Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2016

Β. Ξυδιάς: Έρωτας κι αγάπη (συνέχεια μια συζήτησης στο Αντίφωνο)

Βασίλης Ξυδιάς
Στα σχόλια που ακολουθούν την ανάρτηση της τηλεοπτικής εκπομπής “ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ”  με τον Χρ. Γιανναρά ετέθη το ερώτημα τί σχέση έχουν ο έρωτας κι η αγάπη[1]. Τη συζήτηση προκάλεσε μια ερώτηση που έθεσε ο καθηγητής θεολογίας  Σπ. Τσιτσίγκος:  «πιο κοντά στο ένστικτο τι βρίσκεται: η αγάπη ή ο έρωτας;» Αν και η “απορία” του Σπ. Τσιτσίγκου δεν αφορούσε το ίδιο το θέμα, αλλά ήθελε μ’ αυτή να δώσει ένα παράδειγμα των αντιφάσεων που χαρακτηρίζουν, υποτίθεται, γενικότερα τη σκέψη του Χρ. Γιανναρά, εγώ αντέδρασα στο ερώτημα μπαίνοντας στην ουσία. Έγραψα λοιπόν ένα σχόλιο όπου λέω τα ακόλουθα: «Η διάκριση έρωτα και αγάπης είναι ένα απ’ τα πνευματικά θεμέλια του δυτικού πολιτικού στη ριζική διαφορά του προς την ορθόδοξη χριστιανική ανατολή, για την οποία δεν υπάρχει ουσιώδης διαφορά μεταξύ των δύο.
Θα τολμούσα να πω ότι το ζήτημα αυτό χωρίζει τους δύο κόσμους εξίσου ή και περισσότερο από το filioque. Χαρακτηριστικό απ’ αυτή την άποψη είναι το κλασικό έργο του Λουθηρανού επισκόπου και καθηγητή συστηματικής θεολογίας Anders Nygren, Eros och Agape (Έρως και Αγάπη), 1930-1936, με το οποίο ο Σουηδός προτεστάντης κατηγορεί τους Πατέρες της Εκκλησίας ότι επηρεασμένοι από την ελληνική φιλοσοφία μπέρδεψαν τις δύο αυτές έννοιες, προκαλώντας σύγχυση στην Εκκλησία (μέχρι «ευτυχώς» να έρθει ο Λούθηρος για να βάλει τα πράγματα στη θέση τους).
Το ότι για όλους μας σήμερα είναι σχεδόν αυτονόητο ότι άλλο αγάπη κι άλλο έρως, είναι ενδεικτικό της βαθειάς και βιωματικά χωνεμένης αποξένωσης που έχουμε απ’ το χριστιανικό ορθόδοξο ήθος κι από την ελληνική σκέψη.» 
Στη δική μου τοποθέτηση πρώτος απάντησε ο Ν. Δεληνικόλας λέγοντας ότι συμφωνεί ως προς τη βασική θέση μου «ότι η διάκριση μεταξύ έρωτα και αγάπης αποτελεί απομάκρυνση από το χριστιανικό ορθόδοξο ήθος και από την ελληνική σκέψη», αρκεί εγώ να παραδεχτώ «ότι η αποξένωση αυτή χρονολογείται από το Συμπόσιο του Πλάτωνα»[2]. Αντ’ αυτού εγώ επέμεινα πως «η ουσιαστική ταύτιση αγάπης και έρωτα ισχύει κατ' εξοχήν στον Πλάτωνα και στο Συμπόσιο». Και προχώρησα λέγοντας: «Αγαπάμε αυτό που μας ελκύει· δεν υπάρχει αγάπη χωρίς έρωτα. Μπορεί να υπάρχει παραπάνω από ένα είδος αγάπης ή έρωτα (πιο ενστικτώδες ή πιο πνευματικό κλπ), αλλά αυτό δεν έχει να κάνει με την υποτιθέμενη διαφορά μεταξύ των δύο.» Το είπα αυτό έχοντας κατά νου την άποψη του Πλάτωνα στο Συμπόσιο, αλλά θα μπορούσα να το ισχυριστώ και γενικότερα. 
Μετά απ’ αυτά στη συζήτηση επανήλθε ο Σπ. Τσιτσίγκος[3], συνεπικουρούμενος από τον φίλο Π. Κλιματσάκη[4]. Και οι δυο μαζί αμφισβήτησαν τον δικό μου γενικευτικό, όπως τον χαρακτήρισαν αφορισμό, ότι αγάπη και έρωτας εν πολλοίς συμπίπτουν τόσο στην αρχαία ελληνική όσο και στη χριστιανική ορθόδοξη σκέψη, και ζήτησαν σαφείς ορισμούς των εννοιών. (Μάλιστα ο Σπ. Τσιτσίγκος απαίτησε και παραπομπές! Προφανώς ή δεν την είδε ή δεν του αρκούσε η “παραπομπή” στον A. Nygren. Θα μπορούσα λοιπόν να προσθέσω και το πολύ κατατοπιστικό βιβλίο του Στέλιου Ράμφου, Φιλόσοφος και Θείος Έρως, Αρμός, 1999.)
Έχω όμως τη γνώμη πως δεν μας λείπουν οι ορισμοί και οι προσδιορισμοί. Αυτό που μας λείπει είναι η εμπειρία του πράγματος και η εξ αυτής κατανόηση· το συλλογικό δηλαδή αναχώνεμα αυτής της εμπειρίας δια του κοινού λόγου. Και – ειρήσθω εν παρόδω – βασικό εμπόδιο σ’ αυτό είναι η σχολαστική συνήθεια να κατακερματίζει κανείς τα πράγματα με βάση την επιστημονική σκοπιά· “ψυχολογική”, “φιλοσοφική”, “θεολογική”, και δεν ξέρω ποια άλλη. Διότι δεν υπάρχει θεολογία που να μην είναι φιλοσοφία ή ψυχολογία, και το ίδιο ισχύει απ’ όποια άκρη κι αν το πιάσουμε. Έτσι λοιπόν επανέρχομαι στο θέμα, χωρίς ορισμούς (και χωρίς παραπομπές και υποσημειώσεις κε Τσιτσίγκο). 
Ξαναθέτω λοιπόν το ερώτημα: σε τί μοιάζουν και σε τί διαφέρουν αγάπη και έρωτας; Στην αγάπη φαίνεται σαν να είμαι έτοιμος να δώσω· ενώ στον έρωτα μοιάζει σαν να θέλω να πάρω. Το ερώτημα είναι: υπάρχει δόσιμο χωρίς πάρσιμο; Ή ακόμα καλύτερα: υπάρχει δόσιμο που δεν είναι ταυτοχρόνως και πάρσιμο; Η δυτική θεολογία απαντά “ναι”, ασφαλώς· και αυτό οφείλει να κάνει κάθε καλός χριστιανός: να δίνει χωρίς να παίρνει. Και το ίδιο απαντά σύσσωμος ο καντιανοθρεμμένος με το ηθικό ιδεώδες του αλτρουισμού δυτικός κόσμος (αρνητική αντανάκλαση της καπιταλιστικής ιδιοτέλειας). Το αυτό απαντούν και οι οργανωσιακής θεολογικής υποδομής Έλληνες χριστιανοί. Όμως η ανατολική θεολογία απαντά “όχι”· ο καλός χριστιανός είναι, και οφείλει να είναι, πνευματικά “ιδιοτελής”. Δίνει επιζητώντας το δικό του όφελος. Όλως περιέργως σ’ αυτόν τον “ωφελιμισμό” συμφωνούσε και ο Πλάτων. Μιλάμε λοιπόν για κάποιο είδος οφέλους που κάνει τον έρωτα και την αγάπη να μην είναι παρά οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Το ερώτημα είναι τί είδους όφελος είναι αυτό; 
Απαντώντας στο ερώτημα αυτό ο Πλάτων στο Συμπόσιο περνά μέσα απ’ την επιζήτηση της οντολογικής πληρότητας (βλ. τον έρωτα του άλλου μας μισού στον λόγο του Αριστοφάνη), για να καταλήξει σε ένα είδος διάσωσης του “εγώ” μέσα απ’ τη δημιουργική του υπέρβαση· μέσα από ένα είδος “γέννας”. Τουτέστιν, μιας ελεύθερης από καταναγκασμό δημιουργίας που οφείλεται στην επαφή με την ομορφιά (βλ. τη γέννα εντός της ομορφιάς στον λόγο της Διοτίμας). Επομένως εδώ ο έρωτας, σαν επιθυμία του άλλου, είναι ταυτοχρόνως και πρόγευση μιας δημιουργικής δυνατότητας του “είναι” που υπερβαίνει τον θάνατο. Αγαπάμε λοιπόν αυτόν ή αυτό που επιθυμούμε· που στον έναν ή στον άλλο βαθμό είμαστε ερωτευμένοι μαζί του· και που ο έρωτας αυτός και η αγάπη αυτή φτιάχνουν έναν ηδονικό δρόμο οντολογικής σωτηρίας. Λέω “ηδονικό” ακόμα κι αν περνά δια του μαρτυρίου. Κι έρχομαι έτσι στην πατερική παράδοση (την οποία, λυπάμαι, αλλά δεν θα τη διατρέξω όλη διαχρονικά κε Τσιτσίγκο).
“Ο έρωτάς μου σταυρώθηκε”, απαντούσε ο Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος στους εν Χριστώ αδελφούς του που αγωνίζονταν να τον σώσουν απ’ τον μαρτυρικό θάνατο. “Αφήστε λοιπόν τα θηρία να με κομματιάσουν”, τους έλεγε. Μιλώντας για έρωτα εδώ ο Άγιος Ιγνάτιος, φίλε Π. Κλιματσάκη, δεν χρησιμοποιεί “άλλως” τον όρο απ’ ό,τι ο Πλάτων. Τον χρησιμοποιεί με τον ίδιον ακριβώς τρόπο. Μπορεί κατά περίπτωση να διαφέρει το αντικείμενο του έρωτα, και επομένως και ο τρόπος της αγάπης, αλλά αυτό, όπως έλεγα και στην απάντησή μου προς τον Ν. Δεληνικόλα, έχει να κάνει με διαφορετικά “ζεύγη” αγάπης και έρωτα, κι όχι με τη διαφορά έρωτα και αγάπης μεταξύ τους. Σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να υπάρξει αγάπη χωρίς έρωτα. Ο Χρ. Γιανναράς έχει κατ’ επανάληψη επισημάνει ότι οι Πατέρες της Εκκλησίες δίνουν διαφορετική απάντηση απ’ τους Έλληνες φιλοσόφους στα οντολογικά ερωτήματα, όμως τα κατανοούν με τον ίδιο μ’ αυτούς τρόπο· αντίθετα προς τους σχολαστικούς θεολόγους ή τους νεώτερους μετά τον διαφωτισμό φιλοσόφους που κατανοούν τα αρχαία ερωτήματα μ’ έναν τελείως διαφορετικό τρόπο, διαστρέφοντάς τα ακόμα και όταν μοιάζουν να υιοθετούν τις δικές τους απαντήσεις – ιδίως τότε.
Για τον ανατολικό, λοιπόν, χριστιανισμό, που δεν ξεχωρίζει την αγάπη απ’ τον έρωτα, αγαπώ αυθεντικά μόνον όταν βλέπω κάτι όμορφο στον άλλον (είτε ως γεγονός, είτε ως εν τω γεννάσθαι ενδεχόμενο)· και αγαπώ σημαίνει υπηρετώ αυτήν την ομορφιά, που την επιθυμώ γιατί δίνει άλλη διάσταση στη δική μου ύπαρξη. Μ’ άλλα λόγια αγαπώ κάτι που αξίζει. Αντίθετα, για τον δυτικό χριστιανισμό – και για τον δυτικό κόσμο – που διακρίνει την αγάπη απ’ τον έρωτα, αγαπώ σημαίνει προσφέρω ανεξάρτητα αν το αντικείμενο της αγάπης μου το αξίζει πραγματικά. Είναι η δική μου πνευματική ανωτερότητα που με κάνει ν’ αγαπώ, κι όχι αυτό που είναι ο άλλος για μένα. Η πνευματική αυτή ανωτερότητα είναι “δική μου”, ακόμα κι αν αυτή προκύπτει μέσα απ’ τη σχέση με τον Θεό. Σε καμιά περίπτωση δεν έχει να κάνει με το αντικείμενο της αγάπης.
Είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς ότι οι δύο αυτές αντιλήψεις χτίζουν δυο διαφορετικούς κόσμους; Φανταστείτε, φερ’ ειπείν, την ποιμαντική ή την παιδαγωγική που απορρέουν απ’ τη μια κι απ’ την άλλη προσέγγιση. Στη μια περίπτωση ο ποιμένας ή ο παιδαγωγός αγαπά το ποίμνιο ή τον παιδαγωγούμενο, ερωτευμένος με αυτό που υπάρχει στον πυρήνα τους, και επιζητεί να το “μορφώσει” (=να του δώσει μορφή) και μέσα απ’ αυτή τη “μόρφωση” του άλλου να κερδίσει τη δική του οντολογική πληρότητα ή αναγεννητική αναβάθμιση. Ενώ στην άλλη περίπτωση η αγάπη του ποιμένα ή του παιδαγωγού δεν έχει καμία σχέση μ’ αυτό που είναι το ποίμνιο ή ο παιδαγωγούμενος. Ο παιδαγωγός οφείλει να αλλάξει τον παιδαγωγούμενο έξωθεν, με βάση κάποιο “αντικειμενικό” πρότυπο, κι όχι να ανασύρει μια δική του εγγενή, πιθανόν κρυμμένη ή ανενεργή, δυνατότητα. Είναι δύσκολο να αναγνωρίσει κανείς σ’ αυτό το σχήμα όλο το δράμα του δυτικού πολιτισμού, από την ιερά εξέταση ως τις σύγχρονες ολοκληρωτικές ουτοπίες του κομμουνισμού και του φασισμού;
Θα μπορούσα να προχωρήσω στις διαπροσωπικές σχέσεις, στην οικογένεια, στο ανδρόγυνο κλπ. Θα βρούμε κι εδώ τους δύο τρόπους· τις δύο προσεγγίσεις. Ξεφεύγουμε όμως απ’ τα όρια ενός διαδικτυακού διαλόγου. Αρκούμαι λοιπόν να πω πως έχει δίκιο ο Σπ. Τσιτσίγκος ότι χρειάζεται σοβαρή σπουδή. Υπό την προϋπόθεση ότι η σπουδή αυτή δεν είναι ακαδημαϊκή, δεν αποτελεί άθροισμα παραπομπών και υποσημειώσεων, και κυρίως, θέτει ερωτηματικό σε βασικά στερεότυπα που διέπουν τη σκέψη μας και τη ζωή μας. Ένα απ’ αυτά τα στερεότυπα έχει να κάνει με τον διαχωρισμό έρωτα και αγάπης και το συναφές μ’ αυτό δίλημμα μεταξύ ιδιοτέλειας και αλτρουισμού.[5]

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 
[1] Θεώρησα σκόπιμο να μεταφέρω τη συζήτηση αυτή σε ξεχωριστό άρθρο, έτσι ώστε να μην μονοπωλήσουμε τα σχόλια που ακολουθούν την ανάρτηση με την εκπομπή του Χρ. Γιανναρά, και να μην αποπροσανατολίσουμε τη συζήτηση σ’ ένα άσχετο θέμα.
[2] Ιδού ολόκληρο το σχόλιο του Νίκου Δεληνικόλα: «Θα συμφωνήσω με τον Βασίλη Ξυδιά, ότι η διάκριση μεταξύ έρωτα και αγάπης αποτελεί απομάκρυνση από το χριστιανικό ορθόδοξο ήθος και από την ελληνική σκέψη, αν παραδεχτεί ότι η αποξένωση αυτή χρονολογείται από το Συμπόσιο του Πλάτωνα, ο οποίος πράγματι δεν εκφράζει την ελληνική σκέψη της εποχής του, ιδιαίτερα η φριχτή θεωρία περί έρωτα που ο Πλατωνοσωκράτης εμφανίζει την Διοτίμα να διδάσκει και πρώτιστα το “θεὸς δὲ ἀνθρώπῳ οὐ μίγνυται”. Το θέμα χρειάζεται ξεκαθάρισμα, γιατί πρόσφατα ο π. Λουδοβίκος ισχυρίστηκε ότι οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ακριβώς σε αυτό το ανόητο ρητό, μολονότι όλοι θυμούμαστε ότι πλήθος θρησκευτικών δογμάτων και εκδοχών των αρχαίων Ελλήνων, λαϊκών και πιό “φιλοσοφημένων”, φρονούσαν ότι ο θεός με τον άνθρωπο μίγνυται και παραμίγνυται, ενίοτε και απρεπώς, κατηγόρησαν δε τον Σωκράτη και αργότερα τον Πλάτωνα ότι εισάγουν καινά (ή κενά;) δαιμόνια. Το λάθος τους ήταν ότι του έδωσαν το κώνειο, ενώ έπρεπε μόνο να τον ειρωνευτούν, όπως αριστουργηματικά έκανε ο ευσεβής Αριστοφάνης. (Φυσικά μιλώ για τον Πλατωνοσωκράτη. Οι άλλες σχολές δεν συμφωνούσαν με την πλατωνική εκδοχή του Σωκράτη, αν θυμάμαι καλά).» 
[3] Ιδού ολόκληρο το σχόλιο του Σπ. Τσιτσίγκου: «Κύριε Ξυδιά, θα πρέπει να προσδιορίσετε τι εννοείτε ψυχολογικά (και με παραπομπές) ως έρωτα και τι φιλοσοφικο-θεολογικά ως αγάπη, δεδομένου, για παράδειγμα, ότι ο ίδιος ο Kierkegaard που είχε εμπεδώσει τον Σωκράτη, διακρίνει μεταξύ δυο ειδών "αγάπης". Αν ως έρωτα εννοείτε τη σφοδρή αγάπη, το κατανοώ, αν και στους Πατέρες τής Εκκλησίας αποφεύγεται ο όρος έρως, διότι υπαινίσσεται ένα δυαδικό πάθος, ενώ η αγάπη μια ελεύθερη, συνειδητή και λογική δοτικότητα προς πάντας. Ο όρος "μανικός έρως" για τον Θεό είναι ανθρωπομορφικά παιδαγωγικός. Εν πάση περιπτώσει, για να μη συγχέουμε τα πράγματα, θα πρέπει να συμφωνήσουμε, κατ' αρχήν, ότι άλλος ο αρχαιοελληνικός τρόπος τού σκέπτεσθαι και άλλος ο ιουδαιοχριστιανικός (βλ. Α. Χαστούπη), πράγμα που τόσο ο Καθηγητής Γιανναράς, όσο και ο κ. Ξυδιάς αρνούνται, όπως φαίνεται. Κανείς δεν μπορεί αυθαίρετα και ατομικά να μονοπωλεί και εκφράζει το φρόνημα της "Ορθόδοξης χριστιανικής Ανατολής" και το "χριστιανικό ορθόδοξο ήθος", ακόμα και αν βρείτε μια παραπομπή σε ένα μόνο Πατέρα τής Εκκλησίας (βλ. Consesus Patrum). Απαιτείται η διαχρονική σπουδή όλης τής Πατερικής Παράδοσης. Ο Καθηγητής κ. Γιανναράς αγωνίζεται χρόνια να μας πείσει ότι η Ορθοδοξία είναι απλώς η συνέχεια της Ομηρικής εποχής, με τις "κοινότητες" κ.λπ. Έτσι, προσέλαβε και κατανόησε την Ορθόδοξη Εκκλησία. Οριζόντια μάλλον ως μια διαπροσωπική (αγαπητική ή μάλλον ερωτική) σχέση. Παρακαλώ, ψάξτε στις πηγές και παραπέμψτε σε αυτές. Οι γενικολογίες δεν έχουν θέση σε μια σοβαρή επιστημονική συζήτηση. Κύριε Ξυδιά, νομίζετε ότι η σχέση αγάπης και έρωτα είναι απλώς ποσοτική. Πόθεν προκύπτει ο απόλυτος αφορισμός σας αυτός; Αυτό είναι λάθος και γραμματολογικά (ιστορικά και πολιτιστικά), και εμπειρικά, και ψυχολογικά, και φιλοσοφικά, και θεολογικά (Πατερικά). Αλλ' εν πάση περιπτώσει, αν η θρησκεία είναι έρωτας, γιατί ο κ. Γιανναράς την ξορκίζει ως "ένστικτο"; Γιατί προφανώς δεν αποδέχεται μια εξωστρεφή και κατώτερη (τυπολατρική) θρησκευτικότητα, αλλά μια ανώτερη ή βαθύτερη πνευματικότητα, η οποία ωστόσο δεν λειτουργεί με ορμέμφυτα.» // Πρέπει να ομολογήσω ότι δυσκολεύομαι να παρακολουθήσω τον συλλογισμό του Σπ. Τσιτσίγκου. Απ’ τα λίγα που καταφέρνω να πιάσω, θα είχα να παρατηρήσω τα εξής: (α) Το ότι «στους Πατέρες της Εκκλησίας αποφεύγεται ο όρος έρως» και το ότι ο «όρος "μανικός έρως" για τον Θεό είναι ανθρωπομορφικά παιδαγωγικός» ομολογώ ότι όχι απλώς δεν το ήξερα, αλλά δεν θα μπορούσα να το φανταστώ. Φαίνεται ότι τα βιβλία της δικής μου βιβλιοθήκης λένε άλλα απ’ τα δικά του. (β) Αυτά που μου αποδίδει ως δικές μου απόψεις δεν με αφορούν. Εγώ δεν αντιλαμβάνομαι τον έρωτα ως “σφοδρή αγάπη” και δεν νομίζω “ότι η σχέση αγάπης και έρωτα είναι απλώς ποσοτική”. Επομένως οι αντιφάσεις στις οποίες βρίσκει να υποπίπτω δεν είναι δικές μου. (γ) Μου κάνει εντύπωση πώς απ’ τη μια απορρίπτει τις γενικολογίες και απαιτεί διαχρονική σπουδή με ακριβείς παραπομπές κτό, και απ’ την άλλη ξεμπερδεύει σε μισή φράση με τον Χρ. Γιανναρά, λέγοντας ότι «αγωνίζεται χρόνια να μας πείσει ότι η Ορθοδοξία είναι απλώς η συνέχεια της Ομηρικής εποχής, με τις "κοινότητες" κ.λπ.» Δίπλα πέρασε, αλλά δεν ακούμπησε. (δ) Από και πέρα, το πώς αντιλαμβάνεται γενικότερα τις προϋποθέσεις της επιστημονικής συζήτησης και του επιστημονικού γραψίματος, καλύτερα να τα αφήσουμε. Έχω μόνο μια απορία τόσα χρόνια που τον βλέπω να γράφει με τόσο κόπο όλα αυτά τα περισπούδαστα (με τις παραπομπές, τις υποσημειώσεις, και την εμφανή αγωνία να δείξει τη “διαχρονική σπουδή” και την πολυμάθειά του για πράγματα που στην πραγματικότητα δεν τον αγγίζουν). Αναρωτιέμαι: δεν έχει βρεθεί κάποιος ομόλογός του εκεί στο Πανεπιστήμιο ή κάποιος άλλος που να τον αγαπά πραγματικά, να του μιλήσει για το Rexona;
[4] Ιδού το σχετικό κομμάτι από το σχόλιο του Παύλου Κλιματσάκη: «απορούσα, πώς η ενδιαφέρουσα παρέμβαση του κ. Τσιτσίγκου δεν είχε ανάψει τα αίματα και τα πνεύματα. Για εμένα είναι σαφές πώς η συζήτηση παραπέμπει στην ανάγκη ορισμών. Κατά τον Αριστοτέλη η αγάπη είναι πάθος (!), ενώ η φιλία έξη και η αρετή ανάμεσα στους όμοιους. Βλέπετε εύκολα ότι οι όροι χρησιμοποιούνται άλλως απ' ότι στον Χριστιανισμό. Επομένως, ερώτημα: τί σημαίνει "αγαπάτε αλλήλους"; …»
[5] Στην ανάρτηση του Χρ. Γιανναρά η συζήτηση συνεχίστηκε και μ’ άλλα ενδιαφέροντα σχόλια, όπως αυτά του Νίκου Δεληνικόλα, του Αλέξανδρου Μιστριώτη, και ενός … Παρατυχόντα. Όμως αφορούν γενικότερα την ανάγνωση του Πλάτωνα και όχι το ειδικότερο θέμα του έρωτα και της αγάπης. Κι επιπλέον, τα σχόλια αυτά δημοσιεύθηκαν αφού είχε ήδη γραφτεί τούτο το κείμενο. Ως προς τα θέματα που εθίγησαν σ’ αυτά επιφυλάχθηκα για κάτι πιο σοβαρό στο μέλλον.

ΣΧΟΛΙΟ: Αγάπα τόν πλησίον σου ώς σεαυτόν. Καί ποιός είναι ο πλησίον; Είναι όλα γνωστά. Γιατί παρακάμπτονται; Ο πλησίον είναι ο Κύριος ο οποίος μάς μεταφέρει ημιθανείς στήν εκκλησία, μάς πληρώνει τά έξοδα, μάς δίνει τήν Χάρη Του καί μάς σώζει. Τό αγαπάτε αλλήλους αφορά τούς μαθητές Του. Διότι μάς λέει νά αγαπάμε τούς εχθρούς μας όχι τούς εχθρούς Του. Γνώμες...λέξεις πού δέν είναι ποτισμένες στήν εμπειρία τής Μετανοίας καί φτάνουν νά εκφράσουν τήν μηδενιστική άποψη.
"Διότι ακόμα και σε μια κατάσταση πνευματικής «αρπαγής» του ανθρώπου από τον Θεό – αλλοίωσης της ανθρώπινης ερωτικής ορμής και μετατροπής της σε θεία – ακόμα και στην περίπτωση αυτή, ο άνθρωπος παραμένει ολόκληρος, μαζί με την ψυχολογία του. Επομένως ο «θείος» έρωτας για τον οποίο μιλούν οι ασκητές δεν είναι τίποτα άλλο από ανθρώπινος έρωτας στην κατάσταση της ένωσης του ανθρώπου με τον Θεό· στην κατάσταση της ενχριστώσεως, όπου η ανθρώπινη φύση εναρμονίζεται κατά Χάριν πλήρως και ολοκληρωτικά με τη θεία.(!;;;)"

Στήν ελλάδα συνεχίζουμε νά είμαστε ότι δηλώνουμε. Υπακούοντας στήν αποκρυφιστική ιδέα τής σωματοποιήσεως, τήν οποία θά δούμε καλύτερα στήν συνέχεια. Νομίζοντας ότι είμαστε ορθόδοξοι.

Αμέθυστος

Δεν υπάρχουν σχόλια: