Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2018

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ "PERSONA DEI" ΣΤΟΝ ΓΙΑΚΟΜΠΙ (Jacobi)

Συνέχεια από:Τρίτη 27 Μαρτίου 2018

Στις πηγές της νεωτερικής θεολογίας (ΧVΙII)

Image result for ΓιακόμπιΣυμμετέχοντας στην διαμάχη τού αθεϊσμού που πυροδοτούσε τα πνεύματα τού καιρού του ο Γιακόμπι, παρόλο το θαυμασμό που έτρεφε για τον Φίχτε, επιβεβαιώνει και αυτός την κατηγορία τού αθεϊσμού. Κατά τον Γιακόμπι, αποκλείοντας τό αυθύπαρκτο του θεού, τής Persona Dei, ο Φίχτε δεν μπορούσε να μην καταλήξει στον αθεϊσμό. Η σκέψη του ήταν η εξής: Εάν αντιπροσωπεύει την ηθική τάξη τού κόσμου ο θεός, είναι αδύνατον πλέον να υπολογισθεί σαν ξεχωριστό ον που διαθέτει συνείδηση και θέληση και τοιουτοτρόπως ο θεός δεν μπορεί να είναι πρόσωπο. Mόνο που αν δεν είναι πρόσωπο ο θεός, τότε είναι ΤΙΠΟΤΑ, δηλαδή δεν υπάρχει.
Ο Γιακόμπι αναρωτιέται από που προέρχεται θεωρητικά η σκέψη τού Φίχτε και προσδιορίζει στον Σπινόζα τον πρώτο υπεύθυνο τού αθεϊσμού. Ο Σπινόζα επεξεργάστηκε στα σίγουρα την πληρέστερη μορφή πανθεϊσμού. Με τους αρχαίους και τον Bruno ο Σπινόζα μοιράζεται το “ΕΝ ΤΟ ΠΑΝ”, αλλά τοιουτοτρόπως αρνείται στον θεό ζωή και προσωπικότητα. Καταλήγοντας αναπόφευκτα σε μια τυφλή μοιρολατρεία, σ' έναν περιορισμένο υλισμό και στον αθεϊσμό.

Αντιθέτως κανείς δεν θα μπορούσε να κατηγορήσει για αθεϊσμό την υπερβατική φιλοσοφία τού Kant, επειδή ακριβώς είναι α-γνωστική: Δεν γνωρίζει τίποτε για τον θεό, καθώς είναι γνωστό πως ο θεός για τον Kant δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο επιστήμης αλλά μόνον πίστεως. Ένας θεός ο οποίος θα μπορούσε να γίνει γνωστός για τον Kant δεν θα ήταν πλέον θεός. Έτσι ο Kant, κατά τον Γιακόμπι, αφήνει το πρόβλημα του θεού μετέωρο στην αγνωσία. Ο Φίχτε όμως, αντιθέτως, φτάνει υποχρεωτικώς στην αθεΐα, διότι θεωρεί το ανθρώπινο πνεύμα, το "Εγώ", δημιουργό τού εαυτού του, δημιουργό τού κόσμου και συνεπώς χωρίς την υποχρέωση ενός θεού.

Βεβαίως το "σύστημα τής επιστήμης" τού Φίχτε είναι κατά σάρκα κόρη τής κριτικής φιλοσοφίας του Kant, αλλά προδίδει την πατρική κληρονομιά. Για τον Kant o θεός παρέμενε Summa intelligentia και γι' αυτό ένας ζωντανός θεός, κατά τον Γιακόμπι. Η φιλοσοφία όμως τού Φίχτε μειώνει και αυτόν τον θεό «σ' έναν θεό χωρίς συνείδηση και χωρίς προσωπικότητα, έναν θεό ο οποίος δεν είναι ένα ιδιαίτερο ον ξεχωριστό από τον κόσμο και τον άνθρωπο, ούτε η αιτία τής ηθικής τάξεως τού κόσμου, αλλά είναι αυτή η ίδια η τάξη τού Σύμπαντος, που δεν έχει έξω από τον εαυτό του ούτε θεμέλιο ούτε θέτει κάποιον όρο στην δράση του, απλά είναι αναγκαίος. Αποδίδοντας στον θεό την συνείδηση και εκείνον τον πιο υψηλό βαθμό συνειδήσεως που ονομάζουμε προσωπικότητα ή νόηση (που σημαίνει να είναι και να γνωρίζει,καθαυτή) σημαίνει, κατά το σύστημα τής επιστήμης τού Φίχτε, να κατασκευάσουμε έναν θεό πεπερασμένο, καθώς η συνείδηση και η προσωπικότης είναι  δέσμια και των περιορισμένων ορίων και της πραγματώσεως, τής κτιστότητος, τής τελειότητος, τής πληρότητος (τα πάντα εδημιουργήθηκαν καλά λίαν). Έτσι λοιπόν, να σκεφτούμε τον θεό σαν ένα ιδιαίτερο ον ή σύμφωνα με την έκφραση τού Kant, σαν έναν ζωντανό θεό στον οποίον ανήκουν η πληρότης τής αυτοσυνειδησίας και επομένως η προσωπικότης στον πιο υψηλό βαθμό, είναι αντιφατικό και αδύνατο».
Αναγνωρίζει όμως ο Γιακόμπι με μεγάλη λεπτότητα, ότι από την θέση τού Kant, σύμφωνα με την οποία βλέπουμε και κατανοούμε με πληρότητα μόνον εκείνα τα αντικείμενα που είμαστε ικανοί να κατασκευάσουμε, έλειπε μόνον ένα μικρό βήμα για να φτάσουμε στο "σύστημα τής επιστήμης" τού Φίχτε και στο σύστημα τής ταυτότητος. Ανεπτυγμένη με λογική συνέπεια η κριτική φιλοσοφία τού Kant οδηγεί κατευθείαν στην θεωρητική βάση τού Φίχτε και αυτή η τελευταία, ανεπτυγμένη εκ νέου με λογική συνέπεια δεν μπορούσε παρά να φθάσει στην θεωρία τού "Εν το παν". Μια θεωρία που αναποδογυρίζει μεν την φιλοσοφία τού Σπινόζα, την μεταμορφώνει, αλλά παραμένει ένας "ιδεαλιστικός υλισμός".
Η φιλοσοφία του Φίχτε, ισχυρίζεται ο Γιακόμπι, δεν μπορεί να είναι "θεϊστική" διότι "αν ήθελε να είναι αποκλειστικά θεϊστική θα ήταν ταυτοχρόνως και άθεη ή θα παρουσιαζόταν σαν τέτοια, από την στιγμή που είχε αποδείξει πως ακόμη και ο θεός, μόνον εάν τον συλλάβουμε σαν να μην υπάρχει εις εαυτόν, μόνον τότε αποκτά φιλοσοφική αξία και γίνεται γενικώς ένα πραγματικό ον".

Γιατί όμως ο ίδιος ο Φίχτε μας άφησε να πιστεύουμε πως η φιλοσοφία του μπορούσε να είναι μια θεϊστική φιλοσοφία; Γιατί δεν επεδίωξε να εγκαταλείψει με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα την υποψία ότι με την υπερβατική φιλοσοφία εισήγαγε έναν νέο και ιδιόμορφο θεϊσμό και επεδίωξε να απωθήσει σαν απολύτως ανυπόστατο τον παλαιό θεϊσμό της φυσικής θρησκείας; Για να είμαστε ειλικρινείς πρέπει να ομολογήσουμε πως η σκέψη τού Φίχτε δεν είναι παρά ένας "μηδενισμός"!

Πρέπει να παρατηρήσουμε σ' αυτό το σημείο ότι ο Γιακόμπι εισήγαγε για πρώτη φορά στην φιλοσοφική γλώσσα τον όρο "μηδενισμός", ο οποίος έμελλε να τύχει μεγάλης αναγνωρίσεως που κρατά μάλιστα μέχρι τις μέρες μας. Ο Γιακόμπι συνειδητοποίησε ακόμη ξεκάθαρα πως η άρνηση του αυθύπαρκτου τού θεϊκού προσώπου (Persona Dei), φτάνοντας εύκολα από κει και πέρα στον αθεϊσμό, θα 'χει σαν αποτέλεσμα, αναγκαίως, την καταστροφή κάθε βεβαιότητος. Ο Νίτσε υπήρξε ο πρώτος που έβγαλε όλες τις λογικές συνέπειες αυτής της θέσεως. Παρόλα αυτά ούτε ο Γιακόμπι κατόρθωσε να συλλάβει πως η διάλυση τού θεϊκού προσώπου και οι τρομερές συνέπειες αυτής της διαλύσεως είχαν βαθειά ιστορία και εξηρτώντο από τον αρχαίο πόλεμο εναντίον του αποκεκαλυμμένου Θεού, τού Τριαδικού Θεού, τον Θεό του Ιησού Χριστού.

Πάντως για τον Γιακόμπι ο άνθρωπος δεν έχει παρά μία εναλλακτική λύση: «ή δια τής απαγωγής να εξάγει τα πάντα από το ΕΝΑ ή να κάνει το ίδιο αλλά από το ΤΙΠΟΤΑ. Στο ΤΙΠΟΤΑ αντιπαραθέτουμε το ΕΝΑ και το ονομάζουμε θεό, διότι αυτό το ΕΝΑ ή θα είναι υποχρεωτικά ένα προσωπικό ΕΝΑ, ή θα είναι ξανά, με άλλα ονόματα, ένα καθολικό ΤΙΠΟΤΑ, ένα ακαθόριστο εκ φύσεως ον αλλά το οποίο μπορεί να καθορίσει τα πάντα, σαν το άπειρο τού Πλάτωνος, δηλαδή μια ολότητα και όχι μια ενότητα, δηλαδή μια ξεκάθαρη α-δυνατότης, λιγότερη και από το ΤΙΠΟΤΑ.

Αυτό το ΕΝΑ είναι ΕΝΑ-ΠΡΟΣΩΠΟ, και αυτό το ΕΝΑ-ΠΡΟΣΩΠΟ υπήρξε και έπρεπε να υπάρχει πριν από κάθε άλλο πράγμα, ένα ΕΝΑ χωρίς το άλλο, η τελειότης του Είναι, η τελειότης του αληθινού».

Για τον Γιακόμπι λοιπόν είναι απολύτως παράλογο να υπάρχει ένας απρόσωπος θεός, δηλαδή ένας θεός που δεν είναι. Τέλος πάντων είναι βέβαιο, συμπληρώνει, πως ένας απρόσωπος θεός δεν θα μπορούσε ποτέ να αποτελέσει το θεμέλιο της ηθικής ζωής, όπως σχεδίαζε ο Φίχτε.

«Και μην έλθετε να με διδάξετε αυτό που ήδη γνωρίζω και έχω την πρόθεση να αποδείξω καλύτερα από όσο μπορείτε να αντέξετε: Δηλαδή ότι η θέληση που δεν θέλει τίποτε, εκείνη η απρόσωπη προσωπικότης, εκείνη η απλή εγωϊκότης τού Εγώ χωρίς πρόσωπο, ότι με λίγα λόγια, αυτό το ξεκάθαρο τέρας, μπορεί αναγκαίως να αποτελέσει το θεμέλιο ενός συστήματος ηθικής καθολικής ισχύος και επιστημονικής ακρίβειας».

Ο Γιακόμπι λοιπόν είναι ένας υπερασπιστής τής Persona Dei, δηλαδή ενός θεού που δεν είναι ακριβώς ο χριστιανικός αλλά ο θεός ενός ρομαντικού θεϊσμού. Η μεγαλύτερή του αντίρρηση στον Σπινόζα, όπως και στον Καντ και στον Φίχτε, παραμένει η εξής: «Είναι γενικώς απαράδεκτο ένα ον χωρίς προσωπικότητα. Αλλά είναι το ίδιο, ίσως και περισσότερο απαράδεκτο μια προσωπικότης χωρίς συνείδηση και επομένως μια συνείδηση χωρίς αυτοσυνειδησία, χωρίς ουσιότητα ή τουλάχιστον χωρίς μια επίκτητη προσωπικότητα: Και το ένα και το άλλο είναι απλοί ήχοι λέξεων χωρίς νόημα.
Έτσι λοιπόν το "ο θεός δεν υπάρχει", δηλαδή να υπάρχει αυτομάτως μόνον ο θεός του αθεϊσμού, ο οποίος (θεός) είναι αυτός που υπάρχει στο υπέρτατο νόημα, θα σήμαινε πως δεν είναι ένα πνευματικό ον, και δεν είναι πνευματικό ον αν δεν διαθέτει τις βασικές ιδιότητες τού πνεύματος: την αυτοσυνειδησία, την ουσιότητα, την προσωπικότητα».

Αμέθυστος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...