Συνέχεια από:Τρίτη 10 Οκτωβρίου 2017
Περί του ομώνυμου βιβλίου τού Martin Heidegger
Του Gerhard Krüger
στο περιοδικό Theologische Blätter, 1929, σελίδες 57-64

Αν θέλει κανείς να μάθει τι σχέση έχει το περί τού «Είναι» ερώτημα με το θεολογικό πρόβλημα τής ερμηνευτικής, και τι σημαίνει αυτή η ερώτηση, πρέπει να την κατανοήσει κατ’ αρχάς ως «επανάληψη» μιας ιστορικά προϋπάρχουσας ερώτησης, της θεμελιώδους ερώτησης τού Πλάτωνα και τού Αριστοτέλη (Ε. και Χ., παρ. 1). Προ της συγγραφής τού βιβλίου τού Heidegger βρίσκεται μια έντονη ερμηνευτική διερεύνηση τών κύριων σταθμών τής ιστορίας τού δυτικού πνεύματος. Το δεύτερο μέρος τού βιβλίου, που ακόμα λείπει, αναμένεται να παρουσιάσει μερικά αποσπάσματα τής ιστορίας αυτής. Ο Heidegger, όπως και ο Dilthey, αναφέρεται «αποδομώντας» τα ιστορικά στα πρωταρχικά μοτίβα τής ερμηνείας τού κόσμου και τής ζωής. Ο Heidegger όμως το κάνει με ένα πολύ πιο ριζικό τρόπο, πηγαίνοντας πολύ πιο κοντά στις ρίζες από τον Dilthey. Όταν ο Heidegger θέλει να εμφανίσει την ανεπαίσθητη κυριαρχία τής παράδοσης, για να μπορέσει να φιλοσοφήσει ως προς τις απαρχές, στην βάση τής προσπάθειάς του αυτής βρίσκεται η επίγνωση τής ουσιώδους ιστορικότητας τής ανθρώπινης ύπαρξης (Dasein). Αυτή η ύπαρξη δεν έχει μόνο ένα παρελθόν «από πίσω της», το οποίο «επιδρά» περιστασιακά, αλλά είναι, είτε ρητώς είτε μη ρητώς εκφρασμένο, το παρελθόν της(Ε. και Χ., παρ. 6). Η ύπαρξη αυτή μπορεί μόνο τότε να είναι ο εαυτός της, όταν καθιστά «επαναληπτικά» διαφανείς τις πρωταρχικές τάσεις τού παρελθόντος της ως δικές της δυνατότητες.
Το ερώτημα περί τού Είναι στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη είναι ένα ενιαίο θεμελιώδες ερώτημα, που «έδινε πνοή» στην έρευνά τους. Σε αυτούς είναι το ερώτημα περί της θεμελιώδους έννοιας «ον» (seiend), περί του νοήματος τού είναι, «ουσία». Αν και η ελληνική οντολογία συνεχίζει να κυριαρχεί μέχρι τις μέρες μας, δεν αντιλαμβανόμαστε πια ως ερώτημα το αριστοτελικό ερώτημα περί της ουσίας των όντων (Sein des Seienden). Πρόθεση τού Heidegger στο πρώτο μέρος τού βιβλίου του, είναι να το θέσει εκ νέου και μέσα στην συνειδητή κατανόηση τού νοήματός του. Η σημασία αυτού τού φαινομενικά αφηρημένου ερωτήματος δεν είναι ξένη για την θεολογία: σήμερα δεν μιλάμε μόνο για το γεγονός πως η ελληνική έννοια τού πράγματος και τής ουσίας, είναι ακατάλληλη για τον προσωπικό χαρακτήρα τού Θεού και τής θρησκείας, αλλά ερευνούμε, εάν τα αντικείμενα τής θεολογίας και τής πίστεως υπάρχουν καν, με ποια έννοια δηλαδή «είναι». Ο Θεός ως «πρόσωπο» δεν είναι απλώς «υπαρκτός». Η αποκάλυψη Του στους ανθρώπους δεν «είναι» τέτοια, ώστε να μπορεί να «διαπιστωθεί» ψυχολογικά ή ιστορικά. Συνεχίζεται
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου