Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2020

Η γραφή ως παράδοση 12

Συνέχεια από: Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2020

Η γραφή ως παράδοση 
Η αποδόμηση τού  λογοτεχνικού κανόνα στόν Kafka και Harold Bloom
Ι. 3 Η Σημαντική τής Kabbala γ
                                                   

Γιατί αν αυτό το «πράγμα» που διαπραγματεύεται εδώ είναι η ζωή τού Κ., τότε αυτό που διακυβεύεται είναι η συμφιλιωτική κατάληξη, η συμφιλίωσή του δηλαδή με τον θάνατο. Η διανοητική εγκατάλειψη τού δικαστηρίου στην απόλυτη ανοησία φαίνεται πως είναι «απλή», αλλά δεν είναι αναίρεση, ούτε καν μιά ένσταση, η οποία θα μπορούσε να αντισταθεί στην απελπισία ενώπιον τού επικίνδυνου (για την ζωή) τέλους. Ίσως να μην υπάρχει, και να μην υπήρξε καν, η εντολή και η νομιμοποίηση σύμφωνα με το πνεύμα και το θέλημα τού Θεού. Τότε, ο θάνατος θα εμφανιζόταν μέ ακόμα πιο αβυσσαλέο τρόπο, ως η έμπνευση τού δικαστηρίου και τών γραφών του. Και ενώ τα σημεία τής Γραφής, τα οποία συνοδεύουν το δικαστήριο και χαρακτηρίζουν την σύλληψη τού Κ., δεικνύουν τον θάνατο ασαφώς ως το ισχυρότερο κίνητρο αυτής τής «εκδήλωσης», οι τρεις υπάλληλοι τού δικαστηρίου προσλαμβάνουν αυτή την τελευταία θεμελιώδη μορφή τού  θανάτου, ακολουθώντας πιστά το γράμμα τής Γραφής.
Δεν ξέφυγε από την κριτική, πως τα ονόματα των τριών υπαλλήλων, Kullich, Kaminer και Rabensteiner, που είναι παρόντες στην σύλληψη ως μια αναλογία τής πραγματικής ζωής, μπορούν να ερμηνευθούν ως κώδικες θανάτου23. Η σημασία τους σκοπό έχει να αποκρύψει στο πνευματικό επίπεδο το ικρίωμα και τα πουλιά τού θανάτου. Οι τρεις υπάλληλοι έχουν όμως λάβει τα σύμβολα μιάς μεταφυσικής αντίληψης περί θανάτου, που συμπεριλαμβάνουν όλα τα κίνητρα αυτής τής σύλληψης.
Γιατί (τα σύμβολα αυτά) δεν θυμίζουν απλώς την ετήσια εορταζόμενη «Ημέρα τής Δίκης», ούτε μόνο τα σχολικά βιβλία που ανοίγονται τότε, αλλά θυμίζουν και την ημερομηνία, στην οποία καταλήγουν όλες οι μέρες τής δίκης, κατά την οποία θα γίνει για τελευταία φορά δίκη τού ανθρώπου. Κατ’ εκείνη την ημέρα θα αναγνωσθεί το χρονικό τής ζωής του και όλη η ζωή που έζησε θα γίνει νομικό αντικείμενο. Το Sohar, το ιερό βιβλίο τής Kabbala, μιλά περί αυτής τής τελευταίας δίκης, που εμφανίζεται την ώρα τού θανάτου τού ανθρώπου:
«Μακάριοι εκείνοι οι ευσεβείς, οι οποίοι μαθαίνουν να αναγνωρίζουν τα μονοπάτια τού Πανάγιου, ώστε να περπατούν εκεί και να φοβούνται εκείνη την ημέρα τής δίκης, καθώς ο άνθρωπος πρέπει να απολογηθεί ενώπιον τού Παναγίου!... Εκείνη την ημέρα, κατά την οποία το σώμα θα διαλυθεί και η ψυχή θα θελήσει να χωριστεί από αυτό, τότε επιτρέπεται στον άνθρωπο να παρακολουθήσει αυτό που δεν του επιτρεπόταν όσο το σώμα ήταν ισχυρό, και τότε αποκτά σαφήνεια. Τρεις αγγελιοφόροι βρίσκονται μπροστά του και κρατάνε λογαριασμό για τις μέρες του και τις αμαρτίες του, και για όλα όσα έκανε στον κόσμο αυτό. Και ο άνθρωπος καταθέτει ανοικτά για όλα τήν μαρτυρία του, και τότε „τήν σφραγίζει με το χέρι του“… Με το χέρι του θα σφραγιστούν όλα όσα θα δικαστούν σε εκείνο τον κόσμο, που περιλαμβάνει το πρότερο και το ύστερο, το νέο και το παλιό, όπου ούτε μία λεπτομέρεια δε θα ξεχαστεί. Όπως λέει: „για να αναγνωρίσει κάθε λήθη τής πράξης του“. Όλων τών πράξεων: τόσο τού σώματος όσο και τού πνεύματος. Τόσο ισχυρή όμως είναι η αμαρτία τής επιμονής, ώστε ακόμα και κατά την ώρα αυτής τής απόφασης, ο άνθρωπος θέλει να παραμείνει κολλημένος στον εαυτό του.»24
Αυτό που το Sohar συμβουλεύει τον άνθρωπο να δει και να κάνει κατά την ώρα του θανάτου, αντιστοιχεί στην «εμφάνιση τού χείριστου» την οποία ο Josef K. προβλέπει στον πρώτο του συλλογισμό για το δικαστήριο, και για το οποίο δεν γνωρίζει ακριβώς πόσο σοβαρά πρέπει να το λάβει υπόψιν. Μέσα του όμως ξυπνούν όλα τα μοτίβα τής τελικής δίκης: τού αρκεί η «θέα» εκείνου, το οποίο τού αποδίδει την αινιγματική ενοχή, ώστε τουλάχιστον αυτήν την μία φορά-όπως ακριβώς το προδιαγράφει το Sohar-«να μάθει από τίς εμπειρίες». Να μάθει, όχι βέβαια για να ενισχύσει κάποιο «πλεονέκτημα» στο επέκεινα δια τής μυθικής σφραγίδας (και σε αυτό συνίσταται η σχεδόν αιρετική παραγνώριση τού δικαστηρίου το οποίο ανησυχεί για την σωτηρία), αλλά για να μην «αφήσει» με κανένα τρόπο το πλεονέκτημα τού εδώ:
«…θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει τήν όλη υπόθεση ως μια φάρσα, μια χοντρή φάρσα, την οποία οργάνωσαν για άγνωστους λόγους οι συνάδελφοι από την τράπεζα, ίσως επειδή σήμερα είναι τα γενέθλια του, είναι φυσικά πιθανό…παρά ταύτα, αυτή την φορά, από την πρώτη θέα τού φύλακα Franz, ήταν αποφασισμένος, να μην αφήσει να τού ξεφύγει έστω το παραμικρό πλεονέκτημα που θα μπορούσε να έχει σε σύγκριση με αυτούς τους ανθρώπους. Το ότι αργότερα θα έλεγαν πως δεν καταλαβαίνει από αστεία, ο Κ. το θεωρούσε ως ένα ελάχιστο κίνδυνο, θυμήθηκε όμως-χωρίς να ήταν συνήθειά του να μαθαίνει από τις εμπειρίες του-κάποιες κατά τα άλλα ασήμαντες υποθέσεις, στις οποίες, σε αντίθεση με τους φίλους του, χωρίς το παραμικρό αίσθημα για τις πιθανές συνέπειες, συνειδητά συμπεριφέρθηκε απρόσεκτα και για τον λόγο αυτό τιμωρήθηκε από το αποτέλεσμα. Δεν έπρεπε να ξανασυμβεί, τουλάχιστο όχι αυτή την φορά. Ήταν μια κωμωδία, έτσι ήθελε να συμμετάσχει.» (Ρ13)
Είναι πιθανόν, αυτή η πρώτη θέα τού φύλακα Franz, η οποία καλεί τον Κ. σε «συνείδηση», νά θυμίζει διακριτικά τον εκ τού παρασκηνίου κυρίαρχο αυτής τής δίκης: όντας εντελώς μέσα στο πνεύμα τής Kabbala, απαίτησε από τον εαυτό του να διηγηθεί «κάθε λήθη» τής παμπάλαιας αμαρτίας-ακόμα και αν αυτό σημαίνει, πως αργότερα στο μυθιστόρημα, θα ζητήσει να τον δείρουν για τον λόγο αυτό. Καθώς ανακεφαλαιώνει, ξεκινώντας από το τέλος μιάς ζωής, επαναλαμβάνει για μια ακόμη φορά το αρχέγονο σύνολο τής ενοχής. Από αυτή όμως την προοπτική τού τέλους, μέσα σε εκείνη την εκτεταμένη ώρα τού θανάτου, την οποία ανοίγει η «εμφάνιση» των τριών υπαλλήλων, το μυθιστόρημα διαμορφώνει τήν ιστορία που θέλει να διηγηθεί. «Σας συμβουλεύουμε» λένε οι φύλακες.
«Μην διασκορπιστείτε με άχρηστες σκέψεις, αλλά συμμαζευτείτε, θα τεθείτε ενώπιον μεγάλων απαιτήσεων.» (Ρ12)
Αυτό όμως που θα απαιτηθεί από τον τραπεζικό υπάλληλο Josef K., ισχύει και για την παράδοση, οι μυθολογικές προεκτάσεις τής οποίας διασταυρώνουν τήν ασφάλεια τής ζωής του. Γιατί και μόνο από την ιστορική προοπτική τού μυθιστορήματος, είχε έρθει η τελευταία ώρα για την παράδοση εκείνη, η οποία νομιμοποιείται δια της μεταφυσικής. Αυτή, η οποία θα έπρεπε να είχε καταστραφεί μέσα στον θρίαμβο τού μηδενιστικού σχεδίου, αναδύεται βίαια για μια ακόμα φορά μέσα σε μια ζωή, με τέτοια ένταση, που υπάρχει μόνο στη διήγηση περί τού προπατορικού αμαρτήματος. Οι κώδικες όμως, μέσα στους οποίους η παράδοση καθίσταται ένα «παραπλανητικό» αίνιγμα για την λαϊκή κατανόηση, δείχνουν, πληρώνοντας ως τίμημα τήν άμεση δυνατότητα κατανόησης, πως το μυθιστόρημά τους θυμάται, σε σύνδεση με μια τελική ημερομηνία τής πνευματικής ιστορίας: είναι ερείπια τού κανόνα, τα οποία, όπως υπονοεί και η δίκη τού Josef K., πού καταλήγει σε ένα λατομείο, μιλούν για την καταστροφή τού μεταφυσικού οικοδομήματος τού κόσμου και τού ουρανού.
Είναι όμως και σημάδια ενός «συνειρμού», ο οποίος παίρνει πάλι τον τόπο του, την πρωταρχική και τελευταίως και τον μοναδικό που του έχει απομείνει: τον τόπο τής Γραφής. Το πρώτο κεφάλαιο τού μυθιστορήματος ανοίγει, μεταφορικά μιλώντας, τα βιβλία, μέσα στα οποία κληροδοτείται εκείνη η Γραφή. Καταδεικνύει, όπως η ανάμνηση, η οποία διαβεβαιώνεται για την παλιά συμφορά. Ο Josef K. εμφανίζεται μέσα σε αυτό το μυθικό πλαίσιο. Τού ζητούν να δικαιολογηθεί και τού υπενθυμίζουν να εκπληρώσει όλα όσα είναι γραμμένα. Ο πρωταγωνιστής όμως αυτού τού μυθιστορήματος, που διηγείται μια ιστορία για το πνεύμα, δεν υπακούει οντολογικά σε μια τέτοια μεσσιανική προδιάθεση, αλλά πάλι μόνο μέσω ενός σημείου: με τον κώδικα τού δικού του, μεσσιανικού ονόματος (J. K)25. Στο παιχνίδι τής Γραφής, το οποίο πρέπει να αποκωδικοποιήσει, συναντιούνται οι εποχές.

Συνεχίζεται.

Δεν υπάρχουν σχόλια: