Συνέχεια από: Κεφάλαιο VΙ
Giovanni Reale ΠΛΑΤΩΝ
VΙI
Η ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΤΟΥ «ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΠΛΟΥ» ΚΑΙ Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ ΤΟΥ ΝΟΗΤΟΥ ΜΕΤΑΑΙΣΘΗΤΟΥ ΟΝΤΟΣ
Η θεωρία των «Ιδεών» και η διδασκαλία των «Πρώτων και Υπέρτατων Αρχών»
Η εμβληματική μεταφορά της «του δεύτερου πλου» που παρουσιάζεται στο καίριο σημείο του Φαίδωνα και η σημασία της
ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΟΛΑ ΟΣΑ ΕΙΠΑΜΕ για το μεγαλείο του Πλάτωνα ως ποιητή, έρχεται αμέσως στον νου η αρχή που διατύπωσε παραστατικά ο Βίκο με εύγλωττο τρόπο: «Ότι η ποιητική λογική καθορίζει ότι είναι αδύνατο κάποιος να είναι ταυτόχρονα ποιητής και μεταφυσικός εξίσου υποβλητικός, επειδή η μεταφυσική αποσπά τον νου από τις αισθήσεις, ενώ η ποιητική ικανότητα πρέπει να εμβαπτίζει ολόκληρο τον νου στις αισθήσεις· η μεταφυσική υψώνεται πάνω από τα καθόλου (από τα καθολικά), ενώ η ποιητική ικανότητα πρέπει να εμβαθύνει στα ιδιαίτερα, στα μερικά» (Vico, Αρχές της νέας επιστήμης, XI [821]).
Η ανακάλυψη του κόσμου των Ιδεών και των νοητών Μορφών
Με τον δεύτερο πλου, λοιπόν, πραγματοποιείται το πέρασμα από τον αισθητό κόσμο στον υπεραίσθητο, και έτσι επιτυγχάνεται η ανακάλυψη της “αληθινής αιτίας”, που δεν είναι φυσική, και η οποία μόνη μπορεί να εξηγήσει τη γέννηση και την ύπαρξη των φυσικών πραγμάτων — διότι χωρίς αυτήν, ο αισθητός κόσμος, εγκαταλειμμένος στον εαυτό του, θα βρισκόταν σε ανυπέρβλητες αντιφάσεις.
Συνεπώς, ο «δεύτερος πλους» οδηγεί στην ανακάλυψη του κόσμου των Ιδεών ή νοητών Μορφών, με όλες τις φιλοσοφικές συνέπειες που αυτό συνεπάγεται.
Διαβάζουμε στον Φαίδωνα:
«Πρόκειται να σου δείξω, λοιπόν, τι είδους αιτία επεξεργάστηκα· και γι’ αυτό επιστρέφω ξανά σε εκείνα τα ζητήματα για τα οποία έχουμε μιλήσει πολλές φορές, και ξεκινώ απ’ αυτά, λαμβάνοντας ως αφετηρία το αξίωμα ότι υπάρχει το Αυτοκαθ’αυτό Καλό, το Αυτοκαθ’αυτό Όμορφο, το Αυτοκαθ’αυτό Μεγάλο και ούτω καθεξής.
[...] Τώρα δες αν οι συνέπειες που απορρέουν από αυτά τα αξιώματα σου φαίνονται ίδιες με αυτές που φαίνονται και σε μένα. Εμένα μου φαίνεται ότι, αν υπάρχει κάτι άλλο που είναι όμορφο, εκτός από το Όμορφο καθ’ εαυτό, δεν είναι ωραίο για κανέναν άλλον λόγο, παρά μόνο επειδή μετέχει στο Όμορφο καθ’ εαυτό· και το ίδιο λέω και για όλα τα άλλα πράγματα.
[...] Γι’ αυτό και δεν κατανοώ πια ούτε αναγνωρίζω άλλες αιτίες, όπως αυτές που αναφέρουν οι σοφοί. Αν κάποιος μου λέει πως ένα πράγμα είναι ωραίο λόγω του ζωηρού του χρώματος ή λόγω της φυσικής του μορφής ή για άλλους τέτοιους λόγους, αποχαιρετώ όλες αυτές τις αιτίες και τις αφήνω κατά μέρος, γιατί μέσα σε αυτές χάνω τον εαυτό μου (-όλες τους μου προκαλούν ταραχή), και κρατώ για μένα μόνο αυτό, απλά, ίσως και αφελώς:
ότι τίποτε δεν είναι ωραίο για άλλον λόγο, παρά μόνο επειδή συμμετέχει στην καθαυτήν Ωραιότητα – ή ό,τι κι αν είναι αυτός ο τρόπος με τον οποίο συμβαίνει η σχέση αυτή: γιατί προς το παρόν δεν επιμένω να προσδιορίσω τον τρόπο, αλλά επιμένω απλά να πω ότι όλα τα πράγματα είναι ωραία εξαιτίας του Ωραίου.
Αυτή μου φαίνεται η πιο ασφαλής απάντηση – για μένα και για κάθε άλλον· και, καθώς κρατιέμαι από αυτήν, νομίζω πως δεν πρόκειται να παρασυρθώ, και πως είναι ασφαλές, για μένα και για τον καθένα, να λέμε ότι τα ωραία είναι ωραία εξαιτίας της Ωραιότητας» (Φαίδων, 100b–e).
Το παράδειγμα της ομορφιάς είναι πολύ σαφές: η ομορφιά του πίνακα που ζωγραφίζει ο ζωγράφος ή του αγάλματος που σμιλεύει ο γλύπτης δεν μπορούν να εξηγηθούν με βάση τα φυσικά στοιχεία που χρησιμοποιούν ο ζωγράφος και ο γλύπτης για να δημιουργήσουν τα έργα τους, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αναχθεί στο χρώμα, στον καμβά, στο μάρμαρο ή σε οποιοδήποτε άλλο υλικό χρησιμοποιούν οι καλλιτέχνες. Αυτά τα στοιχεία δεν είναι οι «πραγματικές αιτίες» της ομορφιάς, αλλά μόνο «συν-αιτίες», δηλαδή τα μέσα για την πραγματοποίηση της Ομορφιάς-καθ'-αυτήν-και-για-αυτήν (της Ωραιότητας καθαυτής και για τον εαυτό της). Στο απόσπασμα που διαβάσαμε, ο Πλάτωνας μιλάει για το Όμορφο-καθ'-αυτό-και-για-αυτό (Ωραίο καθαυτό και για τον εαυτό του), αλλά πιο κάτω χρησιμοποιεί τον όρο Ιδέα και τον αντίστοιχο όρο Εἶδος, που είναι οι τεχνικοί όροι που εκφράζουν την ίδια την ουσία, τη μορφή ή τη μετααισθητή φύση του Όμορφου, που πραγματοποιείται στα αισθητά φαινόμενα.
Ένα σύγχρονο παράδειγμα μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε καλά αυτό που θέλει να πει ο Πλάτων:
Ο Μπετόβεν συνέθεσε εκείνο το αριστούργημα της ένατης συμφωνίας όταν ήταν εντελώς κουφός. Η ένατη συμφωνία είναι ένα εξαιρετικό ηχητικό σύμπαν, του οποίου η ομορφιά δεν ανάγεται καθόλου στους ήχους, όσο περίπλοκοι κι αν είναι — ήχοι που κυμαίνονται από εκείνους της ορχήστρας έως εκείνους της χορωδίας και των σόλο φωνών.
Η ομορφιά της δεν έγκειται στους ήχους καθαυτούς, αλλά σε αυτό που "δένει" και "συγκρατεί" αυτούς τους ήχους, δίνοντας στον καθένα τους και σε όλους την καλύτερη δυνατή θέση, τόσο καθ’ εαυτόν όσο και σε σχέση μεταξύ τους, έτσι ώστε να συγκροτήσουν εκείνο το ενιαίο αρμονικό σύνολο που πραγματώνει ένα συγκεκριμένο νοητό σχέδιο – μια Μορφή ή Ιδέα "μετα-ηχητική", που εκδηλώνεται φυσικά σε ηχητική διάσταση.
Και όποιος αγαπά τη μουσική, ξέρει καλά ότι δεν αρκεί ένας μαέστρος και η ορχήστρα να εκτελέσουν την εν λόγω συμφωνία τέλεια από ηχητική άποψη (με απόλυτη ακουστική τελειότητα), για να εκφράσουν εκείνη την Ιδέα του ωραίου που ο Μπετόβεν θέλησε να αποδώσει με την ένατη συμφωνία· μια Ιδέα που δεν ανάγεται και δεν περιορίζεται στους καθαρούς ήχους (που είναι «συν-αιτίες» και «μέσα»), δηλαδή στη διάσταση του καθαρά «ηχητικού», αλλά αναφέρεται σε εκείνο το περαιτέρω μετα-ηχητικό, δηλαδή σε εκείνη την Ιδέα του Ωραίου από την οποία εμπνεύστηκε ο Μπετόβεν.
Και το παράδειγμα ενός "κουφού" που συνθέτει ένα αριστούργημα ήχων όπως η ένατη συμφωνία, αποτελεί την πιο χαρακτηριστική απεικόνιση αυτού που ο Πλάτων δηλώνει ότι κατόρθωσε να προσεγγίσει με τον "δεύτερο πλου".
Φυσικά, αυτό που ισχύει για την ομορφιά, λέει ο φιλόσοφός μας, ισχύει και «για όλα τα πράγματα».
Η σημασία των όρων «Ιδέα» και «Εἶδος» στον Πλάτωνα
Ένα σημαντικό ζήτημα πρέπει να διευκρινιστεί αμέσως: η σημασία που έχουν στον Πλάτωνα οι όροι Ιδέα και Εἶδος.
Το ζήτημα είναι αρκετά περίπλοκο, διότι ο όρος «Ιδέα» δεν είναι μετάφραση αλλά απλώς μεταγραφή του αρχαίου ελληνικού όρου. Η ακριβής μετάφραση θα ήταν «Μορφή». Αντίθετα, ο όρος «Εἶδος» έχει αποδοθεί σωστά ως Μορφή. Άρα, Ιδέα και Εἶδος έχουν το ίδιο νόημα, την ίδια σημασία.
Ωστόσο, ο όρος «Ιδέα» έχει αποκτήσει για εμάς μια πολύ διαφορετική σημασία από αυτήν της Μορφής, καθώς υποδηλώνει ένα νοητικό περιεχόμενο, μια έννοια, μια σκέψη, μια διανοητική αναπαράσταση. Η λέξη «Ιδέα» πήρε αυτή τη σημασία περνώντας πρώτα από τη θεολογική και σχολαστική σκέψη, όπου υποδήλωνε τις σκέψεις του Θεού, και στη συνέχεια από τη νεότερη φιλοσοφία, όπου, με τους ορθολογιστές και τους εμπειριστές, έλαβε το νόημα των εννοιών του ανθρώπινου νου.
Αν όμως διευκρινιστεί επαρκώς η αρχική σημασία, ο όρος Ιδέα μπορεί κάλλιστα να διατηρηθεί, παράλληλα με τον όρο Μορφή, ο οποίος, πάντως, πρέπει επίσης να διευκρινιστεί, καθώς —όπως θα δούμε αμέσως— δεν δηλώνει τη αισθητή μορφή, αλλά τη μετααισθητή.
Οι όροι Ιδέα και Εἶδος στα ελληνικά προέρχονται από το ρήμα ἰδεῖν, που σημαίνει «βλέπω». Στη προφιλοσοφική σημασία τους, οι όροι αυτοί δήλωναν την ορατή μορφή των πραγμάτων, το αισθητό. Από τον Πλάτωνα και έπειτα —με κάποιες μερικές και αποσπασματικές προαναγγελίες στους Αναξαγόρα και Δημόκριτο— αρχίζουν να δηλώνουν την «εσωτερική μορφή», δηλαδή τη συγκεκριμένη φύση ή ουσία των πραγμάτων, το αληθινό είναι των πραγμάτων. Αλλά μόνο με τον Πλάτωνα, και ειδικά μέσω του ποιοτικού άλματος που επιτελεί με τον λεγόμενο «δεύτερο πλου», κάτι τέτοιο κατέστη δυνατό.
Ο Friedlaender έγραψε ότι «ο Πλάτων διέθετε [...] το πλαστικό μάτι του Έλληνα, ένα μάτι της ίδιας φύσης με εκείνο με το οποίο ο Πολύκλειτος είδε τον κανόνα [...], και επίσης της ίδιας φύσης με εκείνο του Έλληνα μαθηματικού που έστρεφε το βλέμμα στις καθαρές γεωμετρικές μορφές. Θα μπορούσε να φανεί πως ο Πλάτων ήταν ενήμερος για αυτό το χάρισμα, που μεταξύ όλων των στοχαστών έτυχε σ' εκείνον σε μεγαλύτερο βαθμό [...]».
Πράγματι, στον Πλάτωνα οφείλεται η δημιουργία εκφράσεων όπως «το μάτι του νου» ή «το μάτι της ψυχής» («η όραση του νου», «η όραση της ψυχής»)*, για να δηλωθεί η ικανότητα του νοός να συλλαμβάνει την ουσία των πραγμάτων. Οι αναλογίες ανάμεσα στη σωματική όραση και στη νοητική όραση είναι λοιπόν φανερές: αυτά που αντιλαμβανόμαστε με τα σωματικά μάτια είναι σωματικές μορφές, ενώ αυτά που συλλαμβάνουμε με το μάτι της ψυχής, δηλαδή με τη νόηση, είναι μη-σωματικές μορφές, δηλαδή νοητές, καθαρές ουσίες.
Συνεπώς, οι Ιδέες που κατακτώνται μέσω του «δεύτερου πλου» είναι οι αιώνιες Μορφές ή Ουσίες του καλού, του ωραίου, του δικαίου και ούτω καθεξής. Είναι εκείνες οι πραγματικότητες που η Νόηση, όταν φτάσει στη διάσταση του νοητού και κινείται μέσα σ’ αυτή, μπορεί να τις κατακτήσει, άρα και να τις δει, να τις θεωρήσει.
----------
Οι οντολογικές και ενολογικές ιδιότητες των Πλατωνικών Ιδεών
ΩΣ ΣΥΝΕΠΕΙΑ ΟΣΩΝ ΕΙΠΩΘΗΚΑΝ, προκύπτει ότι το πρώτο ουσιώδες χαρακτηριστικό των Ιδεών είναι αυτό της «νοητότητας»: πράγματι, η νοητότητα εκφράζει εκείνη την ιδιαίτερη φύση των Ιδεών που συνίσταται στο ότι είναι αντιληπτές μόνο μέσω του νου:
«Και μήπως τα έχεις ποτέ αντιληφθεί με κάποια άλλη αίσθηση του σώματος; Δεν μιλώ μόνο για τα προαναφερθέντα πράγματα, αλλά και για το μέγεθος, την υγεία, τη δύναμη, και, με μια λέξη, για όλα τα άλλα πράγματα στην ουσία τους, δηλαδή για αυτό που είναι πραγματικά το καθένα από αυτά τα πράγματα. Λοιπόν: μήπως γνωρίζεται το πιο αληθινό στοιχείο αυτών μέσω του σώματος, ή, αντιθέτως, μόνο όποιος από εμάς έχει προετοιμαστεί να εξετάζει το κάθε τι αποκλειστικά με το νου, μόνο αυτός μπορεί να πλησιάσει περισσότερο τη γνώση κάθε ενός από αυτά τα πράγματα;» (Φαίδων, 65 D-E)*.
*Φαίδων, 65 D-E & 66 Α (ΚΕΙΜΕΝΟ - ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΙΩΑΝΝΗΣ Ε. ΠΕΤΡΑΚΗΣ)
- Και εδώ λοιπόν η ψυχή του φιλοσόφου δεν περιφρονεί [d] υπερβολικά το σώμα και φεύγει μακριά του, ενώ η ίδια δεν αποζητά να μένει μοναχή με τον εαυτό της;
- Αυτό φαίνεται.
- Και με τα επόμενα, Σιμμία, τι συμβαίνει; Θεωρούμε πως το δίκαιο είναι κάτι υπαρκτό ή όχι;
- Μα τι λες, βεβαίως ναι.
- Το ίδιο και το όμορφο και το καλό;
- Βεβαίως και είναι.
- Είδες ποτέ σου κάποιο από αυτά με τα μάτια σου;
- Ούτε ένα, είπε αυτός.
- Τα άγγιξες αυτά με κάποια άλλη αίσθηση του σώματος; Μιλώ για όλα τα πράγματα, το μέγεθος, την υγεία, τη δύναμη, με μια λέξη την αληθινή φύση όλων των πραγμάτων, αυτή με την οποία το καθένα είναι κάτι. [e] Άραγε η αλήθεια για αυτά γίνεται αντιληπτή μέσω του σώματος ή ισχύει το εξής ένας από εμάς ο οποίος ετοιμάζεται να νοηθεί σε βάθος (με το νου) και με ακρίβεια το καθετί που ερευνά, θα μπορούσε ο ίδιος να πλησιάσει τη γνώση του κάθε πράγματος;
- Ασφαλώς θα μπορούσε.
- Να λοιπόν ποιος θα ενεργήσει με τρόπο άμεμπτο, ο άνθρωπος που θα πλησιάσει με τον νου του και μόνον κάθε πράγμα, χωρίς τη βοήθεια της όρασης ενόσω διανοείται, και δεν θα σύρει μαζί του κάποια άλλη αίσθηση κατά την εργασία αυτή του νου. [66a] Με το να κάνει χρήση του νου και μόνον αυτού, χωρίς άλλη ανάμειξη, θα επιχειρήσει να αντιληφθεί καθετί αυτών που είναι, αυτό και μόνον, χωρίς άλλη ανάμειξη, στερημένος εξ άπαντος τα μάτια και τα αφτιά και, με μια λέξη, ολόκληρο το σώμα του, αυτό που φέρνει ταραχή και δεν επιτρέπει στη ψυχή να αποκτήσει την αλήθεια και τη γνώση, όταν συνδέεται μαζί της σωστά; Αυτός δεν είναι, Σιμμία, ο άνθρωπος που, περισσότερο από κάθε άλλον, θα κατορθώσει να φθάσει το ίδιο το είναι;
Στενά συνδεδεμένο με αυτό το χαρακτηριστικό είναι εκείνο της «ασωματότητας», της «άυλης φύσης». Πράγματι, το νοητό, καθότι δεν μπορεί να συλληφθεί από τις αισθήσεις που σχετίζονται με το σώμα, υπερβαίνει τη σωματική διάσταση και, με αυτή την έννοια, είναι «άυλο»:
«Διότι τα ασώματα όντα (άυλα πράγματα), τα οποία είναι τα πιο όμορφα και τα πιο μεγάλα, δείχνονται ολοκάθαρα μόνο μέσω του λόγου και με κανέναν άλλο τρόπο.»(Πολιτικός, 286 Α).
Επιπλέον, ο Πλάτων χαρακτηρίζει επανειλημμένα τις Ιδέες ως το «αληθινό ον», δηλαδή ως ένα ον που δεν γεννιέται, δεν φθείρεται, δεν αυξάνεται ούτε μειώνεται, δεν αλλάζει ούτε μεταβάλλεται κατά κανέναν τρόπο. Οι Ιδέες είναι το ον καθαυτό:
«Διότι ο συλλογισμός που κάνουμε δεν ισχύει μόνο για το Ίσο καθαυτό, αλλά και για το Ωραίο καθαυτό, το Αγαθό καθαυτό, το Ιερό (Όσιο) καθαυτό και για κάθε ένα από τα άλλα πράγματα, στα οποία, ρωτώντας και απαντώντας στις ερωτήσεις μας, βάζουμε τη σφραγίδα του “όντος καθαυτό” (αυτό που είναι).»(Φαίδων, 75 C-D).
Ως εκ τούτου, κατανοούνται καλά οι λόγοι για τους οποίους ο Πλάτων αποκαλεί την αναζήτηση που επιτελεί ο φιλόσοφος (σχετιζόμενη με τον «δεύτερο πλου» του) ως «έρευνα του είναι» («αναζήτηση του όντος») (Φαίδων 66C: τὴν τοῦ ὄντος θήραν), δηλαδή ως εκείνη τη μελέτη που είναι ικανή να φτάσει σε «εκείνο το ον που είναι πάντοτε, και δεν περιπλανιέται λόγω γέννησης και φθοράς» (Πολιτεία, VI 485 B, Μεταφραση Ι. Γρύπαρη : Ας πάρομε σα συμφωνημένο μεταξύ μας πως το κύριο χαρακτηριστικό του φιλοσόφου [485b] είναι ν᾽ αγαπά πάντα τη μάθηση που μπορεί να του φανερώσει κάτι από κείνη την αιώνια και αναλλοίωτη ουσία, που δεν γνωρίζει ούτε γένεση ούτε φθορά). Μιλά επίσης για μια «πραγματική άνοδο προς το ον», και αποκαλεί τις επιστήμες που προετοιμάζουν για τη διαλεκτική ακόμη και ως «μοχλός που τραβά την ψυχή από το γίγνεσθαι προς το είναι»(Πολιτεία, VII 521 D, Μεταφραση Ι. Γρύπαρη: Ποιό λοιπόν, φίλε μου Γλαύκων, να είναι εκείνο το μάθημα που μπορεί να τραβήξει την ψυχή από τα φθαρτά πράγματα στο καθαυτό ον;). Πράγματι, για να εξηγηθεί το γίγνεσθαι, οι Ιδέες προσφέρουν αυτό που το γίγνεσθαι χρειάζεται: δηλαδή το είναι (καθαυτό ον) που τα πράγματα δεν έχουν από μόνα τους αλλά δανείζονται από τις Ιδέες.
Στενά συνδεδεμένα με αυτό το χαρακτηριστικό του όντος καθαυτό είναι τα χαρακτηριστικά της «αμεταβλητότητας» και της «καθ’ εαυτό ύπαρξης». Αυτά τα χαρακτηριστικά αποδίδονται από τον Πλάτωνα στις Ιδέες σε αντιπαράθεση με δύο μορφές σχετικισμού: τον Ηρακλείτειο, ο οποίος θεωρούσε ότι όλα τα πράγματα στερούνται σταθερότητας επειδή παρασύρονται από μια αέναη ροή, και τον Πρωταγόρειο, ο οποίος μείωνε τις πραγματικότητες σε κάτι υποκειμενικό και έκανε το ίδιο το υποκείμενο το κριτήριο της αλήθειας και το μέτρο όλων των πραγμάτων.
Εναντίον του Ηρακλείτειου σχετικισμού, ο Πλάτων γράφει:
«Πώς θα μπορούσε ν' αποδώσουμε το είναι σ' εκείνο που δεν υπάρχει ποτέ στην ίδια κατάσταση, που δεν είναι ποτέ το ίδιο; Διότι, αν για μια στιγμή παραμένει σταθερό (σταματά στην ίδια κατάσταση), τότε τουλάχιστον σε εκείνη τη στιγμή είναι φανερό ότι δεν μεταβάλλεται και δεν μετακινείται καθόλου· και αν παραμένει όμως στην ίδια κατάσταση και είναι πάντοτε ίδιο και “είναι καθαυτό”, πώς θα μπορούσε να μεταβάλλεται ή να κινείται και παράλληλα να μην απομακρυνθεί καθόλου από την Ιδέα του; [...] Σίγουρα καμία γνώση δεν μπορεί γνωρίζει αυτό το πράγμα με το οποίο καταπιάνεται, εάν αυτό με κανέναν τρόπο δεν μένει σταθερό.»(Κρατύλος, 439 E-440 A).
Και εναντίον του Πρωταγόρειου σχετικισμού τονίζει:
«Είναι φανερό ότι τα πράγματα καθαυτά έχουν μια δική τους σταθερή ουσία, δεν είναι σε σχέση με εμάς, ούτε σύρονται πάνω-κάτω από εμάς με τη φαντασία μας, αλλά υπάρχουν από μόνα τους σε σχέση με τη δική τους ουσία, σύμφωνα με τη φύση τους.»(Κρατύλος, 386 E).
Εν συντομία: η αμεταβλητότητα και το καθαυτό-και-δι’-εαυτό-ον των Ιδεών (των Ιδεών «αυτές καθεαυτές») είναι χαρακτηριστικά που εκφράζουν την αντικειμενικότητα και την απόλυτη φύση τους.
Το τελευταίο από τα χαρακτηριστικά που πρέπει να κατανοηθεί επαρκώς, καθώς είναι μεγάλης σημασίας και αναγκαίο για την κατανόηση της διαλεκτικής μεθόδου (για την οποία θα μιλήσουμε αργότερα), είναι αυτό της «ενότητας». Κάθε Ιδέα είναι μια «ενότητα» και, ως τέτοια, εξηγεί τα αισθητά πράγματα που μετέχουν σε αυτήν μέσα από την πολλαπλότητά τους, συγκροτώντας μια ενοποιημένη πολλαπλότητα. Γι' αυτό, όπως εν μέρει έχουμε ήδη δει και καλύτερα θα δούμε στη συνέχεια, η διαλεκτική γνώση συνίσταται στην ικανότητα ενοποίησης της πολλαπλότητας των πραγμάτων σε μια συνοπτική όραση, ομαδοποιώντας την αισθητηριακή πολλαπλότητα μέσα στην ενότητα της Ιδέας από την οποία εξαρτώνται τα πράγματα.
Στην Πολιτεία, αφού αποδείξει ότι «ένα» είναι το Ωραίο, «ένα» το Άσχημο, «ένα» το Δίκαιο, δηλαδή ότι κάθε Ιδέα είναι «μία», ο Πλάτων διευκρινίζει ότι όποιος δεν είναι φιλόσοφος αντιτίθεται σε αυτό, ότι «δεν θα ανεχόταν καθόλου να πει κανείς ότι το Ωραίο, το Δίκαιο είναι ένα, και ούτω καθεξής» (Πολιτεία, V 479 A). Και φτάνει στο σημείο να δηλώσει ότι εκείνοι που προσκολλώνται στο αισθητό «πλανώνται ανάμεσα στα πολλά που είναι με πολλούς τρόπους, και δεν είναι φιλόσοφοι» (Πολιτεία, VI 484 B).
Όμως, ειδικά με αυτό το ουσιώδες χαρακτηριστικό της «ενότητας» των Ιδεών, ανακύπτει ένα επιπλέον πρόβλημα, που μπορεί να λυθεί μόνο σε συνάρτηση με τη νέα ερμηνεία του Πλάτωνα, δηλαδή λαμβάνοντας υπόψη την Πλατωνική άρνηση της «αυταρκίας» των γραπτών, της ικανότητάς τους να εξηγούνται και να αιτιολογούνται από μόνα τους (για λόγους που εξηγήσαμε παραπάνω), και καλώντας τις «άγραφες διδαχές» για να επιλυθούν τα προβλήματα που οι διάλογοι αφήνουν ανοιχτά ή επιλύουν μόνο υπαινικτικά.
Πράγματι, κάθε Ιδέα είναι «μία», αλλά στο σύνολό τους οι Ιδέες είναι «πολλές». Αν αυτό ισχύει, ποια είναι η μεταξύ τους σχέση; Υπάρχει κάτι ανώτερο, από το οποίο εξαρτώνται; Πράγματι, εάν οι Ιδέες από τη μία επιλύουν τα προβλήματα που σχετίζονται με την πολλαπλότητα των αισθητών, από την άλλη, στο υπεραισθητό επίπεδο, καθώς είναι «πολλές», επαναφέρουν ένα ανάλογο και πιο σύνθετο και περίπλοκο πρόβλημα. Ακριβώς αναφερόμενος στον ιδεατό κόσμο, ο Πλάτων γράφει: «Το ότι τα πολλά είναι ένα και ότι το ένα πολλά είναι μια δήλωση που προκαλεί θαυμασμό» (Φίληβος, 14 C).
----------
Οι Πρώτες Αρχές πάνω από τις Ιδέες: το Έν και η Δυάδα.
ΛΟΙΠΟΝ, ΑΝ ΤΟ ΝΑ ΕΞΗΓΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ, για τη νοοτροπία των Ελλήνων γενικά και του Πλάτωνα ειδικότερα, σήμαινε «να τα ενοποιεί», τίθεται το εξής πρόβλημα: στον βαθμό που οι Ιδέες εξηγούν τα αισθητά ενοποιώντας τα σύμφωνα με καθεμιά τους, οι ίδιες, καθόσον παρουσιάζονται ως μία πολλαπλότητα, έστω και σε μετααισθητό επίπεδο, έχουν ανάγκη από μία περαιτέρω ενοποίηση.
Καθίσταται, επομένως, αναγκαία μία μεταφυσική εξήγηση σε δεύτερο επίπεδο. Όπως η σφαίρα της πολλαπλότητας του αισθητού κόσμου εξαρτάται από τη σφαίρα του κόσμου των Ιδεών, κατά ανάλογο τρόπο, η σφαίρα της πολλαπλότητας των Ιδεών εξαρτάται από μία περαιτέρω σφαίρα πραγματικότητας από την οποία απορρέουν οι ίδιες οι Ιδέες. Αυτή η σφαίρα αποτελείται από τις πρώτες και υπέρτατες Αρχές, και η μεταφυσική έρευνα αυτών των Πρώτων Αρχών μπορεί κάλλιστα να ονομαστεί πρωτολογία. Η διδασκαλία των Ιδεών και η θεωρία των Αρχών αποτελούν, επομένως, δύο διακριτά επίπεδα θεμελίωσης, δύο διαδοχικά επίπεδα της μεταφυσικής έρευνας, δύο σταθμούς του «δεύτερου πλου». Ακριβώς αυτός ο δεύτερος σταθμός της «δεύτερου πλου» είναι εκείνος που ο Πλάτων θεώρησε ως την πραγματεία εκείνων των «πραγμάτων μεγαλύτερης αξίας», τα οποία ο φιλόσοφος ως τέτοιος δεν καταγράφει γραπτώς και τα κρατά για την προφορική διαλεκτική. Και ενώ στα γραπτά του μίλησε επανειλημμένα για τη διδασκαλία των Ιδεών, για τις Πρώτες Αρχές έκανε μόνο νύξεις και υπαινιγμούς, με διασταυρούμενα μηνύματα, τα οποία μόνο εκείνοι που γνώριζαν αυτές τις διδασκαλίες από άλλη οδό ή πηγή θα μπορούσαν να κατανοήσουν, και που ακόμη κι εμείς, με την ανάκτηση της έμμεσης παράδοσης περί των «άγραφων δογμάτων», μπορούμε να αρχίσουμε να κατανοούμε εκ νέου.
Ο Σέξτος Εμπειρικός, αντλώντας από μία αναφορά εμπνευσμένη ακριβώς από τις προφορικές παραδόσεις του Πλάτωνα, δηλαδή από μία πηγή που ενημέρωνε σχετικά με τα «άγραφα δόγματα», δηλώνει ρητά:
Ας εξετάσουμε, για παράδειγμα, πώς οι Ιδέες, που κατά τον Πλάτωνα είναι ασώματες, προϋπάρχουν των σωμάτων, και πώς κάθε πράγμα που γεννάται, γεννάται βάσει της σχέσης του με αυτές. Όμως, παρ’ όλα αυτά, δεν προκύπτουν ως πρώτες αρχές των πραγμάτων, από τη στιγμή που καθεμία Ιδέα, όταν θεωρείται μεμονωμένα, λέγεται ότι είναι μία, ενώ όταν θεωρείται μαζί με μία άλλη ή περισσότερες άλλες, λέγεται δύο, τρεις, τέσσερις· ώστε πρέπει να υπάρχει κάτι που είναι ακόμη υπεράνω της πραγματικότητάς τους, δηλαδή ο αριθμός, με τη συμμετοχή στον οποίο το ένα, το δύο, το τρία ή ένας μεγαλύτερος αριθμός αποδίδεται σε αυτές.(Σέξτος Εμπειρικός, Κατά των μαθηματικών, X 258.)
Ο Αλέξανδρος ο Αφροδισιεύς γράφει:
Οι Ιδέες είναι αρχές των άλλων πραγμάτων, ενώ των Ιδεών, που είναι αριθμοί, αρχές είναι οι αρχές των αριθμών· και τις αρχές των αριθμών έλεγε πως είναι η μονάδα και η δυάδα.(Αλέξανδρος ο Αφροδισιεύς, Σχόλιο στη Μεταφυσική του Αριστοτέλη, σ. 56, 6-9 Hayduck)
Ας αφήσουμε προς το παρόν το πρόβλημα των «αριθμών» και της σύνδεσης των Ιδεών με τους αριθμούς, για το οποίο θα μιλήσουμε στο επόμενο κεφάλαιο, και ας διαβάσουμε ακόμη ένα καθοριστικό απόσπασμα του Αριστοτέλη:
Είναι φανερό ότι ο Πλάτων χρησιμοποίησε δύο μόνο αιτίες: τη μορφική και την υλική. Διότι οι Ιδέες είναι μορφικές αιτίες των άλλων πραγμάτων, και το Έν είναι η μορφική αιτία των άλλων Ιδεών. Και στο ερώτημα ποια είναι η ύλη που έχει λειτουργία υποκειμένου, για την οποία προορίζονται οι Ιδέες στον τομέα των αισθητών, και για την οποία προορίζεται το Έν στον τομέα των Ιδεών, αυτός απαντά ότι είναι η Δυάδα, δηλαδή το μέγα και το μικρό. Επιπλέον, ο Πλάτων απέδωσε την αιτία του Αγαθού στο πρώτο από τα στοιχεία του και απέδωσε την αιτία του Κακού στο άλλο.(Αριστοτέλης, Μεταφυσική, Ι 6, 988 α 8-15)
Οι διαπιστώσεις αυτές είναι, εκ πρώτης όψεως, βέβαια κρυπτικές, αλλά, όπως θα δούμε, έχουν ένα πολύ συγκεκριμένο και βαθύ νόημα.
Πριν τις αποσαφηνίσουμε, ωστόσο, είναι σκόπιμο να διευκρινίσουμε αμέσως ότι ο ίδιος ο Πλάτων, στις σελίδες όπου παρουσιάζει τον «δεύτερο πλου» του, λέει ότι η θεωρία των Ιδεών δεν αποτελεί την τελική εξήγηση, και ότι πρέπει να γίνει ένα ακόμη βήμα, και να δοθεί λογαριασμός για το αξίωμα των Ιδεών με ένα περαιτέρω κατάλληλο αξίωμα, προσδιορίζοντας μάλιστα ότι ο φιλόσοφος πρέπει να το κάνει αυτό.
Αξίζει να διαβάσουμε τα τρία αποσπάσματα από τον Φαίδωνα, που είναι πραγματικά καθοριστικά, καθώς αποτελούν την αδιαμφισβήτητη απόδειξη της ανάγκης να ληφθούν πολύ σοβαρά υπόψη οι «αυτομαρτυρίες» του Φαίδρου και της Επιστολής Ζ΄, και επομένως η ανάγκη να επικληθούν ως «βοήθεια» οι μαρτυρίες για τα «άγραφα δόγματα» των μαθητών, για να διαβαστούν και να κατανοηθούν σε βάθος τα γραπτά του Πλάτωνα.
Στο πρώτο απόσπασμα λέγεται:
Αν, λοιπόν, κάποιος ήθελε να σταματήσει στο ίδιο το αξίωμα [δηλ. στο αξίωμα των Ιδεών], θα τον άφηνες να μιλήσει και δεν θα του απαντούσες έως ότου να έχεις εξετάσει όλες τις συνέπειες που απορρέουν από αυτό, για να δεις αν αυτές συμφωνούν ή όχι μεταξύ τους· και όταν, στη συνέχεια, πρέπει να δώσεις λόγο για το ίδιο το αξίωμα [δηλ. το αξίωμα των Ιδεών], θα έπρεπε να το εξηγήσεις ακολουθώντας την ίδια μέθοδο, δηλαδή θέτοντας ένα περαιτέρω αξίωμα, εκείνο που σου φαίνεται το καλύτερο μεταξύ εκείνων που είναι τα υψηλότερα, προχωρώντας σταδιακά έως ότου καταλήξεις σε κάτι επαρκές [δηλ. έως ότου καταλήξεις στις πρώτες και υπέρτατες αρχές]. (Φαίδων, 101 D-E)
Στο δεύτερο απόσπασμα επαναβεβαιώνεται:
Και δεν θα μπερδευτείς, όπως κάνουν εκείνοι που για όλα τα πράγματα συζητούν υπέρ και κατά, και που θέτουν σε αμφισβήτηση, ταυτόχρονα, την αρχή και τις συνέπειες που απορρέουν από αυτή, αν θέλεις να ανακαλύψεις κάτι από τα όντα. Διότι γι’ αυτό δεν μιλούν και δεν μεριμνούν, επειδή αυτοί, με τη σοφία τους, μολονότι ανακατεύουν τα πάντα, είναι το ίδιο ικανοί να ευχαριστούν τον εαυτό τους. Εσύ, όμως, αν είσαι φιλόσοφος, θα κάνεις, πιστεύω, αυτό που λέω. (Φαίδων, 101 E-102 A)
Και σαν να μην έφτανε αυτό, ολόκληρη η επιχειρηματολογική διαδικασία του διαλόγου, η οποία βασίζεται ακριβώς στα αξιώματα των Ιδεών, καταλήγει επαναβεβαιώνοντας την έννοια, με τρόπο πραγματικά εντυπωσιακό, ως εξής:
Ακόμη και τα αξιώματα που προηγουμένως θέσαμε [δηλ. τα αξιώματα των Ιδεών], ακόμη κι αν σε εσάς φαίνονται αξιόπιστα, θα πρέπει παρ’ όλα αυτά να επανεξεταστούν με μεγαλύτερη ακρίβεια. Και αν τα εμβαθύνετε όπως αρμόζει [δηλ. φθάνοντας στη διδασκαλία των αρχών], όπως πιστεύω, θα τα κατανοήσετε στον βαθμό που είναι δυνατό για έναν άνθρωπο να τα κατανοήσει. Και, αν αυτό σας γίνει σαφές, τότε δεν θα πρέπει να αναζητήσετε τίποτε άλλο πέραν αυτού.(Φαίδων, 107 B)
Συνεπώς, ακριβώς στις σελίδες όπου ο Πλάτων εισάγει τη συστηματική συζήτηση των Ιδεών, λέει, πέρα από κάθε αμφιβολία, ότι αυτές δεν είναι οι πρώτες αιτίες: παρότι είναι οι αιτίες των σωμάτων, δεν είναι οι υπέρτατες αιτίες, δεν είναι οι πρώτες και υπέρτατες αρχές των όντων.
----------
Διπολική δομή της πραγματικότητας σε όλα τα επίπεδα
ΦΥΣΙΚΑ, ΑΜΕΣΑ ανακύπτει το ερώτημα για ποιο λόγο στην κορυφή της πλατωνικής μεταφυσικής δεν υπάρχει μία και μοναδική πρώτη και υπέρτατη Αρχή, αλλά δύο Αρχές.
Η εξήγηση αυτού του γεγονότος μπορεί να δοθεί μόνο αν κατανοηθεί η ιστορική θέση στην οποία βρίσκεται.
Οντολογικές, γνωσιολογικές και αξιολογικές σημασίες των Αρχών
Η διπολική δομή ως χαρακτηριστικό γνώρισμα του τρόπου σκέψης των Ελλήνων
2 σχόλια:
Σούπερ! Ευχαριστούμε!
Αριστούργημα
Δημοσίευση σχολίου