Συνέχεια από Παρασκευή 3. Ιουλίου 2026
ΠΕΡΙ ΑΡΧΩΝ 5
Ωριγένης
Επιμέλεια: Manlio Simonetti
Unione Tipografico-Editrice Torinese
II. ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ, ΔΟΜΗ, ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ PRINCIPIA
4. ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΚΑΙ ΣΗΜΑΣΙΑ (συνέχεια)
Η παρουσία ετερόκλητων στοιχείων στη σύνθεση του Ωριγένη και ο προβληματικός τόνος με τον οποίο προτείνονται πολλές λύσεις κατέστησαν εύκολες τις αρχαίες και νεότερες απόπειρες να ερμηνευθεί μονομερώς η σκέψη του και, ειδικότερα, να παρουσιαστεί ο Ωριγένης ως θεολόγος χριστιανός μόνο στα λόγια, αλλά στην πραγματικότητα ασυμβίβαστος με τις βασικές προϋποθέσεις του δόγματος του Χριστού. Έφτασαν μάλιστα στο σημείο να τον κάνουν Γνωστικό, αυτόν που σε όλη του τη ζωή πολέμησε ακούραστα τον γνωστικισμό, με απολύτως αποφασιστικά αποτελέσματα²⁹. Συχνότερες υπήρξαν οι απόπειρες να παρουσιαστεί ως στοχαστής ελληνικής σφραγίδας, σύμφωνα με την παλαιά διατύπωση του Πορφυρίου· ας σκεφθεί κανείς, για να μη πάμε πολύ πίσω, τον De Faye, τον Koch και, πρόσφατα, τον Kettler.
Αλλά για να φτάσουν σε αυτά τα αποτελέσματα, υποβάλλουν τη σκέψη του Ωριγένη σε μια δραστική διαδικασία απλούστευσης και σκλήρυνσης. Απλούστευσης, στο μέτρο που δίνεται έμφαση μόνο σε ορισμένες πλευρές, έστω και πολύ σημαντικές, της πολύμορφης ωριγενικής εικασίας, και αυτές θεωρούνται κυρίαρχες και αποκλειστικές για τη συνολική αξιολόγηση της σκέψης του συγγραφέα, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη άλλες πλευρές όχι λιγότερο σημαντικές. Σκλήρυνσης, στο μέτρο που δεν θέλουν να λάβουν υπόψη τον προβληματικό χαρακτήρα με τον οποίο ο Ωριγένης παρουσιάζει ορισμένες απόπειρες λύσης συγκεκριμένων ζητημάτων, ούτε το γεγονός ότι για μερικά από αυτά προτείνει περισσότερες εναλλακτικές λύσεις· και προτιμούν να εκλαμβάνουν ως αντιπροσωπευτικές της αυθεντικής σκέψης του Ωριγένη πάντοτε και μόνο τις λύσεις που βρίσκονται πιο μακριά από την παράδοση και την πίστη της Εκκλησίας.
Θέλουν να κάνουν τον Ωριγένη συστηματικό στοχαστή. Καθεαυτή η απόπειρα είναι θεμιτή, διότι είναι δυνατόν να επισημανθούν ορισμένες βασικές ιδέες που αναδύονται σε όλο το εκτεταμένο έργο του, ορισμένες σταθερές που υπόκεινται στη λύση των πιο διαφορετικών ζητημάτων, ορισμένες θεμελιώδεις γραμμές σκέψης που ανάγουν σε κάποια τάξη και ενότητα μια εικασία η οποία τείνει να είναι κάπως διασκορπισμένη, επειδή συνηθίζει να παίρνει μορφή με αφορμή την ερμηνεία αυτού ή εκείνου του χωρίου της Γραφής. Αλλά η αυθαιρεσία και η παραμόρφωση παρεμβαίνουν αμέσως μόλις η απόπειρα αποκτά υπόσταση μόνο με βάση το Περὶ ἀρχῶν, και μάλιστα όταν αυτό διαβάζεται στο κείμενο που παρέχει ο Koetschau, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα αμφισβητήσιμα κριτήρια με τα οποία ο μελετητής αυτός είχε αξιώσει να συμπληρώσει πραγματικά ή υποτιθέμενα κενά, καθώς και η μεροληψία με την οποία είχε κρίνει το υλικό που έχουμε στη διάθεσή μας. Σε μια τέτοια διαδικασία οι νεότεροι πολύ συχνά δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να προσαρμόζονται στα συστήματα που είχαν ήδη εφαρμοστεί εις βάρος του Ωριγένη από τον Ιερώνυμο, τον Θεόφιλο, τον Επιφάνιο, τον Ιουστινιανό κτλ.³⁰. Είναι περιττό να επιμείνουμε στην αυθαιρεσία αυτής της διαδικασίας: αρκεί να θυμίσουμε ότι έφτασαν στο σημείο να αξιοποιούν συστηματικά τους αναθεματισμούς του 553, οι οποίοι τώρα γνωρίζουμε ότι δεν στρέφονταν ειδικά εναντίον του Ωριγένη, αλλά εναντίον του ωριγενισμού του 6ου αιώνα· και ότι εκμεταλλεύτηκαν ορισμένα χωρία που παρενέβαλε ο Koetschau στο Περὶ ἀρχῶν, τα οποία δεν είχαν καμία σχέση με το αρχικό κείμενο αυτού του έργου· πρβλ., για παράδειγμα, I, 8, 1. 4.
Αλλά ακόμη και όταν διαβάζονται με την πρέπουσα προσοχή και με υγιέστερη μέθοδο, τα Περὶ ἀρχῶν δεν αρκούν για να δώσουν μια συνολική εικόνα της ωριγενικής σκέψης: όχι μόνο παραλείπουν θεμελιώδεις πλευρές αυτής της σκέψης, αλλά κινδυνεύουν επίσης να παραποιήσουν την προοπτική μέσα στην οποία πρέπει να αξιολογηθεί ό,τι πράγματι είναι γραμμένο σε αυτά, αν θεωρηθούν αποκομμένα από το υπόλοιπο έργο του Ωριγένη³¹. Με άλλα λόγια, μπορεί κανείς να κάνει τον Ωριγένη συστηματικό στοχαστή μόνο υπό τον όρο να αξιολογήσει το έργο του στο σύνολό του και να μην απαιτήσει από αυτόν, πέρα από ορισμένους προσανατολισμούς και ορισμένες γραμμές γενικού χαρακτήρα, μια συστηματικότητα και μια αυστηρότητα στη θέση και στην επίλυση των προβλημάτων, οι οποίες είναι ξένες προς τον τρόπο σκέψης του και οι οποίες άλλωστε πολύ σπάνια απαντούν στους αρχαίους φιλοσόφους³².
Είναι πάντοτε θεμιτό να αναζητεί κανείς ένα κέντρο ενδιαφερόντων γύρω από το οποίο να αναγάγει σε ενότητα τις ποικίλες πλευρές και τα ποικίλα ενδιαφέροντα που παρουσιάζει η ωριγενική εικασία· αλλά θα πρέπει να είναι ένα κέντρο αρκετά ευρύ ώστε να μπορεί να δεχθεί όλες αυτές τις πλευρές και όλα αυτά τα ενδιαφέροντα, χωρίς να θυσιάζει το ένα εις βάρος του άλλου, και προσπαθώντας κυρίως να τα εξετάζει το ένα σε σχέση με το άλλο με τη σωστή αναλογία. Μόνο έτσι μπορεί κανείς να φτάσει σε μια ισορροπημένη συνολική κρίση για αυτόν τον συγγραφέα και σε ακριβέστερη αξιολόγηση της επίδρασης σε αυτόν της ελληνικής συνιστώσας σε σχέση με εκείνη την πιο παραδοσιακά χριστιανική και γραφική, η οποία, σε μια συνολική ματιά, παρουσιάζεται ως δεσπόζουσα.
Για να επιστρέψουμε στα Περὶ ἀρχῶν, είπαμε ότι αποτελούν την πρώτη απόπειρα να δοθεί μια προβληματική και εις βάθος έκθεση ορισμένων θεμελιωδών δεδομένων της χριστιανικής πίστεως. Υπό αυτή την έννοια, η σημασία τους από ιστορική άποψη δύσκολα μπορεί να αξιολογηθεί εκ πρώτης όψεως στο ακριβές της μέγεθος. Πρέπει να έχουμε κατά νου την παραδοσιακή κατηγορία που απηύθυναν οι ειδωλολάτρες στους χριστιανούς: ότι ήταν ένας σωρός από ανθρώπους αμαθείς και φανατικούς, απολύτως ξένους προς τα ενδιαφέροντα, τις απαιτήσεις, τον τρόπο σκέψης και έκφρασης που χαρακτήριζαν την ελληνική παιδεία. Λοιπόν, τα Περὶ ἀρχῶν αποτέλεσαν ακριβή αναίρεση αυτών των κατηγοριών, διότι τα δεδομένα της χριστιανικής πίστεως εκτίθεντο εκεί, εξετάζονταν και εμβαθύνονταν ακριβώς σύμφωνα με σχήματα και παραμέτρους που προσέφερε η ελληνική φιλοσοφία.
Αυτός ο χαρακτήρας, ο οποίος σε μεταγενέστερο χρόνο θα έβλαπτε τόσο πολύ τη φήμη του Ωριγένη, μέσα στο πολεμικό κλίμα στο οποίο είδε το φως το έργο είχε και αυτός την απολογητική και ιεραποστολική του αξία. Πράγματι, χάρη σε αυτόν, ο ειδωλολάτρης που θα διάβαζε το έργο θα αισθανόταν αμέσως οικεία μέσα σε αυτό: θα έβρισκε εκτεθειμένη μια γνώριμη προβληματική —ζητήματα περί ελεύθερης βούλησης, περί των ασωμάτων, περί της αιωνιότητας του κόσμου— και θα την έβρισκε εκτεθειμένη με μορφή και με μεθόδους που του ήταν γνώριμες.
Όχι μόνο με αυτή την έννοια τα Περὶ ἀρχῶν είναι έργο θεμελιώδες στο ιστορικό επίπεδο, αλλά και με αντιγνωστική έννοια. Από αυτή την άποψη η επίδρασή τους ήταν διπλή. Από τη μία πλευρά, σε αυτά διαβάζονταν η συστηματική αναίρεση των κύριων διδασκαλιών της γνωστικής σκέψης που ήταν απολύτως ασύμβατες με τη χριστιανική αποκάλυψη: η διάκριση ανάμεσα στον δημιουργό Θεό της Παλαιάς Διαθήκης και στον ύψιστο Θεό της Καινής Διαθήκης· η διάκριση των ανθρώπων σε κατηγορίες χωρισμένες μεταξύ τους από φυσικά χαρακτηριστικά και γι’ αυτό προορισμένες για διαφορετική τύχη. Από την άλλη πλευρά, διέψευδαν την αξίωση των πιο μορφωμένων και διανοητικά φιλόδοξων Γνωστικών να αποτελούν μια ελίτ προνομιούχων, τους μόνους ικανούς να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των χριστιανών που δεν ικανοποιούνταν με τα στοιχειώδη δεδομένα της πίστεως και επιθυμούσαν να τα εμβαθύνουν και να τα επεξεργαστούν.
Υπό αυτή την έννοια, τα Περὶ ἀρχῶν αποτέλεσαν θεμελιώδη στιγμή στο έργο ανάκτησης των πιο μορφωμένων και πλούσιων χριστιανικών στρωμάτων, τα οποία ήταν πολύ ευαίσθητα στις γνωστικές υποβολές· έργο που είχε αναληφθεί στην Αλεξάνδρεια από τον Πάνταινο —ίσως— και τον Κλήμη και συνεχίστηκε δυναμικά από τον Ωριγένη³⁴. Γενικότερα, μαζί με το υπόλοιπο έργο του Ωριγένη, σηματοδοτούν την έναρξη της πορείας της χριστιανικής θεολογίας προς την πλήρη ωριμότητα.
Ιδωμένες υπό αυτό το φως, ακόμη και δογματικά συζητήσιμες πλευρές του έργου έχουν τη σημασία τους: ας σκεφθεί κανείς την αντιγνωστική σημασία της διδασκαλίας περί προΰπαρξης της ψυχής και τη σημασία που είχε μια ορισμένη κοσμολογική τοποθέτηση έντονα πνευματιστικής κατεύθυνσης, προκειμένου να αντιταχθεί δυναμικά σε ευρύτατα διαδεδομένες υλιστικές αντιλήψεις.
Από την άλλη πλευρά, στην ιστορία του δόγματος τέτοιες πλευρές θα αποδεικνύονταν παροδικές: ορισμένα σημεία θα καταδικάζονταν επισήμως από την Εκκλησία —η προΰπαρξη, η αποκατάσταση. Και όμως, αυτό δεν πρέπει να μας κάνει να κλείνουμε τα μάτια μπροστά στο μεγάλο μέρος των σημαντικών στοιχείων που παρουσιάζει το Περὶ ἀρχῶν από δογματική άποψη. Δεν θα περιοριστούμε να θυμίσουμε τις κλασικές εκθέσεις περί ελεύθερης βούλησης και περί ερμηνείας και έμπνευσης της Γραφής, οι οποίες αντιπροσωπεύουν ό,τι καλύτερο μπόρεσε να εκφράσει η χριστιανική αρχαιότητα πάνω σε αυτά τα θέματα. Ας δει κανείς ακόμη, για να περιοριστούμε σε μερικά μόνο από τα μεγαλύτερα σημεία, τις αποδείξεις για την ασωματότητα του Θεού (I, 1), για την ενότητα του Θεού της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, για τη σύμπτωση στον Θεό της αγαθότητας και της δικαιοσύνης (II, 4–5)· και στο χριστολογικό πεδίο, το σαφές βήμα προς τα εμπρός στη διατύπωση της σχέσης ανάμεσα στον Υιό και τον Πατέρα σε σύγκριση με τους απολογητές (I, 2), καθώς και την ακρίβεια, σε σχέση με την εποχή, με την οποία εξετάζει στον Χριστό την ένωση της ανθρώπινης και της θείας φύσης (II, 6).
Η πραγμάτευση περί του Πνεύματος αφορά ένα δογματικό σημείο που προηγουμένως είχε σχεδόν εντελώς παραμεληθεί. Για αυτούς τους λόγους τα Περὶ ἀρχῶν του Ωριγένη διαμορφώνονται, στην ιστορία του δόγματος, ως ένα κτῆμα εἰς ἀεί.
Σημειώσεις:
29 Πρβλ. H. Jonas, στο «Theol. Zeitschr.», 1948, σσ. 101 κ.εξ., και Gnosis und spätantiker Geist, II, 1, Göttingen, 1954, σσ. 203 κ.εξ., ο οποίος αξιοποιεί συστηματικά ολόκληρη την αντιωριγενική παράδοση. Για μια πιο ισορροπημένη κρίση πρβλ. E. V. Ivanka, Plato Christianus, Einsiedeln, 1964, σσ. 125 κ.εξ. Και αυτός, πάντως, περιορίζει υπερβολικά την εκτίμηση του Ωριγένη σε όσα συνάγονται μόνο από το Περὶ ἀρχῶν.
30 Αυτός ο προσανατολισμός γίνεται αισθητός κυρίως σε Γερμανούς μελετητές προτεσταντικής παιδείας, και ίσως αυτό δεν είναι χωρίς λόγο. Πράγματι, από τους μεγάλους θεολόγους της αρχαιότητας ο Ωριγένης είναι αναμφίβολα ο πιο ασυμβίβαστα και ριζικά απομακρυσμένος από τις βασικές αρχές της λουθηρανικής θεολογίας, στο μέτρο που ολόκληρη η κοσμολογία και η ανθρωπολογία του θεμελιώνεται στην αρχή της ελευθερίας της βούλησης και της δράσης του λογικού κτίσματος. Έτσι εξηγείται γιατί αυτοί οι μελετητές αξιοποίησαν σε αυτόν τα στοιχεία εκείνα που μπορούσαν να τον παρουσιάσουν ως στοχαστή πάνω στον οποίο η επίδραση της ελληνικής φιλοσοφίας θα ήταν τόσο καθοριστική, ώστε να τον ωθήσει να παραμορφώσει ακόμη και τις βασικές αρχές της χριστιανικής πίστεως.
31 Στο Περὶ ἀρχῶν, π.χ., δίνεται μικρή έμφαση σε μοτίβα μυστικού χαρακτήρα, τα οποία αντίθετα αλλού, στις Ομιλίες και κυρίως στο Υπόμνημα στο Άσμα Ασμάτων, προβάλλονται τόσο έντονα, ώστε να γίνεται κατανοητό πόσο σημαντική ήταν αυτή η συνιστώσα στη σκέψη του Ωριγένη. Ιδωμένες από αυτή την προοπτική, ορισμένες πλευρές της ωριγενικής κοσμολογίας, οι οποίες διαφορετικά θα μπορούσαν να φανούν ξηρά διανοητικιστικές, αποκτούν ακριβέστερη διάσταση με πνευματική έννοια· ας σκεφθεί κανείς, π.χ., τόσες θεωρίες σχετικά με τις ουράνιες μονές και τους κατοίκους τους. Υπό αυτή την έννοια, ο τόμος του W. Völker, Das Vollkommenheitsideal des Origenes, Tübingen, 1931, σηματοδότησε αποφασιστική στροφή στην ιστορία των μελετών για τον Ωριγένη.
32 Βλ. σχετικά H. Crouzel, Origène est-il un systématique?, στο «Bull. Litt. Eccl.», 1959, σσ. 81 κ.εξ., αναδημοσιευμένο στο Origène et la Philosophie, Paris, 1962, σσ. 179 κ.εξ.
33 Δικαίως έχει αναδειχθεί η σημασία που έχει σε όλες τις πλευρές της ωριγενικής εικασίας η διάκριση ανάμεσα σε δύο επίπεδα πραγματικότητας, από τα οποία το κατώτερο είναι σύμβολο και σκιά του ανώτερου. Αυτή βρίσκεται στη βάση όχι μόνο της κοσμολογίας του Ωριγένη, αλλά και της διδασκαλίας του για τη Γραφή, για την Εκκλησία, για τα μυστήρια· πρβλ., εκτός από το προαναφερθέν άρθρο του Crouzel, Daniélou, Origène, σσ. 41 κ.εξ. Σε μια απόπειρα σύνθεσης θα πρέπει να αναδειχθεί επαρκώς και η σαφής τάση του Ωριγένη να βλέπει και να επιλύει κάθε σχέση με δυναμικό κλειδί, έτσι ώστε η πραγματικότητα γι’ αυτόν να παρουσιάζεται ως ενέργεια πριν ακόμη παρουσιαστεί ως είναι: σχέση Θεού–Λόγου —ενότητα, γέννηση—· σχέση Θεού–λογικού κτίσματος· σχέση ιερής Γραφής–ερμηνευτή· σχέση λογικού κτίσματος–κόσμου.
34 Υπό αυτή την έννοια αποκτά σχεδόν συμβολική αξία το γεγονός ότι ο μεγαλύτερος φίλος του Ωριγένη υπήρξε ο Αμβρόσιος, ένας πλούσιος Βαλεντινιανός, τον οποίο ο ίδιος ο Ωριγένης μετέστρεψε στην πίστη της καθολικής Εκκλησίας.
III. ΤΑ ΚΥΡΙΑ ΔΟΓΜΑΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ
1. Ο ΘΕΟΣ
Ο Πατήρ.
Ωριγένης
Επιμέλεια: Manlio Simonetti
Unione Tipografico-Editrice Torinese
II. ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ, ΔΟΜΗ, ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ PRINCIPIA
4. ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΚΑΙ ΣΗΜΑΣΙΑ (συνέχεια)
Η παρουσία ετερόκλητων στοιχείων στη σύνθεση του Ωριγένη και ο προβληματικός τόνος με τον οποίο προτείνονται πολλές λύσεις κατέστησαν εύκολες τις αρχαίες και νεότερες απόπειρες να ερμηνευθεί μονομερώς η σκέψη του και, ειδικότερα, να παρουσιαστεί ο Ωριγένης ως θεολόγος χριστιανός μόνο στα λόγια, αλλά στην πραγματικότητα ασυμβίβαστος με τις βασικές προϋποθέσεις του δόγματος του Χριστού. Έφτασαν μάλιστα στο σημείο να τον κάνουν Γνωστικό, αυτόν που σε όλη του τη ζωή πολέμησε ακούραστα τον γνωστικισμό, με απολύτως αποφασιστικά αποτελέσματα²⁹. Συχνότερες υπήρξαν οι απόπειρες να παρουσιαστεί ως στοχαστής ελληνικής σφραγίδας, σύμφωνα με την παλαιά διατύπωση του Πορφυρίου· ας σκεφθεί κανείς, για να μη πάμε πολύ πίσω, τον De Faye, τον Koch και, πρόσφατα, τον Kettler.
Αλλά για να φτάσουν σε αυτά τα αποτελέσματα, υποβάλλουν τη σκέψη του Ωριγένη σε μια δραστική διαδικασία απλούστευσης και σκλήρυνσης. Απλούστευσης, στο μέτρο που δίνεται έμφαση μόνο σε ορισμένες πλευρές, έστω και πολύ σημαντικές, της πολύμορφης ωριγενικής εικασίας, και αυτές θεωρούνται κυρίαρχες και αποκλειστικές για τη συνολική αξιολόγηση της σκέψης του συγγραφέα, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη άλλες πλευρές όχι λιγότερο σημαντικές. Σκλήρυνσης, στο μέτρο που δεν θέλουν να λάβουν υπόψη τον προβληματικό χαρακτήρα με τον οποίο ο Ωριγένης παρουσιάζει ορισμένες απόπειρες λύσης συγκεκριμένων ζητημάτων, ούτε το γεγονός ότι για μερικά από αυτά προτείνει περισσότερες εναλλακτικές λύσεις· και προτιμούν να εκλαμβάνουν ως αντιπροσωπευτικές της αυθεντικής σκέψης του Ωριγένη πάντοτε και μόνο τις λύσεις που βρίσκονται πιο μακριά από την παράδοση και την πίστη της Εκκλησίας.
Θέλουν να κάνουν τον Ωριγένη συστηματικό στοχαστή. Καθεαυτή η απόπειρα είναι θεμιτή, διότι είναι δυνατόν να επισημανθούν ορισμένες βασικές ιδέες που αναδύονται σε όλο το εκτεταμένο έργο του, ορισμένες σταθερές που υπόκεινται στη λύση των πιο διαφορετικών ζητημάτων, ορισμένες θεμελιώδεις γραμμές σκέψης που ανάγουν σε κάποια τάξη και ενότητα μια εικασία η οποία τείνει να είναι κάπως διασκορπισμένη, επειδή συνηθίζει να παίρνει μορφή με αφορμή την ερμηνεία αυτού ή εκείνου του χωρίου της Γραφής. Αλλά η αυθαιρεσία και η παραμόρφωση παρεμβαίνουν αμέσως μόλις η απόπειρα αποκτά υπόσταση μόνο με βάση το Περὶ ἀρχῶν, και μάλιστα όταν αυτό διαβάζεται στο κείμενο που παρέχει ο Koetschau, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα αμφισβητήσιμα κριτήρια με τα οποία ο μελετητής αυτός είχε αξιώσει να συμπληρώσει πραγματικά ή υποτιθέμενα κενά, καθώς και η μεροληψία με την οποία είχε κρίνει το υλικό που έχουμε στη διάθεσή μας. Σε μια τέτοια διαδικασία οι νεότεροι πολύ συχνά δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να προσαρμόζονται στα συστήματα που είχαν ήδη εφαρμοστεί εις βάρος του Ωριγένη από τον Ιερώνυμο, τον Θεόφιλο, τον Επιφάνιο, τον Ιουστινιανό κτλ.³⁰. Είναι περιττό να επιμείνουμε στην αυθαιρεσία αυτής της διαδικασίας: αρκεί να θυμίσουμε ότι έφτασαν στο σημείο να αξιοποιούν συστηματικά τους αναθεματισμούς του 553, οι οποίοι τώρα γνωρίζουμε ότι δεν στρέφονταν ειδικά εναντίον του Ωριγένη, αλλά εναντίον του ωριγενισμού του 6ου αιώνα· και ότι εκμεταλλεύτηκαν ορισμένα χωρία που παρενέβαλε ο Koetschau στο Περὶ ἀρχῶν, τα οποία δεν είχαν καμία σχέση με το αρχικό κείμενο αυτού του έργου· πρβλ., για παράδειγμα, I, 8, 1. 4.
Αλλά ακόμη και όταν διαβάζονται με την πρέπουσα προσοχή και με υγιέστερη μέθοδο, τα Περὶ ἀρχῶν δεν αρκούν για να δώσουν μια συνολική εικόνα της ωριγενικής σκέψης: όχι μόνο παραλείπουν θεμελιώδεις πλευρές αυτής της σκέψης, αλλά κινδυνεύουν επίσης να παραποιήσουν την προοπτική μέσα στην οποία πρέπει να αξιολογηθεί ό,τι πράγματι είναι γραμμένο σε αυτά, αν θεωρηθούν αποκομμένα από το υπόλοιπο έργο του Ωριγένη³¹. Με άλλα λόγια, μπορεί κανείς να κάνει τον Ωριγένη συστηματικό στοχαστή μόνο υπό τον όρο να αξιολογήσει το έργο του στο σύνολό του και να μην απαιτήσει από αυτόν, πέρα από ορισμένους προσανατολισμούς και ορισμένες γραμμές γενικού χαρακτήρα, μια συστηματικότητα και μια αυστηρότητα στη θέση και στην επίλυση των προβλημάτων, οι οποίες είναι ξένες προς τον τρόπο σκέψης του και οι οποίες άλλωστε πολύ σπάνια απαντούν στους αρχαίους φιλοσόφους³².
Είναι πάντοτε θεμιτό να αναζητεί κανείς ένα κέντρο ενδιαφερόντων γύρω από το οποίο να αναγάγει σε ενότητα τις ποικίλες πλευρές και τα ποικίλα ενδιαφέροντα που παρουσιάζει η ωριγενική εικασία· αλλά θα πρέπει να είναι ένα κέντρο αρκετά ευρύ ώστε να μπορεί να δεχθεί όλες αυτές τις πλευρές και όλα αυτά τα ενδιαφέροντα, χωρίς να θυσιάζει το ένα εις βάρος του άλλου, και προσπαθώντας κυρίως να τα εξετάζει το ένα σε σχέση με το άλλο με τη σωστή αναλογία. Μόνο έτσι μπορεί κανείς να φτάσει σε μια ισορροπημένη συνολική κρίση για αυτόν τον συγγραφέα και σε ακριβέστερη αξιολόγηση της επίδρασης σε αυτόν της ελληνικής συνιστώσας σε σχέση με εκείνη την πιο παραδοσιακά χριστιανική και γραφική, η οποία, σε μια συνολική ματιά, παρουσιάζεται ως δεσπόζουσα.
Για να επιστρέψουμε στα Περὶ ἀρχῶν, είπαμε ότι αποτελούν την πρώτη απόπειρα να δοθεί μια προβληματική και εις βάθος έκθεση ορισμένων θεμελιωδών δεδομένων της χριστιανικής πίστεως. Υπό αυτή την έννοια, η σημασία τους από ιστορική άποψη δύσκολα μπορεί να αξιολογηθεί εκ πρώτης όψεως στο ακριβές της μέγεθος. Πρέπει να έχουμε κατά νου την παραδοσιακή κατηγορία που απηύθυναν οι ειδωλολάτρες στους χριστιανούς: ότι ήταν ένας σωρός από ανθρώπους αμαθείς και φανατικούς, απολύτως ξένους προς τα ενδιαφέροντα, τις απαιτήσεις, τον τρόπο σκέψης και έκφρασης που χαρακτήριζαν την ελληνική παιδεία. Λοιπόν, τα Περὶ ἀρχῶν αποτέλεσαν ακριβή αναίρεση αυτών των κατηγοριών, διότι τα δεδομένα της χριστιανικής πίστεως εκτίθεντο εκεί, εξετάζονταν και εμβαθύνονταν ακριβώς σύμφωνα με σχήματα και παραμέτρους που προσέφερε η ελληνική φιλοσοφία.
Αυτός ο χαρακτήρας, ο οποίος σε μεταγενέστερο χρόνο θα έβλαπτε τόσο πολύ τη φήμη του Ωριγένη, μέσα στο πολεμικό κλίμα στο οποίο είδε το φως το έργο είχε και αυτός την απολογητική και ιεραποστολική του αξία. Πράγματι, χάρη σε αυτόν, ο ειδωλολάτρης που θα διάβαζε το έργο θα αισθανόταν αμέσως οικεία μέσα σε αυτό: θα έβρισκε εκτεθειμένη μια γνώριμη προβληματική —ζητήματα περί ελεύθερης βούλησης, περί των ασωμάτων, περί της αιωνιότητας του κόσμου— και θα την έβρισκε εκτεθειμένη με μορφή και με μεθόδους που του ήταν γνώριμες.
Όχι μόνο με αυτή την έννοια τα Περὶ ἀρχῶν είναι έργο θεμελιώδες στο ιστορικό επίπεδο, αλλά και με αντιγνωστική έννοια. Από αυτή την άποψη η επίδρασή τους ήταν διπλή. Από τη μία πλευρά, σε αυτά διαβάζονταν η συστηματική αναίρεση των κύριων διδασκαλιών της γνωστικής σκέψης που ήταν απολύτως ασύμβατες με τη χριστιανική αποκάλυψη: η διάκριση ανάμεσα στον δημιουργό Θεό της Παλαιάς Διαθήκης και στον ύψιστο Θεό της Καινής Διαθήκης· η διάκριση των ανθρώπων σε κατηγορίες χωρισμένες μεταξύ τους από φυσικά χαρακτηριστικά και γι’ αυτό προορισμένες για διαφορετική τύχη. Από την άλλη πλευρά, διέψευδαν την αξίωση των πιο μορφωμένων και διανοητικά φιλόδοξων Γνωστικών να αποτελούν μια ελίτ προνομιούχων, τους μόνους ικανούς να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των χριστιανών που δεν ικανοποιούνταν με τα στοιχειώδη δεδομένα της πίστεως και επιθυμούσαν να τα εμβαθύνουν και να τα επεξεργαστούν.
Υπό αυτή την έννοια, τα Περὶ ἀρχῶν αποτέλεσαν θεμελιώδη στιγμή στο έργο ανάκτησης των πιο μορφωμένων και πλούσιων χριστιανικών στρωμάτων, τα οποία ήταν πολύ ευαίσθητα στις γνωστικές υποβολές· έργο που είχε αναληφθεί στην Αλεξάνδρεια από τον Πάνταινο —ίσως— και τον Κλήμη και συνεχίστηκε δυναμικά από τον Ωριγένη³⁴. Γενικότερα, μαζί με το υπόλοιπο έργο του Ωριγένη, σηματοδοτούν την έναρξη της πορείας της χριστιανικής θεολογίας προς την πλήρη ωριμότητα.
Ιδωμένες υπό αυτό το φως, ακόμη και δογματικά συζητήσιμες πλευρές του έργου έχουν τη σημασία τους: ας σκεφθεί κανείς την αντιγνωστική σημασία της διδασκαλίας περί προΰπαρξης της ψυχής και τη σημασία που είχε μια ορισμένη κοσμολογική τοποθέτηση έντονα πνευματιστικής κατεύθυνσης, προκειμένου να αντιταχθεί δυναμικά σε ευρύτατα διαδεδομένες υλιστικές αντιλήψεις.
Από την άλλη πλευρά, στην ιστορία του δόγματος τέτοιες πλευρές θα αποδεικνύονταν παροδικές: ορισμένα σημεία θα καταδικάζονταν επισήμως από την Εκκλησία —η προΰπαρξη, η αποκατάσταση. Και όμως, αυτό δεν πρέπει να μας κάνει να κλείνουμε τα μάτια μπροστά στο μεγάλο μέρος των σημαντικών στοιχείων που παρουσιάζει το Περὶ ἀρχῶν από δογματική άποψη. Δεν θα περιοριστούμε να θυμίσουμε τις κλασικές εκθέσεις περί ελεύθερης βούλησης και περί ερμηνείας και έμπνευσης της Γραφής, οι οποίες αντιπροσωπεύουν ό,τι καλύτερο μπόρεσε να εκφράσει η χριστιανική αρχαιότητα πάνω σε αυτά τα θέματα. Ας δει κανείς ακόμη, για να περιοριστούμε σε μερικά μόνο από τα μεγαλύτερα σημεία, τις αποδείξεις για την ασωματότητα του Θεού (I, 1), για την ενότητα του Θεού της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, για τη σύμπτωση στον Θεό της αγαθότητας και της δικαιοσύνης (II, 4–5)· και στο χριστολογικό πεδίο, το σαφές βήμα προς τα εμπρός στη διατύπωση της σχέσης ανάμεσα στον Υιό και τον Πατέρα σε σύγκριση με τους απολογητές (I, 2), καθώς και την ακρίβεια, σε σχέση με την εποχή, με την οποία εξετάζει στον Χριστό την ένωση της ανθρώπινης και της θείας φύσης (II, 6).
Η πραγμάτευση περί του Πνεύματος αφορά ένα δογματικό σημείο που προηγουμένως είχε σχεδόν εντελώς παραμεληθεί. Για αυτούς τους λόγους τα Περὶ ἀρχῶν του Ωριγένη διαμορφώνονται, στην ιστορία του δόγματος, ως ένα κτῆμα εἰς ἀεί.
Σημειώσεις:
29 Πρβλ. H. Jonas, στο «Theol. Zeitschr.», 1948, σσ. 101 κ.εξ., και Gnosis und spätantiker Geist, II, 1, Göttingen, 1954, σσ. 203 κ.εξ., ο οποίος αξιοποιεί συστηματικά ολόκληρη την αντιωριγενική παράδοση. Για μια πιο ισορροπημένη κρίση πρβλ. E. V. Ivanka, Plato Christianus, Einsiedeln, 1964, σσ. 125 κ.εξ. Και αυτός, πάντως, περιορίζει υπερβολικά την εκτίμηση του Ωριγένη σε όσα συνάγονται μόνο από το Περὶ ἀρχῶν.
30 Αυτός ο προσανατολισμός γίνεται αισθητός κυρίως σε Γερμανούς μελετητές προτεσταντικής παιδείας, και ίσως αυτό δεν είναι χωρίς λόγο. Πράγματι, από τους μεγάλους θεολόγους της αρχαιότητας ο Ωριγένης είναι αναμφίβολα ο πιο ασυμβίβαστα και ριζικά απομακρυσμένος από τις βασικές αρχές της λουθηρανικής θεολογίας, στο μέτρο που ολόκληρη η κοσμολογία και η ανθρωπολογία του θεμελιώνεται στην αρχή της ελευθερίας της βούλησης και της δράσης του λογικού κτίσματος. Έτσι εξηγείται γιατί αυτοί οι μελετητές αξιοποίησαν σε αυτόν τα στοιχεία εκείνα που μπορούσαν να τον παρουσιάσουν ως στοχαστή πάνω στον οποίο η επίδραση της ελληνικής φιλοσοφίας θα ήταν τόσο καθοριστική, ώστε να τον ωθήσει να παραμορφώσει ακόμη και τις βασικές αρχές της χριστιανικής πίστεως.
31 Στο Περὶ ἀρχῶν, π.χ., δίνεται μικρή έμφαση σε μοτίβα μυστικού χαρακτήρα, τα οποία αντίθετα αλλού, στις Ομιλίες και κυρίως στο Υπόμνημα στο Άσμα Ασμάτων, προβάλλονται τόσο έντονα, ώστε να γίνεται κατανοητό πόσο σημαντική ήταν αυτή η συνιστώσα στη σκέψη του Ωριγένη. Ιδωμένες από αυτή την προοπτική, ορισμένες πλευρές της ωριγενικής κοσμολογίας, οι οποίες διαφορετικά θα μπορούσαν να φανούν ξηρά διανοητικιστικές, αποκτούν ακριβέστερη διάσταση με πνευματική έννοια· ας σκεφθεί κανείς, π.χ., τόσες θεωρίες σχετικά με τις ουράνιες μονές και τους κατοίκους τους. Υπό αυτή την έννοια, ο τόμος του W. Völker, Das Vollkommenheitsideal des Origenes, Tübingen, 1931, σηματοδότησε αποφασιστική στροφή στην ιστορία των μελετών για τον Ωριγένη.
32 Βλ. σχετικά H. Crouzel, Origène est-il un systématique?, στο «Bull. Litt. Eccl.», 1959, σσ. 81 κ.εξ., αναδημοσιευμένο στο Origène et la Philosophie, Paris, 1962, σσ. 179 κ.εξ.
33 Δικαίως έχει αναδειχθεί η σημασία που έχει σε όλες τις πλευρές της ωριγενικής εικασίας η διάκριση ανάμεσα σε δύο επίπεδα πραγματικότητας, από τα οποία το κατώτερο είναι σύμβολο και σκιά του ανώτερου. Αυτή βρίσκεται στη βάση όχι μόνο της κοσμολογίας του Ωριγένη, αλλά και της διδασκαλίας του για τη Γραφή, για την Εκκλησία, για τα μυστήρια· πρβλ., εκτός από το προαναφερθέν άρθρο του Crouzel, Daniélou, Origène, σσ. 41 κ.εξ. Σε μια απόπειρα σύνθεσης θα πρέπει να αναδειχθεί επαρκώς και η σαφής τάση του Ωριγένη να βλέπει και να επιλύει κάθε σχέση με δυναμικό κλειδί, έτσι ώστε η πραγματικότητα γι’ αυτόν να παρουσιάζεται ως ενέργεια πριν ακόμη παρουσιαστεί ως είναι: σχέση Θεού–Λόγου —ενότητα, γέννηση—· σχέση Θεού–λογικού κτίσματος· σχέση ιερής Γραφής–ερμηνευτή· σχέση λογικού κτίσματος–κόσμου.
34 Υπό αυτή την έννοια αποκτά σχεδόν συμβολική αξία το γεγονός ότι ο μεγαλύτερος φίλος του Ωριγένη υπήρξε ο Αμβρόσιος, ένας πλούσιος Βαλεντινιανός, τον οποίο ο ίδιος ο Ωριγένης μετέστρεψε στην πίστη της καθολικής Εκκλησίας.
III. ΤΑ ΚΥΡΙΑ ΔΟΓΜΑΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ
1. Ο ΘΕΟΣ
Ο Πατήρ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου