Συνέχεια από: Kυριακή 11 Ιανουαρίου 2026
ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ Β
ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ
Γνωρίζεις τον εαυτό σου;
Πανόραμα Θεσσαλονίκης, Γ΄ έκδοση
Κεφάλαιο Έ 2
Η ιδεατή εικόνα
Ἰδεατή εἰκόνα καὶ ἔπαρση
Ἐνθυμεῖσθε, πρίν ἀπό τίς γιορτές εἴχαμε μπεῖ στο μεγάλο θέμα τῆς ἰδεατῆς εἰκόνας, ὅπως λέγεται. Και νομίζω ὅτι πρέπει σ' αὐτό το θέμα νὰ ἐπιμείνουμε, ὅσο μπορούμε περισσότερο, καί ἐπίσης να ἐντείνουμε την προσοχή μας, ὅσο μπορούμε περισσότερο, γιατί λίγο πολύ μέσα σ' αὐτό εἴμαστε ὅλοι.
Λέγαμε -για να θυμηθοῦμε το θέμα, πρίν προ-χωρήσουμε πιο κάτω- ὅτι κάθε ἄνθρωπος, ἀλλά ἰδιαίτερα ὁ ἀρρωστημένος τύπος, ἔχει τὴν τάση να δημιουργεῖ γιὰ τὸν ἑαυτό του μια φανταστική εἰκόνα. Θα λέγαμε ὅτι ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, ἕνεκα τῆς ὑφῆς τοῦ πολιτισμοῦ μας καὶ τοῦ ὅλου πνεύματος τῆς ζωῆς, ἔχει λίγο πολύ μιά ἀδυναμία πρός τὴν ἀσθένεια αὐτή. Ιδιαίτερα ὁ ἀρρωστημένος ἄνθρωπος ἔχει τήν τάση να θέλει κάτι νὰ εἶναι, καὶ γι' αὐτό φτιάχνει μιά ἰδεατή, δηλαδή μιά φαν-ταστική εἰκόνα για τον ἑαυτό του, ἡ ὁποία εἶναι κάτι πολύ-πολύ υψηλό, καί ταυτίζεται, τρόπον τινά, μὲ αὐτήν. Δηλαδή, κάτι ἄλλο εἶναι ὁ ἴδιος, ἀλλά νομίζει ὅτι ὁ ἑαυτός του εἶναι αὐτή ἡ εἰκόνα. Ἡ ὁποία βέβαια τίς πιό πολλές φορές εἶναι ὑποσυνείδητη δέν το καταλαβαίνει κανείς ὅτι ἔχει φτιάξει κάτι τέτοιο. Ωστόσο ὅμως ἐνεργεῖ αὐτή ἡ εἰκόνα, καὶ ἀπό τὸ ὑποσυνείδητο κάνει τη δουλειά της.
Μακριά ἀπό τήν πραγματικότητα
Πρίν ἀπὸ τις γιορτές που πρωτοαρχίσαμε το θέμα, λέγαμε ὅτι ἡ εἰκόνα αὐτή εἶναι κολακευτική γιὰ ἐκεῖνον πού τή φτιάχνει. Καί ἐπιτρέψτε μου να ἀναφερθῶ πάλι στο σκίτσο πού εἶχε δημοσιευθεί σε μιὰ ἐφημερίδα. Μιά γυναίκα ἡλικιωμένη καὶ ὄχι σε καλή ἀναλογία διαστάσεων, δηλαδή εύσωμη, ἔβλεπε μέσα σε ἕναν καθρέφτη. Καί ὁ σκιτσογράφος μέσα στον καθρέφτη παρουσίαζε την κυρία νεαρή καί λεπτή, δηλαδή ὅπως αὐτή θὰ ἤθελε τὸν ἑαυτό της. Ἡ ἴδια καθρεφτιζόταν μέσα στον καθρέφτη, ἀλλά παραδόξως ὁ ἑαυτός της παρουσιαζόταν μέσα σ' αὐτόν ὅπως αὐτή θὰ ἤθελε νὰ εἶναι καί ὅπως σχεδόν νόμιζε καί πίστευε ὅτι εἶναι.
Κάτι τέτοιο θα λέγαμε ὅτι εἶναι ἡ ἰδεατή εἰκόνα. Ὅταν βλέπεις μέσα στόν καθρέφτη, θὰ δεῖς τὸν ἑαυτό σου ὅπως εἶναι. Οἱ φωτογράφοι καλοφτιάχνουν τὸν ἑαυτό μας· δηλαδή μολονότι ἐμᾶς φωτογραφίζουν, τα καταφέρνουν καὶ μᾶς καλοφτιάχνουν. Ὁ καθρέφτης ὅμως δείχνει τὸν ἑαυτό μας ἔτσι ὅπως εἶναι. Ἐνῶ λοιπόν ἡ εἰκόνα που ἔχουμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας πρέπει νὰ εἶναι αὐτό πού πράγματι εἴμαστε, ἐκεῖνος ποὺ ἔχει προσβλη θεῖ ἀπό αὐτή τήν ἀρρώστια –ἄν θέλετε νὰ ἀποκα-λέσουμε ἔτσι τὴν ἰδεατή εἰκόνα- δὲν τὰ καταφέρνει να βλέπει τὸν ἑαυτό του ἔτσι ὅπως εἶναι, ἀλλά τὸν βλέπει μέσα ἀπό αὐτή τήν ἰδεατή εἰκόνα· και τόν βλέπει βέβαια τελείως ἀλλιώτικο. Καί φυσικά, ἡ ἰδεατή εἰκόνα εἶναι ἀνάλογη μὲ αὐτὸ στὸ ὁποῖο ἔχει κανείς πιο μεγάλη ἀδυναμία. Ἄλλος ἔχει ἀδυναμία στὴν ὀμορφιά, ἄλλος ἔχει ἀδυναμία σε κάτι ἄλλο.
Ἡ ἰδεατή εἰκόνα εἶναι κάτι μή πραγματικό, κάτι φανταστικό. Ὁ ἑαυτός μας ὅμως εἶναι κάτι πραγματικό. Ἔτσι, ὅσο πιό πολύ ἀπέχει αὐτή ἡ εἰκόνα ἀπό τήν πραγματικότητα, ἀπό αὐτό πού εἴμαστε, τόσο ὁ ἄνθρωπος ἐπαίρεται, τόσο ὁ ἄνθρωπος ὑψηλοφρονεῖ, ὑπερηφανεύεται. Με την πτώση τί ἔγινε στὸν ἄνθρωπο; Ἕνα τέτοιο πράγμα ἔγινε: Δέν ξέρει ὁ ἄνθρωπος τί ἀκριβῶς εἶναι, πιάνεται ἀπό κάτι ἄλλο, καί φτιάχνει ὁ καθένας μιά εἰκόνα γιὰ τὸν ἑαυτό του. Καί ὅσο πιό πολύ ἀπέχει ἡ εἰκόνα αὐτή ἀπό τήν πραγματικότητα, τόσο μεγαλώνει ἡ ἔπαρση, ὁ ἐγωισμός, ἡ ὑπερηφάνεια. Καί λέγαμε ὅτι πάνω στην πράξη αὐτό φαίνεται ἔτσι: ὅσο περισσότερο ἀπέχει ἡ εἰκόνα αὐτή ἀπό τήν πραγματικότητα, τόσο πιό πολύ κανείς εἶναι ἕτοιμος νὰ ἀνάψει, μόλις τυχόν τοῦ κάνουν καμιά παρατήρηση, μόλις τυχόν τοῦ ποῦν κάτι πού τόν μειώνει, κάτι πού δέν εἶναι μέσα στήν εἰκόνα ποὺ ἔχει γιὰ τὸν ἑαυτό του.
Ἕνα καλυβάκι, ἅμα στέκεται καλά στα θεμέλια πού ἔχει, δέν χρειάζεται να το στυλώσει κανείς, γιὰ νὰ μὴν πέσει. Μόνο ἐκεῖνο πού εἶναι ἕτοιμο να πέσει, θέλει στηρίγματα. Ὅταν λοιπόν ἕνας ἄνθρωπος πραγματικά ἔχει ἀρετή, ὅταν πραγματικά εἶναι κάτι, δέν φοβᾶται μήν τυχόν πέσει. Δέν φοβᾶται δηλαδή μήν τυχόν χάσει κάτι ἀπό αὐτό πού εἶναι, ἐπειδή τοῦ εἶπε ὁ ἕνας τοῦτο καί ὁ ἄλλος τὸ ἄλλο.
Ὅταν κάποιος τρομάζει, ἀνησυχεῖ πολύ, ἐξάπτεται, φουντώνει, ξεσπάει, μόλις τοῦ ποῦν κάτι πού φυσικά δέν εἶναι κάτι καλό, αὐτό σημαίνει ὅτι εἶναι πιασμένος ἀπό μιά ἰδεατή εἰκόνα. Αὐτός δέν ξέρει τὸν πραγματικό του ἑαυτό. Καὶ ἀκριβῶς ἐπειδή αὐτή ἡ ἰδεατή εἰκόνα δέν εἶναι κάτι πού καλοστέκεται, πού καλοκάθεται ἔτσι πού να μήν κινδυνεύει να πέσει, ἀλλά εἶναι ἁπλῶς μιὰ εἰκόνα, γι' αὐτό, ὅταν τήν κτυπάει ὁ ἕνας ἀπὸ δῶ καὶ ὁ ἄλλος ἀπό κεῖ, κινδυνεύει να πέσει. Καί σπεύδει κανείς μέ τόν θυμό του, μέ τήν ἔκρηξή του, με την ἐπίθεσή του, μέ τήν ἐκδικητικότητά του να τή στυλώσει. Προδίδεται βέβαια, γελοιοποιεῖται, καί ὅλοι καταλαβαίνουν τί συμβαίνει, καί μόνο ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός του δέν το καταλαβαίνει. Ὅπως εἴχαμε ἐξη γήσει, ἐπειδή ἀκριβῶς ὅλη αὐτή ἡ κατάσταση εἶναι πιό πολύ ὑποσυνείδητη, γι' αὐτό ὅλοι οἱ ἄλλοι μπορεῖ νὰ καταλαβαίνουν τί εἴμαστε, ἐνῶ ἐμεῖς δέν καταλαβαίνουμε. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος πού μερικές φορές βλέπουμε ἕναν ἄνθρωπο να μιλάει κατά τέτοιο τρόπο –π.χ., νὰ ἐπαινεῖ τόν ἑαυτό του- πού λέει κανείς: «Μά, τί λέει τώρα; Είναι στα καλά του;» Διότι αὐτά πού λέει εἶναι ἐκτός πάσης πραγματικότητος. Ἐκεῖνος ὅμως νομίζει ὅτι εἶναι στά καλά του. Δέν καταλαβαίνει ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέει εἶναι ἐκτός πάσης πραγματικότητος. Δέν καταλαβαίνει ὅτι ὑπάρχει κάτι ἄλλο μέσα του, πού τὸν κάνει νὰ ἐκφράζεται καί νά συμπεριφέρεται ἔτσι. Δέν τό καταλαβαίνει, ἐνῶ οἱ ἄλλοι τό καταλαβαίνουν.
Μήπως κι ἐγώ εἶμαι ἐκτός πραγματικότητος;
Πρίν προχωρήσουμε, νὰ ποῦμε καί τό ἑξῆς. Νά μήν παραξενευόμαστε, ὅταν βλέπουμε ἀνθρώπους να συμπεριφέρονται κατά ἕναν τρόπο ἀδιανόητο. Να μην παραξενευόμαστε. Ἁπλούστατα, οἱ ἄνθρωποι αὐτοί βρίσκονται σε μια κατάσταση πού εἶναι πολύ μακριά ἀπό τήν πραγματικότητα, καί χρειάζεται, μέ ὅσο μποροῦμε καλύτερο τρόπο, νά τούς βοηθήσουμε να προσγειωθοῦν στήν πραγματικότητα.
Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ὅταν βλέπουμε τούς ἄλλους κάπως νά παραξενεύονται μέ τή δική μας συμπεριφορά καί καμιά φορά νὰ μᾶς παρεξηγοῦν, να διερωτόμαστε: «Γιατί παραξενεύονται οἱ ἄλλοι; Γιατί μᾶς παρεξηγοῦν; Τι γίνεται; Μήπως εἴμαστε ἐκτός πραγματικότητος, πιασμένοι ἀπό μιά ἰδεατή εἰκόνα, καί ὅλοι οἱ ἄλλοι τό γνωρίζουν, ἐνῶ ἐμεῖς ὄχι;» Δηλαδή, ἐνῶ ὅλοι οἱ ἄλλοι βλέπουν τί εἴμαστε, ἐμεῖς δὲν το βλέπουμε καί γι' αὐτό καμαρώ-νουμε τόν ἑαυτό μας. Καί φυσικά, πέρα ἀπό ὅλα τὰ ἄλλα, γελοιοποιείται κιόλας κανείς.
Αὐτό τό παθαίνουν ὄχι μόνο ἄνθρωποι ὀλίγων γραμμάτων, ἀλλά καί μορφωμένοι. Βλέπεις τόν ἄλλο νὰ εἶναι σοφότατος, καθώς ἔχει μάθει πολλά πράγματα, ὅμως ὡς πρός τό θέμα αὐτό εἶναι ἄρρωστος. Πόσες φορές βλέπουμε ἀνθρώπους να κομπορρημονούν. Χριστιανέ μου, τόσο ψηλά εἶσαι. Ὅλοι το βλέπουν αὐτό, σε τιμοῦν, σε σέβονται. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκδηλωθεῖς κατ' αὐτόν τόν τρόπο; Δέν το καταλαβαίνει ὅμως. Γιατί; Ἐπειδή ὑπάρχει μεγάλη διάσταση μεταξύ τῆς πραγματικότητός του καί τῆς ἰδεατῆς εἰκόνας πού ἔχει μέσα του γιά τόν ἑαυτό του.
30-1-1972
Ἡ ἁγιότητα εἶναι μιά πραγματική ζήτηση καί ἔφεση τῆς ψυχῆς. Ὅταν ὅμως ὁ ἄνθρωπος δὲν τὴν ἀναζητήσει σωστά, τότε φτιάχνει μιά ἰδεατή εἰκόνα -δηλαδή μιά ψεύτικη, μιά πλαστή, μια φανταστική εἰκόνα-γιά τήν ἁγιότητα καί τήν ταυτίζει μέ τόν ἑαυτό του.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου