π. Νικόλαος Λουδοβίκος: Έχει μέλλον ο Γάμος; α
Η ηδονή, το νόημα και ο επoικισμένος εαυτός
Τέταρτη Συνεδρία Σχολής Γονέων Ι.Μ.Θ. Σάββατο 13 Απριλίου 2024
Ένας άνθρωπος που έχει διακονήσει και τους υποψηφίους κληρικούς και τους ιεροσπουδαστές της Εκκλησίας, αφού για πολλά χρόνια διετέλεσε καθηγητής στην πάλαι ποτέ λειτουργούσα –και, κρίμα, συνειδήσει Κυρίου μη λειτουργούσα πλέον– Ανωτάτη Εκκλησιαστική Ακαδημία της Θεσσαλονίκης. Ένας άνθρωπος τον οποίον πολλές φορές έχουμε ακούσει ως ομιλητή και άλλες τόσες έχουμε την ευτυχία να έχουμε αναγνώσει τα πολύ σπουδαία κείμενά του, που διακρίνονται για την ευαισθησία της σημαντικής του καρδιάς και ταυτόχρονα για την υψηλή θεολογία που αποπνέεται μέσα από αυτά τα κείμενα. Προσωπικά, όταν υπηρετούσα ως Αρχιγραμματέας της Ιεράς Συνόδου, και σε δύσκολες καταστάσεις, με μία επικοινωνία είχα διακρίνει την αγάπη του και τον ζήλο του για την Εκκλησία εν γένει, αλλά και ειδικότερα για τη Θεολογία, για την εκκλησιαστική εκπαίδευση και ιδίως τη μέριμνά του για τους υποψηφίους κληρικούς.
Και θέλω και πάλι να εκφράσω τη χαρά μας για το γεγονός ότι ανταποκρίθηκε στην πρόσκλησή μας να έλθει ως ομιλητής στη αποψινή μας σύναξη και μάλιστα να αναφερθεί σε ένα θέμα που το θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό. Αφού πολλές φορές οι άνθρωποι πνιγόμαστε από απελπισίες, θεωρούμε ότι δεν υπάρχει πλέον τίποτα στο οποίο να μπορούμε να ελπίσουμε, και ας τείνουμε ευήκοον ους στον πατέρα Νικόλαο απόψε ώστε να μας εισηγηθεί το θέμα το οποίο έχει αναλάβει και έχει τίτλο «Έχει μέλλον ο γάμος;». Έτσι θα ακούσουμε τις απαντήσεις, τους προβληματισμούς και τις σκέψεις που θα μοιραστεί μαζί μας, και αναλόγως κι εμείς, κατά την ελευθερία και κατά την καρδία μας, ας πράξουμε. Πάτερ Νικόλαε, σας ευχαριστούμε για την αγάπη σας και την παρουσία σας, και είμαστε έτοιμοι να ακούσουμε όσα σημαντικά –είμαστε βέβαιοι– έχετε να μας πείτε.
— Παναγιώτατε, ευχαριστώ για το καλωσόρισμα. Είναι χαρά μου να βρίσκομαι εδώ και χαρά μου να συναντώ όλους εδώ. Αν μου επιτρέψετε να σηκωθώ όρθιος, μου φαίνεται είναι λίγο τυπικό.
— Δεν πειράζει. Λοιπόν, το θέμα μου είναι, όπως είδατε, αν έχει μέλλον ο γάμος. Είστε σίγουροι όλοι ότι έχει παρελθόν ο γάμος.
Αλλά το θέμα είναι αν έχει μέλλον. Δηλαδή, το θέμα είναι αν ο γάμος έχει παρόν. Αυτό θα κοιτάξουμε.
Το παρελθόν του γάμου είναι ένδοξο, διότι από πολύ νωρίς ο γάμος θεωρήθηκε κεφαλαιώδης για τη λογική συγκρότηση του ανθρώπινου κόσμου. Θεωρήθηκε ως μία δομή με νόημα μέσα σ’ έναν κόσμο που κατά τ’ άλλα μπορεί να είναι χαώδης.
Για τον ίδιο λόγο, ο γάμος ήταν πάντα θρησκευτικός. Όλες οι γνωστές γαμήλιες τελετές, όλων των θρησκειών που ξέρει η εθνογραφία, είναι όλες ανεξαιρέτως θρησκευτικές τελετές. Και στην αρχαία Ελλάδα θρησκευτικός ήταν ο γάμος, με παρουσία ιερέων πάντοτε.
Και στη Ρώμη γίνεται με δέκα μάρτυρες συν δύο ιερείς. Και επειδή ήταν πολλοί ιερείς από πολλές θεότητες, έπρεπε να είναι ένας ιερέας του Ίουπιτερ· ήταν σίγουρος ότι ήταν θεός, για να μπορεί.
Και είναι γνωστός ο ορισμός του ρωμαϊκού δικαίου ότι ο γάμος είναι ένωση θεία και ανθρωπίνη, θείου και ανθρωπίνου δικαίου. Είναι θείο, γιατί θυμίζει την επέμβαση του Θεού πάνω στο χάος.[H ΘΕΙΟΤΗΣ ΕΙΝΑΙ Η ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΘΕΤΩΝ. Ο ΘΕΟΣ ΗΤΑΝ Η ΠΑΤΡΟΤΗΣ. ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ ΣΤΗΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΠΟΓΟΝΩΝ ΣΤΟ ΟΜΟΟΥΣΙΟ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ]
Είτε ως εντακόσμιο λόγο είτε ως θεότητα η οποία ερμηνεύει και εξηγεί στον άνθρωπο το βάθος του εαυτού και την αλήθεια των σχέσεων. Λοιπόν, ο γάμος έχει ένδοξο παρελθόν[ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ.ΟΙ ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΥΣΑΝ ΚΑΙ ΕΝ ΠΡΩΤΟΙΣ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΗΤΑΝ ΠΟΛΙΤΕΣ, ΜΕ ΧΡΕΗ ΠΟΛΙΤΙΚΑ] Τώρα ψάχνω να βρω κάποιον ο οποίος θα μου πει ότι, επειδή έκανε πολιτικό γάμο, έμαθε να αγαπάει — αλλά δεν βρέθηκε ακόμα.[ΛΟΓΟΣ ΠΡΩΘΥΣΤΕΡΟΣ, ΚΑΤΙ ΣΑΝ ΥΣΤΕΡΕΚΤΟΜΗ]
Ή επειδή έκανε σύμφωνο συμβίωσης. Αυτό λέγαμε χθες, σε μια άλλη σύναξη: είμαστε, λέω, λάθος. Το θέμα είναι ότι με τον πολιτικό γάμο, λέει, πήγε μπροστά η κοινωνία.
Δεν θα είχε νόημα αν κάποιοι έρχονταν και μας λέγανε ότι «επειδή έκανα πολιτικό γάμο έμαθα να αγαπάω». Λοιπόν, αυτό δεν το ήξερα. Ή «επειδή έκανα σύμφωνο συμβίωσης» κτλ.
Τώρα είναι και ο γάμος των ομοφυλοφίλων. Εντάξει, και μόνο η επιθυμία να παντρευτούν οι ομοφυλόφιλοι δείχνει πόσο πολύτιμος είναι ο γάμος, γιατί έχει ένδοξο παρελθόν. Παρόν, όμως, έχει;
Λοιπόν, όλο το θέμα θα περιστραφεί γύρω από την έννοια της ηδονής. Γιατί η ηδονή, ξέρετε, για τον σημερινό άνθρωπο αποτελεί ουσιαστικά τη μόνη εισαγωγή του στο ερώτημα της αλήθειας: η αποτυχία της ηδονής.[ΤΗΣ ΣΥΝΟΥΣΙΑΣ. Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΣΑΝ ΗΔΟΝΗ; ΓΙΑ ΝΑ ΕΙΣΕΛΘΗ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΨΕΥΔΟΥΣ. ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΑΝΤΙΘΕΣΗ, ΔΕΝ ΝΟΕΙΤΑΙ ΕΝΩΣΗ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΚΑΙ ΨΕΥΔΟΥΣ. ΥΠΕΡΒΑΙΝΕΙ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΘΕΤΩΝ ΗΔΟΝΗΣ ΟΔΥΝΗΣ.ΤΟΥΤΕΣΤΙΝ ΤΗΝ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ]
Λογικά θα έλεγε κανείς ότι η αλήθεια είναι κοσμοθεωρία. Σήμερα η αλήθεια είναι σύμπτωμα. Ανακαλύπτω, εφίσταμαι — στη χειρότερη περίπτωση. Στην καλύτερη είναι το αίσθημα της αποτυχίας της ηδονής. [ΠΩΣ ΝΑ ΒΓΕΙ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΜΕ ΤΗΝ ΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ; ΠΑΝΤΡΕΥΟΝΤΑΙ; ΣΤΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ ΙΣΩΣ, Η ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΠΡΟΔΙΔΕΙ ΗΔΗ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ. ΤΗΝ ΕΠΙΘΥΜΙΑ. ΤΗΝ ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΓΙΑ ΦΑΝΕΡΩΣΗ, ΔΙΑΚΡΙΣΗ, ΔΟΞΑ, ΒΟΥΛΗΣΗ ΓΙΑ ΔΥΝΑΜΗ ΤΟ UNGRUND.TO ΑΛΟΓΟ]
Και έχω διαλέξει δύο κείμενα για να σας το εξηγήσω αυτό: ένα του Επίκουρου και ένα του Μαξίμου του Ομολογητή. Κοιτάξτε να δείτε πόσο σύγχρονα είναι και τα δύο.
Διαβάζω με μετάφραση. Είπαμε, μεγάλος δάσκαλος ο Επίκουρος.
(…) [Το αρχαίο κείμενο παραλείπεται εδώ, μόνο ορθογραφικές διορθώσεις έγιναν.]
Η ψυχική πενία, η απουσία νοήματος, προκαλεί λαιμαργία επιθυμιών. Η πολυτροπία των επιθυμιών αδυνατίζει την κεντρική επιθυμία, την κεντρική θέληση για ζωή, και έτσι αδυνατίζει το κεντρικό νόημα της ύπαρξης.
Και συνεχίζει ο Μάξιμος ο Ομολογητής:
Υπάρχει μια δυσκολία στον άνθρωπο. Δεν μπορεί να βρει τους λόγους των όντων, δηλαδή το νόημα των πραγμάτων, με φυσική θεωρία. Οπότε τότε κινδυνεύει ο άνθρωπος να ενσχεθεί τις επιφάνειες των αισθητών, εμπλεκόμενος με αυτές· να μπλέξει για τα καλά με την επιφάνεια. Επειδή δεν μπορεί να βρει τον άκτιστο λόγο, το θείο νόημα που βρίσκεται πίσω από τα πράγματα, περιπλέκεται ο νους στα αισθητά, αιχμαλωτίζεται από την επιφάνεια και αρχίζει τότε μια διαδικασία ηδονής.
Η οποία δεν έχει καθόλου να κάνει με την παρουσία του νοήματος. Δηλαδή, ουσιαστικά ο νους αιχμαλωτίζεται και γεννιέται αυτό το οποίο λέει ο Μάξιμος: η φιλαυτία. Τώρα, η φιλαυτία τι πρόβλημα έχει;[ΠΟΛΥ ΠΗΔΗΧΤΟΥΛΗΣ Ο ΝΕΟΣ, ΚΟΒΕΙ ΔΡΟΜΟ, ΠΗΔΑΕΙ ΑΒΥΣΣΟΥΣ, ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΡΕΚΛΑ ΤΟΥ].
Κανένα—μόνο ένα: ότι δημιουργεί ειδωλολατρεία. Λαβούσα τον νου ἡ αἴσθησις ὑποχείριον. Η αίσθηση λαμβάνει τον νου υποχείριό της.
Έτσι, τον κάνει ό,τι θέλει. «Διδάσκει τότε, λέει, πολυθεΐαν, δι’ ἑκάστης τῶν αἰσθήσεων, τὴν περὶ τὰ πάθη δουλείαν ὡς θεῖον προσφέρεσθαι τὰ αἰσθητά θεραπεύουσα.» Τον διδάσκει, δηλαδή, να είναι πολυθεός[ΚΑΙ ΠΟΛΥ ΘΕΟΣ. ΘΕΟΣ ΤΩΝ ΠΟΛΛΩΝ, ΑΡΧΗΓΟΣ Ο ΛΟΓΙΟΣ].
Η αίσθηση, όταν αποκεφαλίζεται από τον νου—όταν ο νους δεν μπορεί να βρει το νόημα, όταν δεν του επιτρέπεται να βρει το νόημα, όταν «δεν χρειάζεται» να βρει το νόημα σήμερα—τότε… Προσέξτε: το σημερινό lifestyle (ή death style, όπως το λέω πάντα) δεν θέλει νόημα. Δεν θέλει το νόημα.[ΜΟΝΟ ΕΣΥ ΤΟ ΛΕΣ ΠΗΔΗΧΤΟΥΛΗ. ΠΡΩΤΑΚΟΥΣΤΟ]
Προσέξτε: δεν μπορούμε να φτάσουμε από τη σύγχρονη ψυχολογία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Λοιπόν, και αυτά δημιουργούν την ειδωλολατρία. Κάνει, λέει, «πολυθεός ο νους δι’ ἑκάστης τῶν αἰσθήσεων τὴν περὶ τὰ πάθη δουλείαν ὡς θεῖον θεραπεύων τὰ αἰσθητά».
Λατρεύει ως «θεῖον» το αγαπητό του αισθητό, μέσω των παθημάτων της υποταγής των αισθήσεων. Λοιπόν, έχουμε μια παγίδευση ξανά του ανθρώπου. Είναι σημαντική αυτή η λαιμαργία· η λαιμαργία υπάρχει και εδώ, σε σχέση με τη λαιμαργία των αισθητών: λατρεία των αισθητών, ειδωλολατρεία των παραπλανητικών νοημάτων.
Και μπαίνω τώρα στην ψυχολογία.
Εγώ έχω τρεις ιδιότητες. Να λοιπόν αυτό που λέμε σήμερα «εποικισμό του εαυτού», όπως λέει η ψυχολογία. Ο εαυτός δεν είναι μόνος του. Εποικίζεται. Έχει αποίκους.
Οι άποικοι αυτοί κατοικούν δηλαδή μέσα στον εαυτό, είναι άλλοι εαυτοί. Αυτή η κατάσταση κάποιοι ψυχολόγοι την ονόμασαν «πολυφρενικό εαυτό». Η λέξη είναι ελληνική· ένας εαυτός με πολλές «φρένες» —που λέμε «σώας τας φρένας». Πάντως, σώας, μη σώας, είναι πολλές.
Είναι πολλές οι φρένες πλέον. Και εδώ έχουμε μια συνεχή αναβολή—όχι εξαφάνιση—της πιθανότητας για μακροχρόνια οριοθέτηση της ταυτότητας. Γιατί ταυτότητα πώς θα έχω, όταν είμαι δέκα άνθρωποι; Και πρέπει να είμαι και τους δέκα ανθρώπους;
Είχε προετοιμάσει την κατάσταση ο Φρόιντ όταν μας είπε—ο Λακάν το ανέλυσε αυτό πολύ—ότι ο άνθρωπος, το «εγώ» του, είναι βασικά φανταστικό. Αυτό που λέμε «εγώ» προέρχεται από σειρά ταυτίσεων. Και ταυτίζονται όχι μόνο τα παιδάκια, αλλά και οι μεγάλοι. Ο ψυχολόγος ταυτίζεται με τον Φρόιντ. Ο μητροπολίτης με τον Άγιο Γρηγόριο τον Χρυσόστομο. Βλέπουμε τώρα.[Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ; ΜΕ ΤΑ ΑΝΩΓΕΙΑ;]
Είναι μια σειρά ταυτίσεων που γίνονται ασυνείδητα. Δεν είναι εύκολο να τις κόψουμε αυτές. Και τότε προκαλείται αυτός ο «εποικισμός» του εαυτού. Δεν είμαι πια «εγώ».
Είναι πάρα πολύ λεπτό αυτό. Συμβαίνει στον καθένα. Δεν συμβαίνει μόνο στα παιδάκια, που συμβαίνει και κανονικά. Συμβαίνει σε όλους όσους σήμερα ανοίγουν τον εαυτό τους —χωρίς ένα πολύ ισχυρό κεντρικό νόημα— στην εμπειρία της πολλαπλότητας της πραγματικότητας σήμερα. Και ειδικά μέσω του διαδικτύου.
Από εκεί και μετά δεν μένει κανένας μόνος του πλέον. Δεν κοιμάται κανένας μόνος του. Έχουμε μεγάλη παρέα όλοι μας.
Λοιπόν, τότε ο άνθρωπος δεν μπορεί να βρει έναν συγκεκριμένο εαυτό· κατοικείται από πολλούς άλλους μέσω των πολλαπλών εγχειρημάτων ηδονής.
Αυτό είπε ο Μάξιμος. Τι κάνουν; Τα εγχειρήματα αυτά υποκαθιστούν ουσιαστικά την αναζήτηση ενός κεντρικού νοήματος για τον εαυτό.
Ξεχνιέται ο άνθρωπος. Ξεχνιέται από πράγματα χονδροειδή και από λεπτοφυή πράγματα. Δεν ξεχνιέται ο διανοούμενος; Ξεχνιέται κι αυτός, από ακόμη λεπτοφυέστερα πράγματα. Ξεχνιέται τη φροντίδα του εαυτού.
Ένας άλλος φιλόσοφος, ο Φουκώ, [ΤΩΝ ΚΑΤΩΓΕΙΩΝ] το ονόμασε «επιμέλεια εαυτού». Στην αρχαιότητα υπήρχε πολύ έντονο. Βλέπουμε ότι οι φιλόσοφοι σκοτώνονταν να μείνουν μόνοι τους τη νύχτα —καταλάβατε;— και να κάνουν εξετάσεις αυτογνωσίας. Αυτό είναι κεντρική διάσταση στους Πυθαγορίους, στους Πλατωνικούς, στους Στωικούς. Και βέβαια και στους χριστιανούς, οι οποίοι έχουν τον πνευματικό… περίπου «νεφρολόγο», λέμε τώρα.
[ΕΔΩ ΤΕΛΕΙΩΣΑΜΕ ΟΠΟΙΟΣ ΣΥΝΕΧΙΣΕΙ ΘΑ ΤΟ ΚΑΝΕΙ ΜΕ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΤΟΥ ΕΥΘΥΝΗ]
Λοιπόν, ο σύγχρονος εαυτός, λέμε συνεχίζοντας, με την κατάσταση αυτή στην οποία βρίσκεται, γίνεται ένας συσχετιστικός εαυτός. Δηλαδή ένας ευκαιριακός εαυτός, που παράγεται μέσα από σχέσεις που φαίνονται πρόσκαιρες, των οποίων η ταυτότητα δεν αφορά καμιά ουσιαστική πραγματικότητα του ίδιου του εαυτού.
https://www.youtube.com/watch?v=Ug8SQeLHb3I&list=RDUg8SQeLHb3I&start_radio=1
Ένας άνθρωπος που έχει διακονήσει και τους υποψηφίους κληρικούς και τους ιεροσπουδαστές της Εκκλησίας, αφού για πολλά χρόνια διετέλεσε καθηγητής στην πάλαι ποτέ λειτουργούσα –και, κρίμα, συνειδήσει Κυρίου μη λειτουργούσα πλέον– Ανωτάτη Εκκλησιαστική Ακαδημία της Θεσσαλονίκης. Ένας άνθρωπος τον οποίον πολλές φορές έχουμε ακούσει ως ομιλητή και άλλες τόσες έχουμε την ευτυχία να έχουμε αναγνώσει τα πολύ σπουδαία κείμενά του, που διακρίνονται για την ευαισθησία της σημαντικής του καρδιάς και ταυτόχρονα για την υψηλή θεολογία που αποπνέεται μέσα από αυτά τα κείμενα. Προσωπικά, όταν υπηρετούσα ως Αρχιγραμματέας της Ιεράς Συνόδου, και σε δύσκολες καταστάσεις, με μία επικοινωνία είχα διακρίνει την αγάπη του και τον ζήλο του για την Εκκλησία εν γένει, αλλά και ειδικότερα για τη Θεολογία, για την εκκλησιαστική εκπαίδευση και ιδίως τη μέριμνά του για τους υποψηφίους κληρικούς.
Και θέλω και πάλι να εκφράσω τη χαρά μας για το γεγονός ότι ανταποκρίθηκε στην πρόσκλησή μας να έλθει ως ομιλητής στη αποψινή μας σύναξη και μάλιστα να αναφερθεί σε ένα θέμα που το θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό. Αφού πολλές φορές οι άνθρωποι πνιγόμαστε από απελπισίες, θεωρούμε ότι δεν υπάρχει πλέον τίποτα στο οποίο να μπορούμε να ελπίσουμε, και ας τείνουμε ευήκοον ους στον πατέρα Νικόλαο απόψε ώστε να μας εισηγηθεί το θέμα το οποίο έχει αναλάβει και έχει τίτλο «Έχει μέλλον ο γάμος;». Έτσι θα ακούσουμε τις απαντήσεις, τους προβληματισμούς και τις σκέψεις που θα μοιραστεί μαζί μας, και αναλόγως κι εμείς, κατά την ελευθερία και κατά την καρδία μας, ας πράξουμε. Πάτερ Νικόλαε, σας ευχαριστούμε για την αγάπη σας και την παρουσία σας, και είμαστε έτοιμοι να ακούσουμε όσα σημαντικά –είμαστε βέβαιοι– έχετε να μας πείτε.
— Παναγιώτατε, ευχαριστώ για το καλωσόρισμα. Είναι χαρά μου να βρίσκομαι εδώ και χαρά μου να συναντώ όλους εδώ. Αν μου επιτρέψετε να σηκωθώ όρθιος, μου φαίνεται είναι λίγο τυπικό.
— Δεν πειράζει. Λοιπόν, το θέμα μου είναι, όπως είδατε, αν έχει μέλλον ο γάμος. Είστε σίγουροι όλοι ότι έχει παρελθόν ο γάμος.
Αλλά το θέμα είναι αν έχει μέλλον. Δηλαδή, το θέμα είναι αν ο γάμος έχει παρόν. Αυτό θα κοιτάξουμε.
Το παρελθόν του γάμου είναι ένδοξο, διότι από πολύ νωρίς ο γάμος θεωρήθηκε κεφαλαιώδης για τη λογική συγκρότηση του ανθρώπινου κόσμου. Θεωρήθηκε ως μία δομή με νόημα μέσα σ’ έναν κόσμο που κατά τ’ άλλα μπορεί να είναι χαώδης.
Για τον ίδιο λόγο, ο γάμος ήταν πάντα θρησκευτικός. Όλες οι γνωστές γαμήλιες τελετές, όλων των θρησκειών που ξέρει η εθνογραφία, είναι όλες ανεξαιρέτως θρησκευτικές τελετές. Και στην αρχαία Ελλάδα θρησκευτικός ήταν ο γάμος, με παρουσία ιερέων πάντοτε.
Και στη Ρώμη γίνεται με δέκα μάρτυρες συν δύο ιερείς. Και επειδή ήταν πολλοί ιερείς από πολλές θεότητες, έπρεπε να είναι ένας ιερέας του Ίουπιτερ· ήταν σίγουρος ότι ήταν θεός, για να μπορεί.
Και είναι γνωστός ο ορισμός του ρωμαϊκού δικαίου ότι ο γάμος είναι ένωση θεία και ανθρωπίνη, θείου και ανθρωπίνου δικαίου. Είναι θείο, γιατί θυμίζει την επέμβαση του Θεού πάνω στο χάος.[H ΘΕΙΟΤΗΣ ΕΙΝΑΙ Η ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΘΕΤΩΝ. Ο ΘΕΟΣ ΗΤΑΝ Η ΠΑΤΡΟΤΗΣ. ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ ΣΤΗΝ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΠΟΓΟΝΩΝ ΣΤΟ ΟΜΟΟΥΣΙΟ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ]
Είτε ως εντακόσμιο λόγο είτε ως θεότητα η οποία ερμηνεύει και εξηγεί στον άνθρωπο το βάθος του εαυτού και την αλήθεια των σχέσεων. Λοιπόν, ο γάμος έχει ένδοξο παρελθόν[ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ.ΟΙ ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΥΣΑΝ ΚΑΙ ΕΝ ΠΡΩΤΟΙΣ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΗΤΑΝ ΠΟΛΙΤΕΣ, ΜΕ ΧΡΕΗ ΠΟΛΙΤΙΚΑ] Τώρα ψάχνω να βρω κάποιον ο οποίος θα μου πει ότι, επειδή έκανε πολιτικό γάμο, έμαθε να αγαπάει — αλλά δεν βρέθηκε ακόμα.[ΛΟΓΟΣ ΠΡΩΘΥΣΤΕΡΟΣ, ΚΑΤΙ ΣΑΝ ΥΣΤΕΡΕΚΤΟΜΗ]
Ή επειδή έκανε σύμφωνο συμβίωσης. Αυτό λέγαμε χθες, σε μια άλλη σύναξη: είμαστε, λέω, λάθος. Το θέμα είναι ότι με τον πολιτικό γάμο, λέει, πήγε μπροστά η κοινωνία.
Δεν θα είχε νόημα αν κάποιοι έρχονταν και μας λέγανε ότι «επειδή έκανα πολιτικό γάμο έμαθα να αγαπάω». Λοιπόν, αυτό δεν το ήξερα. Ή «επειδή έκανα σύμφωνο συμβίωσης» κτλ.
Τώρα είναι και ο γάμος των ομοφυλοφίλων. Εντάξει, και μόνο η επιθυμία να παντρευτούν οι ομοφυλόφιλοι δείχνει πόσο πολύτιμος είναι ο γάμος, γιατί έχει ένδοξο παρελθόν. Παρόν, όμως, έχει;
Λοιπόν, όλο το θέμα θα περιστραφεί γύρω από την έννοια της ηδονής. Γιατί η ηδονή, ξέρετε, για τον σημερινό άνθρωπο αποτελεί ουσιαστικά τη μόνη εισαγωγή του στο ερώτημα της αλήθειας: η αποτυχία της ηδονής.[ΤΗΣ ΣΥΝΟΥΣΙΑΣ. Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΣΑΝ ΗΔΟΝΗ; ΓΙΑ ΝΑ ΕΙΣΕΛΘΗ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΨΕΥΔΟΥΣ. ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΑΝΤΙΘΕΣΗ, ΔΕΝ ΝΟΕΙΤΑΙ ΕΝΩΣΗ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΚΑΙ ΨΕΥΔΟΥΣ. ΥΠΕΡΒΑΙΝΕΙ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΘΕΤΩΝ ΗΔΟΝΗΣ ΟΔΥΝΗΣ.ΤΟΥΤΕΣΤΙΝ ΤΗΝ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ]
Λογικά θα έλεγε κανείς ότι η αλήθεια είναι κοσμοθεωρία. Σήμερα η αλήθεια είναι σύμπτωμα. Ανακαλύπτω, εφίσταμαι — στη χειρότερη περίπτωση. Στην καλύτερη είναι το αίσθημα της αποτυχίας της ηδονής. [ΠΩΣ ΝΑ ΒΓΕΙ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΜΕ ΤΗΝ ΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ; ΠΑΝΤΡΕΥΟΝΤΑΙ; ΣΤΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ ΙΣΩΣ, Η ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΠΡΟΔΙΔΕΙ ΗΔΗ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ. ΤΗΝ ΕΠΙΘΥΜΙΑ. ΤΗΝ ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΓΙΑ ΦΑΝΕΡΩΣΗ, ΔΙΑΚΡΙΣΗ, ΔΟΞΑ, ΒΟΥΛΗΣΗ ΓΙΑ ΔΥΝΑΜΗ ΤΟ UNGRUND.TO ΑΛΟΓΟ]
Και έχω διαλέξει δύο κείμενα για να σας το εξηγήσω αυτό: ένα του Επίκουρου και ένα του Μαξίμου του Ομολογητή. Κοιτάξτε να δείτε πόσο σύγχρονα είναι και τα δύο.
Διαβάζω με μετάφραση. Είπαμε, μεγάλος δάσκαλος ο Επίκουρος.
(…) [Το αρχαίο κείμενο παραλείπεται εδώ, μόνο ορθογραφικές διορθώσεις έγιναν.]
Η ψυχική πενία, η απουσία νοήματος, προκαλεί λαιμαργία επιθυμιών. Η πολυτροπία των επιθυμιών αδυνατίζει την κεντρική επιθυμία, την κεντρική θέληση για ζωή, και έτσι αδυνατίζει το κεντρικό νόημα της ύπαρξης.
Και συνεχίζει ο Μάξιμος ο Ομολογητής:
Υπάρχει μια δυσκολία στον άνθρωπο. Δεν μπορεί να βρει τους λόγους των όντων, δηλαδή το νόημα των πραγμάτων, με φυσική θεωρία. Οπότε τότε κινδυνεύει ο άνθρωπος να ενσχεθεί τις επιφάνειες των αισθητών, εμπλεκόμενος με αυτές· να μπλέξει για τα καλά με την επιφάνεια. Επειδή δεν μπορεί να βρει τον άκτιστο λόγο, το θείο νόημα που βρίσκεται πίσω από τα πράγματα, περιπλέκεται ο νους στα αισθητά, αιχμαλωτίζεται από την επιφάνεια και αρχίζει τότε μια διαδικασία ηδονής.
Η οποία δεν έχει καθόλου να κάνει με την παρουσία του νοήματος. Δηλαδή, ουσιαστικά ο νους αιχμαλωτίζεται και γεννιέται αυτό το οποίο λέει ο Μάξιμος: η φιλαυτία. Τώρα, η φιλαυτία τι πρόβλημα έχει;[ΠΟΛΥ ΠΗΔΗΧΤΟΥΛΗΣ Ο ΝΕΟΣ, ΚΟΒΕΙ ΔΡΟΜΟ, ΠΗΔΑΕΙ ΑΒΥΣΣΟΥΣ, ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΡΕΚΛΑ ΤΟΥ].
Κανένα—μόνο ένα: ότι δημιουργεί ειδωλολατρεία. Λαβούσα τον νου ἡ αἴσθησις ὑποχείριον. Η αίσθηση λαμβάνει τον νου υποχείριό της.
Έτσι, τον κάνει ό,τι θέλει. «Διδάσκει τότε, λέει, πολυθεΐαν, δι’ ἑκάστης τῶν αἰσθήσεων, τὴν περὶ τὰ πάθη δουλείαν ὡς θεῖον προσφέρεσθαι τὰ αἰσθητά θεραπεύουσα.» Τον διδάσκει, δηλαδή, να είναι πολυθεός[ΚΑΙ ΠΟΛΥ ΘΕΟΣ. ΘΕΟΣ ΤΩΝ ΠΟΛΛΩΝ, ΑΡΧΗΓΟΣ Ο ΛΟΓΙΟΣ].
Η αίσθηση, όταν αποκεφαλίζεται από τον νου—όταν ο νους δεν μπορεί να βρει το νόημα, όταν δεν του επιτρέπεται να βρει το νόημα, όταν «δεν χρειάζεται» να βρει το νόημα σήμερα—τότε… Προσέξτε: το σημερινό lifestyle (ή death style, όπως το λέω πάντα) δεν θέλει νόημα. Δεν θέλει το νόημα.[ΜΟΝΟ ΕΣΥ ΤΟ ΛΕΣ ΠΗΔΗΧΤΟΥΛΗ. ΠΡΩΤΑΚΟΥΣΤΟ]
Προσέξτε: δεν μπορούμε να φτάσουμε από τη σύγχρονη ψυχολογία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Λοιπόν, και αυτά δημιουργούν την ειδωλολατρία. Κάνει, λέει, «πολυθεός ο νους δι’ ἑκάστης τῶν αἰσθήσεων τὴν περὶ τὰ πάθη δουλείαν ὡς θεῖον θεραπεύων τὰ αἰσθητά».
Λατρεύει ως «θεῖον» το αγαπητό του αισθητό, μέσω των παθημάτων της υποταγής των αισθήσεων. Λοιπόν, έχουμε μια παγίδευση ξανά του ανθρώπου. Είναι σημαντική αυτή η λαιμαργία· η λαιμαργία υπάρχει και εδώ, σε σχέση με τη λαιμαργία των αισθητών: λατρεία των αισθητών, ειδωλολατρεία των παραπλανητικών νοημάτων.
Και μπαίνω τώρα στην ψυχολογία.
Εγώ έχω τρεις ιδιότητες. Να λοιπόν αυτό που λέμε σήμερα «εποικισμό του εαυτού», όπως λέει η ψυχολογία. Ο εαυτός δεν είναι μόνος του. Εποικίζεται. Έχει αποίκους.
Οι άποικοι αυτοί κατοικούν δηλαδή μέσα στον εαυτό, είναι άλλοι εαυτοί. Αυτή η κατάσταση κάποιοι ψυχολόγοι την ονόμασαν «πολυφρενικό εαυτό». Η λέξη είναι ελληνική· ένας εαυτός με πολλές «φρένες» —που λέμε «σώας τας φρένας». Πάντως, σώας, μη σώας, είναι πολλές.
Είναι πολλές οι φρένες πλέον. Και εδώ έχουμε μια συνεχή αναβολή—όχι εξαφάνιση—της πιθανότητας για μακροχρόνια οριοθέτηση της ταυτότητας. Γιατί ταυτότητα πώς θα έχω, όταν είμαι δέκα άνθρωποι; Και πρέπει να είμαι και τους δέκα ανθρώπους;
Είχε προετοιμάσει την κατάσταση ο Φρόιντ όταν μας είπε—ο Λακάν το ανέλυσε αυτό πολύ—ότι ο άνθρωπος, το «εγώ» του, είναι βασικά φανταστικό. Αυτό που λέμε «εγώ» προέρχεται από σειρά ταυτίσεων. Και ταυτίζονται όχι μόνο τα παιδάκια, αλλά και οι μεγάλοι. Ο ψυχολόγος ταυτίζεται με τον Φρόιντ. Ο μητροπολίτης με τον Άγιο Γρηγόριο τον Χρυσόστομο. Βλέπουμε τώρα.[Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ; ΜΕ ΤΑ ΑΝΩΓΕΙΑ;]
Είναι μια σειρά ταυτίσεων που γίνονται ασυνείδητα. Δεν είναι εύκολο να τις κόψουμε αυτές. Και τότε προκαλείται αυτός ο «εποικισμός» του εαυτού. Δεν είμαι πια «εγώ».
Είναι πάρα πολύ λεπτό αυτό. Συμβαίνει στον καθένα. Δεν συμβαίνει μόνο στα παιδάκια, που συμβαίνει και κανονικά. Συμβαίνει σε όλους όσους σήμερα ανοίγουν τον εαυτό τους —χωρίς ένα πολύ ισχυρό κεντρικό νόημα— στην εμπειρία της πολλαπλότητας της πραγματικότητας σήμερα. Και ειδικά μέσω του διαδικτύου.
Από εκεί και μετά δεν μένει κανένας μόνος του πλέον. Δεν κοιμάται κανένας μόνος του. Έχουμε μεγάλη παρέα όλοι μας.
Λοιπόν, τότε ο άνθρωπος δεν μπορεί να βρει έναν συγκεκριμένο εαυτό· κατοικείται από πολλούς άλλους μέσω των πολλαπλών εγχειρημάτων ηδονής.
Αυτό είπε ο Μάξιμος. Τι κάνουν; Τα εγχειρήματα αυτά υποκαθιστούν ουσιαστικά την αναζήτηση ενός κεντρικού νοήματος για τον εαυτό.
Ξεχνιέται ο άνθρωπος. Ξεχνιέται από πράγματα χονδροειδή και από λεπτοφυή πράγματα. Δεν ξεχνιέται ο διανοούμενος; Ξεχνιέται κι αυτός, από ακόμη λεπτοφυέστερα πράγματα. Ξεχνιέται τη φροντίδα του εαυτού.
Ένας άλλος φιλόσοφος, ο Φουκώ, [ΤΩΝ ΚΑΤΩΓΕΙΩΝ] το ονόμασε «επιμέλεια εαυτού». Στην αρχαιότητα υπήρχε πολύ έντονο. Βλέπουμε ότι οι φιλόσοφοι σκοτώνονταν να μείνουν μόνοι τους τη νύχτα —καταλάβατε;— και να κάνουν εξετάσεις αυτογνωσίας. Αυτό είναι κεντρική διάσταση στους Πυθαγορίους, στους Πλατωνικούς, στους Στωικούς. Και βέβαια και στους χριστιανούς, οι οποίοι έχουν τον πνευματικό… περίπου «νεφρολόγο», λέμε τώρα.
[ΕΔΩ ΤΕΛΕΙΩΣΑΜΕ ΟΠΟΙΟΣ ΣΥΝΕΧΙΣΕΙ ΘΑ ΤΟ ΚΑΝΕΙ ΜΕ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΤΟΥ ΕΥΘΥΝΗ]
Λοιπόν, ο σύγχρονος εαυτός, λέμε συνεχίζοντας, με την κατάσταση αυτή στην οποία βρίσκεται, γίνεται ένας συσχετιστικός εαυτός. Δηλαδή ένας ευκαιριακός εαυτός, που παράγεται μέσα από σχέσεις που φαίνονται πρόσκαιρες, των οποίων η ταυτότητα δεν αφορά καμιά ουσιαστική πραγματικότητα του ίδιου του εαυτού.
Τι κάνετε, κύριε καθηγητά; Εντάξει, παράγω το προσωπείο του καθηγητή· που είναι κάτι, που έχει κύρος κλπ. Αλλά τον πραγματικό μου πόνο, την πραγματική μου διένεξη, την πραγματική μου διάσταση, την πραγματική μου αγωνία, δεν μπορώ να την κουβαλήσω σε αυτή την ταυτότητα. Όχι. Πρέπει να παράγω ιδιότητες· είναι θεσμικό όργανο.
Κι αν είμαι και παπάς, εκεί να δείτε πόσο δύσκολο είναι να εκφράσει κανείς… Δεν λέω τις αμφιβολίες που εξέφρασε ο Μπέργκμαν στα έργα του. Όχι. Κάτι πιο απλό. Κάτι πιο κοντινό. Έτσι. Πάλι έξω από το αυτοκίνητο — παρ’ όλα αυτά χρεωμένος.
Δεν μπορώ. Επομένως, αυτό παράγει τελικά, όταν συντελείται, μια ψηφιδωτή προσωπικότητα, η οποία κατοικείται από πολλούς εαυτούς. Έχει πολλές νοοτροπίες, πολλαπλές σχέσεις, στις οποίες πρέπει να είναι διαφορετικός ο καθένας.
Έμαθα ότι ο πνευματικός που είχε ο πατέρας Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος ήταν ίδιος με όλους. Και έλεγε: «Δεν έχω βιτρίνα. Κι αν είχα, θα την έσπαγα».
Ναι, αλλά μάθανε και κάτι άλλο: πώς να μην γίνει «συσχετιστικότατος εαυτός» και ψηφιδωτικός.
Για να γίνεις καθηγητής —ρωτήστε και τα δικά μας, η ίδια περίπτωση είναι— όταν θα μπεις στο Πανεπιστήμιο, είσαι επίκουρος, θα έρθεις να πεις «ό,τι θέλετε». Τέλεια ψηφιδωτική προσωπικότητα. Για τον καθένα είσαι αυτό που θέλει. Το «δεν είμαι»… Είμαι για εσάς αυτό που θέλετε.
Κάποτε, όταν ήμουν κι εγώ νεαρός, απέτυχα να καταλάβω μια θέση εδώ στο ΑΠΘ, ήμουν 30 χρονών, και με βρίσκει ένας καθηγητής, σεβαστός και αγαπητός μου, και μου λέει: «Άκουσε, Πάτερ, πώς να σου το πω να το καταλάβεις… Πρέπει να κάνεις τον καθηγητή να νομίζει ότι είσαι παιδί του. Θα τον κοιτάς στα μάτια και θα του λες: Είμαι ένα άδειο δοχείο· πάρτε ό,τι θέλετε μέσα.»
Το κάνουν αυτά πολλοί και γίνονται έτσι. Λοιπόν. Και μέχρι να φτάσεις τα 50 σου θα λες ό,τι θέλει αυτός. Μετά θα πεις τα δικά σου.
Λογαριάζεις, καλέ μου, ότι δεν θα έχω να πω τίποτα; Είμαι απόλυτα βέβαιος ότι αν για 20 χρόνια υποβληθώ στο βάσανο του «άδειου δοχείου», δεν θα έχω τίποτα δικό μου να πω στα 50 μου. Κι ευτυχώς δεν το έκανα. Και πρόνοια του Θεού να λειτούργησε. Αλλά λέμε τώρα.
Υπάρχει μέθοδος. Δηλαδή, και αυτό ξέρει η ψυχολογία. Η λακανική ψυχανάλυση. Έχουμε εδώ και κάποιον ψυχίατρο. Ξέρει ότι ο άνθρωπος είναι μιμητής της επιθυμίας των άλλων ανθρώπων. Γιατί θέλει να τον επιθυμήσουν οι άλλοι άνθρωποι.
Ο λόγος που θες να πάρεις ένα πολύ καλό αυτοκίνητο με μια πολύ ωραία γυναίκα δίπλα σου είναι γιατί ξέρεις ότι την επιθυμούν πολλοί — για να σε επιθυμήσουν εσένα, αφού την έχεις δίπλα σου· γι’ αυτό και το αυτοκίνητο.
Επιθυμούμε, έτσι. Και αυτό είναι ασυνείδητο. Αυτό είναι ασυνείδητο. Δεν γίνεται, δηλαδή, αυτό κάτω από την επιλογή. Όχι. Αλλά εξωθούμεθα, στην κυριολεξία, σε αυτό το ψεύδος.
Και προσέξτε: μπορεί, κατά τα άλλα, να έχουμε υπέροχους θεσμικούς ρόλους. Μπορεί να είναι κανείς Πρωθυπουργός, Πρόεδρος Δημοκρατίας, Αρχιεπίσκοπος, και να έχει «επικισθεί» και να είναι ψηφιδωτή η προσωπικότητά του. Σε σημείο που να μην μπορεί καν να θέσει το ερώτημα «ποιος είμαι;»· να το αποφεύγει μάλιστα συστηματικότατα.
Και όταν δει ότι πάει η κουβέντα προς τα εκεί, να αρχίσει να σφυρίζει κλέφτικα ή να λέει κάτι «υπερμάχω» κτλ. Αλλά πάντως δεν αντέχεται ο πόνος αυτού του ευνουχισμού. Ο Λακάν προχώρησε και σε αυτό που λέγεται «συμβολικός ευνουχισμός». Κάτι άλλο εννοεί, αλλά πάει και εκεί αυτό.
Για να έχω πραγματικές σχέσεις, εντάξει, τι θα γίνει; Δεν μπορώ συνέχεια να ταυτίζομαι με ένα φανταστικό Άλλο. Κάποια στιγμή πρέπει να το κόψω αυτό. Έτσι δεν είναι;
Και βέβαια, έτσι βλέπουμε ότι εξαφανίζεται η σταθερότητα στις ταυτότητες και ο άνθρωπος βιώνει μια βαθύτατη λύπη, την ίδια στιγμή που έχει τον «υπέροχο» ευνουχισμό. Ευχή σας, λοιπόν.
Με τον τρόπο αυτό φτάνουμε από την παραδοσιακή αυτονομία στην αναίρεσή της. Ποιο πλάσμα είναι αυτόνομο; Πού είναι η αυτονομία; Καταλαβαίνετε τι λέω; Ποιο υποκείμενο είναι αυτόνομο; Πού είναι αυτό το υποκείμενο σε μένα; Πού είναι αυτό το υποκείμενο σε εσάς;
Λοιπόν, ουσιαστικά δηλαδή, έχουμε ανάγκη την ομάδα. Κοιτάξτε τώρα εδώ πώς έρχονται όλα σιγά σιγά σε είδος θεραπείας. Πας να βρεις μια ισορροπία σε αυτή την αποτυχημένη αυτονομία. Πας να αποκτήσεις καμιά λογική σχέση με τον άνθρωπο που θα σε βοηθήσει να σταθείς στα πόδια σου. Και σιγά σιγά…
Σίγουρα έχει πλάκα, γιατί μιλάμε για την υποκειμενικότητα, και όλοι είμαστε σίγουροι ότι η υποκειμενικότητα είναι πολύ σημαντική και «κανένα πρόβλημα», είναι εύκολη η υποκειμενικότητα. Ποια είναι τα δύο υποκείμενα αυτά, όμως; Εντάξει… Και στον γάμο αυτό είναι γνωστό.
Δεν έχουμε λοιπόν καμιά πραγματική επικοινωνία. Γιατί; Τα ρεπερτόρια συντείνουν στην τεράστια απροσδιοριστία αυτού που είμαστε. Και ακριβώς στο Facebook αυτό κάνουμε. Τι κάνουμε; Κρυβόμαστε. Δηλαδή, κάνουμε αυτό ακόμα πιο απροσδιόριστο. Έτσι δεν είναι;
Δεν θέλω να υποτιμήσω το πρόβλημα, λοιπόν· απλώς έχουμε την ψευδαίσθηση ότι έχουμε παρέα. Ότι «είναι κι άλλοι σαν κι εμάς» και «πάσχουν κι οι άλλοι σαν κι εμάς». Δηλαδή, δεν πάσχει κανένας. Αν είμαστε όλοι άρρωστοι εδώ, μπορούμε να πούμε ότι δεν είναι κανένας άρρωστος. Δεν είναι έτσι; Αν είμαστε όλοι άρρωστοι εδώ, είναι σαν να λέμε ότι είναι «φυσική» κατάσταση αυτό για τον άνθρωπο.
Επομένως, έτσι αυτό οδηγεί —προερχόμαστε πια στις οικογενειακές σχέσεις και στον γάμο— σε μια κλασματοποίηση των οικογενειακών σχέσεων. Δηλαδή, κομμάτια του εαυτού μου προσφέρονται εδώ και εκεί. «Εδώ είμαι…» Ξαφνικά είμαι καλή μαμά. Ξαφνικά είμαι… Έτσι δεν είναι;
Όπως έλεγε ο Λαζόπουλος (το θυμάμαι αυτό): η ιδανική γυναίκα πώς είναι; Πρέπει να είναι όμορφη —καλό είναι— να είναι καλή φίλη, καλή σύντροφος, να είναι και καλή μαγείρισσα, να έχει και μια οικονομική σύνεση, πολλές φορές στο σπίτι να τα καταφέρνει, να είναι και κάπως καλή μάνα. Και δεν πρέπει οι πέντε αυτές (ρόλοι) να γνωρίζονται μεταξύ τους. Αυτό είναι η κλασματοποίηση του εαυτού. Κλασματοποίηση του εαυτού.
Θυμάμαι κάποτε μέναμε σε ένα σπίτι στο Λονδίνο και από κάτω έμενε κάποιος ο οποίος είχε πέντε κοπέλες, οι οποίες πάντοτε έρχονταν σε διαφορετική ώρα. Όχι, καθαρίστρια ήταν η μία, η μαγείρισσα ήταν άλλη, η παρηγορήτρια άλλη, η «συζυγική» σχέση άλλη και η ερωτική σύντροφος άλλη. Ανάλογα με την ώρα που χτυπούσες την πόρτα, σου άνοιγε και η ανάλογη.
Λοιπόν, λέμε τώρα: γίνεται κλασματοποίηση. Δηλαδή, ένα ολόκληρο δώσιμο και μια ολόκληρη αντι-δόση, βρε παιδιά, δεν τη βρίσκουμε ούτε στην οικογένεια. «Να σου δώσω το κομμάτι μου». Ναι. Γι’ αυτό λέω: θα μιλήσουμε για το αν έχει παρόν —το αν έχει μέλλον θα το βρούμε μόνοι μας μετά και θα σκεφτούμε να το σχεδιάσουμε.
«Θα σου δίνω ένα καλό μου κομμάτι· δώσε μου κι εσύ ένα. Πάρε κι εσύ ένα». «Δεν θέλω αυτό, θέλω κάτι άλλο τώρα.» «Ε, τώρα αυτό δεν είναι διαθέσιμο, γιατί το έχω δώσει σε έναν συνάδελφο». Δεν το λέει ακριβώς έτσι, αλλά έτσι ακριβώς είναι. «Δώσε μου εσύ εκείνο το άλλο». «Μα κι εγώ το έχω δώσει σε μια συνάδελφο». Αυτό δεν το λέει, αλλά, άμα η συνάδελφος είναι κάθε μέρα μαζί και τελικά μοιράζονται ένα καλό κομμάτι του εαυτού, δεν έρχεται φυσιολογικά αυτό; Φυσιολογικά. Όλα φυσιολογικά είναι σήμερα πια. Έτσι δεν είναι;
Δεν υπάρχει τίποτα πλέον “φυσικό”. Η φύση έχει τεντωθεί και έχει εκταθεί τόσο, που τώρα πια χωράει τα πάντα μέσα. Μπορούμε να βάλουμε οτιδήποτε θέλουμε εκεί μέσα, και αλλοίμονο μας αν δεν το κάνουμε: θα μας πιέσει και η αστυνομία και θα μας πει κι αυτό και άλλα πράγματα που δεν σας αρέσουν.
Είπα σε μια συνέντευξή μου για τους ομοφυλόφιλους και λέω: «Και η ομοφυλοφιλία θα απαγορευτεί». Και με κοιτάγανε περίεργα. «Θα απαγορευτεί, θα το δείτε κι αυτό ακόμη», γιατί; Μα έγινε στην Αγγλία αυτό. Υπάρχει μια ένωση, η LGB Alliance —LGB, μόνο αυτοί— και αυτοί θέλουν να υπερασπιστούν τα φυσικά φύλα. Διότι η λεσβία θέλει μια βιολογική γυναίκα θηλυκή απέναντί της, παρακαλώ, και ο gay άνδρας θέλει έναν πραγματικό βιολογικό άνδρα απέναντί του. Έρχονται λοιπόν οι τρανς και λένε: «Τέρμα τα φύλα». Έγινε μεγάλο δικαστήριο το 2019 στην Αγγλία, με τεράστια ποσά, για να αποκτήσουν το δικαίωμα οι καημένοι ομοφυλόφιλοι να έχουν έναν άνδρα μπροστά τους βιολογικό, και οι γυναίκες το ίδιο: να έχουν κι αυτές μια βιολογική γυναίκα να παρηγοριούνται. Εκεί είμαστε σήμερα. Η επόμενη δίκη όμως θα χαθεί.
Ήδη σήμερα, οποιονδήποτε δυτικό πολιτικό ρωτήσετε «τι είναι γυναίκα;» θα σας πει: «Οι περσινές μου διακοπές στην Ελλάδα ήταν εξαίσιες». Αν τον ζορίσετε να σας πει, ξέρω ότι, αν τυχόν απαντήσει ότι είναι «ον με μήτρα» —λέμε τώρα, συγχωρέστε με που το είπα κι εγώ, δεν μας ακούει κανένας— θα πάει φυλακή. Έχουν γίνει αυτά. Καταλάβατε; Αλλά όλα αυτά είναι μέσα στη «φύση». Δεν ξέρω τι σημαίνει φύση πια.
Αν δεν είχαμε εδώ πέρα τον Στωικό Ζήνωνα, τον Ηράκλειτο, τον Πλάτωνα, θα τους δέναμε σε μια καρέκλα, γιατί θα τσίριζαν όλοι, θα φώναζαν από το κακό τους. Διότι ο αρχαίος Έλληνας είναι κοσμολογικά προσδιορισμένος. Η φύση είναι, κατά κάποιο τρόπο, ο λόγος — στον Ηράκλειτο, στους Στωικούς— και είναι μέσα στον κόσμο. Καταλάβατε; Ο κόσμος είναι ιερός.
Όταν λοιπόν ρωτάτε έναν αρχαίο Έλληνα, τον Πυθαγόρα, για παράδειγμα, αν τον ρωτήσετε «πόσα είναι τα φύλα;» θα σε κοιτάξει και θα σου πει: «Δύο, φυσικά, λίγο είναι;» Γιατί; Γιατί είναι λίγο, αλλά είναι παντού: σε όλα τα ζώα και στα φυτά. Κι αν τολμήσεις να πεις ότι είναι τέσσερα, αυτό λέγεται ύβρις, και μετά έρχεται η νέμεσις. Δεν είναι το μέτρο, ο νόμος της φύσεως; Στον Εμπεδοκλή, γιώτα-γιώτα, και σε κάνει σκόνη. Γιατί ο κόσμος είναι ιερός, γιατί είναι θεός ο κόσμος.
Αλλά κι όταν δεν είναι έτσι, όπως στον Πλάτωνα, όπου οι ιδέες είναι έξω από τον κόσμο, πάλι αυτά τα οποία φτιάχνουν δεν τα συζητούν μαζί σου· είναι αυτά που είναι, και όχι άλλα. Τελείωσε.
Και πάμε. Όσο για την «ανεκτικότητα» που υπήρχε στην αρχαία Ελλάδα γι’ αυτά, να διαβάσετε τον Φουκώ. Στον Φουκώ θα δείτε πώς αυτό το πράγμα εγκαταλείφθηκε και γιατί εγκαταλείφθηκε, με συγκεκριμένους ιστορικούς λόγους.
Λοιπόν, εμείς, για την οικογένεια, επομένως, αυτό που μας απομένει για σωτηρία είναι η συμβολική κοινότητα. Συμβολική κοινότητα, όταν λέω, εννοώ την κοινότητα την οποία δημιουργούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης· δηλαδή διαδικασία ειδωλολατρίας πολλαπλών επιθυμιών, αποτυχία ηδονής μέσα από την περιστολή του εαυτού, κατάλυση του παιδικού, αποτυχία ηδονής κτλ. Πώς να δεχτεί τότε το ερώτημα της αλήθειας;
Λοιπόν, το ερώτημα της αλήθειας τίθεται μόνο ως σύμπτωμα: ως κατάθλιψη, ως νεύρωση, ως επανάσταση, ως μοιχεία, ως εκκεντρική συμπεριφορά κ.ο.κ.
Επομένως, αυτό το οποίο απομένει είναι μια συμβολική κοινότητα, όπου όλα αυτά να χωράνε και να γίνονται όσο γίνεται πιο ανέξοδα. Έτσι δεν είναι;
Και αν θυμάστε, έρχονται και πουλιούνται στα περίπτερα τα γυαλιά τα VR. Έχει δει κανείς γυαλιά VR; Ποιος; Εγώ έχω χρησιμοποιήσει, γι’ αυτό σας το λέω. Δεν είναι φοβερό; Τελειώνει κι ο καβγάς για τη γειτόνισσα, δεν υπάρχει· δεν λέγεται εκεί πλέον καν. Καλά βαίνει, λοιπόν, και όλη αυτή η αλλοτρίωση ουσιαστικά επιβραβεύεται. Έτσι δεν είναι; Με αυτή τη συμβολική κοινότητα.
Και στο τέλος τι γίνεται; Είμαι πλήρης, τελείως και παντελώς άδειος μαζί. Ή όχι; Δεν υπάρχει πλέον τίποτε ερώτημα. Αυτό τώρα δεν είναι τελείως… δεν ξέρω καν για τι πράγμα μιλάω. Δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε πια. Είναι όπως τα πρωινάδικα, τη γενική τηλεόραση. Καταλαβαίνετε. Μετά, κι ο καλύτερος ομιλητής, ο Χριστός, δεν μπορεί να πει συλλογική λέξη. Δεν υπάρχει. Δεν υπάρχει καμιά κοινή βάση, δεν υπάρχει κανένα κοινό υπόβαθρο, δεν υπάρχει τίποτα. Πωλούνται «τίποτα».
Επομένως, η μόνη μας ελπίδα είναι να αφαιρέσουμε αυτή την αδειοσύνη ως αμαρτία, εμείς οι χριστιανοί, και να κοιτάξουμε να ξαναβρούμε, αν είναι δυνατόν, μία κεντρική επιθυμία: το «ἑνὸς ἐστὶ χρεία», λέει ο Χριστός, το οποίο θα μου εξασφαλίσει το δώρο ενός εαυτού και το δώρο ενός κεντρικού νοήματος. Και θα είμαι, αν μη τι άλλο, προφυλαγμένος από την κατάθλιψη ή τη νεύρωση. Μπορεί να μην ξέρω καν να το κάνω καλά — γιατί ποιος θα το μάθει αυτό σήμερα;
Πάρα πολύ δύσκολο πια. Και δεν μιλάω για τους άπιστους, μιλάω για τους πιστούς. Έλεγα στον Παναγιώτατο —Σεβασμιώτατο τον λέω εγώ—, έλεγα, λοιπόν, στον Δεσπότη, την εμπειρία που είχα προχθές στα Ιωάννινα.
Ήταν μια αίθουσα γεμάτη, όσο είστε κι εσείς εδώ τώρα, από φοιτητές. Και μιλάγαμε για τη σχέση με τη θρησκεία. Λοιπόν, και τους λέω: «Θα κάνω μια ερώτηση, θα μου δώσετε μια απάντηση τώρα. Σαν ερώτηση θα σας την κάνω, και όποιος πει “όχι” — ξέρετε ότι είμαι άνθρωπος της Εκκλησίας, κλπ., ξέρουν ότι δεν “κλωτσάω” εγώ από αντιρρήσεις και τέτοια — αλλά όποιος σηκώσει χέρι, θα τον περάσω αμέσως. Ποιοι από εσάς δεν πιστεύετε στην αιώνια ζωή;»
Κοιτάζω… κανένα χέρι.
Λέω: «Τον έχω περάσει αυτή τη στιγμή. Έχει περάσει το μάθημα και με καλό βαθμό.»
Ανάποδα το ερώτημα: «Ποιοι πιστεύουν ότι υπάρχει αιώνια ζωή;»
Σηκώνονται δέκα χέρια, ίσως και παραπάνω. Αυτό σας λέω ότι με σόκαρε. Δεν το περίμενα, αν και ξέρω ότι κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει.
Όπως έλεγε ένας γέροντας: «Έχει βάλει ο διάβολος και τα τρία ίντερνετ μέσα, να σκάπτει όλα. Δεν ξέρει ποιος μπαίνει από πίσω». Σήμερα αυτά τα παιδιά δεν είναι αθώα — το ξέρετε κι εσείς. Έχουν κάνει τα πάντα. Κανένας δεν πιάνει κουβέντα μαζί τους. Όλα τα έχουν κάνει, όλα τα έχουν καπνίσει, όλα τα έχουν δοκιμάσει. Δεν είναι «αθώα παιδιά». Ούτε «της Εκκλησίας παιδιά», ούτε από «τέτοιες οικογένειες». Τίποτα. Όχι.
Και γι’ αυτό έχει σημασία, σε μια δεύτερη φάση, όπως αυτός που μου δείξανε —αυτός ο Sin Boy, ο ράπερ— δεν τον ήξερα, τα παιδιά μου τα δείχνουν αυτά. Και μου λέει (στο τραγούδι του): «Τον Χριστό δεν τον πιάνω· δεν με νοιάζει η Εκκλησία, εσείς είστε χάλια, ρε». Μπράβο. «Οι παπάδες δεν ξέρουν τι τους γίνεται. Αλλά ο Χριστός είναι το μόνο είδωλο».
Ξέρετε ποιο είναι το φοβερό; Ότι αυτός, για να προχωρήσει εδώ, πρέπει να πάει να βρει έναν παπά. Πρέπει να υπάρξουν πατέρες. Αν βρεθούν άνθρωποι που θα μιλήσουν σε αυτά τα παιδιά, αν βρεθούν άνθρωποι να μιλήσουν σε αυτά τα παιδιά, θα δούμε αναγεννήσεις πραγματικά που δεν τις φανταζόμαστε καν.
Αν είμαστε, όμως, εμείς στα «τίποτα» κολλημένοι, ανόητοι και δεν ξέρω τι άλλο… Και όχι σαν τον Γεράσιμο, τον Μητροπολίτη Κεφαλληνίας, αυτό το φοβερό πλάσμα, που γινόταν τα πάντα «τοις πάσι», έτσι; Και έκλαιγε μαζί με τον τραβεστί με μαύρο δάκρυ, και αγκάλιαζε την πόλη και έλεγε «να πάμε μαζί σήμερα». Ο υπέροχος Κεφαλληνίας. Γι’ αυτό και πέθανε πριν την ώρα του, γιατί δεν χώραγε στην ελληνική ιεραρχία. Ευτυχώς έφυγε ο δεσπότης αυτός, μπορούμε να το λέμε· δεν χώραγε ούτε για αστείο εκεί μέσα. Πού να χωρέσει;
Αυτό ήταν μια παρουσία του Χριστού στον κόσμο. Ε, ακριβώς αυτό ήταν. Με έναν τέτοιο θα βλέπαμε πράγματα που θα μας συγκλόνιζαν, στην κυριολεξία.
Και εδώ είναι ακριβώς το προνόμιο μιας εποχής που, κατά τα άλλα, είναι φοβερά επικίνδυνη. Πάρτε το χαμπάρι: έχουμε πάθει μεγάλη ζημιά. Όχι μόνο «έξω»· κι εμείς εδώ. Αυτά που είπα ισχύουν για εμάς: αυτές οι ψηφιδωτές προσωπικότητες, η πολυφρενία, ο τόσο «επικισμένος» εαυτός. Αφορούν εμάς. Και εμάς. Αυτή η δυσκολία να βρούμε τη μία επιθυμία αυτή.
Τη μία επιθυμία που θέλουν όλες [οι άλλες] να είναι. Αυτό επίσης είναι πάρα πολύ δύσκολο. Πόσο ωραίο… πόσο ωραίο… Ένα δεκάλεπτο σίγουρα.
Θα μας σώσει, κατά τη γνώμη μου, ο Μαχαιρίτσας. Ο Λαυρέντης. Συμπατριώτης μου. Δεν πρόλαβα να τον γνωρίσω, ήθελα πάρα πολύ όμως. Σήμερα, που καθόμουν και προσπαθούσα να γράψω μερικά πράγματα —για την κινεζική φιλοσοφία έγραφα, σε ένα άλλο βιβλίο— ξαφνικά, όπως γίνεται, μπουμ, εκεί, ακούω αυτό το τραγούδι: «Τα μάτια δίχως λογική». Το ξέρετε όλοι. Είχα να το ακούσω πάρα πολλά χρόνια. Θυμάμαι, το πρωτοάκουσα πριν από είκοσι χρόνια. Τινάχτηκα πάνω μου. «Τι λέει αυτός εδώ; Τι λέει αυτός;»
Να θυμίσω μερικούς στίχους:
Μου λες τα μάτια σου να μην τα αγαπώ
και να πάψω να πιστεύω στα δικά μου.
Με αυτά τα μάτια που κρατώ και που βαδίζω
να έχω πίσω μου, και μέσα, και μπροστά μου…
Όσοι εδώ τα λένε «πολύ ερωτευμένα» αυτά· δεν έχει σημασία. Τα άλλα όμως έχουν:
Σε αυτά τα μάτια δεν υπάρχει λογική,
όσο βαθιά κι αν τα κοιτάξω, μ’ αγαπούν.
Της ιστορίας πυρπολούν τη φυλακή…
Ξέρετε, για να τα γράψει κανείς αυτά, πρέπει να είναι κάποιος. Να αντιληφθεί την ιστορία ως φυλακή. Την ανθρώπινη κατάσταση, όπως την περιγράφουμε τώρα. Όχι μια φυλακή «γιατί είναι φυλακή»…
…και σε παραμύθια και σε αστέρια να με βρούνε,
να με οδηγούνε…
Λοιπόν, κάθισα και έγραψα μερικούς στίχους:
Μέσα στην ίδια ανάβει μια φωτιά,
κάθε άστεγο κι άλλο τον ζεσταίνει…
Έχουμε τέτοια όντα ανθρώπινα; Δεν είναι πολιτική, εννοώ. Γιατί ο πολιτικός θα έπρεπε να φαίνεται ότι τους ανέργους και αυτούς η θέλησή του τους φτάνει — αλλά τα μάτια του είναι θανατερά, παγωμένα.
Και η καλοσύνη τους απλώνεται σαν λαδιά,
μαλακώνει μια ανάγκη πετρωμένη…
Να σας το ξαναλέω: για να τα γράψουμε αυτά τα πράγματα, πρέπει να είναι τρομακτικά πληγωμένος ή μεγάλος θεολόγος. Ή και τα δύο.
Γι’ αυτό: «Τα μάτια σου να μην τα δω…» όχι «να μην τα αγαπάω». Έχουν, πίσω μου, χρόνια· και μέσα μου, κανένας δεν με έχει κοιτάξει έτσι. Και μπροστά μου — αυτά θέλω να βλέπω συνέχεια. Ακούτε; Υπάρχει περίπτωση να γίνουμε έτσι μεταξύ μας; Μόνο τότε ο γάμος μπορεί να έχει επιτυχία.
Την ίδια εποχή, εργαζόμουν πάνω στην έννοια του ομοουσίου και διάβαζα μερικά δύσκολα βιβλία — έτσι τα λένε ότι είναι δύσκολα: περί εκκλησιολογίας και ανθρωπολογίας — μιλώντας ακριβώς για την έννοια του ομοουσίου. Το ομοούσιο, ξέρετε, είναι μια πολύτιμη έννοια στην τριαδολογία, αλλά και στην ανθρωπολογία. «Ομοούσια» λέμε τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Τι σημαίνει; Ότι έχουν την ίδια ουσία μεταξύ τους. Αλλιώς δεν θα ήταν τρία πραγματικά πρόσωπα.
Τι σημαίνει «ομοούσιος»; Πάντα στους φοιτητές μου χρησιμοποιούσα ένα μπουκαλάκι — να σας το εξηγήσω. Το είχα πάντα, του νερού εδώ. Έπαιρνα μια φοιτήτρια και έναν φοιτητή και έλεγα: «Εγώ είμαι ο Πατήρ και δίνω το είναι μου, την ουσία μου, στον Υιό. Ταυτόχρονα, αχρόνως, κάνω το ίδιο στο Πνεύμα. Και αυτοί οι δύο, μεταξύ τους, έχουν μια διαδοχή της μίας ουσίας».
Πόσες είναι οι ουσίες; Μία. Πόσα είναι τα πρόσωπα; Τρία. Η ουσία είναι απολύτως μία — ένας είναι αυτός πραγματικά — αλλά αυτή η ενότητα έχει μια κοινωνική δομή, μια προσωπική δομή. Και η δομή της είναι τριαδική.
Και είναι φοβερό ότι δεν χάνεται, με τον τρόπο αυτό, ούτε η αυτοτέλεια των προσώπων — καθόλου δεν συγχέονται μεταξύ τους — ούτε η μέγιστη ενότητά τους. Η μέγιστη ενότητα και η απόλυτη διάκριση. Δεν μπορούμε εμείς αυτό να το σκεφτούμε. Όλοι οι ερωτευμένοι το έχουν σκεφτεί μια στιγμή: να ενωθούν με τον άνθρωπο που αγαπούν, να γίνουν ένα. Και μετά από λίγο είναι δύο. Μερικές φορές είναι και δεκαπέντε… κομμάτια. Για τους λόγους αυτούς που εξηγήσαμε πριν από λίγο: γιατί έχουμε έναν «επικισμένο» έρωτα, έναν μωσαϊκό έρωτα. Και είπαμε: «Το κομμάτι αυτό το έχω δώσει αλλού, το άλλο το έχω δώσει σε άλλον…» Δεν γίνεται να τα τραβήξω πίσω εύκολα, ειδικά σήμερα.
Ό,τι υποκείμενο είναι σήμερα — εγώ έτσι το λέω σ’ ένα τελευταίο βιβλίο μου, και αυτό που σας διάβαζα πριν είναι κεφάλαιο καινούριο — είναι φαντασιωτικό υποκείμενο. Είναι το υποκείμενο της φαντασίωσής του. Σήμερα σου λένε: «Φαντάσου ό,τι θέλεις ελεύθερα, και αυτό που φαντάζεσαι είναι αλήθεια». Και προβάλλεται αυτό στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, και θα βρεθούν υπάλληλοι που θα το δεχθούν, θα το πιστέψουν. Είναι τίποτα; Σας είπα, είναι το ερώτημα για το έσχατο νόημα.
Σε έναν μελλοντικό ολοκληρωτισμό, αυτό θα είναι το ερώτημα που θα απαγορεύεται: «Τι νόημα έχουν όλα αυτά;» Τι νόημα έχουν όλα αυτά; Έχουμε τριάντα χιλιάδες νοήματα δίπλα μας, ναι ή όχι; Και εσύ, ο καθένας, δεν κουβαλάς μέσα σου μόνος σου άλλα 150 νοήματα, και είσαι και ελεύθερος να έχεις άλλα 150;
Γι’ αυτό τον ολοκληρωτισμό αυτό, στο βιβλίο μου, τον ονομάζω «βελούδινο ολοκληρωτισμό». Υπάρχει ένα βιβλίο (του 2020) με τίτλο Η ανοιχτή ιστορία και η εκκοσμίκευση, και ο υπότιτλος είναι Η άνοδος του βελούδινου ολοκληρωτισμού. Βλέπετε πώς συνδέονται όλα; Θεολογία, ψυχολογία, πολιτική φιλοσοφία — ένα είναι όλα αυτά. Εμείς τα χωρίζουμε σε κομμάτια.
Οι προηγούμενοι ολοκληρωτισμοί κάνανε λάθη, γι’ αυτό και γκρεμίστηκαν. Άλλοι κατάργησαν το ατομικό υποκείμενο χάριν της συλλογικότητας, έτσι· άλλοι κατάργησαν τα αισθήματα του έρωτα και της εκκλησίας και της αγάπης κλπ. Όλοι αυτοί είχαν ένα «όχι» κάπου. Ο τελευταίος ολοκληρωτισμός όμως έχει μέλλον, γιατί τον υποστηρίζουμε εμείς οι ίδιοι. Είναι ο ολοκληρωτισμός που λέει «ναι» σε όλα αυτά. Είπαμε: την έννοια της φύσης την κάνουμε τεράστια και χωράμε οι πάντες εκεί μέσα.
Εδώ είναι το πολύ σημαντικό — συγχωρέστε με που μιλάω έτσι. Τη Φιλοκαλία την ξέρουμε πολύ καλά πια σήμερα. Θυμάμαι, πήγα μια φορά σε μια κατασκήνωση, και μου λένε τα παιδιά, οι φοιτητές: «Να μας μιλήσετε». «Τι να σας μιλήσω, παιδιά;» «Περί προσευχής». Είμαι κι εγώ νεαρός τότε, δεν καταλάβαινα… Παίρνω, λοιπόν, τη Φιλοκαλία, φτιάχνω ένα θέμα περί προσευχής, αρχίζω λοιπόν «περί προσευχής»… Κάθονταν δυο ώρες, κάνανε ότι άκουγαν, είχαν ευγένεια. Σου λέει «θα πει ο παπάς, θα γλιτώσουμε… Έχουμε και ανοχές, ο παπάς είναι, τι να κάνουμε…».
Κι αν είμαι και παπάς, εκεί να δείτε πόσο δύσκολο είναι να εκφράσει κανείς… Δεν λέω τις αμφιβολίες που εξέφρασε ο Μπέργκμαν στα έργα του. Όχι. Κάτι πιο απλό. Κάτι πιο κοντινό. Έτσι. Πάλι έξω από το αυτοκίνητο — παρ’ όλα αυτά χρεωμένος.
Δεν μπορώ. Επομένως, αυτό παράγει τελικά, όταν συντελείται, μια ψηφιδωτή προσωπικότητα, η οποία κατοικείται από πολλούς εαυτούς. Έχει πολλές νοοτροπίες, πολλαπλές σχέσεις, στις οποίες πρέπει να είναι διαφορετικός ο καθένας.
Έμαθα ότι ο πνευματικός που είχε ο πατέρας Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος ήταν ίδιος με όλους. Και έλεγε: «Δεν έχω βιτρίνα. Κι αν είχα, θα την έσπαγα».
Ναι, αλλά μάθανε και κάτι άλλο: πώς να μην γίνει «συσχετιστικότατος εαυτός» και ψηφιδωτικός.
Για να γίνεις καθηγητής —ρωτήστε και τα δικά μας, η ίδια περίπτωση είναι— όταν θα μπεις στο Πανεπιστήμιο, είσαι επίκουρος, θα έρθεις να πεις «ό,τι θέλετε». Τέλεια ψηφιδωτική προσωπικότητα. Για τον καθένα είσαι αυτό που θέλει. Το «δεν είμαι»… Είμαι για εσάς αυτό που θέλετε.
Κάποτε, όταν ήμουν κι εγώ νεαρός, απέτυχα να καταλάβω μια θέση εδώ στο ΑΠΘ, ήμουν 30 χρονών, και με βρίσκει ένας καθηγητής, σεβαστός και αγαπητός μου, και μου λέει: «Άκουσε, Πάτερ, πώς να σου το πω να το καταλάβεις… Πρέπει να κάνεις τον καθηγητή να νομίζει ότι είσαι παιδί του. Θα τον κοιτάς στα μάτια και θα του λες: Είμαι ένα άδειο δοχείο· πάρτε ό,τι θέλετε μέσα.»
Το κάνουν αυτά πολλοί και γίνονται έτσι. Λοιπόν. Και μέχρι να φτάσεις τα 50 σου θα λες ό,τι θέλει αυτός. Μετά θα πεις τα δικά σου.
Λογαριάζεις, καλέ μου, ότι δεν θα έχω να πω τίποτα; Είμαι απόλυτα βέβαιος ότι αν για 20 χρόνια υποβληθώ στο βάσανο του «άδειου δοχείου», δεν θα έχω τίποτα δικό μου να πω στα 50 μου. Κι ευτυχώς δεν το έκανα. Και πρόνοια του Θεού να λειτούργησε. Αλλά λέμε τώρα.
Υπάρχει μέθοδος. Δηλαδή, και αυτό ξέρει η ψυχολογία. Η λακανική ψυχανάλυση. Έχουμε εδώ και κάποιον ψυχίατρο. Ξέρει ότι ο άνθρωπος είναι μιμητής της επιθυμίας των άλλων ανθρώπων. Γιατί θέλει να τον επιθυμήσουν οι άλλοι άνθρωποι.
Ο λόγος που θες να πάρεις ένα πολύ καλό αυτοκίνητο με μια πολύ ωραία γυναίκα δίπλα σου είναι γιατί ξέρεις ότι την επιθυμούν πολλοί — για να σε επιθυμήσουν εσένα, αφού την έχεις δίπλα σου· γι’ αυτό και το αυτοκίνητο.
Επιθυμούμε, έτσι. Και αυτό είναι ασυνείδητο. Αυτό είναι ασυνείδητο. Δεν γίνεται, δηλαδή, αυτό κάτω από την επιλογή. Όχι. Αλλά εξωθούμεθα, στην κυριολεξία, σε αυτό το ψεύδος.
Και προσέξτε: μπορεί, κατά τα άλλα, να έχουμε υπέροχους θεσμικούς ρόλους. Μπορεί να είναι κανείς Πρωθυπουργός, Πρόεδρος Δημοκρατίας, Αρχιεπίσκοπος, και να έχει «επικισθεί» και να είναι ψηφιδωτή η προσωπικότητά του. Σε σημείο που να μην μπορεί καν να θέσει το ερώτημα «ποιος είμαι;»· να το αποφεύγει μάλιστα συστηματικότατα.
Και όταν δει ότι πάει η κουβέντα προς τα εκεί, να αρχίσει να σφυρίζει κλέφτικα ή να λέει κάτι «υπερμάχω» κτλ. Αλλά πάντως δεν αντέχεται ο πόνος αυτού του ευνουχισμού. Ο Λακάν προχώρησε και σε αυτό που λέγεται «συμβολικός ευνουχισμός». Κάτι άλλο εννοεί, αλλά πάει και εκεί αυτό.
Για να έχω πραγματικές σχέσεις, εντάξει, τι θα γίνει; Δεν μπορώ συνέχεια να ταυτίζομαι με ένα φανταστικό Άλλο. Κάποια στιγμή πρέπει να το κόψω αυτό. Έτσι δεν είναι;
Και βέβαια, έτσι βλέπουμε ότι εξαφανίζεται η σταθερότητα στις ταυτότητες και ο άνθρωπος βιώνει μια βαθύτατη λύπη, την ίδια στιγμή που έχει τον «υπέροχο» ευνουχισμό. Ευχή σας, λοιπόν.
Με τον τρόπο αυτό φτάνουμε από την παραδοσιακή αυτονομία στην αναίρεσή της. Ποιο πλάσμα είναι αυτόνομο; Πού είναι η αυτονομία; Καταλαβαίνετε τι λέω; Ποιο υποκείμενο είναι αυτόνομο; Πού είναι αυτό το υποκείμενο σε μένα; Πού είναι αυτό το υποκείμενο σε εσάς;
Λοιπόν, ουσιαστικά δηλαδή, έχουμε ανάγκη την ομάδα. Κοιτάξτε τώρα εδώ πώς έρχονται όλα σιγά σιγά σε είδος θεραπείας. Πας να βρεις μια ισορροπία σε αυτή την αποτυχημένη αυτονομία. Πας να αποκτήσεις καμιά λογική σχέση με τον άνθρωπο που θα σε βοηθήσει να σταθείς στα πόδια σου. Και σιγά σιγά…
Σίγουρα έχει πλάκα, γιατί μιλάμε για την υποκειμενικότητα, και όλοι είμαστε σίγουροι ότι η υποκειμενικότητα είναι πολύ σημαντική και «κανένα πρόβλημα», είναι εύκολη η υποκειμενικότητα. Ποια είναι τα δύο υποκείμενα αυτά, όμως; Εντάξει… Και στον γάμο αυτό είναι γνωστό.
Δεν έχουμε λοιπόν καμιά πραγματική επικοινωνία. Γιατί; Τα ρεπερτόρια συντείνουν στην τεράστια απροσδιοριστία αυτού που είμαστε. Και ακριβώς στο Facebook αυτό κάνουμε. Τι κάνουμε; Κρυβόμαστε. Δηλαδή, κάνουμε αυτό ακόμα πιο απροσδιόριστο. Έτσι δεν είναι;
Δεν θέλω να υποτιμήσω το πρόβλημα, λοιπόν· απλώς έχουμε την ψευδαίσθηση ότι έχουμε παρέα. Ότι «είναι κι άλλοι σαν κι εμάς» και «πάσχουν κι οι άλλοι σαν κι εμάς». Δηλαδή, δεν πάσχει κανένας. Αν είμαστε όλοι άρρωστοι εδώ, μπορούμε να πούμε ότι δεν είναι κανένας άρρωστος. Δεν είναι έτσι; Αν είμαστε όλοι άρρωστοι εδώ, είναι σαν να λέμε ότι είναι «φυσική» κατάσταση αυτό για τον άνθρωπο.
Επομένως, έτσι αυτό οδηγεί —προερχόμαστε πια στις οικογενειακές σχέσεις και στον γάμο— σε μια κλασματοποίηση των οικογενειακών σχέσεων. Δηλαδή, κομμάτια του εαυτού μου προσφέρονται εδώ και εκεί. «Εδώ είμαι…» Ξαφνικά είμαι καλή μαμά. Ξαφνικά είμαι… Έτσι δεν είναι;
Όπως έλεγε ο Λαζόπουλος (το θυμάμαι αυτό): η ιδανική γυναίκα πώς είναι; Πρέπει να είναι όμορφη —καλό είναι— να είναι καλή φίλη, καλή σύντροφος, να είναι και καλή μαγείρισσα, να έχει και μια οικονομική σύνεση, πολλές φορές στο σπίτι να τα καταφέρνει, να είναι και κάπως καλή μάνα. Και δεν πρέπει οι πέντε αυτές (ρόλοι) να γνωρίζονται μεταξύ τους. Αυτό είναι η κλασματοποίηση του εαυτού. Κλασματοποίηση του εαυτού.
Θυμάμαι κάποτε μέναμε σε ένα σπίτι στο Λονδίνο και από κάτω έμενε κάποιος ο οποίος είχε πέντε κοπέλες, οι οποίες πάντοτε έρχονταν σε διαφορετική ώρα. Όχι, καθαρίστρια ήταν η μία, η μαγείρισσα ήταν άλλη, η παρηγορήτρια άλλη, η «συζυγική» σχέση άλλη και η ερωτική σύντροφος άλλη. Ανάλογα με την ώρα που χτυπούσες την πόρτα, σου άνοιγε και η ανάλογη.
Λοιπόν, λέμε τώρα: γίνεται κλασματοποίηση. Δηλαδή, ένα ολόκληρο δώσιμο και μια ολόκληρη αντι-δόση, βρε παιδιά, δεν τη βρίσκουμε ούτε στην οικογένεια. «Να σου δώσω το κομμάτι μου». Ναι. Γι’ αυτό λέω: θα μιλήσουμε για το αν έχει παρόν —το αν έχει μέλλον θα το βρούμε μόνοι μας μετά και θα σκεφτούμε να το σχεδιάσουμε.
«Θα σου δίνω ένα καλό μου κομμάτι· δώσε μου κι εσύ ένα. Πάρε κι εσύ ένα». «Δεν θέλω αυτό, θέλω κάτι άλλο τώρα.» «Ε, τώρα αυτό δεν είναι διαθέσιμο, γιατί το έχω δώσει σε έναν συνάδελφο». Δεν το λέει ακριβώς έτσι, αλλά έτσι ακριβώς είναι. «Δώσε μου εσύ εκείνο το άλλο». «Μα κι εγώ το έχω δώσει σε μια συνάδελφο». Αυτό δεν το λέει, αλλά, άμα η συνάδελφος είναι κάθε μέρα μαζί και τελικά μοιράζονται ένα καλό κομμάτι του εαυτού, δεν έρχεται φυσιολογικά αυτό; Φυσιολογικά. Όλα φυσιολογικά είναι σήμερα πια. Έτσι δεν είναι;
Δεν υπάρχει τίποτα πλέον “φυσικό”. Η φύση έχει τεντωθεί και έχει εκταθεί τόσο, που τώρα πια χωράει τα πάντα μέσα. Μπορούμε να βάλουμε οτιδήποτε θέλουμε εκεί μέσα, και αλλοίμονο μας αν δεν το κάνουμε: θα μας πιέσει και η αστυνομία και θα μας πει κι αυτό και άλλα πράγματα που δεν σας αρέσουν.
Είπα σε μια συνέντευξή μου για τους ομοφυλόφιλους και λέω: «Και η ομοφυλοφιλία θα απαγορευτεί». Και με κοιτάγανε περίεργα. «Θα απαγορευτεί, θα το δείτε κι αυτό ακόμη», γιατί; Μα έγινε στην Αγγλία αυτό. Υπάρχει μια ένωση, η LGB Alliance —LGB, μόνο αυτοί— και αυτοί θέλουν να υπερασπιστούν τα φυσικά φύλα. Διότι η λεσβία θέλει μια βιολογική γυναίκα θηλυκή απέναντί της, παρακαλώ, και ο gay άνδρας θέλει έναν πραγματικό βιολογικό άνδρα απέναντί του. Έρχονται λοιπόν οι τρανς και λένε: «Τέρμα τα φύλα». Έγινε μεγάλο δικαστήριο το 2019 στην Αγγλία, με τεράστια ποσά, για να αποκτήσουν το δικαίωμα οι καημένοι ομοφυλόφιλοι να έχουν έναν άνδρα μπροστά τους βιολογικό, και οι γυναίκες το ίδιο: να έχουν κι αυτές μια βιολογική γυναίκα να παρηγοριούνται. Εκεί είμαστε σήμερα. Η επόμενη δίκη όμως θα χαθεί.
Ήδη σήμερα, οποιονδήποτε δυτικό πολιτικό ρωτήσετε «τι είναι γυναίκα;» θα σας πει: «Οι περσινές μου διακοπές στην Ελλάδα ήταν εξαίσιες». Αν τον ζορίσετε να σας πει, ξέρω ότι, αν τυχόν απαντήσει ότι είναι «ον με μήτρα» —λέμε τώρα, συγχωρέστε με που το είπα κι εγώ, δεν μας ακούει κανένας— θα πάει φυλακή. Έχουν γίνει αυτά. Καταλάβατε; Αλλά όλα αυτά είναι μέσα στη «φύση». Δεν ξέρω τι σημαίνει φύση πια.
Αν δεν είχαμε εδώ πέρα τον Στωικό Ζήνωνα, τον Ηράκλειτο, τον Πλάτωνα, θα τους δέναμε σε μια καρέκλα, γιατί θα τσίριζαν όλοι, θα φώναζαν από το κακό τους. Διότι ο αρχαίος Έλληνας είναι κοσμολογικά προσδιορισμένος. Η φύση είναι, κατά κάποιο τρόπο, ο λόγος — στον Ηράκλειτο, στους Στωικούς— και είναι μέσα στον κόσμο. Καταλάβατε; Ο κόσμος είναι ιερός.
Όταν λοιπόν ρωτάτε έναν αρχαίο Έλληνα, τον Πυθαγόρα, για παράδειγμα, αν τον ρωτήσετε «πόσα είναι τα φύλα;» θα σε κοιτάξει και θα σου πει: «Δύο, φυσικά, λίγο είναι;» Γιατί; Γιατί είναι λίγο, αλλά είναι παντού: σε όλα τα ζώα και στα φυτά. Κι αν τολμήσεις να πεις ότι είναι τέσσερα, αυτό λέγεται ύβρις, και μετά έρχεται η νέμεσις. Δεν είναι το μέτρο, ο νόμος της φύσεως; Στον Εμπεδοκλή, γιώτα-γιώτα, και σε κάνει σκόνη. Γιατί ο κόσμος είναι ιερός, γιατί είναι θεός ο κόσμος.
Αλλά κι όταν δεν είναι έτσι, όπως στον Πλάτωνα, όπου οι ιδέες είναι έξω από τον κόσμο, πάλι αυτά τα οποία φτιάχνουν δεν τα συζητούν μαζί σου· είναι αυτά που είναι, και όχι άλλα. Τελείωσε.
Και πάμε. Όσο για την «ανεκτικότητα» που υπήρχε στην αρχαία Ελλάδα γι’ αυτά, να διαβάσετε τον Φουκώ. Στον Φουκώ θα δείτε πώς αυτό το πράγμα εγκαταλείφθηκε και γιατί εγκαταλείφθηκε, με συγκεκριμένους ιστορικούς λόγους.
Λοιπόν, εμείς, για την οικογένεια, επομένως, αυτό που μας απομένει για σωτηρία είναι η συμβολική κοινότητα. Συμβολική κοινότητα, όταν λέω, εννοώ την κοινότητα την οποία δημιουργούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης· δηλαδή διαδικασία ειδωλολατρίας πολλαπλών επιθυμιών, αποτυχία ηδονής μέσα από την περιστολή του εαυτού, κατάλυση του παιδικού, αποτυχία ηδονής κτλ. Πώς να δεχτεί τότε το ερώτημα της αλήθειας;
Λοιπόν, το ερώτημα της αλήθειας τίθεται μόνο ως σύμπτωμα: ως κατάθλιψη, ως νεύρωση, ως επανάσταση, ως μοιχεία, ως εκκεντρική συμπεριφορά κ.ο.κ.
Επομένως, αυτό το οποίο απομένει είναι μια συμβολική κοινότητα, όπου όλα αυτά να χωράνε και να γίνονται όσο γίνεται πιο ανέξοδα. Έτσι δεν είναι;
Και αν θυμάστε, έρχονται και πουλιούνται στα περίπτερα τα γυαλιά τα VR. Έχει δει κανείς γυαλιά VR; Ποιος; Εγώ έχω χρησιμοποιήσει, γι’ αυτό σας το λέω. Δεν είναι φοβερό; Τελειώνει κι ο καβγάς για τη γειτόνισσα, δεν υπάρχει· δεν λέγεται εκεί πλέον καν. Καλά βαίνει, λοιπόν, και όλη αυτή η αλλοτρίωση ουσιαστικά επιβραβεύεται. Έτσι δεν είναι; Με αυτή τη συμβολική κοινότητα.
Και στο τέλος τι γίνεται; Είμαι πλήρης, τελείως και παντελώς άδειος μαζί. Ή όχι; Δεν υπάρχει πλέον τίποτε ερώτημα. Αυτό τώρα δεν είναι τελείως… δεν ξέρω καν για τι πράγμα μιλάω. Δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε πια. Είναι όπως τα πρωινάδικα, τη γενική τηλεόραση. Καταλαβαίνετε. Μετά, κι ο καλύτερος ομιλητής, ο Χριστός, δεν μπορεί να πει συλλογική λέξη. Δεν υπάρχει. Δεν υπάρχει καμιά κοινή βάση, δεν υπάρχει κανένα κοινό υπόβαθρο, δεν υπάρχει τίποτα. Πωλούνται «τίποτα».
Επομένως, η μόνη μας ελπίδα είναι να αφαιρέσουμε αυτή την αδειοσύνη ως αμαρτία, εμείς οι χριστιανοί, και να κοιτάξουμε να ξαναβρούμε, αν είναι δυνατόν, μία κεντρική επιθυμία: το «ἑνὸς ἐστὶ χρεία», λέει ο Χριστός, το οποίο θα μου εξασφαλίσει το δώρο ενός εαυτού και το δώρο ενός κεντρικού νοήματος. Και θα είμαι, αν μη τι άλλο, προφυλαγμένος από την κατάθλιψη ή τη νεύρωση. Μπορεί να μην ξέρω καν να το κάνω καλά — γιατί ποιος θα το μάθει αυτό σήμερα;
Πάρα πολύ δύσκολο πια. Και δεν μιλάω για τους άπιστους, μιλάω για τους πιστούς. Έλεγα στον Παναγιώτατο —Σεβασμιώτατο τον λέω εγώ—, έλεγα, λοιπόν, στον Δεσπότη, την εμπειρία που είχα προχθές στα Ιωάννινα.
Ήταν μια αίθουσα γεμάτη, όσο είστε κι εσείς εδώ τώρα, από φοιτητές. Και μιλάγαμε για τη σχέση με τη θρησκεία. Λοιπόν, και τους λέω: «Θα κάνω μια ερώτηση, θα μου δώσετε μια απάντηση τώρα. Σαν ερώτηση θα σας την κάνω, και όποιος πει “όχι” — ξέρετε ότι είμαι άνθρωπος της Εκκλησίας, κλπ., ξέρουν ότι δεν “κλωτσάω” εγώ από αντιρρήσεις και τέτοια — αλλά όποιος σηκώσει χέρι, θα τον περάσω αμέσως. Ποιοι από εσάς δεν πιστεύετε στην αιώνια ζωή;»
Κοιτάζω… κανένα χέρι.
Λέω: «Τον έχω περάσει αυτή τη στιγμή. Έχει περάσει το μάθημα και με καλό βαθμό.»
Ανάποδα το ερώτημα: «Ποιοι πιστεύουν ότι υπάρχει αιώνια ζωή;»
Σηκώνονται δέκα χέρια, ίσως και παραπάνω. Αυτό σας λέω ότι με σόκαρε. Δεν το περίμενα, αν και ξέρω ότι κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει.
Όπως έλεγε ένας γέροντας: «Έχει βάλει ο διάβολος και τα τρία ίντερνετ μέσα, να σκάπτει όλα. Δεν ξέρει ποιος μπαίνει από πίσω». Σήμερα αυτά τα παιδιά δεν είναι αθώα — το ξέρετε κι εσείς. Έχουν κάνει τα πάντα. Κανένας δεν πιάνει κουβέντα μαζί τους. Όλα τα έχουν κάνει, όλα τα έχουν καπνίσει, όλα τα έχουν δοκιμάσει. Δεν είναι «αθώα παιδιά». Ούτε «της Εκκλησίας παιδιά», ούτε από «τέτοιες οικογένειες». Τίποτα. Όχι.
Και γι’ αυτό έχει σημασία, σε μια δεύτερη φάση, όπως αυτός που μου δείξανε —αυτός ο Sin Boy, ο ράπερ— δεν τον ήξερα, τα παιδιά μου τα δείχνουν αυτά. Και μου λέει (στο τραγούδι του): «Τον Χριστό δεν τον πιάνω· δεν με νοιάζει η Εκκλησία, εσείς είστε χάλια, ρε». Μπράβο. «Οι παπάδες δεν ξέρουν τι τους γίνεται. Αλλά ο Χριστός είναι το μόνο είδωλο».
Ξέρετε ποιο είναι το φοβερό; Ότι αυτός, για να προχωρήσει εδώ, πρέπει να πάει να βρει έναν παπά. Πρέπει να υπάρξουν πατέρες. Αν βρεθούν άνθρωποι που θα μιλήσουν σε αυτά τα παιδιά, αν βρεθούν άνθρωποι να μιλήσουν σε αυτά τα παιδιά, θα δούμε αναγεννήσεις πραγματικά που δεν τις φανταζόμαστε καν.
Αν είμαστε, όμως, εμείς στα «τίποτα» κολλημένοι, ανόητοι και δεν ξέρω τι άλλο… Και όχι σαν τον Γεράσιμο, τον Μητροπολίτη Κεφαλληνίας, αυτό το φοβερό πλάσμα, που γινόταν τα πάντα «τοις πάσι», έτσι; Και έκλαιγε μαζί με τον τραβεστί με μαύρο δάκρυ, και αγκάλιαζε την πόλη και έλεγε «να πάμε μαζί σήμερα». Ο υπέροχος Κεφαλληνίας. Γι’ αυτό και πέθανε πριν την ώρα του, γιατί δεν χώραγε στην ελληνική ιεραρχία. Ευτυχώς έφυγε ο δεσπότης αυτός, μπορούμε να το λέμε· δεν χώραγε ούτε για αστείο εκεί μέσα. Πού να χωρέσει;
Αυτό ήταν μια παρουσία του Χριστού στον κόσμο. Ε, ακριβώς αυτό ήταν. Με έναν τέτοιο θα βλέπαμε πράγματα που θα μας συγκλόνιζαν, στην κυριολεξία.
Και εδώ είναι ακριβώς το προνόμιο μιας εποχής που, κατά τα άλλα, είναι φοβερά επικίνδυνη. Πάρτε το χαμπάρι: έχουμε πάθει μεγάλη ζημιά. Όχι μόνο «έξω»· κι εμείς εδώ. Αυτά που είπα ισχύουν για εμάς: αυτές οι ψηφιδωτές προσωπικότητες, η πολυφρενία, ο τόσο «επικισμένος» εαυτός. Αφορούν εμάς. Και εμάς. Αυτή η δυσκολία να βρούμε τη μία επιθυμία αυτή.
Τη μία επιθυμία που θέλουν όλες [οι άλλες] να είναι. Αυτό επίσης είναι πάρα πολύ δύσκολο. Πόσο ωραίο… πόσο ωραίο… Ένα δεκάλεπτο σίγουρα.
Θα μας σώσει, κατά τη γνώμη μου, ο Μαχαιρίτσας. Ο Λαυρέντης. Συμπατριώτης μου. Δεν πρόλαβα να τον γνωρίσω, ήθελα πάρα πολύ όμως. Σήμερα, που καθόμουν και προσπαθούσα να γράψω μερικά πράγματα —για την κινεζική φιλοσοφία έγραφα, σε ένα άλλο βιβλίο— ξαφνικά, όπως γίνεται, μπουμ, εκεί, ακούω αυτό το τραγούδι: «Τα μάτια δίχως λογική». Το ξέρετε όλοι. Είχα να το ακούσω πάρα πολλά χρόνια. Θυμάμαι, το πρωτοάκουσα πριν από είκοσι χρόνια. Τινάχτηκα πάνω μου. «Τι λέει αυτός εδώ; Τι λέει αυτός;»
Να θυμίσω μερικούς στίχους:
Μου λες τα μάτια σου να μην τα αγαπώ
και να πάψω να πιστεύω στα δικά μου.
Με αυτά τα μάτια που κρατώ και που βαδίζω
να έχω πίσω μου, και μέσα, και μπροστά μου…
Όσοι εδώ τα λένε «πολύ ερωτευμένα» αυτά· δεν έχει σημασία. Τα άλλα όμως έχουν:
Σε αυτά τα μάτια δεν υπάρχει λογική,
όσο βαθιά κι αν τα κοιτάξω, μ’ αγαπούν.
Της ιστορίας πυρπολούν τη φυλακή…
Ξέρετε, για να τα γράψει κανείς αυτά, πρέπει να είναι κάποιος. Να αντιληφθεί την ιστορία ως φυλακή. Την ανθρώπινη κατάσταση, όπως την περιγράφουμε τώρα. Όχι μια φυλακή «γιατί είναι φυλακή»…
…και σε παραμύθια και σε αστέρια να με βρούνε,
να με οδηγούνε…
Λοιπόν, κάθισα και έγραψα μερικούς στίχους:
Μέσα στην ίδια ανάβει μια φωτιά,
κάθε άστεγο κι άλλο τον ζεσταίνει…
Έχουμε τέτοια όντα ανθρώπινα; Δεν είναι πολιτική, εννοώ. Γιατί ο πολιτικός θα έπρεπε να φαίνεται ότι τους ανέργους και αυτούς η θέλησή του τους φτάνει — αλλά τα μάτια του είναι θανατερά, παγωμένα.
Και η καλοσύνη τους απλώνεται σαν λαδιά,
μαλακώνει μια ανάγκη πετρωμένη…
Να σας το ξαναλέω: για να τα γράψουμε αυτά τα πράγματα, πρέπει να είναι τρομακτικά πληγωμένος ή μεγάλος θεολόγος. Ή και τα δύο.
Γι’ αυτό: «Τα μάτια σου να μην τα δω…» όχι «να μην τα αγαπάω». Έχουν, πίσω μου, χρόνια· και μέσα μου, κανένας δεν με έχει κοιτάξει έτσι. Και μπροστά μου — αυτά θέλω να βλέπω συνέχεια. Ακούτε; Υπάρχει περίπτωση να γίνουμε έτσι μεταξύ μας; Μόνο τότε ο γάμος μπορεί να έχει επιτυχία.
Την ίδια εποχή, εργαζόμουν πάνω στην έννοια του ομοουσίου και διάβαζα μερικά δύσκολα βιβλία — έτσι τα λένε ότι είναι δύσκολα: περί εκκλησιολογίας και ανθρωπολογίας — μιλώντας ακριβώς για την έννοια του ομοουσίου. Το ομοούσιο, ξέρετε, είναι μια πολύτιμη έννοια στην τριαδολογία, αλλά και στην ανθρωπολογία. «Ομοούσια» λέμε τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Τι σημαίνει; Ότι έχουν την ίδια ουσία μεταξύ τους. Αλλιώς δεν θα ήταν τρία πραγματικά πρόσωπα.
Τι σημαίνει «ομοούσιος»; Πάντα στους φοιτητές μου χρησιμοποιούσα ένα μπουκαλάκι — να σας το εξηγήσω. Το είχα πάντα, του νερού εδώ. Έπαιρνα μια φοιτήτρια και έναν φοιτητή και έλεγα: «Εγώ είμαι ο Πατήρ και δίνω το είναι μου, την ουσία μου, στον Υιό. Ταυτόχρονα, αχρόνως, κάνω το ίδιο στο Πνεύμα. Και αυτοί οι δύο, μεταξύ τους, έχουν μια διαδοχή της μίας ουσίας».
Πόσες είναι οι ουσίες; Μία. Πόσα είναι τα πρόσωπα; Τρία. Η ουσία είναι απολύτως μία — ένας είναι αυτός πραγματικά — αλλά αυτή η ενότητα έχει μια κοινωνική δομή, μια προσωπική δομή. Και η δομή της είναι τριαδική.
Και είναι φοβερό ότι δεν χάνεται, με τον τρόπο αυτό, ούτε η αυτοτέλεια των προσώπων — καθόλου δεν συγχέονται μεταξύ τους — ούτε η μέγιστη ενότητά τους. Η μέγιστη ενότητα και η απόλυτη διάκριση. Δεν μπορούμε εμείς αυτό να το σκεφτούμε. Όλοι οι ερωτευμένοι το έχουν σκεφτεί μια στιγμή: να ενωθούν με τον άνθρωπο που αγαπούν, να γίνουν ένα. Και μετά από λίγο είναι δύο. Μερικές φορές είναι και δεκαπέντε… κομμάτια. Για τους λόγους αυτούς που εξηγήσαμε πριν από λίγο: γιατί έχουμε έναν «επικισμένο» έρωτα, έναν μωσαϊκό έρωτα. Και είπαμε: «Το κομμάτι αυτό το έχω δώσει αλλού, το άλλο το έχω δώσει σε άλλον…» Δεν γίνεται να τα τραβήξω πίσω εύκολα, ειδικά σήμερα.
Ό,τι υποκείμενο είναι σήμερα — εγώ έτσι το λέω σ’ ένα τελευταίο βιβλίο μου, και αυτό που σας διάβαζα πριν είναι κεφάλαιο καινούριο — είναι φαντασιωτικό υποκείμενο. Είναι το υποκείμενο της φαντασίωσής του. Σήμερα σου λένε: «Φαντάσου ό,τι θέλεις ελεύθερα, και αυτό που φαντάζεσαι είναι αλήθεια». Και προβάλλεται αυτό στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, και θα βρεθούν υπάλληλοι που θα το δεχθούν, θα το πιστέψουν. Είναι τίποτα; Σας είπα, είναι το ερώτημα για το έσχατο νόημα.
Σε έναν μελλοντικό ολοκληρωτισμό, αυτό θα είναι το ερώτημα που θα απαγορεύεται: «Τι νόημα έχουν όλα αυτά;» Τι νόημα έχουν όλα αυτά; Έχουμε τριάντα χιλιάδες νοήματα δίπλα μας, ναι ή όχι; Και εσύ, ο καθένας, δεν κουβαλάς μέσα σου μόνος σου άλλα 150 νοήματα, και είσαι και ελεύθερος να έχεις άλλα 150;
Γι’ αυτό τον ολοκληρωτισμό αυτό, στο βιβλίο μου, τον ονομάζω «βελούδινο ολοκληρωτισμό». Υπάρχει ένα βιβλίο (του 2020) με τίτλο Η ανοιχτή ιστορία και η εκκοσμίκευση, και ο υπότιτλος είναι Η άνοδος του βελούδινου ολοκληρωτισμού. Βλέπετε πώς συνδέονται όλα; Θεολογία, ψυχολογία, πολιτική φιλοσοφία — ένα είναι όλα αυτά. Εμείς τα χωρίζουμε σε κομμάτια.
Οι προηγούμενοι ολοκληρωτισμοί κάνανε λάθη, γι’ αυτό και γκρεμίστηκαν. Άλλοι κατάργησαν το ατομικό υποκείμενο χάριν της συλλογικότητας, έτσι· άλλοι κατάργησαν τα αισθήματα του έρωτα και της εκκλησίας και της αγάπης κλπ. Όλοι αυτοί είχαν ένα «όχι» κάπου. Ο τελευταίος ολοκληρωτισμός όμως έχει μέλλον, γιατί τον υποστηρίζουμε εμείς οι ίδιοι. Είναι ο ολοκληρωτισμός που λέει «ναι» σε όλα αυτά. Είπαμε: την έννοια της φύσης την κάνουμε τεράστια και χωράμε οι πάντες εκεί μέσα.
Εδώ είναι το πολύ σημαντικό — συγχωρέστε με που μιλάω έτσι. Τη Φιλοκαλία την ξέρουμε πολύ καλά πια σήμερα. Θυμάμαι, πήγα μια φορά σε μια κατασκήνωση, και μου λένε τα παιδιά, οι φοιτητές: «Να μας μιλήσετε». «Τι να σας μιλήσω, παιδιά;» «Περί προσευχής». Είμαι κι εγώ νεαρός τότε, δεν καταλάβαινα… Παίρνω, λοιπόν, τη Φιλοκαλία, φτιάχνω ένα θέμα περί προσευχής, αρχίζω λοιπόν «περί προσευχής»… Κάθονταν δυο ώρες, κάνανε ότι άκουγαν, είχαν ευγένεια. Σου λέει «θα πει ο παπάς, θα γλιτώσουμε… Έχουμε και ανοχές, ο παπάς είναι, τι να κάνουμε…».
1 σχόλιο:
ο νους ψάχνει να βρει νόημα...!!!!!πίνει κάνα ουισκακι όταν τα γράφει...;;;μοναξια στο Cambridge;;;...ΑΠ
Δημοσίευση σχολίου