος, πού παρουσιάζεται σε πολ-λούς ἀνθρώπους σήμερα, ὁ ἄνθρωπος ἔπειτα δέν μπορεῖ οὔτε να κάνει τίποτε οὔτε να προχωρήσει, καί δέν εἶναι δυνατόν οὔτε στον Θεό, στη χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ στηριχθεῖ.
Εἶναι αὐτό πού ἔχουμε πεῖ καί ἄλλες φορές σχετικά με τὴν ἐμπιστοσύνη πού ὀφείλουμε να ἔχουμε στον Θεό. Ὅταν ἁπλώνω το χέρι καί ζητῶ ἀπό κάποιον ἕνα ποτήρι νερό, καί το χέρι μου τρέμει, ἕνας ἐχέφρων ἄνθρωπος, ἕνας λογικός ἄνθρω-πος δέν εἶναι δυνατόν να βάλει το ποτήρι με το νερό σ' αὐτό τό χέρι. Πῶς θά το βάλει; Θα πέσει ἀμέσως.
Σε μια ψυχή ἀποδιοργανωμένη, κατεστραμμένη, σε μια ψυχή στήν ὁποία ἔχει διαλυθεῖ ἡ εἰκόνα αὐτὴ ἔτσι ὅπως τήν ἔπλασε ὁ Θεός –δηλαδή το κατ' εἰκόνα- καί ἔχει σχιστεῖ ἡ ψυχή, ἔχει γίνει αὐτός ὁ διχασμός που λέμε, ὁ Θεός δέν μπορεῖ νὰ δώσει τη βοήθειά του, τήν ἐνίσχυσή του, τή δύναμή του, τη χάρη του. Ἀπό αὐτῆς τῆς ἀπόψεως λοιπόν χρειάζεται ἕνα εἶδος αὐτοπεποιθήσεως. Δηλαδή, χρειάζεται ἡ συναίσθηση ὅτι ὑπάρχουμε, ἡ συναί-σθηση ὅτι πλαστήκαμε κατ' εἰκόνα καί καθ' ὁμοίω-σιν Θεοῦ, καί ὅτι εἴμαστε δεκτικοί τῆς προσφορᾶς τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἰδεατή ὅμως εἰκόνα ἔρχεται καί τά διαλύει ὅλα αὐτά· τά πετάει ὅλα αὐτά ἀπό τήν ὕπαρ-ξή μας. Ὅπως εἶπα, ἀποδιοργανώνει καί νεκρώνει, δηλαδή ἀχρηστεύει, τό ἐσωτερικό τοῦ ἀνθρώπου.
Κάτι τέτοιο συμβαίνει στίς ψυχές ἐκεῖνες οἱ ὁποῖες πολλές φορές κάτι ἀνάλογο διαπιστώνουν στόν ἑαυτό τους καί ἴσως φθάνουν μέχρι τόν πνευ-ματικό καί λένε: «Δέν ἔχω καμιά διάθεση, δέν μπορῶ νὰ ἀγωνιστῶ. Αἰσθάνομαι μιά νέκρα, μιά ἀδράνεια, μια χλιαρότητα». Ἔχει δημιουργηθεῖ δηλαδή σ' αὐτή τήν ψυχή μιά ἀρρωστημένη κατάσταση, καί βέβαια σε κάπως προχωρημένο βαθμό. Ἐδῶ θά ἔλεγε ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Ἔγειρε ὁ καθεύδων καί ἀνάστα ἐκ τῶν νεκρῶν, καί ἐπιφαύσει σοι ὁ Χριστός».? Ἄφησε τίς ἰδεατές εἰκόνες καί μετανόησε εἰλικρινά ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ταπει-νώσου εἰλικρινά καί πραγματικά ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί κοίταξε αὐτό τό λίγο πού εἶσαι. Στηρίξου σ' αὐτό τό λίγο -στήριξε, θα λέγαμε, το χέρι σου καί μήν τὸ ἀφήνεις να τρέμει- καί ζήτησε ἀπό τόν οὐράνιο Πατέρα νά σοῦ δώσει τή βοήθειά του· καί θὰ σοῦ τή δώσει.
Καί ὁ Θεός ξέρει μέχρι ποῦ θά σὲ ὁδηγήσει, καὶ τί θα γίνει. Δέν εἶναι ἔργο δικό σου το ποῦ θά φθάσεις, μέχρι ποιοῦ σημείου θα προχωρήσεις, καί τί θα γίνει. Τὸ ἔργο το δικό σου εἶναι νὰ βρεῖς τά μέτρα σου, νὰ δεῖς ποῦ βρίσκεσαι, να σταθεῖς ἐκεῖ καὶ νὰ ἐλπίσεις ἀπέραντα καί ἀπόλυτα στον παντοδύναμο Θεό.
6-2-1972
Ὅσο ὁ ἄνθρωπος ἀπαρνεῖται τὸν ἑαυτό του, ὅσο θυσιάζεται, ὅσο ἀποθνήσκει ὡς πρός τόν παλαιό ἄνθρωπο, τόσο ζεῖ μέσα του ὁ καινούργιος ἄνθρωπος, καί τόσο εἶναι ἀληθινός ἄνθρωπος· εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού βρίσκει τὴν εἰρήνη, τή χαρά, τήν εὐτυχία.
Κεφάλαιο 6 από το βιβλίο της Karen Horney: Our inner conflicts (Οι συγκρούσεις του εσωτερικού μας κόσμου)
Η συζήτησή μας για τις θεμελιώδεις στάσεις του νευρωτικού απέναντι στους άλλους μάς έχει εξοικειώσει με δύο από τους κύριους τρόπους με τους οποίους επιχειρεί να επιλύσει τις συγκρούσεις του ή, ακριβέστερα, να τις θέσει εκτός λειτουργίας. Ο ένας από αυτούς συνίσταται στην καταπίεση ορισμένων πλευρών της προσωπικότητας και στην ανάδειξη των αντιθέτων τους· ο άλλος στο να θέτει κανείς τέτοια απόσταση ανάμεσα στον εαυτό του και τους συνανθρώπους του ώστε οι συγκρούσεις να παύουν να ενεργούν. Και οι δύο αυτές διεργασίες προκαλούν ένα αίσθημα ενότητας που επιτρέπει στο άτομο να λειτουργεί, έστω και με σημαντικό κόστος για το ίδιο.¹
Μια περαιτέρω προσπάθεια, που θα περιγραφεί εδώ, είναι η δημιουργία μιας εικόνας του εαυτού όπως ο νευρωτικός πιστεύει ότι είναι, ή όπως, τη δεδομένη στιγμή, αισθάνεται ότι μπορεί ή ότι οφείλει να είναι. Συνειδητή ή ασυνείδητη, η εικόνα αυτή είναι πάντοτε σε μεγάλο βαθμό απομακρυσμένη από την πραγματικότητα, αν και η επιρροή που ασκεί στη ζωή του ατόμου είναι πράγματι πολύ πραγματική. Επιπλέον, έχει πάντοτε κολακευτικό χαρακτήρα, όπως δείχνει ένα σκίτσο στο New Yorker, όπου μια μεγαλόσωμη μεσήλικη γυναίκα βλέπει τον εαυτό της στον καθρέφτη ως μια λεπτή νεαρή κοπέλα. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της εικόνας ποικίλλουν και καθορίζονται από τη δομή της προσωπικότητας: μπορεί να θεωρείται εξέχουσα η ομορφιά, ή η δύναμη, [[97]] η ευφυΐα, η ιδιοφυΐα, η αγιοσύνη, η εντιμότητα, ή ό,τι άλλο. Ακριβώς στον βαθμό που η εικόνα είναι μη ρεαλιστική, τείνει να καθιστά το άτομο αλαζονικό, με την αρχική σημασία της λέξης· διότι η αλαζονεία, αν και χρησιμοποιείται συνώνυμα με την υπεροψία, σημαίνει να οικειοποιείται κανείς ιδιότητες που δεν έχει, ή που τις έχει μόνο δυνητικά αλλά όχι πραγματικά. Και όσο πιο μη ρεαλιστική είναι η εικόνα, τόσο περισσότερο καθιστά το άτομο ευάλωτο και διψασμένο για εξωτερική επιβεβαίωση και αναγνώριση. Δεν χρειαζόμαστε επιβεβαίωση για ιδιότητες για τις οποίες είμαστε βέβαιοι· όμως γινόμαστε εξαιρετικά ευερέθιστοι όταν αμφισβητούνται ψευδείς αξιώσεις.
Μπορούμε να παρατηρήσουμε αυτή την εξιδανικευμένη εικόνα στην πιο κραυγαλέα της μορφή στις μεγαλόπρεπες αντιλήψεις των ψυχωτικών· κατ’ αρχήν όμως τα χαρακτηριστικά της είναι τα ίδια και στους νευρωτικούς. Εδώ είναι λιγότερο φαντασμαγορική, αλλά μπορεί να είναι εξίσου πραγματική γι’ αυτούς. Αν θεωρήσουμε τον βαθμό απομάκρυνσης από την πραγματικότητα ως το κριτήριο που διακρίνει τις ψυχώσεις από τις νευρώσεις, μπορούμε να δούμε την εξιδανικευμένη εικόνα ως ένα κομμάτι ψύχωσης υφασμένο μέσα στην ύφανση της νεύρωσης.
Σε όλα τα ουσιώδη της στοιχεία, η εξιδανικευμένη εικόνα είναι ένα ασυνείδητο φαινόμενο. Αν και η αυτοδιόγκωσή του μπορεί να είναι προφανής ακόμη και σε έναν αμύητο παρατηρητή, ο νευρωτικός δεν έχει επίγνωση ότι εξιδανικεύει τον εαυτό του. Ούτε γνωρίζει τι παράξενο συνονθύλευμα χαρακτηριστικών συναρμολογείται εδώ. Μπορεί να έχει μια αόριστη αίσθηση ότι επιβάλλει στον εαυτό του υψηλές απαιτήσεις, αλλά συγχέοντας αυτές τις τελειοθηρικές απαιτήσεις με γνήσια ιδανικά, δεν αμφισβητεί καθόλου την εγκυρότητά τους και, μάλιστα, είναι μάλλον περήφανος γι’ αυτές.
Πώς η δημιουργία αυτή επηρεάζει τη στάση του απέναντι στον εαυτό του [[98]] ποικίλλει από άτομο σε άτομο και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Αν το ενδιαφέρον του νευρωτικού έγκειται στο να πείσει τον εαυτό του ότι είναι η εξιδανικευμένη του εικόνα, τότε αναπτύσσει την πεποίθηση ότι είναι πράγματι ο εγκέφαλος πίσω από όλα, το εκλεκτό ανθρώπινο ον, του οποίου ακόμη και τα ελαττώματα είναι θεϊκά.²
Αν το επίκεντρο βρίσκεται στον ρεαλιστικό εαυτό, ο οποίος, σε σύγκριση με την εξιδανικευμένη εικόνα, είναι βαθιά αξιοκαταφρόνητος, τότε η αυτοϋποτιμητική κριτική έρχεται στο προσκήνιο. Εφόσον η εικόνα του εαυτού που προκύπτει από μια τέτοια απαξίωση είναι εξίσου απομακρυσμένη από την πραγματικότητα όσο και η εξιδανικευμένη εικόνα, θα μπορούσε εύλογα να ονομαστεί η περιφρονημένη εικόνα. Αν, τέλος, το επίκεντρο βρίσκεται στη διάσταση ανάμεσα στην εξιδανικευμένη εικόνα και τον πραγματικό εαυτό, τότε το μόνο που αντιλαμβάνεται ο ίδιος και το μόνο που μπορούμε να παρατηρήσουμε είναι οι αδιάκοπες προσπάθειές του να γεφυρώσει το χάσμα και να μαστιγώσει τον εαυτό του προς την τελειότητα. Σε αυτή την περίπτωση επαναλαμβάνει τη λέξη «θα έπρεπε» με εντυπωσιακή συχνότητα. Μας λέει συνεχώς τι θα έπρεπε να είχε νιώσει, σκεφτεί, κάνει. Κατά βάθος είναι τόσο πεπεισμένος για την έμφυτη τελειότητά του όσο και το αφελώς «ναρκισσιστικό» άτομο, και το προδίδει με την πεποίθηση ότι πράγματι θα μπορούσε να είναι τέλειος, αν μόνο ήταν πιο αυστηρός με τον εαυτό του, πιο ελεγχόμενος, πιο προσεκτικός, πιο συνετός.
Σε αντίθεση με τα αυθεντικά ιδανικά, η εξιδανικευμένη εικόνα έχει στατικό χαρακτήρα. Δεν είναι ένας στόχος προς την επίτευξη του οποίου αγωνίζεται, αλλά μια παγιωμένη ιδέα που τη λατρεύει. Τα ιδανικά έχουν δυναμικό χαρακτήρα· κινητοποιούν ένα κίνητρο για να τα προσεγγίσει κανείς· αποτελούν μια αναντικατάστατη και ανεκτίμητη δύναμη για την ανάπτυξη και την εξέλιξη. Η εξιδανικευμένη εικόνα είναι σαφές εμπόδιο στην ανάπτυξη, επειδή είτε αρνείται τις αδυναμίες είτε απλώς τις καταδικάζει. Τα γνήσια ιδανικά καλλιεργούν την ταπεινότητα, ενώ η εξιδανικευμένη εικόνα την αλαζονεία.
Το φαινόμενο αυτό —όπως κι αν οριστεί— είναι γνωστό εδώ και πολύ καιρό. Αναφέρεται στα φιλοσοφικά συγγράμματα όλων των εποχών. Ο Freud το εισήγαγε στη θεωρία της νεύρωσης, αποκαλώντας το με διάφορα ονόματα: ego ideal, narcissism, superego. Αποτελεί τον κεντρικό άξονα της ψυχολογίας του Adler, όπου περιγράφεται ως αγώνας για υπεροχή. Θα μας απομάκρυνε υπερβολικά από το θέμα να επισημάνουμε λεπτομερώς τις διαφορές και τις ομοιότητες ανάμεσα σε αυτές τις έννοιες και τη δική μου.³ Εν συντομία, όλες αυτές ασχολούνται μόνο με τη μία ή την άλλη όψη της εξιδανικευμένης εικόνας και αποτυγχάνουν να δουν το φαινόμενο στο σύνολό του. Έτσι, παρά τα εύστοχα σχόλια και τις επιχειρηματολογίες όχι μόνο του Freud και του Adler αλλά και πολλών άλλων συγγραφέων —μεταξύ αυτών οι Franz Alexander, Paul Federn, Bernard Glueck και Ernest Jones— η πλήρης σημασία του φαινομένου και οι λειτουργίες του δεν έχουν αναγνωριστεί.
Ποιες είναι λοιπόν οι λειτουργίες του; Φαίνεται ότι ικανοποιεί ζωτικές ανάγκες. Ανεξάρτητα από το πώς οι διάφοροι συγγραφείς το ερμηνεύουν θεωρητικά, όλοι συμφωνούν σε ένα σημείο: ότι αποτελεί ένα οχυρό της νεύρωσης, δύσκολο να κλονιστεί ή ακόμη και να αποδυναμωθεί. Ο ίδιος ο Freud θεωρούσε μια βαθιά ριζωμένη «ναρκισσιστική» στάση ως ένα από τα σοβαρότερα εμπόδια στη θεραπεία.
[[100]] Ξεκινώντας από αυτό που είναι ίσως η πιο στοιχειώδης λειτουργία της, η εξιδανικευμένη εικόνα υποκαθιστά τη ρεαλιστική αυτοπεποίθηση και την ρεαλιστική υπερηφάνεια. Ένα άτομο που τελικά γίνεται νευρωτικό έχει ελάχιστες πιθανότητες να οικοδομήσει αρχική αυτοπεποίθηση, λόγω των συντριπτικών εμπειριών στις οποίες έχει υποβληθεί. Όση αυτοπεποίθηση κι αν διαθέτει, αποδυναμώνεται περαιτέρω κατά την πορεία της νευρωτικής του ανάπτυξης, επειδή οι ίδιες οι συνθήκες που είναι απαραίτητες για την αυτοπεποίθηση τείνουν να καταστρέφονται. Είναι δύσκολο να διατυπωθούν συνοπτικά αυτές οι συνθήκες. Οι σημαντικότεροι παράγοντες είναι η ζωντάνια και η διαθεσιμότητα των συναισθηματικών ενεργειών του ατόμου, η ανάπτυξη αυθεντικών, προσωπικών στόχων και η ικανότητα να είναι κανείς ενεργό όργανο της ίδιας του της ζωής. Όπως κι αν αναπτυχθεί μια νεύρωση, ακριβώς αυτά τα στοιχεία είναι επιρρεπή σε βλάβη. Οι νευρωτικές τάσεις υπονομεύουν την αυτοκαθοδήγηση, διότι τότε το άτομο ωθείται αντί να είναι το ίδιο ο οδηγός του εαυτού του. Επιπλέον, η ικανότητα του νευρωτικού να καθορίζει τις δικές του πορείες αποδυναμώνεται συνεχώς από την εξάρτησή του από τους άλλους, όποια μορφή κι αν έχει αυτή λάβει —η τυφλή εξέγερση, η τυφλή λαχτάρα για διάκριση και η τυφλή ανάγκη να κρατά απόσταση από τους άλλους είναι όλες μορφές εξάρτησης.
Περαιτέρω, αναστέλλοντας μεγάλους τομείς συναισθηματικής ενέργειας, τους θέτει εντελώς εκτός λειτουργίας. Όλοι αυτοί οι παράγοντες καθιστούν σχεδόν αδύνατη την ανάπτυξη δικών του στόχων. Τέλος, και όχι λιγότερο σημαντικό, η βασική σύγκρουση τον διχάζει μέσα στο ίδιο του το «σπίτι». Έχοντας έτσι στερηθεί μια ουσιαστική βάση, ο νευρωτικός οφείλει να διογκώσει το αίσθημα της σημασίας και της δύναμής του. Γι’ αυτό και η πίστη στην παντοδυναμία του αποτελεί ένα σταθερό και αναπόσπαστο συστατικό της εξιδανικευμένης εικόνας.
[[101]] Μια δεύτερη λειτουργία συνδέεται στενά με την πρώτη. Ο νευρωτικός δεν αισθάνεται αδύναμος σε ένα κενό, αλλά σε έναν κόσμο γεμάτο από εχθρούς έτοιμους να τον εξαπατήσουν, να τον ταπεινώσουν, να τον υποδουλώσουν και να τον νικήσουν. Πρέπει επομένως να μετρά και να συγκρίνει συνεχώς τον εαυτό του με τους άλλους, όχι από ματαιοδοξία ή ιδιοτροπία, αλλά από πικρή αναγκαιότητα. Και επειδή κατά βάθος αισθάνεται αδύναμος και αξιοκαταφρόνητος —όπως θα δούμε αργότερα— οφείλει να αναζητήσει κάτι που θα τον κάνει να αισθάνεται καλύτερος, πιο άξιος από τους άλλους. Είτε αυτό παίρνει τη μορφή του να αισθάνεται πιο άγιος ή πιο αδίστακτος, πιο στοργικός ή πιο κυνικός, πρέπει στο μυαλό του να αισθάνεται ανώτερος με κάποιον τρόπο —ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συγκεκριμένη ώθηση για διάκριση. Στις περισσότερες περιπτώσεις, μια τέτοια ανάγκη περιέχει στοιχεία επιθυμίας για θρίαμβο επί των άλλων, διότι όποια κι αν είναι η δομή της νεύρωσης, υπάρχει πάντοτε ευαλωτότητα και ετοιμότητα να αισθανθεί κανείς ότι τον υποτιμούν και τον ταπεινώνουν. Η ανάγκη για εκδικητικό θρίαμβο ως αντίδοτο στο αίσθημα της ταπείνωσης μπορεί να εκδηλωθεί στην πράξη ή να υπάρχει κυρίως στον εσωτερικό κόσμο του νευρωτικού· μπορεί να είναι συνειδητή ή ασυνείδητη, αλλά αποτελεί μία από τις κινητήριες δυνάμεις της νευρωτικής ανάγκης για υπεροχή και της προσδίδει τον ιδιαίτερο χρωματισμό της.⁴
Το ανταγωνιστικό πνεύμα αυτού του πολιτισμού δεν συμβάλλει μόνο στη γενική καλλιέργεια των νευρώσεων, μέσω των διαταραχών που δημιουργεί στις ανθρώπινες σχέσεις, αλλά τροφοδοτεί ειδικά και αυτή την ανάγκη για υπεροχή.
Έχουμε δει πώς η εξιδανικευμένη εικόνα υποκαθιστά την αληθινή αυτοπεποίθηση και την πραγματική υπερηφάνεια. Υπάρχει όμως και ένας ακόμη τρόπος με τον οποίο λειτουργεί ως υποκατάστατο. Εφόσον τα ιδανικά του νευρωτικού είναι αντιφατικά, δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να έχουν δεσμευτική ισχύ· παραμένοντας ασαφή και αδιευκρίνιστα, δεν μπορούν να του προσφέρουν καμία καθοδήγηση. Έτσι, αν δεν ήταν το γεγονός ότι η προσπάθειά του να γίνει το αυτοδημιούργητο είδωλό του προσδίδει ένα είδος νοήματος στη ζωή του, θα αισθανόταν εντελώς χωρίς σκοπό. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα φανερό κατά τη διάρκεια της ανάλυσης, όταν η υπονόμευση της εξιδανικευμένης του εικόνας του δίνει για ένα διάστημα το αίσθημα ότι έχει χαθεί ολοκληρωτικά. Και μόνο τότε αναγνωρίζει τη σύγχυσή του στο ζήτημα των ιδανικών και αρχίζει αυτό να του φαίνεται ανεπιθύμητο. Πριν, ολόκληρο το θέμα βρισκόταν πέρα από την κατανόηση και το ενδιαφέρον του, όσο κι αν του απέδιδε λεκτική σημασία· τώρα, για πρώτη φορά, συνειδητοποιεί ότι τα ιδανικά έχουν κάποιο νόημα και θέλει να ανακαλύψει ποια είναι πραγματικά τα δικά του ιδανικά. Αυτού του είδους η εμπειρία αποτελεί, θα έλεγα, ένδειξη ότι η εξιδανικευμένη εικόνα υποκαθιστά τα γνήσια ιδανικά. Η κατανόηση αυτής της λειτουργίας έχει σημασία για τη θεραπεία. Ο αναλυτής μπορεί να επισημάνει στον ασθενή, σε ένα πρώιμο στάδιο, τις αντιφάσεις στο σύστημα αξιών του. Δεν μπορεί όμως να αναμένει οποιοδήποτε δημιουργικό ενδιαφέρον για το θέμα —και συνεπώς δεν μπορεί να εργαστεί πάνω σε αυτό— πριν η εξιδανικευμένη εικόνα καταστεί περιττή.
Σε μεγαλύτερο βαθμό από οποιαδήποτε άλλη, μία συγκεκριμένη λειτουργία της εικόνας μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για τη δυσκαμψία της. Αν στον ιδιωτικό μας καθρέφτη βλέπουμε τον εαυτό μας ως υπόδειγμα αρετής ή ευφυΐας, τότε ακόμη και τα πιο κραυγαλέα ελαττώματα και μειονεκτήματά μας θα εξαφανιστούν ή θα αποκτήσουν ελκυστικό χρωματισμό — όπως ακριβώς σε έναν καλό πίνακα ένας φθαρμένος, ετοιμόρροπος τοίχος παύει να είναι ένας φθαρμένος, ετοιμόρροπος τοίχος και γίνεται ένα όμορφο σύνθετο σύνολο καφέ, γκρίζων και κοκκινωπών χρωματικών αξιών.
Μπορούμε να καταλήξουμε σε μια βαθύτερη κατανόηση αυτής της αμυντικής λειτουργίας αν θέσουμε το απλό ερώτημα: τι θεωρεί ένα άτομο ως ελαττώματα και αδυναμίες του; Είναι από εκείνες τις ερωτήσεις που εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται να οδηγούν πουθενά, επειδή αρχίζει κανείς να σκέφτεται άπειρες δυνατότητες. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει μια αρκετά συγκεκριμένη απάντηση. Αυτό που ένα άτομο θεωρεί ως ελαττώματα και αδυναμίες του εξαρτάται από το τι αποδέχεται ή απορρίπτει στον εαυτό του. Αυτό όμως —υπό παρόμοιες πολιτισμικές συνθήκες— καθορίζεται από το ποια όψη της βασικής σύγκρουσης υπερισχύει. Ο συμμορφωτικός τύπος, για παράδειγμα, δεν θεωρεί τους φόβους του ή την αβοηθησία του ως κηλίδα, ενώ ο επιθετικός τύπος θα θεωρούσε κάθε τέτοιο συναίσθημα ντροπιαστικό, κάτι που πρέπει να κρυφτεί τόσο από τον ίδιο όσο και από τους άλλους. Ο συμμορφωτικός τύπος καταγράφει τις εχθρικές του επιθετικότητες ως αμαρτωλές· ο επιθετικός τύπος βλέπει τα πιο ήπια συναισθήματά του ως αξιοκαταφρόνητη αδυναμία. Κάθε τύπος, επιπλέον, ωθείται να απορρίψει ό,τι είναι στην πραγματικότητα απλή προσποίηση εκ μέρους του πιο αποδεκτού εαυτού του. Ο συμμορφωτικός τύπος, για παράδειγμα, πρέπει να απορρίψει το γεγονός ότι δεν είναι ένα γνήσια στοργικό και γενναιόδωρο άτομο· ο αποστασιοποιημένος τύπος δεν θέλει να δει ότι η απομάκρυνσή του δεν είναι θέμα ελεύθερης επιλογής, ότι πρέπει να κρατά απόσταση επειδή δεν μπορεί να αντεπεξέλθει στους άλλους, και ούτω καθεξής. Και οι δύο, κατά κανόνα, απορρίπτουν σαδιστικές τάσεις (που θα συζητηθούν αργότερα).
Θα καταλήγαμε έτσι στο συμπέρασμα ότι αυτό που θεωρείται ως αδυναμία και απορρίπτεται είναι ό,τι δεν ταιριάζει στη συνεκτική εικόνα που δημιουργείται από την κυρίαρχη στάση απέναντι στους άλλους. Και θα μπορούσαμε να πούμε ότι η αμυντική λειτουργία της εξιδανικευμένης εικόνας είναι να αρνείται την ύπαρξη των συγκρούσεων· γι’ αυτό ακριβώς πρέπει κατ’ ανάγκην να παραμένει τόσο ακίνητη και άκαμπτη. Πριν το αναγνωρίσω αυτό, συχνά αναρωτιόμουν γιατί είναι τόσο αδύνατο για έναν ασθενή να αποδεχθεί τον εαυτό του ως λίγο λιγότερο σημαντικό, λίγο λιγότερο ανώτερο. Αν όμως το δούμε από αυτή τη σκοπιά, η απάντηση είναι σαφής. Δεν μπορεί να μετακινηθεί ούτε κατά μία ίντσα, επειδή η αναγνώριση ορισμένων αδυναμιών θα τον έφερνε αντιμέτωπο με τις συγκρούσεις του, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο την τεχνητή αρμονία που έχει εγκαθιδρύσει. Μπορούμε επομένως να καταλήξουμε σε μια θετική συσχέτιση ανάμεσα στην ένταση των συγκρούσεων και τη δυσκαμψία της εξιδανικευμένης εικόνας: μια ιδιαίτερα περίτεχνη και άκαμπτη εικόνα μάς επιτρέπει να συναγάγουμε ιδιαίτερα διαλυτικές συγκρούσεις.
Πέρα και πάνω από τις τέσσερις λειτουργίες που έχουν ήδη επισημανθεί, η εξιδανικευμένη εικόνα έχει και μια πέμπτη, επίσης σχετιζόμενη με τη βασική σύγκρουση. Η εικόνα έχει μια πιο θετική χρήση από το να καμουφλάρει απλώς τα μη αποδεκτά μέρη της σύγκρουσης. Αντιπροσωπεύει ένα είδος καλλιτεχνικής δημιουργίας, στην οποία τα αντίθετα εμφανίζονται συμφιλιωμένα ή, σε κάθε περίπτωση, δεν εμφανίζονται πλέον ως συγκρούσεις για το ίδιο το άτομο. Μερικά παραδείγματα θα δείξουν πώς συμβαίνει αυτό. Για να αποφύγω εκτενείς αναφορές, θα περιοριστώ στο να κατονομάσω τις συγκρούσεις που υπάρχουν και να δείξω πώς εμφανίζονται στην εξιδανικευμένη εικόνα.
Σημειώσεις
¹ Ο Herman Nunberg ασχολήθηκε με αυτό το πρόβλημα της επιδίωξης της ενότητας στο άρθρο του «Die Synthetische Funktion des Ich», Internationale Zeitschrift für Psychoanalyse, 1930.
² Βλ. Anne Parrish, «All Kneeling», στο The Second Woollcott Reader, Garden City Publishing Co., 1939.
³ Βλ. την κριτική εξέταση των εννοιών του Freud περί ναρκισσισμού, υπερεγώ και αισθημάτων ενοχής στο έργο της Karen Horney, New Ways in Psychoanalysis, W. W. Norton, 1938· βλ. επίσης Erich Fromm, «Selfishness and Self-Love», Psychiatry, 1939.
⁴ Βλ. Κεφάλαιο 12, Sadistic Trends (Σαδιστικές Τάσεις).
Συνεχίζεται
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου