Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2025

Χέγκελ και Φουκώ: ένα αδύνατο πλησίασμα; Του Roberto Morani

Χέγκελ και Φουκώ: ένα αδύνατο πλησίασμα;

Του Roberto Morani

https://www.orthotes.com/hegel-e-foucault/


Στο άρθρο Cogito e storia della follia, που δημοσιεύτηκε το 1963 στη Revue de Métaphysique et de Morale, ο Ζακ Ντεριντά έρχεται αντιμέτωπος με το φουκωϊκό εγχείρημα — το οποίο υποβαστάζει την Storia della follia nell’età classica — να αποδώσει εκ νέου τον λόγο στην τρέλα, κάνοντάς την πλήρως υποκείμενο του βιβλίου, δηλαδή ταυτόχρονα αντικείμενό του και συγγραφέα του.


Εξετάζοντας ιδίως την προμετωπίδα της πρώτης έκδοσης του 1961 — μια προμετωπίδα που θα απαλειφθεί από τις μεταγενέστερες εκδόσεις της Ιστορίας της τρέλας — ο Ντεριντά αναγνωρίζει στον Φουκώ την οξεία επίγνωση ότι, για να πραγματοποιήσει το έργο του, έπρεπε να διαφύγει  από την παγίδα ή την αντικειμενικιστική αφέλεια που θα συνίστατο στο να γράψει, στη γλώσσα της κλασικής λογικότητας, χρησιμοποιώντας τις έννοιες που υπήρξαν ιστορικά τα εργαλεία μιας σύλληψης της τρέλας, στην καλλιεργημένη και αστυνομική γλώσσα της λογικής, μια ιστορία της άγριας τρέλας, όπως αυτή υπάρχει και αναπνέει πριν συλληφθεί και παραλυθεί στα δίχτυα της ίδιας εκείνης κλασικής λογικής.

Η φουκωϊκή προσπάθεια να γράψει σε μια γλώσσα μη μονολογική και μη κυριαρχημένη από τις θεωρητικές συντεταγμένες της κλασικής λογικής μεταφράζεται, σύμφωνα με τον Ντεριντά, σε δύο εντελώς διαφορετικά εγχειρήματα: το πρώτο είναι αυτό της αρχαιολογίας της σιωπής, που διατυπώνεται προγραμματικά από τον ίδιο τον Φουκώ όταν γράφει πως δεν θέλησε να χρησιμοποιήσει τη γλώσσα της ψυχιατρικής αλλά προσπάθησε να δώσει φωνή στην τρέλα αρπάζοντας τα λόγια της από τη σιωπή στην οποία την είχε βυθίσει η κλασική εποχή· το δεύτερο συνίσταται στο να κάνει να μιλήσει μια μορφή λογικής διαφορετική από την κλασική λογική, δηλαδή στο να επιστρέψει σε έναν λόγο ιδεατά προγενέστερο του σχίσματος μεταξύ λογικής και τρέλας.

Για τον Ντεριντά το εγχείρημα της αρχαιολογίας της σιωπής, εκτός από το ότι είναι ανέφικτο και απατηλό, καταλήγει επίσης να επαναλαμβάνει τη βία που ασκήθηκε πάνω στην τρέλα, ακριβώς την ώρα που την καταγγέλλει: δεν αρκεί, πράγματι, να παραιτηθεί κανείς από τα εννοιολογικά εργαλεία της ψυχιατρικής για να υποθέσει ότι αποκαθαίρει τη δική του γλώσσα από κάθε συνενοχή με την ορθολογική και πολιτική τάξη που κρατά την τρέλα αιχμάλωτη· και καθώς δεν υπάρχει γλώσσα που να μην είναι γλώσσα της λογικής, ακόμη και η αρχαιολογία της σιωπής, που σκοπεύει να επιτρέψει στην τρέλα να μιλήσει «από μόνη της», θα είναι εκ γενετής συμβιβασμένη με την αυτοκρατορική τάξη της λογικής: είναι η πανουργία της λογικής που κάνει κάθε προσπάθεια διακοπής της ηγεμονίας της να καταλήγει στην επιβεβαίωση της κυριαρχίας της.

Το αδύνατο τού να προσεγγιστεί η τρέλα στην άγρια, πρωταρχική της κατάσταση είχε ήδη αντιληφθεί ο ίδιος ο Φουκώ, ο οποίος στην προμετωπίδα της Ιστορίας της τρέλας δηλώνει:
εις βάρος αυτής της απρόσιτης πρωταρχικής καθαρότητας, η δομική μελέτη πρέπει να αναχθεί στην απόφαση που συνδέει και ταυτόχρονα χωρίζει λογική και τρέλα· πρέπει να προσπαθήσει να ανακαλύψει την αέναη ανταλλαγή, τη σκοτεινή κοινή ρίζα, την πρωταρχική σύγκρουση που προσδίδει νόημα τόσο στην ενότητα όσο και στην αντίθεση του νοήματος και του μη-νοήματος.

Στην αναγνώριση της μη πρακτικής δυνατότητας του αρχαιολογικού εγχειρήματος, ο Ντεριντά βλέπει να αναδύεται το δεύτερο εγχείρημα, το οποίο, αντί να ακολουθήσει τον υπερφιλόδοξο δρόμο μιας έφοδου στο απόρθητο φρούριο της λογικής, επιχειρεί τον αποτελεσματικότερο και πιο φιλόδοξο δρόμο: να οργανώσει την εξέγερση ενάντια στη λογική εντός της ίδιας της λογικής, φέρνοντας τη μορφή της κλασικής λογικής ενώπιον του δικαστηρίου της λογικής überhaupt, αντλώντας τη γλώσσα της διαμαρτυρίας από την πηγή μιας μορφής λογικής βαθύτερης από εκείνη που υπήρξε ένοχη επειδή απομάκρυνε από τον εαυτό της την τρέλα για να προστατευθεί από τη σκοτεινή και ανησυχητική σκιά της.

Τώρα, σύμφωνα με τον Ντεριντά, αυτό το δεύτερο φουκωϊκό εγχείρημα, να ξαναξεκινήσει δηλαδή από έναν αρχέγονο λόγο (logos), μέσα στον οποίο παρήχθη το ιστορικό ρήγμα ανάμεσα στη λογική και την τρέλα, κινείται στην τροχιά της σκέψης του Χέγκελ: πέρα από το ότι ο Ντεριντά επικαλείται την εγελιανή έννοια της Entzweiung (διάσχισης/διπλασιασμού) για να αποδώσει την έννοια της «απόφασης» (décision) του Φουκώ, φτάνει να γράψει ότι η επανάσταση κατά της λογικής δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά μόνο μέσα σε αυτήν, σύμφωνα με μια εγελιανή διάσταση την οποία, προσωπικά, εκτίμησα βαθύτατα στο βιβλίο του Φουκώ, παρά την απουσία μιας ακριβούς αναφοράς στον Χέγκελ.

– Και λίγο παρακάτω:

Αυτό το δεύτερο εγχείρημα, που θα τείνει προς τη ριζική κοινή καταγωγή του νοήματος και του μη-νοήματος, και προς τον αρχέγονο λόγο μέσα στον οποίο ένα λόγο και μια σιωπή χωρίζονται, δεν αποτελεί καθόλου έναν ελιγμό υποχώρησης απέναντι σε αυτό που θα μπορούσε να συνοψιστεί υπό τον τίτλο «αρχαιολογία της σιωπής» […], αλλά ένα διαφορετικό και πιο φιλόδοξο εγχείρημα, που θα έπρεπε να οδηγήσει σε έναν έπαινο της λογικής […] αλλά αυτή τη φορά μιας λογικής βαθύτερης από εκείνη που αντιπαρατίθεται και αυτοκαθορίζεται σε μια ιστορικά προσδιορισμένη σύγκρουση. Πάλι ο Χέγκελ, πάντοτε…

Πριν εξετάσει κανείς τη νομιμότητά του, πρέπει να διατυπωθούν τουλάχιστον τέσσερις πιθανές αντιρρήσεις απέναντι στη συναρπαστική σύζευξη Φουκώ–Χέγκελ που προτείνει ο Ντεριντά:

Στην προμετωπίδα του 1961 ο Φουκώ ομολογεί ανοιχτά ότι το έργο του τοποθετείται «κάτω από τον ήλιο της μεγάλης νιτσεϊκής έρευνας», άρα περισσότερο παρά στον Χέγκελ ο Φουκώ στρέφει το βλέμμα του στον Νίτσε ως πρότυπο προς μίμηση και κληρονομιά προς αξιοποίηση· εξετάζοντας τη διάσημη συνέντευξη με τίτλο È morto l’uomo? (Πέθανε ο άνθρωπος;) (1966), διαπιστώνουμε ότι ο Φουκώ εντοπίζει στη εγελιανή σκέψη τον δικό του ανυποχώρητο αντίπαλο, θεωρώντας την —μαζί με τη σκέψη του Μαρξ— υπεύθυνη για τον σύγχρονο ουμανισμό· στα κεφάλαια V και VI του τρίτου μέρους της Ιστορίας της τρέλας στην κλασική εποχή ο Χέγκελ αρχικά συνδέεται με τις αρνητικά παρουσιαζόμενες φιγούρες του Tuke και του Pinel, και στη συνέχεια παρατίθεται κριτικά για τον διανοητικοποιητικό και ηθικολογικό τόνο ενός αποσπάσματος από τη σημείωση στο §408 της Βερολινέζικης Εγκυκλοπαίδειας·
ανάμεσα στις μορφές που, κατά τον Φουκώ, έδωσαν φωνή στην τρέλα —Diderot, Hölderlin, Nerval, van Gogh, Nietzsche, Artaud κ.ά.— το όνομα του Χέγκελ δεν εμφανίζεται.

Αυτές οι, αν και σημαντικές, αντιρρήσεις δεν αναιρούν ωστόσο τη de iure νομιμότητα της ερμηνείας του Ντεριντά, και επιπλέον χάνουν την αιχμηρότητά τους αν λάβουμε υπόψη ένα απόσπασμα παρμένο από τις αποφασιστικής σημασίας σελίδες του διάσημου κεφαλαίου Ο μεγάλος εγκλεισμός, όπου ο Φουκώ, φτάνοντας στο τέλος της εξέτασης της Πρώτης Μελέτης (της Meditatio prima του Καρτέσιου), καλεί ακριβώς τον Χέγκελ:

Ο Καρτέσιος διώχνει την τρέλα στο όνομα εκείνου που αμφιβάλλει και που δεν μπορεί πια να παραλογιστεί όπως ακριβώς δεν μπορεί να μην σκέφτεται ή να μην υπάρχει. […] Και να που η τρέλα τοποθετείται σε μια περιοχή αποκλεισμού, από την οποία δεν θα απελευθερωθεί παρά μόνο εν μέρει στη Φαινομενολογία του Πνεύματος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: