Συνέχεια από Πέμπτη 25 Ιουνίου 2026
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ— ΟΡΓΑΝΟΝ 9
ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ – ΠΕΡΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ – ΠΡΩΤΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ
ΔΕΥΤΕΡΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ – ΤΟΠΙΚΑ – ΣΟΦΙΣΤΙΚΕΣ ΕΛΕΓΧΟΙ
Γενικός συντονισμός
του Maurizio Migliori
Ελληνικό κείμενο αντικριστά
Εκδόσεις Bompiani, Milano 2016
Κατηγορίες
Εισαγωγικό δοκίμιο, μετάφραση και σημειώσεις
της Marina Bernardini
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΔΟΚΙΜΙΟ ΣΤΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ
Η οντολογία του Αριστοτέλη είναι πολύ γενναιόδωρη. Περιλαμβάνει πραγματικότητες όπως τα δέντρα και τα λιοντάρια, αλλά και ποιότητες, όπως τα χρώματα, και ποσότητες, όπως τα μέτρα, καθώς και όλα τα είδη στοιχείων που ο Αριστοτέλης διακρίνει βάσει των λεγόμενων κατηγοριών του.
M. Frede, Substance in Aristotle's Metaphysics¹
1. ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΚΟ-ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΠΛΑΙΣΙΩΣΗ
1.1. Παραδοσιακή θέση των Κατηγοριών μέσα στο Corpus Aristotelicum
Οι Κατηγορίες είναι ένα έργο που μας παραδόθηκε με διαίρεση σε δεκαπέντε κεφάλαια· το ελληνικό του κείμενο σώζεται σε περισσότερα από 160 χειρόγραφα, αντιγραμμένα σε χρονικό διάστημα που εκτείνεται από τα τέλη του 9ου αιώνα έως τις αρχές του 17ου αιώνα². Μέσα στο Όργανον, οι Κατηγορίες και το Περί ερμηνείας, σύμφωνα με την παράδοση, πραγματεύονται τα απλούστερα στοιχεία της κρίσης και της πρότασης, και γι’ αυτό θεωρήθηκαν προκαταρκτικές και προπαιδευτικές έρευνες. Η παράδοση μας παραδίδει έτσι ένα σύνολο έργων που θα έπρεπε να διαβαστούν με την ακόλουθη σειρά: Κατηγορίες, Περί ερμηνείας, Αναλυτικά Πρότερα, Αναλυτικά Ύστερα, Τοπικά, Σοφιστικοί Έλεγχοι. Η ακολουθία με την οποία γράφτηκαν είναι εντελώς ανεξιχνίαστη, μπορεί όμως κανείς να προσπαθήσει να ανασυγκροτήσει και να προτείνει μια σειρά ανάγνωσης που να ακολουθεί τη θεματική αλληλουχία των επιμέρους έργων. Από αυτή την άποψη, η δομή αυτών των συγγραμμάτων είναι πολύ πιο σύνθετη απ’ όσο συνήθως πιστεύεται, και ήδη από την αρχαιότητα προκάλεσε συζητήσεις.
Στην προοπτική που υποδεικνύει η παράδοση, οι Κατηγορίες αποτελούν μια προκαταρκτική πραγματεία για τη μελέτη της αριστοτελικής λογικής και σχηματίζουν, μαζί με το Περί ερμηνείας και τα Αναλυτικά Πρότερα, ένα είδος τρίπτυχου που παρουσιάζει, κατά σειρά, μια λογική των όρων, μια λογική των προτάσεων και μια λογική των συλλογισμών. Υπήρξε, ωστόσο, μια περίοδος κατά την οποία το κείμενο των Κατηγοριών δεν είχε καλή τύχη και μάλιστα αγνοήθηκε. Σε ένα κείμενο που διασώζεται στη δοξογραφία του Διογένη Λαερτίου αγνοείται η ύπαρξη μιας πραγματείας με τίτλο Κατηγορίες και μιας άλλης με τίτλο Περί ερμηνείας. Το κείμενο αυτό, στωικής έμπνευσης, παρουσιάζει τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη ως σώμα δογμάτων διαιρεμένο σε μέρη, όπως ακριβώς τα στωικά συστήματα. Το πρώτο από αυτά τα μέρη αποτελείται από τη λογική ή οργανική ενότητα. Το κείμενο διευκρινίζει ότι το λογικό μέρος μπορεί, με τη σειρά του, να διαιρεθεί σε δύο διαφορετικά στάδια, τα οποία ονομάζονται, σύμφωνα με τη στωική ορολογία, «διάκριση» —κρίσις, krisis— των «λημμάτων», δηλαδή των προκείμενων, και διάκριση της «απαγωγής», δηλαδή του συλλογισμού. Ελλείψει του κειμένου των Κατηγοριών και του Περί ερμηνείας, το κείμενο αποδίδει τα Αναλυτικά Πρότερα στη διάκριση των λημμάτων και τα Αναλυτικά Ύστερα στη διάκριση της απαγωγής. Ο συγγραφέας του κειμένου πιθανότατα προσπάθησε να εντάξει σε αυτό τα αριστοτελικά έργα, χωρίς όμως να γνωρίζει ακριβώς το περιεχόμενό τους?.
Ο Ανδρόνικος ο Ρόδιος, τον 1ο αιώνα π.Χ., ήταν εκείνος που έβγαλε τις Κατηγορίες από τη σχετική απομόνωσή τους, δίνοντάς τους μια θέση μέσα στο Corpus Aristotelicum μέσω ενός αιτιολογημένου καταλόγου, ο οποίος λειτουργεί ως κανονικό πρότυπο της ταξινόμησης των έργων του Σταγειρίτη. Σε αυτόν τον κατάλογο, το τμήμα των έργων που αποδίδονται στον Αριστοτέλη αρχίζει με την αναφορά των πρώτων συγγραμμάτων του Οργάνου. Η στωική επίδραση στη διάταξη του Ανδρονίκου είναι πολύ ισχυρή. Πράγματι, εκείνος ταξινομεί τα κύρια έργα του Φιλοσόφου σύμφωνα με μια συγκεκριμένη τάξη, στην οποία τα μεθοδολογικά κείμενα κατέχουν την πρώτη θέση ως εισαγωγικά και οργανικά. Η επίδραση αυτή μαρτυρείται επίσης από την αναφορά στη δημοσίευση, από έναν σύγχρονό του, τον στωικό Αθηνόδωρο από τους Σόλους, ενός έργου με τίτλο Πρὸς τὰ Ἀριστοτέλους κατηγορίας (Κατά των Κατηγοριών του Αριστοτέλη).
Με το ενδιαφέρον του Ανδρονίκου για αυτό το σύγγραμμα του Σταγειρίτη και με την αναγέννηση του αριστοτελισμού στους διαδόχους του Ροδίου, οι Κατηγορίες αρχίζουν να γνωρίζουν επιτυχία και γίνονται αντικείμενο μελέτης από στοχαστές και σχολιαστές. Η πραγματεία λαμβάνεται υπόψη από τους νεοπλατωνικούς: τον 3ο αιώνα μ.Χ. ο Πορφύριος υπερασπίζεται την ιδέα ότι οι Κατηγορίες εγκαινιάζουν τη διδασκαλία της φιλοσοφίας· τον 5ο αιώνα ο Πρόκλος καθορίζει τα στάδια μιας φιλοσοφικής πορείας που αρχίζει με μια γενική εισαγωγή στη φιλοσοφία και συνεχίζεται με τη σχολιασμένη μελέτη των κύριων έργων του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, ανάμεσα στα οποία, στην ομάδα των «οργανικών» και μεθοδολογικών συγγραμμάτων, περιλαμβάνονται οι Κατηγορίες.
Η ενότητα που σχηματίζουν οι Κατηγορίες με τα άλλα λογικά έργα του Αριστοτέλη και, επομένως, η ενότητα της μελέτης της γλώσσας και του συλλογισμού εμφανίζονται, στην πραγματικότητα, πολύ ισχυρότερες στη στωική ερμηνεία απ’ ό,τι στον ίδιο τον Αριστοτέλη. Ο Bodeüs υπογράμμισε ότι, διαφορετικά από τη στωική συγκρότηση της λογικής —στην οποία οι σύνθετοι συλλογισμοί μπορούν να αναλυθούν σε σύνθετες προτάσεις, και αυτές, με τη σειρά τους, σε απλές προτάσεις και σε περαιτέρω στοιχεία—, η θεωρία του τυπικού συλλογισμού στον Αριστοτέλη δεν χρειάζεται μια προκαταρκτική μελέτη των προκείμενων, εφόσον οι συλλογισμοί ορίζονται από τη σχετική θέση των όρων που περιέχονται στις προκείμενες και συμβολίζονται με γράμματα.
1.2. Ο τίτλος
Πολλά είναι τα προβλήματα που άνοιξαν τον δρόμο, ήδη από την αρχαιότητα, σε συζητήσεις και αντιπαραθέσεις γύρω από το σύγγραμμα που μας παραδόθηκε με τον τίτλο Κατηγορίες. Οι αμφιβολίες αφορούν σχεδόν κάθε πλευρά του, και τα ζητήματα ανακύπτουν ήδη από τον τίτλο. Οι Έλληνες σπάνια απέδιδαν τίτλο στα έργα τους, γι’ αυτό και ο τίτλος είναι σχεδόν πάντοτε μεταγενέστερος του συγγραφέα και δεν εκφράζει δική του επιλογή¹º. Αυτό γίνεται ακόμη πιο εμφανές όταν, όπως στην περίπτωσή μας, έχουμε μπροστά μας ένα εσωτερικό κείμενο, το οποίο δεν σχεδιάστηκε ούτε γράφτηκε με σκοπό τη δημοσίευση, αλλά συντάχθηκε με τη μορφή μαθημάτων και απευθυνόταν σε όσους ανήκαν στην αριστοτελική σχολή. Ο τίτλος, στενά συνδεδεμένος με το περιεχόμενο και με τον σκοπό που ήθελαν να δώσουν στο έργο, αποτελεί σημαντικό εργαλείο για την αξιολόγηση του τρόπου με τον οποίο οι αρχαίοι δέχθηκαν το κείμενο. Η δικαιολόγησή του αποτελεί ζήτημα που συζητήθηκε από σχεδόν όλους τους νεοπλατωνικούς σχολιαστές¹¹, δεδομένου ότι από την ελληνιστική εποχή έως τους πρώτους αιώνες της χριστιανικής περιόδου αποδόθηκαν στο έργο διάφοροι τίτλοι.
Η απαρχή της συζήτησης μπορεί να εντοπιστεί στην πρωτοβουλία του Ανδρονίκου του Ροδίου, εκδότη των αριστοτελικών έργων, η οποία συνίστατο στην αντικατάσταση, με τον τίτλο Κατηγορίαι, του τίτλου με τον οποίο προηγουμένως δηλωνόταν το σύγγραμμα: Πρὸ τῶν τοπικών ή Πρὸ τῶν τόπων, ο οποίος καθιέρωνε μια στενή σχέση ανάμεσα στη δική μας πραγματεία και τα Τοπικά. Για τον Ανδρόνικο, ο σκοπός του συγγράμματος βρισκόταν στο πρώτο μέρος, εκείνο των λεγόμενων praedicamenta, και ήταν να εισαγάγει στη λογική —με τη στωική σημασία του όρου— μέσω της ανάλυσης των συστατικών στοιχείων των προκείμενων του συλλογισμού, σε στενή σύνδεση με την αναλυτική. Υπό αυτή την οπτική, ολόκληρο το δεύτερο μέρος του κειμένου —κεφ. 10–15— προέκυπτε ως απόκρυφο, και ο τίτλος Κατηγορίαι αποδιδόταν μόνο στο πρώτο μέρος του έργου, το μόνο που θεωρούνταν αυθεντικό².
Οι διάδοχοι του Ανδρονίκου δέχθηκαν τον νέο τίτλο, αλλά απέρριψαν την πρόταση να αποσπαστεί το δεύτερο μέρος από το πρώτο, και οι δύο ενότητες διατηρήθηκαν και σχολιάστηκαν ενωμένες έως το τέλος της αρχαιότητας. Η ονομασία Κατηγορίαι, αφού υιοθετήθηκε από τον Αλέξανδρο τον Αφροδισιέα¹¹ και από τον Πορφύριο, και στη συνέχεια έγινε παραδοσιακή, έχασε τη «λογική» της σημασία για να προσλάβει μια οντολογική χροιά, η οποία ενδιέφερε περισσότερο τους Νεοπλατωνικούς, και υπογραμμίστηκε η κατάσταση των κατηγοριών ως «γενών του όντος».
Ο τίτλος που έγινε κλασικός υπερίσχυσε απέναντι σε δύο σημαντικές προτεινόμενες παραλλαγές, οι οποίες μπορούν να αναχθούν σε δύο διαφορετικούς τρόπους κατανόησης του σκοπού του αριστοτελικού έργου. Η πρώτη στηριζόταν στην πεποίθηση ότι η πρώτη ενότητα του κειμένου ήταν μια ανάλυση των πιο καθολικών γενών του όντος, συμμορφούμενη και αυτή με μια οντολογική ερμηνεία. Πρόκειται για μια παραλλαγή που μνημονεύεται ακόμη τον 11ο αιώνα στο χειρόγραφο Parisinus Coislinianus 330, όπου το έργο παρουσιάζεται ως Ἀριστοτέλους κατηγορίαι περὶ τῶν δέκα γενικωτάτων γενῶν —Οι κατηγορίες του Αριστοτέλη: τα δέκα πιο καθολικά γένη¹5.
Η δεύτερη παραλλαγή στηριζόταν, αντίθετα, στην πεποίθηση ότι τα πράγματα «που λέγονται χωρίς σύνδεση» ήταν λογικές εκφράσεις των πιο καθολικών εννοιών και πρότεινε τον τίτλο Περὶ τῶν καθόλου λόγων —Περί των καθολικών εννοιών— κατά το πρότυπο μιας πραγματείας του Αρχύτα του Ταραντίνου¹6, ανάγοντας με αυτόν τον τρόπο το έργο σε ένα λογοτεχνικό είδος που υπήρχε πριν από την εποχή του Αριστοτέλη. Η πραγματεία στην οποία γίνεται αναφορά, όμως, αποδόθηκε ψευδώς στον Πυθαγόρειο φιλόσοφο και είναι, στην πραγματικότητα, ένα απόκρυφο έργο που συντάχθηκε τον 1ο ή τον 2ο αιώνα μ.Χ. κατά το πρότυπο που προσέφερε το πρώτο μέρος των Κατηγοριών¹7, του οποίου αποτελεί ερμηνεία¹8.
Παρότι ο τίτλος Κατηγορίαι επικράτησε τελικά ως ονομασία του έργου, παραμένουν ίχνη της αρχαίας τιτλοφόρησης στη διπλή εκδοχή Πρὸ τῶν τοπικῶν (Πριν από τα Τοπικά) και Πρὸ τῶν τόπων (Πριν από τους τόπους) στον Άδραστο της Αφροδισιάδας (360–317 μ.Χ.). Αυτός υποστήριζε μια θέση αποκλίνουσα από τη φιλοσοφική ορθοδοξία της εποχής και την είχε εκθέσει σε ένα σύγγραμμα με τίτλο Η τάξη της φιλοσοφίας του Αριστοτέλη, το οποίο γνωρίζουμε μόνο χάρη στις αναφορές του Σιμπλικίου, και στο οποίο παρουσίαζε, μέσω της ταξινόμησης των έργων του Σταγειρίτη, ένα πρόγραμμα μύησης στη φιλοσοφία. Ο Άδραστος θεωρούσε ότι η φιλοσοφική πορεία δεν έπρεπε να αρχίζει με τη μελέτη της λογικής του αληθούς και του αναγκαίου, αλλά με τη μελέτη της λογικής του αληθοφανούς και του πιθανού, δηλαδή με εκείνο που είναι περισσότερο γνωστό για εμάς. Το αρχικό στάδιο μιας έτσι νοούμενης πορείας αντιπροσωπευόταν, κατά τη γνώμη του, πολύ καλά από ολόκληρο το έργο —και όχι αποκλειστικά από την απομόνωση του πρώτου μέρους— το οποίο δηλωνόταν με τον αρχαίο τίτλο Πρὸ τῶν τοπικῶν ή Πρὸ τῶν τόπων, και το οποίο, κατά τη γνώμη του, λειτουργούσε ως εισαγωγή στα Τοπικά και στη διαλεκτική. Σε αυτή τη γνώμη του Αδράστου φαίνεται να απηχούν δύο χωρία από το Υπόμνημα στα Τοπικά του Αλεξάνδρου της Αφροδισιάδας, στα οποία γίνεται παραπομπή σε ένα εισαγωγικό σύγγραμμα με εκείνον τον τίτλο²⁰.
Ο όρος «κατηγορία», ωστόσο, υπέστη με την πάροδο του χρόνου μεταβολές σημασίας, ανάλογα με την πλευρά που κάθε φορά τονιζόταν. Πριν από τον Ανδρόνικο, η κατηγορία αφορούσε την κατηγόρηση, δηλαδή τη γλωσσική πράξη μέσω της οποίας δηλωνόταν μια ουσία, μια ποιότητα, μια ποσότητα, ένα προς τι, ένα πού, ένα πότε, ένα κείσθαι, ένα έχειν, ένα ποιείν ή ένα πάσχειν· κατηγόρηση μέσω της οποίας μπορούσαν να σχηματιστούν οι προκείμενες ενός συλλογισμού²¹. Από τον Ανδρόνικο και εξής, στους διαδόχους του και στους αρχαίους σχολιαστές, αρχίζει αντιθέτως να προκρίνεται η θέση σύμφωνα με την οποία το έργο, ταξινομημένο ως το πρώτο σύγγραμμα του λογικού Corpus του Αριστοτέλη, δεν πραγματεύεται την πράξη της απόδοσης, αλλά εκείνο που αποδίδεται: τη διαφορετικότητα των πραγματικοτήτων που δηλώνονται μέσω της κατηγόρησης, και επομένως τόσο τους σημαίνοντες όρους όσο και τις σημαινόμενες πραγματικότητες.
Η οντολογική πλευρά είναι σαφώς παρούσα στο κείμενο: ο Αριστοτέλης φαίνεται να μη διαχωρίζει ποτέ καθαρά το πεδίο της γλώσσας και της λογικής από το επίπεδο του είναι. Μας φαίνεται, ωστόσο, σημαντικό να δοθεί το πρέπον βάρος και στην αρχαιότερη ονομασία, η οποία φέρνει το συγκεκριμένο σύγγραμμα όχι τόσο κοντά στην αναλυτική όσο στον στοχασμό γύρω από τα επικοινωνιακά σχήματα. Θα μπορούσε να εντοπιστεί ένας άξονας διαλεκτικού και «επικοινωνιακού» τύπου, ο οποίος συνδέει τα έργα του Οργάνου που παρουσιάζουν θεματικές συγγένειες σχετικές με τη διαλεκτική «πειθώ», θεμελιωμένη στο αληθοφανές και στο πιθανό: Κατηγορίαι, Περὶ ἑρμηνείας, Τοπικά, Σοφιστικοί Έλεγχοι²². Πρόκειται για μια υπόθεση που χρειάζεται να επαληθευθεί με περαιτέρω ειδικές εμβαθύνσεις, αλλά η οποία αντιπροσωπεύει μια πιθανή ανάγνωση που υποδεικνύεται από την αρχαία ονομασία, η οποία συνδέει τις Κατηγορίες άμεσα με τα Τοπικά, απομακρύνοντάς τες από τον περισσότερο καθαρά λογικο-επιχειρηματολογικό άξονα που συγκροτούν τα Αναλυτικά Πρότερα και τα Αναλυτικά Ύστερα. Στο σημείο αυτό είναι σημαντική η ήδη μνημονευθείσα θέση του Αδράστου της Αφροδισιάδας, αποκλίνουσα από τη φιλοσοφική ορθοδοξία της εποχής, σύμφωνα με την οποία η φιλοσοφική πορεία έπρεπε να αρχίζει όχι με τη μελέτη της λογικής του αληθούς και του αναγκαίου, που αποτελεί το κατεξοχήν πεδίο της αναλυτικής, αλλά με τη μελέτη της λογικής του αληθοφανούς και του πιθανού, που αποτελεί το πεδίο της διαλεκτικής και της «επικοινωνίας»²⁴.
Σύμφωνα με αυτή την υπόθεση, θα διαμορφωνόταν το νόημα των Κατηγοριών, οι οποίες εμφανίζονται ως σχολικό κείμενο, ένα «διδακτικό εργαλείο», σχεδόν ένα «εγχειρίδιο» χρήσιμο για την προσέγγιση και την κατανόηση των ζητημάτων που θέτουν άλλα έργα του Οργάνου. Ίσως, από αυτή την άποψη, να μη πρόκειται καν για ένα σύγγραμμα που πρέπει αναγκαστικά να τοποθετηθεί πριν ή μετά από άλλα, αλλά για ένα εργαλείο το οποίο, όπως για παράδειγμα το βιβλίο Α των Μεταφυσικών, με το οποίο παρουσιάζει εμφανείς ομοιότητες, δεν έχει ακριβή θέση, διότι είναι χρήσιμο σε διάφορα μέτωπα.
1.3. Το ζήτημα της αυθεντικότητας
Σημειώσεις:
ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ – ΠΕΡΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ – ΠΡΩΤΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ
ΔΕΥΤΕΡΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ – ΤΟΠΙΚΑ – ΣΟΦΙΣΤΙΚΕΣ ΕΛΕΓΧΟΙ
Γενικός συντονισμός
του Maurizio Migliori
Ελληνικό κείμενο αντικριστά
Εκδόσεις Bompiani, Milano 2016
Κατηγορίες
Εισαγωγικό δοκίμιο, μετάφραση και σημειώσεις
της Marina Bernardini
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΔΟΚΙΜΙΟ ΣΤΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ
Η οντολογία του Αριστοτέλη είναι πολύ γενναιόδωρη. Περιλαμβάνει πραγματικότητες όπως τα δέντρα και τα λιοντάρια, αλλά και ποιότητες, όπως τα χρώματα, και ποσότητες, όπως τα μέτρα, καθώς και όλα τα είδη στοιχείων που ο Αριστοτέλης διακρίνει βάσει των λεγόμενων κατηγοριών του.
M. Frede, Substance in Aristotle's Metaphysics¹
1. ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΚΟ-ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΠΛΑΙΣΙΩΣΗ
1.1. Παραδοσιακή θέση των Κατηγοριών μέσα στο Corpus Aristotelicum
Οι Κατηγορίες είναι ένα έργο που μας παραδόθηκε με διαίρεση σε δεκαπέντε κεφάλαια· το ελληνικό του κείμενο σώζεται σε περισσότερα από 160 χειρόγραφα, αντιγραμμένα σε χρονικό διάστημα που εκτείνεται από τα τέλη του 9ου αιώνα έως τις αρχές του 17ου αιώνα². Μέσα στο Όργανον, οι Κατηγορίες και το Περί ερμηνείας, σύμφωνα με την παράδοση, πραγματεύονται τα απλούστερα στοιχεία της κρίσης και της πρότασης, και γι’ αυτό θεωρήθηκαν προκαταρκτικές και προπαιδευτικές έρευνες. Η παράδοση μας παραδίδει έτσι ένα σύνολο έργων που θα έπρεπε να διαβαστούν με την ακόλουθη σειρά: Κατηγορίες, Περί ερμηνείας, Αναλυτικά Πρότερα, Αναλυτικά Ύστερα, Τοπικά, Σοφιστικοί Έλεγχοι. Η ακολουθία με την οποία γράφτηκαν είναι εντελώς ανεξιχνίαστη, μπορεί όμως κανείς να προσπαθήσει να ανασυγκροτήσει και να προτείνει μια σειρά ανάγνωσης που να ακολουθεί τη θεματική αλληλουχία των επιμέρους έργων. Από αυτή την άποψη, η δομή αυτών των συγγραμμάτων είναι πολύ πιο σύνθετη απ’ όσο συνήθως πιστεύεται, και ήδη από την αρχαιότητα προκάλεσε συζητήσεις.
Στην προοπτική που υποδεικνύει η παράδοση, οι Κατηγορίες αποτελούν μια προκαταρκτική πραγματεία για τη μελέτη της αριστοτελικής λογικής και σχηματίζουν, μαζί με το Περί ερμηνείας και τα Αναλυτικά Πρότερα, ένα είδος τρίπτυχου που παρουσιάζει, κατά σειρά, μια λογική των όρων, μια λογική των προτάσεων και μια λογική των συλλογισμών. Υπήρξε, ωστόσο, μια περίοδος κατά την οποία το κείμενο των Κατηγοριών δεν είχε καλή τύχη και μάλιστα αγνοήθηκε. Σε ένα κείμενο που διασώζεται στη δοξογραφία του Διογένη Λαερτίου αγνοείται η ύπαρξη μιας πραγματείας με τίτλο Κατηγορίες και μιας άλλης με τίτλο Περί ερμηνείας. Το κείμενο αυτό, στωικής έμπνευσης, παρουσιάζει τη φιλοσοφία του Αριστοτέλη ως σώμα δογμάτων διαιρεμένο σε μέρη, όπως ακριβώς τα στωικά συστήματα. Το πρώτο από αυτά τα μέρη αποτελείται από τη λογική ή οργανική ενότητα. Το κείμενο διευκρινίζει ότι το λογικό μέρος μπορεί, με τη σειρά του, να διαιρεθεί σε δύο διαφορετικά στάδια, τα οποία ονομάζονται, σύμφωνα με τη στωική ορολογία, «διάκριση» —κρίσις, krisis— των «λημμάτων», δηλαδή των προκείμενων, και διάκριση της «απαγωγής», δηλαδή του συλλογισμού. Ελλείψει του κειμένου των Κατηγοριών και του Περί ερμηνείας, το κείμενο αποδίδει τα Αναλυτικά Πρότερα στη διάκριση των λημμάτων και τα Αναλυτικά Ύστερα στη διάκριση της απαγωγής. Ο συγγραφέας του κειμένου πιθανότατα προσπάθησε να εντάξει σε αυτό τα αριστοτελικά έργα, χωρίς όμως να γνωρίζει ακριβώς το περιεχόμενό τους?.
Ο Ανδρόνικος ο Ρόδιος, τον 1ο αιώνα π.Χ., ήταν εκείνος που έβγαλε τις Κατηγορίες από τη σχετική απομόνωσή τους, δίνοντάς τους μια θέση μέσα στο Corpus Aristotelicum μέσω ενός αιτιολογημένου καταλόγου, ο οποίος λειτουργεί ως κανονικό πρότυπο της ταξινόμησης των έργων του Σταγειρίτη. Σε αυτόν τον κατάλογο, το τμήμα των έργων που αποδίδονται στον Αριστοτέλη αρχίζει με την αναφορά των πρώτων συγγραμμάτων του Οργάνου. Η στωική επίδραση στη διάταξη του Ανδρονίκου είναι πολύ ισχυρή. Πράγματι, εκείνος ταξινομεί τα κύρια έργα του Φιλοσόφου σύμφωνα με μια συγκεκριμένη τάξη, στην οποία τα μεθοδολογικά κείμενα κατέχουν την πρώτη θέση ως εισαγωγικά και οργανικά. Η επίδραση αυτή μαρτυρείται επίσης από την αναφορά στη δημοσίευση, από έναν σύγχρονό του, τον στωικό Αθηνόδωρο από τους Σόλους, ενός έργου με τίτλο Πρὸς τὰ Ἀριστοτέλους κατηγορίας (Κατά των Κατηγοριών του Αριστοτέλη).
Με το ενδιαφέρον του Ανδρονίκου για αυτό το σύγγραμμα του Σταγειρίτη και με την αναγέννηση του αριστοτελισμού στους διαδόχους του Ροδίου, οι Κατηγορίες αρχίζουν να γνωρίζουν επιτυχία και γίνονται αντικείμενο μελέτης από στοχαστές και σχολιαστές. Η πραγματεία λαμβάνεται υπόψη από τους νεοπλατωνικούς: τον 3ο αιώνα μ.Χ. ο Πορφύριος υπερασπίζεται την ιδέα ότι οι Κατηγορίες εγκαινιάζουν τη διδασκαλία της φιλοσοφίας· τον 5ο αιώνα ο Πρόκλος καθορίζει τα στάδια μιας φιλοσοφικής πορείας που αρχίζει με μια γενική εισαγωγή στη φιλοσοφία και συνεχίζεται με τη σχολιασμένη μελέτη των κύριων έργων του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, ανάμεσα στα οποία, στην ομάδα των «οργανικών» και μεθοδολογικών συγγραμμάτων, περιλαμβάνονται οι Κατηγορίες.
Η ενότητα που σχηματίζουν οι Κατηγορίες με τα άλλα λογικά έργα του Αριστοτέλη και, επομένως, η ενότητα της μελέτης της γλώσσας και του συλλογισμού εμφανίζονται, στην πραγματικότητα, πολύ ισχυρότερες στη στωική ερμηνεία απ’ ό,τι στον ίδιο τον Αριστοτέλη. Ο Bodeüs υπογράμμισε ότι, διαφορετικά από τη στωική συγκρότηση της λογικής —στην οποία οι σύνθετοι συλλογισμοί μπορούν να αναλυθούν σε σύνθετες προτάσεις, και αυτές, με τη σειρά τους, σε απλές προτάσεις και σε περαιτέρω στοιχεία—, η θεωρία του τυπικού συλλογισμού στον Αριστοτέλη δεν χρειάζεται μια προκαταρκτική μελέτη των προκείμενων, εφόσον οι συλλογισμοί ορίζονται από τη σχετική θέση των όρων που περιέχονται στις προκείμενες και συμβολίζονται με γράμματα.
1.2. Ο τίτλος
Πολλά είναι τα προβλήματα που άνοιξαν τον δρόμο, ήδη από την αρχαιότητα, σε συζητήσεις και αντιπαραθέσεις γύρω από το σύγγραμμα που μας παραδόθηκε με τον τίτλο Κατηγορίες. Οι αμφιβολίες αφορούν σχεδόν κάθε πλευρά του, και τα ζητήματα ανακύπτουν ήδη από τον τίτλο. Οι Έλληνες σπάνια απέδιδαν τίτλο στα έργα τους, γι’ αυτό και ο τίτλος είναι σχεδόν πάντοτε μεταγενέστερος του συγγραφέα και δεν εκφράζει δική του επιλογή¹º. Αυτό γίνεται ακόμη πιο εμφανές όταν, όπως στην περίπτωσή μας, έχουμε μπροστά μας ένα εσωτερικό κείμενο, το οποίο δεν σχεδιάστηκε ούτε γράφτηκε με σκοπό τη δημοσίευση, αλλά συντάχθηκε με τη μορφή μαθημάτων και απευθυνόταν σε όσους ανήκαν στην αριστοτελική σχολή. Ο τίτλος, στενά συνδεδεμένος με το περιεχόμενο και με τον σκοπό που ήθελαν να δώσουν στο έργο, αποτελεί σημαντικό εργαλείο για την αξιολόγηση του τρόπου με τον οποίο οι αρχαίοι δέχθηκαν το κείμενο. Η δικαιολόγησή του αποτελεί ζήτημα που συζητήθηκε από σχεδόν όλους τους νεοπλατωνικούς σχολιαστές¹¹, δεδομένου ότι από την ελληνιστική εποχή έως τους πρώτους αιώνες της χριστιανικής περιόδου αποδόθηκαν στο έργο διάφοροι τίτλοι.
Η απαρχή της συζήτησης μπορεί να εντοπιστεί στην πρωτοβουλία του Ανδρονίκου του Ροδίου, εκδότη των αριστοτελικών έργων, η οποία συνίστατο στην αντικατάσταση, με τον τίτλο Κατηγορίαι, του τίτλου με τον οποίο προηγουμένως δηλωνόταν το σύγγραμμα: Πρὸ τῶν τοπικών ή Πρὸ τῶν τόπων, ο οποίος καθιέρωνε μια στενή σχέση ανάμεσα στη δική μας πραγματεία και τα Τοπικά. Για τον Ανδρόνικο, ο σκοπός του συγγράμματος βρισκόταν στο πρώτο μέρος, εκείνο των λεγόμενων praedicamenta, και ήταν να εισαγάγει στη λογική —με τη στωική σημασία του όρου— μέσω της ανάλυσης των συστατικών στοιχείων των προκείμενων του συλλογισμού, σε στενή σύνδεση με την αναλυτική. Υπό αυτή την οπτική, ολόκληρο το δεύτερο μέρος του κειμένου —κεφ. 10–15— προέκυπτε ως απόκρυφο, και ο τίτλος Κατηγορίαι αποδιδόταν μόνο στο πρώτο μέρος του έργου, το μόνο που θεωρούνταν αυθεντικό².
Οι διάδοχοι του Ανδρονίκου δέχθηκαν τον νέο τίτλο, αλλά απέρριψαν την πρόταση να αποσπαστεί το δεύτερο μέρος από το πρώτο, και οι δύο ενότητες διατηρήθηκαν και σχολιάστηκαν ενωμένες έως το τέλος της αρχαιότητας. Η ονομασία Κατηγορίαι, αφού υιοθετήθηκε από τον Αλέξανδρο τον Αφροδισιέα¹¹ και από τον Πορφύριο, και στη συνέχεια έγινε παραδοσιακή, έχασε τη «λογική» της σημασία για να προσλάβει μια οντολογική χροιά, η οποία ενδιέφερε περισσότερο τους Νεοπλατωνικούς, και υπογραμμίστηκε η κατάσταση των κατηγοριών ως «γενών του όντος».
Ο τίτλος που έγινε κλασικός υπερίσχυσε απέναντι σε δύο σημαντικές προτεινόμενες παραλλαγές, οι οποίες μπορούν να αναχθούν σε δύο διαφορετικούς τρόπους κατανόησης του σκοπού του αριστοτελικού έργου. Η πρώτη στηριζόταν στην πεποίθηση ότι η πρώτη ενότητα του κειμένου ήταν μια ανάλυση των πιο καθολικών γενών του όντος, συμμορφούμενη και αυτή με μια οντολογική ερμηνεία. Πρόκειται για μια παραλλαγή που μνημονεύεται ακόμη τον 11ο αιώνα στο χειρόγραφο Parisinus Coislinianus 330, όπου το έργο παρουσιάζεται ως Ἀριστοτέλους κατηγορίαι περὶ τῶν δέκα γενικωτάτων γενῶν —Οι κατηγορίες του Αριστοτέλη: τα δέκα πιο καθολικά γένη¹5.
Η δεύτερη παραλλαγή στηριζόταν, αντίθετα, στην πεποίθηση ότι τα πράγματα «που λέγονται χωρίς σύνδεση» ήταν λογικές εκφράσεις των πιο καθολικών εννοιών και πρότεινε τον τίτλο Περὶ τῶν καθόλου λόγων —Περί των καθολικών εννοιών— κατά το πρότυπο μιας πραγματείας του Αρχύτα του Ταραντίνου¹6, ανάγοντας με αυτόν τον τρόπο το έργο σε ένα λογοτεχνικό είδος που υπήρχε πριν από την εποχή του Αριστοτέλη. Η πραγματεία στην οποία γίνεται αναφορά, όμως, αποδόθηκε ψευδώς στον Πυθαγόρειο φιλόσοφο και είναι, στην πραγματικότητα, ένα απόκρυφο έργο που συντάχθηκε τον 1ο ή τον 2ο αιώνα μ.Χ. κατά το πρότυπο που προσέφερε το πρώτο μέρος των Κατηγοριών¹7, του οποίου αποτελεί ερμηνεία¹8.
Παρότι ο τίτλος Κατηγορίαι επικράτησε τελικά ως ονομασία του έργου, παραμένουν ίχνη της αρχαίας τιτλοφόρησης στη διπλή εκδοχή Πρὸ τῶν τοπικῶν (Πριν από τα Τοπικά) και Πρὸ τῶν τόπων (Πριν από τους τόπους) στον Άδραστο της Αφροδισιάδας (360–317 μ.Χ.). Αυτός υποστήριζε μια θέση αποκλίνουσα από τη φιλοσοφική ορθοδοξία της εποχής και την είχε εκθέσει σε ένα σύγγραμμα με τίτλο Η τάξη της φιλοσοφίας του Αριστοτέλη, το οποίο γνωρίζουμε μόνο χάρη στις αναφορές του Σιμπλικίου, και στο οποίο παρουσίαζε, μέσω της ταξινόμησης των έργων του Σταγειρίτη, ένα πρόγραμμα μύησης στη φιλοσοφία. Ο Άδραστος θεωρούσε ότι η φιλοσοφική πορεία δεν έπρεπε να αρχίζει με τη μελέτη της λογικής του αληθούς και του αναγκαίου, αλλά με τη μελέτη της λογικής του αληθοφανούς και του πιθανού, δηλαδή με εκείνο που είναι περισσότερο γνωστό για εμάς. Το αρχικό στάδιο μιας έτσι νοούμενης πορείας αντιπροσωπευόταν, κατά τη γνώμη του, πολύ καλά από ολόκληρο το έργο —και όχι αποκλειστικά από την απομόνωση του πρώτου μέρους— το οποίο δηλωνόταν με τον αρχαίο τίτλο Πρὸ τῶν τοπικῶν ή Πρὸ τῶν τόπων, και το οποίο, κατά τη γνώμη του, λειτουργούσε ως εισαγωγή στα Τοπικά και στη διαλεκτική. Σε αυτή τη γνώμη του Αδράστου φαίνεται να απηχούν δύο χωρία από το Υπόμνημα στα Τοπικά του Αλεξάνδρου της Αφροδισιάδας, στα οποία γίνεται παραπομπή σε ένα εισαγωγικό σύγγραμμα με εκείνον τον τίτλο²⁰.
Ο όρος «κατηγορία», ωστόσο, υπέστη με την πάροδο του χρόνου μεταβολές σημασίας, ανάλογα με την πλευρά που κάθε φορά τονιζόταν. Πριν από τον Ανδρόνικο, η κατηγορία αφορούσε την κατηγόρηση, δηλαδή τη γλωσσική πράξη μέσω της οποίας δηλωνόταν μια ουσία, μια ποιότητα, μια ποσότητα, ένα προς τι, ένα πού, ένα πότε, ένα κείσθαι, ένα έχειν, ένα ποιείν ή ένα πάσχειν· κατηγόρηση μέσω της οποίας μπορούσαν να σχηματιστούν οι προκείμενες ενός συλλογισμού²¹. Από τον Ανδρόνικο και εξής, στους διαδόχους του και στους αρχαίους σχολιαστές, αρχίζει αντιθέτως να προκρίνεται η θέση σύμφωνα με την οποία το έργο, ταξινομημένο ως το πρώτο σύγγραμμα του λογικού Corpus του Αριστοτέλη, δεν πραγματεύεται την πράξη της απόδοσης, αλλά εκείνο που αποδίδεται: τη διαφορετικότητα των πραγματικοτήτων που δηλώνονται μέσω της κατηγόρησης, και επομένως τόσο τους σημαίνοντες όρους όσο και τις σημαινόμενες πραγματικότητες.
Η οντολογική πλευρά είναι σαφώς παρούσα στο κείμενο: ο Αριστοτέλης φαίνεται να μη διαχωρίζει ποτέ καθαρά το πεδίο της γλώσσας και της λογικής από το επίπεδο του είναι. Μας φαίνεται, ωστόσο, σημαντικό να δοθεί το πρέπον βάρος και στην αρχαιότερη ονομασία, η οποία φέρνει το συγκεκριμένο σύγγραμμα όχι τόσο κοντά στην αναλυτική όσο στον στοχασμό γύρω από τα επικοινωνιακά σχήματα. Θα μπορούσε να εντοπιστεί ένας άξονας διαλεκτικού και «επικοινωνιακού» τύπου, ο οποίος συνδέει τα έργα του Οργάνου που παρουσιάζουν θεματικές συγγένειες σχετικές με τη διαλεκτική «πειθώ», θεμελιωμένη στο αληθοφανές και στο πιθανό: Κατηγορίαι, Περὶ ἑρμηνείας, Τοπικά, Σοφιστικοί Έλεγχοι²². Πρόκειται για μια υπόθεση που χρειάζεται να επαληθευθεί με περαιτέρω ειδικές εμβαθύνσεις, αλλά η οποία αντιπροσωπεύει μια πιθανή ανάγνωση που υποδεικνύεται από την αρχαία ονομασία, η οποία συνδέει τις Κατηγορίες άμεσα με τα Τοπικά, απομακρύνοντάς τες από τον περισσότερο καθαρά λογικο-επιχειρηματολογικό άξονα που συγκροτούν τα Αναλυτικά Πρότερα και τα Αναλυτικά Ύστερα. Στο σημείο αυτό είναι σημαντική η ήδη μνημονευθείσα θέση του Αδράστου της Αφροδισιάδας, αποκλίνουσα από τη φιλοσοφική ορθοδοξία της εποχής, σύμφωνα με την οποία η φιλοσοφική πορεία έπρεπε να αρχίζει όχι με τη μελέτη της λογικής του αληθούς και του αναγκαίου, που αποτελεί το κατεξοχήν πεδίο της αναλυτικής, αλλά με τη μελέτη της λογικής του αληθοφανούς και του πιθανού, που αποτελεί το πεδίο της διαλεκτικής και της «επικοινωνίας»²⁴.
Σύμφωνα με αυτή την υπόθεση, θα διαμορφωνόταν το νόημα των Κατηγοριών, οι οποίες εμφανίζονται ως σχολικό κείμενο, ένα «διδακτικό εργαλείο», σχεδόν ένα «εγχειρίδιο» χρήσιμο για την προσέγγιση και την κατανόηση των ζητημάτων που θέτουν άλλα έργα του Οργάνου. Ίσως, από αυτή την άποψη, να μη πρόκειται καν για ένα σύγγραμμα που πρέπει αναγκαστικά να τοποθετηθεί πριν ή μετά από άλλα, αλλά για ένα εργαλείο το οποίο, όπως για παράδειγμα το βιβλίο Α των Μεταφυσικών, με το οποίο παρουσιάζει εμφανείς ομοιότητες, δεν έχει ακριβή θέση, διότι είναι χρήσιμο σε διάφορα μέτωπα.
1.3. Το ζήτημα της αυθεντικότητας
Σημειώσεις:
1.M. Frede, Substance in Aristotle’s Metaphysics, στο M. Frede, Essays in Ancient Philosophy, Clarendon Press, Minneapolis 1987, σσ. 72–80, σ. 72.
2.Ο κατάλογος αυτών των χειρογράφων βρίσκεται στο A. Wartelle, Inventaire des manuscrits grecs d’Aristote et de ses commentateurs. Contribution à l’histoire du texte d’Aristote, Les Belles Lettres, Paris 1963, σ. 174. Ο κατάλογος αυτός παρουσιάζει, ωστόσο, παραλείψεις και σφάλματα, τα οποία ανέδειξαν οι D. Harlfinger και J. Wiesner, Die griechischen Handschriften des Aristoteles und seiner Kommentatoren. Ergänzungen und Berichtigungen zum Inventaire von A. Wartelle, «Scriptorium» 18 (1964), σσ. 242–257· και οι R.D. Argyropoulos και I. Caras, Inventaire des manuscrits grecs d’Aristote et de ses commentateurs. Contribution à l’histoire du texte d’Aristote. Supplément, Les Belles Lettres, Paris 1980, σ. 57.
3.Για μια εμβάθυνση στο ζήτημα βλ. W.D. Ross, Aristotle, ed. by Methuen & Co. Ltd, London 1923, ιταλ. μτφρ. Aristotele, μετάφραση του Altiero Spinelli, αναθεωρημένη βάσει της πέμπτης έκδοσης από τον Claudio Martelli, Feltrinelli, Milano 1971, σσ. 28–29· G. Reale, Introduzione a Aristotele, Laterza, Roma 1974, 1995⁸, σσ. 144–145.
4.Βλ. το status quaestionis στο Αριστοτέλης, Αναλυτικά Πρότερα, επιμ. M. Mignucci, Napoli 1970, σσ. 19 κ.εξ. Για μια πιο εμπεριστατωμένη μελέτη γύρω από αυτή την προβληματική, παραπέμπω στο κείμενο του V. Sainati, Storia dell’Organon aristotelico, Le Monnier, Firenze 1968. Για το status quaestionis σχετικά με την εξέλιξη της λογικής βλ. E. Berti, La filosofia del primo Aristotele, Olschki, Firenze 1962, σσ. 88–100.
5.Βλ. G. Reale, Introduzione a Aristotele, Laterza, Roma 1974, 1995⁸, σσ. 145–146.
6.Διογένης Λαέρτιος, Βίοι φιλοσόφων V, §§ 28–29.
7.Βλ. R. Bodéüs, Aristote, Catégories, Les Belles Lettres, Paris 2001, σσ. XVI–XVIII.
8.Η ανασύνθεση του καταλόγου του Ανδρονίκου βρίσκεται στο I. Düring, Aristotle in the Ancient Biographical Tradition, Elanders Boktryckeri Aktiebolag, Göteborg 1957, σσ. 221–231, και αναπαράγεται στο Aristotelis Opera, vol. III, Librorum deperditorum fragmenta, collegit O. Gigon, Berlin–New York 1987, 38b–45b.
9.Βλ. Bodéüs, Aristote, Catégories…, σσ. XIX–XX.
10.Βλ. P. Moraux, Les listes anciennes des ouvrages d’Aristote, Publications universitaires de Louvain, Louvain 1951, σ. 7, σημ. 17.
11.Βλ. Σιμπλίκιος, In Cat. 15,26–18,6· Φιλόπονος, In Cat. 12,17–27· Αμμώνιος, In Cat. 13,12–14· Ολυμπιόδωρος, In Cat. 22,13–37.
12.Ο Βοήθιος, In Cat. IV, PL 64, 263 B κ.εξ., παραθέτει τις θέσεις του Ανδρονίκου σχετικά με το έργο· το ίδιο και ο Σιμπλίκιος, In Cat. 379,8–12. Ενώ ο Βοήθιος τάσσεται με το μέρος του Ανδρονίκου, κατηγορώντας εκείνον που είχε προσθέσει το δεύτερο μέρος στο πρώτο ότι ένωσε όσα έπρεπε να παραμείνουν χωριστά, ο Σιμπλίκιος ασκεί κριτική σε όσους, όπως ο Ανδρόνικος, θέλησαν να χωρίσουν όσα έπρεπε να παραμείνουν ενωμένα. Το ζήτημα της αυθεντικότητας του έργου θα εξεταστεί ειδικότερα στην επόμενη παράγραφο.
13.Η πρόταση της διαίρεσης απορρίφθηκε ήδη από τον Βόηθο της Σιδώνος, μαθητή του Ανδρονίκου.
14.Βλ. Αλέξανδρος Αφροδισιεύς, In Top. 97,27–98· In Met. 242,15· 245,35.
15.Υπάρχουν παραλλαγές στην ονομασία αυτού του τύπου, όπως: Περὶ τῶν γενῶν (Περί των γενών), Περὶ τῶν γενῶν τοῦ ὄντος (Περί των γενών του όντος). Βλ. τις ακόλουθες πηγές: Σιμπλίκιος, In Cat. 15,28–29· Ολυμπιόδωρος, In Cat. 22,31· Φιλόπονος, In Cat. 12,24–25· Πορφύριος, In Cat. 56,31–32· 57,13–14 και 59,31–33. Την πρώτη παραλλαγή υιοθετεί ο Πλωτίνος, ο οποίος θεωρεί ότι ο Αριστοτέλης και οι Περιπατητικοί υποστηρίζουν την ύπαρξη δέκα γενών του όντος (Εννεάδες VI 1,15 κ.εξ.). Αυτός, ωστόσο, προσπαθεί να δείξει ότι, στην πραγματικότητα, οι ταξινομήσεις του Αριστοτέλη δεν είναι κυριολεκτικά ταξινομήσεις κατά γένος, διότι κάθε κατηγορία συγκεντρώνει στοιχεία που δεν έχουν ενότητα γένους, αλλά απλώς ονοματική ενότητα. Ο Πορφύριος, μαθητής του Πλωτίνου, παίρνει στο σημείο αυτό κριτική απόσταση από τον δάσκαλό του· βλ. C. Evangeliou, Aristotle’s Categories and Porphyry, Brill, Leiden 1988, σσ. 164–181· S.K. Strange, Plotinus, Porphyry, and the Neoplatonic Interpretations of the Categories, «Aufstieg und Niedergang der römischen Welt», II, 36.2 (1987), σσ. 955–974.
16.Βλ.: Σιμπλίκιος, In Cat. 17,26–28· cod. Urbinas 35, 32b38–39.
17.Το κείμενο δημοσιεύθηκε σε έκδοση που επιμελήθηκε ο H. Thesleff στο The Pythagorean Texts of the Hellenistic Period, Åbo Akademi, Åbo 1965, και σε γερμανική μετάφραση από τον T.A. Szlezak, Pseudo-Architas. Über die Kategorien. Texte zur griechischen Aristoteles Exegese, εκδ., μτφρ. και σχολιασμός T.A. Szlezak, Berlin–New York 1972.
18.Ο συγγραφέας του κειμένου υποστηρίζει ότι ο λόγος είναι ένα σύνολο σκέψης —διάνοια— και λέξεων —λέξις—, όπου η σκέψη είναι το σημαινόμενο και η λέξη το σημαίνον· υπάρχουν, επομένως, δέκα καθολικά σημαινόμενα και αντίστοιχος αριθμός σημαινόντων· βλ. Szlezak, Pseudo-Architas…, σ. 34, 10–14. Ο συγγραφέας, ωστόσο, είναι επίσης πεπεισμένος ότι κάτω από τη σκέψη βρίσκεται το είναι, αφού αναφέρεται στην ουσία και στα συμβεβηκότα ως ὄντα· βλ. Szlezak, Pseudo-Architas…, σ. 52, 6–7.
19.Βλ. Σιμπλίκιος, In Cat. 16,2· 18,16.
20.Βλ. Αλέξανδρος Αφροδισιεύς, In Top. 5,17–19· 5,27–28. Ο Αλέξανδρος, όμως, αποδέχεται τη χρήση του όρου κατηγορίαι για να παραπέμψει στο δικό μας έργο· βλ. In Top. 97,27 κ.εξ.· 112,6–7· 319,22–23· In Met. 242,15–17· 319,12–13. Έχει επομένως υποτεθεί ότι με τον τίτλο Πρὸ τῶν τόπων αναφερόταν μάλλον στην αρχαία ονομασία που είχε αποδοθεί στο πρώτο βιβλίο των Τοπικών, το οποίο αποτελούσε αυτοτελές σύγγραμμα. Επιπλέον, στους αρχαίους καταλόγους, η μνεία ενός συγγράμματος με τίτλο Τὰ πρὸ τῶν τόπων δεν προηγείται εκείνης των Τοπικών όπως τα γνωρίζουμε εμείς, τα οποία δηλώνονται ως Μεθοδικά ή ως Τοπικῶν —βλ. Διογένη Λαέρτιο και Ησύχιο—, αλλά ενός έργου με τίτλο Τοπικῶν πρὸς τοὺς ὅρους, το οποίο θα μπορούσε να αναφέρεται σε μια ενότητα των Τοπικών —VI και VII, 1–4— σχετική με τους τόπους που πρέπει να χρησιμοποιούνται για τους ορισμούς. Για μια πληρέστερη πραγμάτευση αυτού του θέματος παραπέμπουμε στο Bodéüs, Aristote, Catégories…, σσ. XXXVI–XLI.
21.Βλ. Τοπικά I 9, 103b25–26.
22.Για αυτόν τον διαλεκτικο-επικοινωνιακό άξονα βλ. M. Migliori, Introduzione generale, παραπάνω, σσ. L–LVII.
23.Για τον Άδραστο της Αφροδισιάδας και τις θέσεις του γύρω από τις Κατηγορίες, βλ. P. Moraux, Der Aristotelismus bei den Griechen von Andronikos bis Alexander von Aphrodisias, Zweiter Band: Der Aristotelismus im I. und II. Jh. n. Chr., Walter de Gruyter, Berlin–New York 1984, ιταλ. μτφρ. S. Tognoli, L’Aristotelismo presso i Greci, τόμ. II, τχ. 1: Gli Aristotelici nei secoli I e II d.C., εισαγωγή G. Reale, αναθεώρηση και ευρετήρια V. Cicero, Vita e Pensiero, Milano 2000, σσ. 307–312.
24.Εάν η διάκριση των πολλών σημασιών ενός όρου, χαρακτηριστική των Τοπικών —για τα οποία παραπέμπουμε στο A. Fermani, Saggio introduttivo ai Topici, παρακάτω, σσ. 1122–1158— και των Κατηγοριών —όπως θα φανεί στις σελίδες που ακολουθούν— «είναι μια πράξη κατεξοχήν διαλεκτικού χαρακτήρα, η θεώρηση των όρων που στηρίζεται στην αντιπαράθεσή τους αποτελεί χαρακτηριστικό όχι μόνο της διαλεκτικής, αλλά και της ρητορικής· διότι, όταν οι αντίθετοι όροι τίθενται ο ένας απέναντι στον άλλον (πρὸς ἄλληλα), παρατηρεί ο Αριστοτέλης, γίνονται πολύ πιο κατανοητοί και μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν με τρόπο πιο πειστικό»· C. Rossitto, Introduzione, στο Αριστοτέλης και άλλοι συγγραφείς, Divisioni, παρουσίαση E. Berti, εισαγωγή, μετάφραση, σημειώσεις και υπομνηματικό υλικό C. Rossitto, Bompiani Il Pensiero Occidentale, Milano 2005, σ. 57. Για τη στενή σχέση μεταξύ διαλεκτικής και ρητορικής σε αυτόν τον επικοινωνιακο-διαλεκτικό άξονα, βλ. Migliori, Introduzione generale…, σσ. L–LVII· Fermani, Saggio introduttivo ai Topici, παρακάτω, σσ. 1130–1132.
2.Ο κατάλογος αυτών των χειρογράφων βρίσκεται στο A. Wartelle, Inventaire des manuscrits grecs d’Aristote et de ses commentateurs. Contribution à l’histoire du texte d’Aristote, Les Belles Lettres, Paris 1963, σ. 174. Ο κατάλογος αυτός παρουσιάζει, ωστόσο, παραλείψεις και σφάλματα, τα οποία ανέδειξαν οι D. Harlfinger και J. Wiesner, Die griechischen Handschriften des Aristoteles und seiner Kommentatoren. Ergänzungen und Berichtigungen zum Inventaire von A. Wartelle, «Scriptorium» 18 (1964), σσ. 242–257· και οι R.D. Argyropoulos και I. Caras, Inventaire des manuscrits grecs d’Aristote et de ses commentateurs. Contribution à l’histoire du texte d’Aristote. Supplément, Les Belles Lettres, Paris 1980, σ. 57.
3.Για μια εμβάθυνση στο ζήτημα βλ. W.D. Ross, Aristotle, ed. by Methuen & Co. Ltd, London 1923, ιταλ. μτφρ. Aristotele, μετάφραση του Altiero Spinelli, αναθεωρημένη βάσει της πέμπτης έκδοσης από τον Claudio Martelli, Feltrinelli, Milano 1971, σσ. 28–29· G. Reale, Introduzione a Aristotele, Laterza, Roma 1974, 1995⁸, σσ. 144–145.
4.Βλ. το status quaestionis στο Αριστοτέλης, Αναλυτικά Πρότερα, επιμ. M. Mignucci, Napoli 1970, σσ. 19 κ.εξ. Για μια πιο εμπεριστατωμένη μελέτη γύρω από αυτή την προβληματική, παραπέμπω στο κείμενο του V. Sainati, Storia dell’Organon aristotelico, Le Monnier, Firenze 1968. Για το status quaestionis σχετικά με την εξέλιξη της λογικής βλ. E. Berti, La filosofia del primo Aristotele, Olschki, Firenze 1962, σσ. 88–100.
5.Βλ. G. Reale, Introduzione a Aristotele, Laterza, Roma 1974, 1995⁸, σσ. 145–146.
6.Διογένης Λαέρτιος, Βίοι φιλοσόφων V, §§ 28–29.
7.Βλ. R. Bodéüs, Aristote, Catégories, Les Belles Lettres, Paris 2001, σσ. XVI–XVIII.
8.Η ανασύνθεση του καταλόγου του Ανδρονίκου βρίσκεται στο I. Düring, Aristotle in the Ancient Biographical Tradition, Elanders Boktryckeri Aktiebolag, Göteborg 1957, σσ. 221–231, και αναπαράγεται στο Aristotelis Opera, vol. III, Librorum deperditorum fragmenta, collegit O. Gigon, Berlin–New York 1987, 38b–45b.
9.Βλ. Bodéüs, Aristote, Catégories…, σσ. XIX–XX.
10.Βλ. P. Moraux, Les listes anciennes des ouvrages d’Aristote, Publications universitaires de Louvain, Louvain 1951, σ. 7, σημ. 17.
11.Βλ. Σιμπλίκιος, In Cat. 15,26–18,6· Φιλόπονος, In Cat. 12,17–27· Αμμώνιος, In Cat. 13,12–14· Ολυμπιόδωρος, In Cat. 22,13–37.
12.Ο Βοήθιος, In Cat. IV, PL 64, 263 B κ.εξ., παραθέτει τις θέσεις του Ανδρονίκου σχετικά με το έργο· το ίδιο και ο Σιμπλίκιος, In Cat. 379,8–12. Ενώ ο Βοήθιος τάσσεται με το μέρος του Ανδρονίκου, κατηγορώντας εκείνον που είχε προσθέσει το δεύτερο μέρος στο πρώτο ότι ένωσε όσα έπρεπε να παραμείνουν χωριστά, ο Σιμπλίκιος ασκεί κριτική σε όσους, όπως ο Ανδρόνικος, θέλησαν να χωρίσουν όσα έπρεπε να παραμείνουν ενωμένα. Το ζήτημα της αυθεντικότητας του έργου θα εξεταστεί ειδικότερα στην επόμενη παράγραφο.
13.Η πρόταση της διαίρεσης απορρίφθηκε ήδη από τον Βόηθο της Σιδώνος, μαθητή του Ανδρονίκου.
14.Βλ. Αλέξανδρος Αφροδισιεύς, In Top. 97,27–98· In Met. 242,15· 245,35.
15.Υπάρχουν παραλλαγές στην ονομασία αυτού του τύπου, όπως: Περὶ τῶν γενῶν (Περί των γενών), Περὶ τῶν γενῶν τοῦ ὄντος (Περί των γενών του όντος). Βλ. τις ακόλουθες πηγές: Σιμπλίκιος, In Cat. 15,28–29· Ολυμπιόδωρος, In Cat. 22,31· Φιλόπονος, In Cat. 12,24–25· Πορφύριος, In Cat. 56,31–32· 57,13–14 και 59,31–33. Την πρώτη παραλλαγή υιοθετεί ο Πλωτίνος, ο οποίος θεωρεί ότι ο Αριστοτέλης και οι Περιπατητικοί υποστηρίζουν την ύπαρξη δέκα γενών του όντος (Εννεάδες VI 1,15 κ.εξ.). Αυτός, ωστόσο, προσπαθεί να δείξει ότι, στην πραγματικότητα, οι ταξινομήσεις του Αριστοτέλη δεν είναι κυριολεκτικά ταξινομήσεις κατά γένος, διότι κάθε κατηγορία συγκεντρώνει στοιχεία που δεν έχουν ενότητα γένους, αλλά απλώς ονοματική ενότητα. Ο Πορφύριος, μαθητής του Πλωτίνου, παίρνει στο σημείο αυτό κριτική απόσταση από τον δάσκαλό του· βλ. C. Evangeliou, Aristotle’s Categories and Porphyry, Brill, Leiden 1988, σσ. 164–181· S.K. Strange, Plotinus, Porphyry, and the Neoplatonic Interpretations of the Categories, «Aufstieg und Niedergang der römischen Welt», II, 36.2 (1987), σσ. 955–974.
16.Βλ.: Σιμπλίκιος, In Cat. 17,26–28· cod. Urbinas 35, 32b38–39.
17.Το κείμενο δημοσιεύθηκε σε έκδοση που επιμελήθηκε ο H. Thesleff στο The Pythagorean Texts of the Hellenistic Period, Åbo Akademi, Åbo 1965, και σε γερμανική μετάφραση από τον T.A. Szlezak, Pseudo-Architas. Über die Kategorien. Texte zur griechischen Aristoteles Exegese, εκδ., μτφρ. και σχολιασμός T.A. Szlezak, Berlin–New York 1972.
18.Ο συγγραφέας του κειμένου υποστηρίζει ότι ο λόγος είναι ένα σύνολο σκέψης —διάνοια— και λέξεων —λέξις—, όπου η σκέψη είναι το σημαινόμενο και η λέξη το σημαίνον· υπάρχουν, επομένως, δέκα καθολικά σημαινόμενα και αντίστοιχος αριθμός σημαινόντων· βλ. Szlezak, Pseudo-Architas…, σ. 34, 10–14. Ο συγγραφέας, ωστόσο, είναι επίσης πεπεισμένος ότι κάτω από τη σκέψη βρίσκεται το είναι, αφού αναφέρεται στην ουσία και στα συμβεβηκότα ως ὄντα· βλ. Szlezak, Pseudo-Architas…, σ. 52, 6–7.
19.Βλ. Σιμπλίκιος, In Cat. 16,2· 18,16.
20.Βλ. Αλέξανδρος Αφροδισιεύς, In Top. 5,17–19· 5,27–28. Ο Αλέξανδρος, όμως, αποδέχεται τη χρήση του όρου κατηγορίαι για να παραπέμψει στο δικό μας έργο· βλ. In Top. 97,27 κ.εξ.· 112,6–7· 319,22–23· In Met. 242,15–17· 319,12–13. Έχει επομένως υποτεθεί ότι με τον τίτλο Πρὸ τῶν τόπων αναφερόταν μάλλον στην αρχαία ονομασία που είχε αποδοθεί στο πρώτο βιβλίο των Τοπικών, το οποίο αποτελούσε αυτοτελές σύγγραμμα. Επιπλέον, στους αρχαίους καταλόγους, η μνεία ενός συγγράμματος με τίτλο Τὰ πρὸ τῶν τόπων δεν προηγείται εκείνης των Τοπικών όπως τα γνωρίζουμε εμείς, τα οποία δηλώνονται ως Μεθοδικά ή ως Τοπικῶν —βλ. Διογένη Λαέρτιο και Ησύχιο—, αλλά ενός έργου με τίτλο Τοπικῶν πρὸς τοὺς ὅρους, το οποίο θα μπορούσε να αναφέρεται σε μια ενότητα των Τοπικών —VI και VII, 1–4— σχετική με τους τόπους που πρέπει να χρησιμοποιούνται για τους ορισμούς. Για μια πληρέστερη πραγμάτευση αυτού του θέματος παραπέμπουμε στο Bodéüs, Aristote, Catégories…, σσ. XXXVI–XLI.
21.Βλ. Τοπικά I 9, 103b25–26.
22.Για αυτόν τον διαλεκτικο-επικοινωνιακό άξονα βλ. M. Migliori, Introduzione generale, παραπάνω, σσ. L–LVII.
23.Για τον Άδραστο της Αφροδισιάδας και τις θέσεις του γύρω από τις Κατηγορίες, βλ. P. Moraux, Der Aristotelismus bei den Griechen von Andronikos bis Alexander von Aphrodisias, Zweiter Band: Der Aristotelismus im I. und II. Jh. n. Chr., Walter de Gruyter, Berlin–New York 1984, ιταλ. μτφρ. S. Tognoli, L’Aristotelismo presso i Greci, τόμ. II, τχ. 1: Gli Aristotelici nei secoli I e II d.C., εισαγωγή G. Reale, αναθεώρηση και ευρετήρια V. Cicero, Vita e Pensiero, Milano 2000, σσ. 307–312.
24.Εάν η διάκριση των πολλών σημασιών ενός όρου, χαρακτηριστική των Τοπικών —για τα οποία παραπέμπουμε στο A. Fermani, Saggio introduttivo ai Topici, παρακάτω, σσ. 1122–1158— και των Κατηγοριών —όπως θα φανεί στις σελίδες που ακολουθούν— «είναι μια πράξη κατεξοχήν διαλεκτικού χαρακτήρα, η θεώρηση των όρων που στηρίζεται στην αντιπαράθεσή τους αποτελεί χαρακτηριστικό όχι μόνο της διαλεκτικής, αλλά και της ρητορικής· διότι, όταν οι αντίθετοι όροι τίθενται ο ένας απέναντι στον άλλον (πρὸς ἄλληλα), παρατηρεί ο Αριστοτέλης, γίνονται πολύ πιο κατανοητοί και μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν με τρόπο πιο πειστικό»· C. Rossitto, Introduzione, στο Αριστοτέλης και άλλοι συγγραφείς, Divisioni, παρουσίαση E. Berti, εισαγωγή, μετάφραση, σημειώσεις και υπομνηματικό υλικό C. Rossitto, Bompiani Il Pensiero Occidentale, Milano 2005, σ. 57. Για τη στενή σχέση μεταξύ διαλεκτικής και ρητορικής σε αυτόν τον επικοινωνιακο-διαλεκτικό άξονα, βλ. Migliori, Introduzione generale…, σσ. L–LVII· Fermani, Saggio introduttivo ai Topici, παρακάτω, σσ. 1130–1132.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου