Σάββατο 10 Μαρτίου 2018

Διονύσιος Αρεοπαγίτης. Ένας Χριστιανός Πρόκλος; (20)

Συνέχεα από: Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου 2018

Διονύσιος Αρεοπαγίτης. Ένας Χριστιανός Πρόκλος; 
του Werner Beierwaltes.

 IV. Μεταμόρφωση τής προβληματικής τής ταυτότητος και τής διαφοράς στην Θεολογία τού ψευδο Διονυσίου!
         
 1. Ταυτότης και διαφορά σαν κατηγορήματα τού Θεού (συνέχεια).       
Σαν "διαφορά" ο Θεός είναι επομένως δημιουργικός, πρόοδος, φωτοφάνεια, ακτίνα φωτός, έκστασις (έστι δε και εκστατικός ο Θείος Έρως! Περί Θ. Ονομάτων ΙV 13,712 Α). Πού δέν ξεπερνά βεβαιως την ταυτότητά του, την παραμονή Αυτού τού ιδίου σ'Αυτόν τον ίδιο (μονή) "ας δούμε την ίδια την Θεία διαφορετικότητα, όχι σαν μία αλλαγή μέσα στην άτρεπτη ταυτότητα, αλλά σαν Ενότητα αυτού ικανή να πολλαπλασιαστεί και την πρόοδο τής γονιμότητος η οποία παράγει όλα τα όντα (Περί Θ. Ονομάτων IX, 5 913 B: νύν δε αυτό την Θείαν ετερότητα μή αλλοίωσιν τινα τής υπερτρέπτου ταυτότητος υποπτεύσωμεν, αλλά τον ενιαίον αυτού πολυπλασιασμόν και τας μονοειδείς τής επί πάντα πολυγονίας προόδους: V10, 825 B : επι πάντα προϊών και μένων εφ εαυτού ). Η διαφορά έχει το θεμέλιό της στην ταυτότητα, είναι μία εσωτερική στιγμή τού Είναι τής ενότητος τού Θεού. Η διαφορά είναι και θεμελιώνει την κίνηση ή την κινητικότητα τού Θεού, η οποία όμως δέν αλλοιώνει την ουσία Του. (δέν είναι κίνηση χωρική, αλλά ούτε διαλογική κίνηση τής σκέψης)! Η κίνηση είναι περισσότερο αυτό που είναι αιτία τού Είναι και αυτό που περιέχει το "όλον". Η κίνηση και η ετερότητα είναι στον Διονύσιο όπως και στον Πλωτίνο και στον Πρόκλο εξίσου καταγωγικές: κίνηση μιας υπόθεσης εις εαυτή και πρός το "εξωτερικό". Συμμορφούμενη με την αγαθότητά Του, η δημιουργική διάκρισις είναι λοιπόν πρόοδος τού Θεού (αγαθοπρεπής πρόοδος. Εδώ βρίσκεται η αρχή τής ενώσεως των αντιθέτων. Περί Θ. ονομάτων V7, 821  B : Τα αλλήλοις εναντία μονοειδώς και ηνωμένως-εν τω πάντων αιτίω). Η φανέρωσίς Του στην πολλαπλότητα (εκφανσις: ένωσις....εαυτήν αγαθότητι πληθύουσα τε και πολλαπλασιάζουσα) η συμμετοχή Του στον εαυτό του! Τόσο στο εσωτερικό τής Θεότητος όσο και μέσω τού έργου του πέραν αυτού, η διάκριση δέν είναι τέτοια ώστε να υπερβαίνει την Θεία ενότητα: Όπως το Φώς τριών φαναριών τα οποία παρότι βρίσκονται σε ένα μοναδικό περιβάλλον καθένα είναι ολοκληρωτικώς σε ολόκληρο το φώς τών άλλων και έχει επίσης και μία αυτόνομη σύσταση και είναι διακεκριμένο απο τα άλλα, ηνωμένα τη διακρίσει και τη ενώσει διακεκριμένα, έτσι και οι Θείες υποστάσεις συνιστούν παρά την διαφορά τους, μία αδιαχώριστη ενότητα. Ακόμη λοιπόν και έναντι τής δημιουρικής διακρίσεως η ενότης κυριαρχεί και πράγματι ο Θεός στην δημιουργία δέν διακρίνεται απο τον εαυτό του σε μία δεύτερη ουσία και δέν αλλοτριώνει μ'αυτή τον εαυτό του. Πραγματικά "άλλο", σαν μία ενότης η οποία είναι οργανική και επίσης καθαυτή κεχωρισμένη, είναι μόνον το κτιστό. Ότι, δηλαδή η πραγματική διάκριση υπάρχει μέσω τής δημιουργίας, δέν έχει λοιπόν το θεμέλιο της σε μία παρόμοια διάκριση παρούσα στον Θεό. Η διάκριση ή η ετερότης επισυμβαίνει μάλλον, για πρώτη φορά, μέσω τής υπάρξεως τού κτιστού. Το όν είναι, αυτό το ίδιο, αυτή η διάκριση!
          
2. Σχέση και διαφορά με την αυθεντική νεοπλατωννική σκέψη!
          
Η αυθεντική φιλοσοφική σύλληψη η οποία προσδιορίζει ουσιαστικά αυτές τις αποφάνσεις περί του Είναι και τΉς ενέργειας τού Θεού είναι Πλωτινική και βρίσκεται και στον Πρόκλο. Το πνεύμα, σαν υπάρχουσα πρόοδος, είναι σύμφωνα με τον Πλωτίνο, η πρώτη κίνηση, η πρώτη ετερότης, η πολλαπλότης σε σχέση με το ΕΝΑ, πάντων έτερον. Είναι επίσης καθαυτό, καθότι συστήνεται μέσω τής ετερότητος, η οποία υποτάσσεται καθότι σκέψις ή εξ'αιτίας αυτού, αχρόνως, στην ταυτότητα! Η διάκριση ή ετερότης, δημιουργική και κινητήριος, όπως συλλαμβάνεται απο τον Διονύσιο, βρίσκει τις αναλογίες της στην έννοια τής ετερότητος τού Πρόκλου! Όπως εξηγήσαμε, είναι η συνθήκη τής δυνατότητος τού άλλου, τοποθετημένου έξωθεν τού Ενός, έχει την ενεργητική λειτουργία τής διαφοροποιήσεως, και προωθεί την διαδικασία τής προόδου (διάκρισις, διαίρεσις) τού όντος. Μία διαδικασία η οποία γεννάται απο το Ένα. Τέλος είναι, μέσω τής συστάσεως τής πολλαπλότητος, η αιτία τών αντιθέσεων στο όν, απο τις οποίες έχει αφαιρεθεί με απόλυτο τρόπο η καταγωγή. Αυτό που βασικώς διακρίνει αυτή την φιλοσοφική εξήγηση (νεοπλατωνικού τύπου) απο εκείνη τού Διονυσίου, συνίσταται στο γεγονός ότι αυτή αφορά αποκλειστικώς , βεβαίως σε μεταβαλλόμενο μέτρο, το πλαίσιο τού ιδίου τού Ενός. Για τον Πλωτίνο και με προφανή τρόπο για τον Πρόκλο, το Ενα είναι (απο την άποψη τού όλου) αδιαφοροποίητο και καθαυτό άσχετο. Παρότι το πάν γενάται εξ'αυτού και σ'αυτό επιστρέφει δέν του αποδίδεται, καθότι ενυπάρχουσα, αυτή η κινητικότης.
          Μάλλον σε στενή συμμόρφωση με την πρώτη υπόθεση τού Παρμενίδη τού Πλάτωνος, για να αναφερθούμε στα κατηγορήματα όπως αναφερθήκαμε στην αρχή, αυτό δέν είναι ούτε Είναι, ούτε ιδιότης, ή ετερότης, παραμονή ή κίνησις, ομοιότης ή ανομοιότης, μεγάλο ή μικρό (αυτό το χαρακτηριστικό του Ενός δέν υπερβαίνεται, ούτε και απο τον υποθετικό στοχασμό του Πλωτίνου περί της θελήσεως τού Ενός απέναντι στον εαυτό του και απέναντι στην αυτοσύστασή του. Αυτός ο στοχασμός παραπέμπει μάλλον στο πώς θα μπορούσε να συλληφθεί το Ένα, καθαυτό, εξηρημένον, πέραν των κατηγοριών, εάν δέν θα έπρεπε να είναι, εκ μέρους των ανθρώπων, περιορισμένο απο την καθαρή αρνητικότητα!
          Αντιθέτως ο Διονύσιος αρνείται είναι αλήθεια με τον ίδιο τρόπο, όλα τα κατηγορήματα τού Θεού απο τον Σοφιστή και τον Παρμενίδη, αλλά του τα αποδίδει εκ νέου στην συνέχεια, όπως φανέρωσε η πραγματεία περί της ταυτότητος και διαφοράς, σαν Θεία ονόματα. Σ'αυτό το σημείο ακολουθεί την ερμηνεία τής δευτέρας υποθέσεως τού Παρμενίδη τού Πλάτωνος, η οποία περιέχει το Ένα σαν υπαρκτό και συνεπώς σαν διαφοροποιημένο και σχεσιακό καθαυτό. Η ενότης και των δύο πλευρών (η πρώτη μαζί με την δεύτερη υπόθεση τού Παρμενίδη, Θεολογία αποφατική και καταφατική) αφήνει να κατανοηθεί καθαυτός, ενιαίως, ο Θεός, τόσο σαν όλον όσο και σαν διαφορετικό και τον χειραφετεί ταυτοχρόνως, απο το υπαρκτό Ένα και απο το Ένα με απόλυτο τρόπο καθότι υπερέν. Η ταυτότης και η διαφορά, η στάση (μονή) και η κίνηση καθορίζουν την ουσία του Θεού, στο μέτρο που ο Θεός είναι το υπάρχον, αλλά καθόσον υπολογίζεται σαν υπεράνω τού Είναι, δέν είναι και έτσι αντιστοιχεί ακριβώς στο Ένα τού Πρόκλου. Στην παράδοξη έννοια τού Θεού, σύμφωνα με την οποία Αυτός πρέπει και δέν μπορεί να είναι, Είναι και ταυτοχρόνως, υπέρ Είναι, και επομένως μαζί ταυτότης και διαφορά, ο Διονύσιος δέν επηρεάστηκε τόσο απο την παράδοση του σχολιασμού τού Παρμενίδη-θα μπορούσε πάντοτε να σκεφθεί τον Πορφύριο, ο οποίος πρώτος σκέφτηκε σαν διαπερατές και τις δύο απόψεις, και το Είναι και το υπέρ Είναι, το οποίο είναι καθαρή σκέψη-όσο απο την σκοπιμότητα, χριστιανικώς αιτιολογημένη, να συλλάβει τον Θεό σαν Τριαδική ενάδα, σαν λόγο (σοφία), η οποία αυτοστοχάζεται και εκφράζεται, σαν αγάπη η οποία κινεί και σαν ιδανικό πρόγραμμα του κόσμου (creator). Υπάρχει για να πούμε την αλήθεια, λόγος για να υποθέσουμε ότι η υπεροχή τής μεταφυσικής τής ενότητος τού Πρόκλου προκάλεσε στον Διονύσιο, μία διαφοροποιημένη έκφραση τής Τριάδος, σύμφωνα με την οποία ενότης και Τριαδικότης δέν θα έπρεπε να λέγονται μόνον ομοούσιες αλλά και αντικατοπτριζόμενες με την ίδια ένταση! Αλλά η διαλεκτική έννοια τού Πνεύματος του Πλωτίνου και του Πορφύριου, βεβαίως μαζί με εκείνη τΉς μοναδικής καταγωγής, είναι φανερά, παρά την Προκλιανή Τριάδα, η πιό ταιριαστή φιλοσοφική προϋπόθεση για μία προσπάθεια αυτού του τύπου.

Συνεχίζεται
Αμέθυστος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: