Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

PAUL FRIEDLȀNDER, ΠΛΑΤΩΝ (188)

 Συνέχεια από Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2026

PAUL FRIEDLȀNDER
ΠΛΑΤΩΝ ΤΡΙΤΟΣ ΤΟΜΟΣ
ΤΑ ΠΛΑΤΩΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ –
ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΑΙ ΤΡΙΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
ΤΡΙΤΗ ΜΕΣΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
: ΤΟ ΟΨΙΜΟ ΕΡΓΟ
ΠΡΩΤΗ ΟΜΑΔΑ ΔΙΑΛΟΓΩΝ : ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

31. Νόμοι

Η νομοθεσία είναι για τους Έλληνες και για τον Πλάτωνα ένα απ’ τα υψηλότερα ανθρώπινα έργα. Η Διοτίμα (Συμπ. 209 D) ονομάζει δίπλα στον Όμηρο και τον Ησίοδο τον Λυκούργο και τον Σόλωνα για τα έργα τους, τα πνευματικά τους παιδιά, που τους απέφεραν δόξα, τιμή και μνήμη σε όλους τούς καιρούς. Κι αν ο Πλάτων τοποθετή εδώ τους πιο μεγάλους νομοθέτες και τους πιο μεγάλους ποιητές στο ίδιο σκαλοπάτι και την ίδια βαθμίδα, για τον ηλικιωμένον πια Πλάτωνα τα κείμενα των νόμων αποτελούν το μέτρο, με το οποίο και θα πρέπη να αναμετριέται κάθε ποίηση (Νόμ. ΙΧ 858 Ε), και τα δικά του κείμενα για τους Νόμους το άριστο εκείνο κείμενο, το οποίο και θα μπορούσε να δίδεται προς αποστήθιση στα παιδιά (VII 811 CD). Απέναντι σ’ αυτό που αποτελεί για τον Πλάτωνα παράδοση της οικογένειας και της κοινωνικής τάξης αντιτίθεται ασφαλώς ριζικά εκείνη η βαθειά ριζωμένη δυσπιστία απέναντι στον γραπτό λόγο, μια δυσπιστία που τον προφύλασσε απ’ το να πιστεύη πως υπάρχει, ακόμα και στη νομοθεσία, η ύψιστη σοβαρότητα ενός πραγματικά σοβαρού ανθρώπου. Κι αυτό που διατρέχει εδώ ως «ένταση» και «διάσταση» το κείμενό του είναι τελικά η «ένταση» ανάμεσα στον Σόλωνα και τον Σωκράτη εντός του.

Μετά την πρόσκλησή του στις Συρακούσες, δεν μπορούσε να είναι μόνον ένας φιλόσοφος, έπρεπε να είναι και νομοθέτης. Πρόσθεσε ωστόσο στους Νόμους του κάποια «προοίμια», όπως το μαθαίνουμε από κάποιαν απ’ τις Επιστολές του. Το οποίο σημαίνει, πως επιθυμούσε να αποτελή ακόμα και η νομοθεσία για τις Συρακούσες, είτε περισσότερο είτε λιγότερο καταγεγραμμένη, ένα έργο παιδαγωγίας. Η «σολώνεια» δύναμη εντός του τείνει να συνεργαστή σε μια κοινή πράξη με τη «σωκρατική». Σ’ αυτό το όψιμο έργο τών «Νόμων», στο οποίο προαπαιτεί, με ιδιαίτερη έμφαση, ως ιδιαίτατη επινόηση ο συγγραφέας τα «προοίμια», δεν μπορεί παρά να υπάρχουν κάποια , ίσως και πολλά στοιχεία απ’ το πνεύμα, την ύλη και τη μορφή τών συρακουσίων σχεδιασμάτων του. Το ότι δεν πραγματοποιήθηκε μάλιστα άμεσα η εκεί πολιτική του πράξη, αλλά αποκρυσταλλώθηκε σ’ ένα έργο τέχνης, αυτό αντιστοιχεί και σε μια βαθειά νομοτέλεια της ζωής του. Κάτι που το έβλεπε κάποιες φορές και ως έναν «εξαναγκασμό», «να μένη πάντοτε μόνο στον λόγο, και να μην απλώνη ποτέ το χέρι στην ίδια την πράξη» (7η Επιστολή, VII 328 C). Πιο πολύ επρόκειτο όμως για την κατάφαση σε μια «μοίρα», που απέδιδε και σ’ αυτό το έργο την ύψιστη πραγματικότητα και διάρκεια εν τω λόγω. Κι αυτό που θα έμενε παντοτινά ανέφικτο και θα είχε απωλεσθή ως νομοθεσία τών Συρακουσών, κληρονομείται τώρα στους μεταγενέστερους ως το ακροτελεύτιο έργο στη σειρά τών πνευματικών δημιουργημάτων τού Πλάτωνα. Ακόμα κι έτσι δεν χάθηκε όμως εντελώς η επίδρασή του στους δικούς του καιρούς˙ κι όσο για την επίδρασή του στο ελληνιστικό και το ρωμαϊκό, και άμεσα ή έμμεσα και στο μεταγενέστερο δίκαιο, αυτό μένει ακόμα να ερευνηθή.

Ο διάλογος για τους Νόμους επιτελείται συμβολικά στο νησί τής Κρήτης, τη μυθική αρχέγονη χώρα τής ελληνικής νομοθεσίας, απ’ την οποίαν κάθε μεταγενέστερη, άρα και η πλατωνική νομοθεσία αντλεί το κύρος της. Η οδός που διανύουν οι τρεις ηλικιωμένοι άνδρες, απ’ την Κνωσσό στο ορεινό σπήλαιο του Δία, είναι η ίδια άνοδος που διέτρεξε κάποτε ο Μίνωας, ένα σύμβολο για το ότι «κάθε μεγάλος ελληνικός Νόμος είναι πεπληρωμένος απ’ την ζωντανή πνοή τών μεγάλων νομοθετών». Ο Κλεινίας και ο Μέγιλλος εκπροσωπούν τις δυό μεγάλες δωρικές πόλεις τής Κρήτης και της Σπάρτης, στις οποίες είναι βαθειά υποχρεωμένη η καινούργια νομοθεσία, τις οποίες πρέπει όμως και να ξεπεράση. Όταν ο Πλάτων ανέθετε, κάποιες δεκαετίες προηγουμένως, στούς νόμους τής Αθήνας να μιλήσουν προσωπικά στον «Κρίτωνα», τότε αυτοί υπενθύμισαν τη «συμφωνία» που υπάρχει ανάμεσα στους νόμους μιας πόλης και τους πολίτες της, και καθιστούσε σαφές (52 Ε) το ότι ο Σωκράτης τιμούσε μεν πάντοτε στον ύψιστο βαθμό τη νομοθεσία τής Σπάρτης και της Κρήτης, είχε όμως αποδείξει με την ίδια του την ζωή και την ύπαρξη, ότι προέκρινε την Αθήνα, άρα και τους νόμους της, από όλες τις άλλες ελληνικές πόλεις. Υπάρχει λοιπόν σ’ αυτό το όψιμο τώρα έργο ένας Αθηναίος καθοδηγητής τού διαλόγου, επειδή μόνον η Αθήνα διαθέτει αυτή την πνευματική δημιουργική δύναμη κάτι που γίνεται σαφές, όταν στην αρχή (Ι 642 Β κ.ε.) υποβάλλουν από κοινού ο Σπαρτιάτης και ο Κρητικός τα σέβη τους στον Αθηναίο φιλοξενούμενό τους (Ι 641 Ε κ.ε.). Το ότι μάλιστα αυτός ο φιλοξενούμενος δεν έχει ένα συγκεκριμένο όνομα, όπως συμβαίνει και με τις μορφές στο έργο «Φυσικές κόρες» τού Γκαίτε, δεν πρέπει να μας εκπλήσση. Γιατί δεν ήταν μόνον η μεγάλη τοπική απόσταση απ’ την Αθήνα που απαγόρευε την εισαγωγή τού Σωκράτη στον συγκεκριμένο διάλογο, αλλά ακόμα περισσότερο η συνολική απόσταση απ’ αυτό, για το οποίο εγγυάται ο Σωκράτης στον Πλάτωνα. Το ότι η Αθήνα βρίσκεται μακριά και το ότι ο Σωκράτης λείπει, έχουν και τα δυό την ίδια συμβολική σημασία. Το να εισάγη ο Πλάτων τον ίδιο τον εαυτό του, αυτό θα ήταν αντίθετο προς τον πιο βαθύ του νόμο. Και θα ήταν άλλωστε και προφανώς λανθασμένο. Γιατί υπάρχουν στιγμές, στις οποίες ο Αθηναίος τού Πλάτωνα κατέρχεται μακριά στην «προσοχή στις κατ’ εξοχήν προκαταλήψεις» (VII 813 D) ή στον τρόπο με τον οποίον υποχωρεί μπροστά στη λαϊκή πίστη, μέχρι τις φωνές πνευμάτων και τους δαίμονες, που είναι προσκολλημένοι στον τόπο. Ο Πλάτων δεν εισάγει εξάλλου καθόλου το ίδιο το ύψιστο στον διάλογο. Γι’ αυτόν πρώτη θέση κατέχει βέβαια πάντοτε η ιδανική πολιτεία, που κάποτε ίδρυσε, αντί γι’ αυτόν, ο Σωκράτης (V 739 A κ.ε. VII 807 B). Η πολιτεία τών νόμων βρίσκεται εντελώς στη δεύτερη θέση, έστω κι αν είναι τόσο μοναδική ως δεύτερη όσο και εκείνη ως πρώτη («η μία δευτέρως» 739 Ε 4). Στο κέντρο τής ψυχής τού Πλάτωνα βρίσκεται πάντα ακόμα η σωκρατική δύναμη, πλησιέστερα απ’ ό,τι η σολωνική, την οποίαν επίσης φέρει, αλλά ο νομοθετών Αθηναίος του διαθέτει πολύ λιγότερη από εκείνη απ’ ό,τι απ’ αυτήν.

Ο αγώνας για το νόημα της νομοθεσίας

«Θεός» είναι η πρώτη λέξη τού διαλόγου. Την εκφέρει ο Αθηναίος, και την επαναλαμβάνει δυό φορές ο Κρητικός, με τη διαφορά ότι ο Αθηναίος την εννοεί με την υψίστη της έννοια, ενώ στο στόμα τού Κρητικού ακούγεται περισσότερο σαν «ένας θεός», που μπορεί να τον ονομάση κανείς Δία ή Απόλλωνα. Ο Δίας είναι και η πρώτη αιτία τής κρητικής νομοθεσίας, όπως το πιστεύουν οι Κρήτες. Στη διάρκεια του διαλόγου, εκεί όπου πρόκειται να θεμελιωθή η μορφή τού πολιτεύματος και ξεκινά η πραγματική νομοθεσία (ΙV 712 Β), προσκαλείται ο «Θεός» ως αυτός που επιβλέπει την ύπαρξη της πόλης. Και προς το τέλος τού έργου, στο Χ Βιβλίο (893 Β), εκεί όπου πρόκειται για την πεποίθηση για το σύμπαν και για την ύπαρξη των θεϊκών δυνάμεων και προετοιμάζονται οι θρησκευτικοί νόμοι, γίνεται άλλη μια φορά επίκληση στον «Θεό», για να βοηθήση να βεβαιωθή η πίστη στη θεϊκή ύπαρξη ανάμεσα στους πολίτες μας. Οι σοφιστές είχαν από-θεοποιήσει τον Νόμο. Και ο Πλάτων έχει καταστήσει την εκ νέου θεοποίησή του έργο και αποστολή του.

Ο Αθηναίος ανοίγει λοιπόν τη συζήτηση απευθυνόμενος στο κέντρο τού «νόμου» ή του «συντάγματος» των Κρητών. Και γίνεται αμέσως σαφές, πόσο εκτεταμένο είναι γενικά εδώ το νόημα του «νόμου», όταν προβάλλονται και τονίζονται ως ιδιαιτερότητες του νόμου στην Κρήτη οι κοινές εστιάσεις, τα γυμναστικά σχολεία και η ιδιορρυθμία τής χρήσεως των όπλων. Το ερώτημα ανάγεται ωστόσο στο «προς τί» («κατά τί»), για το νόημα αυτών τών διευθετήσεων. Ο νομοθέτης τους τα απέβλεψε όλα προς τον πόλεμο, απαντά ο Κρητικός Κλεινίας, όπως θα μπορούσε εύκολα να το διαπιστώση ο καθένας από τις επικρατούσες συνθήκες. Κάτι το οποίο το γενικεύει όμως αμέσως σε μιαν ιδιαίτερη και βαθύτερη, όπως αυτός το εννοεί, κατανόηση της εν γένει ουσίας τής πόλης. Γιατί η σχέση ανάμεσα στις πόλεις είναι ένας συνεχής και αδυσώπητος πόλεμος. Η ειρήνη δεν είναι παρά μια απλή λέξη, ενώ στην πράξη κυριαρχεί το “bellum omnium contra omnes” («πόλεμος όλων εναντίον όλων»), και μάλιστα όχι ως αρχέγονη κατάσταση – όπως για τον Χόμπς και τον Σπινόζα –, αλλά ουσιωδώς («κατά φύσιν») μόνιμη και διαρκής. Αυτή η κατανόηση που εμψύχωσε, κατά τον Κλεινία, τον Κρητικό νομοθέτη, δεν μας επιτρέπει να παρατηρήσουμε την παραμικρή αντίφαση στα λεγόμενά του, υποστηρίζοντας ότι μόνον η υπεροχή τών όπλων μπορεί να εγγυηθή την περιουσία και τους θεσμούς, ενώ κάθε ιδιοκτησία τού ηττημένου καθίσταται περιουσία τού νικητή. Ο Αθηναίος επιτείνει τώρα το πράγμα ακόμα περισσότερο: Ο ουσιαστικός άρα προσδιορισμός μιας καλής πόλης θα ήταν το να είναι έτσι οργανωμένη, ώστε να κατανικά στον πόλεμο τους άλλους. Σ’ αυτήν τη βασική του πρόταση, ο Κλεινίας έχει αβίαστα μαζί του και τον Μέγιλλο, που πιστεύει πως εκπροσωπεί και τη γνώμη «όλων τών Σπαρτιατών». Όχι μόνον ανάμεσα σε πόλη και πόλη, αλλά και ανάμεσα σε χωριό και χωριό, σπίτι και σπίτι, άνθρωπο και άνθρωπο υφίσταται η ίδια πολεμική κατάσταση, ακόμα και μέσα σε κάθε άνθρωπο. Κι ενώ εγκωμίασε προηγουμένως ο Αθηναίος (626 Β) τον Κλεινία, για το πόσο καλά μπορούσε να διαβλέπη («διειδέναι») μέσα απ’ τις λεπτομέρειες την ουσία τής νομοθεσίας, του ανταποδίδει τώρα ο Κλεινίας, μ’ ένα εγκώμιο προς την Αθήνα και τη θεά της, αυτόν τον σεβασμό λέγοντας, πως επανέφερε τη συζήτηση στην «αρχή» της, καθιστώντας ακόμα πιο σαφές, ότι η νίκη στον πόλεμο είναι ένας γενικός για όλους σκοπός.

Ο Αθηναίος έχει ωστόσο οδηγήσει – ή παρασύρει – τον συνομιλητή του προς τα εκεί, όπου η «αρχή» ενός νικηφόρου πολέμου κορυφώνεται στον αγώνα μέσα στον ίδιον τον άνθρωπο και σε μια νίκη απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό. Εκεί όμως όπου ο Κλεινίας χαίρεται γι’ αυτή την ύψιστη ανάβαση της δικής του ακριβώς θέσης, βλέπει ταυτόχρονα πως αυτό είναι ακριβώς και το σημείο, στο οποίο και η θέση του κλονίζεται. Η νίκη επάνω στον εαυτό και η αυτοκυριαρχία («κρείττω εαυτού είναι») καθοδηγούν ως έννοιες αυτό το διαλογικό μέρος. Καταλαβαίνουμε εύκολα, ότι αυτή η πολυχρησιμοποιημένη τότε αποστροφή είχε ευχαρίστως κακοποιηθή στη σοφιστική διαμάχη: γιατί όποιος διαθέτει αυτo-ανωτερότητα (αυτο-υπεροχή), θα έπρεπε να διαθέτη και αυτο-κατωτερότητα (Πολιτεία IV 430 E). Μια τέτοια εριστική διαμάχη τών λέξεων απηχείται μόνον εδώ. Πράγματι, δεν είχε καταθέσει ο Πλάτων στην «Πολιτεία» (430 Ε κ.ε.) αυτήν την εννοιολογική διατύπωση της «αυτο-κυριαρχίας», για να αποσαφηνίση με τη βοήθειά της και στον αγώνα ενάντια σε κείνη την εριστική την πραγματική δομή τής κυριαρχίας μέσα στον κάθε άνθρωπο και στην πολιτειακή κοινότητα; Αρνείται λοιπόν τώρα ο Αθηναίος (627 Β) να κατέλθη μαζί με τον Κλεινία στο εριστικό επίπεδο, υποδεικνύοντας με έμφαση το εξής: δεν πρόκειται για λεκτικά παιχνίδια (πονηριές...), αλλά για κάτι το εντελώς βασικό: για το τί είναι «εκ φύσεως» σωστό ή εσφαλμένο στους Νόμους. Κι αν ονομάζεται αυτο-κυριαρχία στον κάθε άνθρωπο, το να νικά το καλύτερο πάνω στο χειρότερο στοιχείο, τότε μπορούμε να μιλάμε με την ίδιαν έννοια και ως προς τις κοινότητες, μέχρι και την ίδιαν την πόλη, για μια νίκη επάνω στον εαυτό τους (Ας παρατηρήσουμε ότι ο παραλληλισμός ανάμεσα στον κάθε ξεχωριστό άνθρωπο και την πόλη είναι κι εδώ, όπως και στην «Πολιτεία», καθοδηγητικός). Έτσι έχει παραδεχθή, χωρίς να το έχη σχεδόν αντιληφθή, και ο Κλεινίας, ότι δεν είναι αυτόχρημα η νίκη, αλλά η νίκη τού καλύτερου ή, όπως «περιορίζει» διαφωτιστικά ο Αθηναίος το πολυσήμαντο της ελληνικής λέξης «καλύτερο», η νίκη του δίκαιου ο σκοπός τής πόλης.

Η βασική ωστόσο πρόταση μιας «εχθρότητας» ή «αντιπαλότητας» απλώς περιορίστηκε, αλλά δεν υπερκεράστηκε. Και η προσοχή στρέφεται τώρα στην πιο «επικεντρωμένη» κοινότητα, μιαν οικογένεια ανόμοιων, δίκαιων και αδίκων, και άρα εχθρικών αναμεταξύ τους αδελφών. Προτείνεται λοιπόν τώρα και η παρουσία ενός «δικαστού». Ο οποίος μπορεί είτε να εξολοθρεύση τους άδικους, είτε να καταστήση τούς καλούς κυρίαρχους πάνω στους κακούς, είτε – κι αυτό θα ήταν το ύψιστο – να εγκαθιδρύση συνεχή συμφιλίωση ανάμεσα στους εχθρευόμενους αδελφούς και να θεμελιώση μέσω διαρκών και μόνιμων «νόμων» τη φιλία τους. Έτσι πρέπει και στον μεγαλύτερο «κύκλο», που τον αποτελεί η κοινότητα της πόλης, ο νομοθέτης να έχη στραμμένο το βλέμμα του όχι στον πόλεμο προς τα έξω, αλλά στον εσωτερικό πόλεμο, την διχόνοια ανάμεσα στους πολίτες. Να μην την αφήση να ξεσηκωθή ή να τήν καταπραΰνη το δυνατόν ταχύτερα. Το δε ύψιστο εδώ «κατόρθωμα» δεν θα ήταν βέβαια η νίκη ενός κόμματος, αλλά η συμφιλίωση των αντιμαχομένων. Μ’ αυτό εξέπεσε και η «εχθρική» εκείνη θέση. Δεν είναι ο πόλεμος το «καλύτερο»˙ γιατί ακόμα και η νίκη δεν ανήκει στα «βέλτιστα», αλλά μόνο στα «αναγκαία». Σκοπός τής νομοθεσίας δεν μπορεί να είναι παρά η εσωτερική ειρήνη και η ομόνοια-σύμπνοια («φιλοφροσύνη»).

( συνεχίζεται )

Δεν υπάρχουν σχόλια: