Κριτικός Έλεγχος των Εφαρμογών της Θεολογίας 1
Ιωάννου Ρωμανίδη
https://de.scribd.com/document/758385364/Critical-Examination-of-the-Applications-of-Theology
ΣΗΜΕΙΩΣΗ 1, από τις Τελικές Σημειώσεις: Το θέμα αυτής της εργασίας δεν επελέγη από εμένα, αλλά μου δόθηκε. Όπως θα καταστεί σαφές από τη μελέτη αυτής της εργασίας, ο κριτικός έλεγχος της θεολογίας προϋποτίθεται από τον «κριτικό έλεγχο των εφαρμογών της θεολογίας» και ταυτίζεται με αυτόν. Η δοκιμασία της αυθεντικότητας της θεολογίας και η εφαρμογή της θεολογίας είναι δύο όψεις μιας ταυτόσημης διαδικασίας, αφού μόνον εκείνος που αποκτά και κατέχει την αληθινή εφαρμογή της θεολογίας αποκτά και κατέχει την αληθινή και αυθεντική θεολογία. Η κάθαρση, ο φωτισμός και η θεωρία είναι τόσο η δοκιμασία όσο και η εφαρμογή της θεολογίας, δηλαδή: 1) το να μάθει κανείς να διακρίνει μεταξύ των ενεργειών του Αγίου Πνεύματος και των κτισμάτων, ιδίως των δαιμονικών δυνάμεων, και 2) το να μετέχει στις πρώτες, επίσης, και να αποφεύγει τις τρίτες, δηλαδή τις δαιμονικές ή ανώμαλες επιδράσεις στην προσωπικότητα και στη διαδικασία της σκέψης του. Για την τεκμηρίωση των θέσεων που παρουσιάζονται στην παρούσα μελέτη παραπέμπω γενικά στην ακόλουθη επιλογή μελετών μου: Τὸ Προπατορικὸν Ἁμάρημα, Αθήνα 1957· Ἡ Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμ. Ι, Θεσσαλονίκη 1973· Ρωμῃοσύνη, Ρωμανία, Ρουμέλη, Θεσσαλονίκη 1975· The Filioque, στο Κληρονομία, Θεσσαλονίκη, τόμ. 7, αρ. 2, Ιούλιος 1975, σσ. 285–314· «The Christology of St. John of Damascus», στο Papers, Dialogue Eastern and Oriental churches, επιμ. Μητροπολίτης Αξώμης Μεθόδιος, Αθήνα 1976, σσ. 46–52.[ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΤΟΥ ΦΛΩΡΟΦΣΚΙ. ΣΥΓΧΕΕΙ ΚΑΙ ΤΑΥΤΙΖΕΙ ΤΙΣ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΜΕ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ ΕΠΙΝΟΕΙ ΜΙΑ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ. ΣΑΝ ΤΟΥΣ ΚΡΙΤΙΚΟΥΣ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ. Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΤΟΝ ΚΡΙΝΕΙ Ο ΕΠΟΜΕΝΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ Ο ΑΓΙΟΣ , Ο ΚΑΡΠΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ.]
Το θέμα που βρίσκεται ενώπιόν μας προϋποθέτει μια αλληλεξάρτηση μεταξύ των θεωρητικών πτυχών οποιουδήποτε επιστημονικού κλάδου και της πρακτικής εφαρμογής του είτε στις ανάγκες του ανθρώπου είτε στη δοκιμασία και προώθηση των ίδιων των θεωρητικών πτυχών της εν λόγω επιστήμης. Έχουμε εδώ τόσο την έρευνα για την αποκάλυψη της γνώσης χάριν της γνώσης, η οποία με τον καιρό μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμη, όσο και την έρευνα σε έναν επιστημονικό κλάδο του οποίου η δυνατότητα εφαρμογής στις ανάγκες της κοινωνίας γενικά και του ανθρώπου ειδικότερα είναι ήδη γνωστή.
Η σύγχρονη επιστημονική μέθοδος έχει αναπτύξει έναν συνδυασμό φαντασιακής διατύπωσης θεωρητικών υποθέσεων και υποβολής αυτών στον κριτικό έλεγχο του επαναλαμβανόμενου πειραματισμού, ώστε να φανεί υπό ποιον συνδυασμό διατάξεων των στοιχείων και των περιστάσεών τους προκύπτουν τα θεωρητικά προβλεπόμενα αποτελέσματα. Αυτό, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη οργάνων ικανών να ανιχνεύουν, να μετρούν και να αναλύουν όχι μόνο πράγματα που βρίσκονται ενώπιόν μας, αλλά και αντικείμενα εκατομμύρια μίλια μακριά, είναι συγκλονιστικό για όσους προσπαθούν να παραμένουν ενημερωμένοι.
Ωστόσο, οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν με τόση επιτυχία στο πεδίο της φυσικής και βιολογικής δομής του σύμπαντος δεν συνάντησαν την ίδια επιτυχία σε άλλες ερευνητικές προσπάθειες, όπως η ιστορία, η κοινωνιολογία, η πολιτική επιστήμη, η οικονομία, η ψυχολογία, η παιδαγωγική, η θρησκεία και οι περισσότερες θεολογίες.
Σχεδόν όλες οι θεολογίες έχουν παρασυρθεί, μαζί με σχεδόν όλες τις φιλοσοφίες, από το σύγχρονο κριτικό πνεύμα, το οποίο δεν μπορεί πλέον να επιτρέψει κύρος στη θεωρητική εικοτολογία, εκτός εάν αυτή μετασχηματιστεί σε δοκιμασμένα αξιώματα, τα οποία με τη σειρά τους παραμένουν πάντοτε ανοικτά σε περαιτέρω δοκιμασία και τροποποίηση.
Ακόμη και η ίδια η ιδέα αμετάβλητων και αναλλοίωτων αληθειών, που υποτίθεται ότι είναι κρυμμένες μέσα στη δομή της παρατηρήσιμης και μετρήσιμης ή της αόρατης και μη μετρήσιμης πραγματικότητας, ή ότι υπόκεινται σε αυτήν ή την υπερβαίνουν, τόσο αγαπητή στα φιλοσοφικά και θεολογικά συστήματα της λατινικής και προτεσταντικής παραδόσεως, έχει σοβαρά αποδυναμωθεί από τη συντριπτική μαρτυρία ότι όλα τα πράγματα, έστω και αν υπόκεινται σε ένα συνεχές και επαναλαμβανόμενο πρότυπο, βρίσκονται σε μια σταθερή κατάσταση αλλαγής, ανάπτυξης και μεταμόρφωσης.
Υπάρχει μια νότα χιούμορ όταν ακούει κανείς εκείνες τις θρησκευτικές ομάδες, οι οποίες άλλοτε μιλούσαν τόσο πολύ για την αξία εκείνων των πραγμάτων που δεν αλλάζουν και δεν φθείρονται, να μιλούν τώρα συνεχώς για την αλλαγή και για τα θαύματα και την αξία της, ακόμη και ως προς το να φέρει τους διαιρεμένους χριστιανούς σε μια πάντοτε μεταβαλλόμενη και αναπτυσσόμενη ενότητα.
Αναλαμβάνουμε το θέμα μας έχοντας κατά νουν τον κριτικό έλεγχο που χρησιμοποιείται στα πεδία της έρευνας γενικά, το θέμα αυτού του Συνεδρίου και τον τίτλο αυτής της υποενότητας, «Η Θεολογία στην Ανανέωση της Ζωής της Εκκλησίας»².
Σε κάθε περίπτωση δεν μπορούμε να συζητήσουμε το θέμα μας σχετικά με την εφαρμοσμένη θεολογία, εάν δεν καθορίσουμε ποια είναι η θεολογία την οποία εφαρμόζουμε. Επομένως, ένας κριτικός έλεγχος δεν μπορεί να περιοριστεί στην εφαρμογή, αλλά πρέπει να αρχίσει από την ίδια τη Θεολογία η οποία εφαρμόζεται.
Α. ΚΡΙΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ
Το πρώτο ερώτημα που πρέπει να θέσει κανείς είναι: μπορεί κάποια υπάρχουσα μέθοδος έρευνας και ελέγχου, από αυτές που χρησιμοποιούνται σήμερα στους επιστημονικούς και κοινωνιολογικούς κλάδους, να εφαρμοστεί στην Ορθόδοξη Θεολογία και στις εφαρμογές της;
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό εξαρτάται από το ποιο είναι το αντικείμενο και ο σκοπός της Ορθόδοξης Θεολογίας και από το πώς αυτά εφαρμόζονται.
Εδώ συναντούμε αμέσως το ερώτημα που αφορά τη φύση της θεολογίας και την εφαρμογή κριτηρίων για τον έλεγχο της αυθεντικότητάς της.
Είναι η Θεολογία αυθεντικώς αποκεκαλυμμένη κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να μην μπορεί να αμφισβητηθεί και να υποβληθεί σε κριτικό έλεγχο με μεθόδους που χρησιμοποιούνται σε άλλους κλάδους;
Ή μήπως είναι η διατύπωση θεωρητικών υποθέσεων, οι οποίες μπορούν να ελεγχθούν επιστημονικά με μεθόδους που χρησιμοποιούνται και να γίνουν δεκτές ως δογματικά αξιώματα;
Ή μήπως η Θεολογία είναι ένας συνδυασμός αυθεντικώς αποκεκαλυμμένων δογματικών αξιωμάτων, τα οποία μπορούν να διερευνηθούν από τον λόγο προς μια προοδευτικώς καλύτερη και πληρέστερη κατανόηση;
Και στις τρεις δυνατότητες, το ίδιο το ζήτημα της αποκάλυψης παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα για την εφαρμογή των μεθόδων έρευνας και ελέγχου που είναι γνωστές και χρησιμοποιούνται σήμερα στην έρευνα. Ο λόγος γι’ αυτό είναι ότι οτιδήποτε γίνεται δεκτό ως αποκάλυψη είναι το ίδιο το κριτήριο και δεν μπορεί το ίδιο να υπόκειται σε κριτική εξέταση και αξιολόγηση με τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται για την επίτευξη γνώσης μέσω της έρευνας, εκτός εάν αυτό που τελικά γνωρίζεται ανήκει στο ίδιο είδος γνώσης. Τότε, εκείνο που θεωρείται από ορισμένους ως αποκεκαλυμμένα δόγματα και αξιώματα σε μια εποχή μπορεί είτε να απορριφθεί από την κριτική εξέταση σε μια μεταγενέστερη εποχή, είτε το θέλουν είτε όχι οι θιασώτες αυτών των δογμάτων, είτε τελικά να καταλήξει να υποστηρίζεται από το αποτέλεσμα της έρευνας. Το τελευταίο προϋποθέτει ότι ένα στοιχείο αποκαλυπτικής εμπειρίας έχει βρεθεί αληθές από την επιστημονική ή κοινωνιολογική έρευνα.
Ι. α. Εφόσον ο κριτικός έλεγχος των εφαρμογών της Θεολογίας εξαρτάται άμεσα από το τι εννοεί κανείς με τον όρο αποκάλυψη, μπορεί να είναι χρήσιμο να επισημανθεί γενικά τι συνέβη σε εκείνες τις λατινικές και προτεσταντικές θεολογικές παραδόσεις, οι οποίες ταύτισαν είτε τον πυρήνα της αποκάλυψης είτε το σύνολο της αποκάλυψης με τη Βίβλο.
Φαίνεται ότι ήταν αναπόφευκτο οι λατινικές και προτεσταντικές αυτές παραδόσεις να οδηγηθούν στην απότομη αφύπνιση που τους επέφερε ολόκληρη η ανάπτυξη της δικής τους βιβλικής κριτικής, βασισμένης στην ιστορική έρευνα: 1) για την ανασυγκρότηση της ιστορικής καταστάσεως μέσα στην οποία γράφτηκε κάθε μέρος της Βίβλου, 2) για την εξέταση των λογοτεχνικών και κηρυγματικών μορφών και μεθόδων που χρησιμοποιήθηκαν και τη σύγκρισή τους με εξωβιβλικά δεδομένα, και 3) για τη σύγκριση των βιβλικών ιδεών με εξωτερικά σχήματα σκέψης και πεποιθήσεις, προκειμένου να καθοριστούν βαθμοί αλληλεξάρτησης.
Είναι προσωπική μου γνώμη ότι τα αποτελέσματα, αν και καταστροφικά για τις λατινικές και προτεσταντικές παραδόσεις, υπήρξαν μια πολύτιμη κάθαρση και θα έπρεπε να αποτελέσουν πολύτιμο μάθημα για εκείνους τους Ορθοδόξους που εγκατέλειψαν την Πατερική παράδοση και είτε οι ίδιοι ταύτισαν την αποκάλυψη με τη Βίβλο είτε πιστεύουν ότι οι Πατέρες ταυτίζουν την αποκάλυψη με τη Βίβλο.
Στην πρώτη ομάδα ανήκουν οι σύγχρονοι «Ορθόδοξοι» φονταμενταλιστές, οι οποίοι φέρουν το όνομα «συντηρητικοί», και στη δεύτερη ανήκουν οι σύγχρονοι «Ορθόδοξοι» αντιφονταμενταλιστές, οι οποίοι μπορεί να φέρουν το όνομα «φιλελεύθεροι». Είναι αξιοσημείωτο ότι οι διακρίσεις αυτές δεν θεμελιώνονται στην Πατερική παράδοση, αφού οι Πατέρες δεν είναι φονταμενταλιστές.
β. 1) Η λατινική και προτεσταντική θέση ότι η Βίβλος είναι ο Λόγος του Θεού, ή η αποκάλυψη, πηγάζει πρωτίστως από τον Αυγουστίνο, ο οποίος πίστευε ότι ο Θεός εμφανίζεται στους προφήτες μέσω κτισμάτων, τα οποία ο Θεός φέρνει στην ύπαρξη, ώστε μέσω αυτών να μπορεί να ιδωθεί και να ακουστεί³.
Αφού ιδωθεί και ακουστεί με αυτόν τον τρόπο, επαναφέρει στη συνέχεια αυτά τα κτιστά μέσα μιας τέτοιας αποκάλυψης στη μη ύπαρξη. Αυτή η αποκάλυψη μέσω ορατών και ακουστών συμβόλων, τα οποία έρχονται στην ύπαρξη και παρέρχονται από αυτήν και φθάνουν στον νου του προφήτη και του αποστόλου μέσω της αισθητής εμπειρίας, είναι η κατώτερη μορφή αποκάλυψης⁴.
Η ανώτερη μορφή αποκάλυψης είναι η άμεση έγχυση στον προφητικό και αποστολικό νου της έννοιας, της ιδέας ή της διδασκαλίας που ο Θεός θέλει να αποκαλυφθεί⁵.
Εκτός από αυτές τις δύο μορφές αποκάλυψης, υπάρχει επίσης η όραση ή εμπειρία της θείας «ουσίας»(?) μέσω της υπέρβασης, από την ψυχή, όλων των φυσικών και αισθητηριακών περιορισμών του χώρου και του χρόνου μέσω μη διασκεπτικής έκστασης. Μια τέτοια εμπειρία, όμως, δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκην με την αποκάλυψη, εκτός εάν ιδέες και έννοιες σχετικά με τον Θεό μεταβιβάζονται στον νου για να παραδοθούν σε άλλους. Ωστόσο, αυτό δεν είναι εκείνο που συμβαίνει σε τέτοιες εκστάσεις, οι οποίες συνδέονται συνήθως με πλήρη απώλεια επαφής με τον χώρο και τον χρόνο και, επομένως, με τα εμπειρικά περιεχόμενα αυτών. Σε κάθε περίπτωση, αυτή η εκστατική διαίσθηση υποτίθεται ότι είναι εμπειρία του νου, βοηθούμενη από τη χάρη και απελευθερωμένη από τον χώρο και τον χρόνο, δηλαδή από φυσικούς και αισθητηριακούς περιορισμούς, και από πατερική άποψη είναι δαιμονική⁶.
Οι Λατίνοι και οι Προτεστάντες συμφωνούσαν γενικά ως προς τα σημεία 1) και 2), αλλά όχι σε κάθε περίπτωση ως προς το σημείο 3), το οποίο συνδεόταν με τη μοναστική θεωρία, που απορρίφθηκε γενικά από τον Προτεσταντισμό και πάντοτε από τους Ορθοδόξους.
Αυτό που παρουσιάζει άμεσο ενδιαφέρον σχετικά με τα σημεία 1) και 2) είναι ότι παγίδευσαν τις λατινικές και προτεσταντικές παραδόσεις στις φονταμενταλιστικές θέσεις, τις οποίες η σύγχρονη προτεσταντική και λατινική βιβλική κριτική εδώ και πολλά χρόνια ασχολείται να ελέγχει και κυριολεκτικά να καταστρέφει.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το πιο αδύναμο μέρος του βιβλικού φονταμενταλισμού είναι η ιδέα ότι η Βίβλος δεν είναι μόνο θεόπνευστη, αλλά και βιβλίο υπαγορευμένο από τον Θεό, προκειμένου να είναι η αποκάλυψή Του προς τον άνθρωπο.
Έτσι ολόκληρη η Βίβλος έγινε ένα μεγάλο αποκεκαλυμμένο αξίωμα, το οποίο ίσχυε ως κριτήριο όχι μόνο σε ζητήματα που αφορούν τον Θεό και τη σχέση Του με τον κόσμο διά του Χριστού και του Αγίου Πνεύματος, αλλά και σε ζητήματα που αφορούν τη δομή του σύμπαντος, τη διαδικασία της ανάπτυξης στη φύση και την ιστορία του ανθρώπου.
Το εκπληκτικό είναι ότι μέσα στις λατινικές και προτεσταντικές παραδόσεις η Βίβλος εξακολουθεί να εξισώνεται με την αποκάλυψη από εκείνους που παραμένουν πιστοί με μια περισσότερο ή λιγότερο παραδοσιακή έννοια, παρά τη σύγχρονη κριτική έρευνα. Ο λόγος γι’ αυτό είναι ότι η μόνη κατανόηση της αποκάλυψης που γνωρίζουν οι Λατίνοι και οι Προτεστάντες είναι η αποκάλυψη εννοιών, οι οποίες μπορούν να κατανοηθούν από έναν πιστό και χαριτωμένο νου.
γ. Προκειμένου να ολοκληρώσουμε αυτές τις παρατηρήσεις σχετικά με τη χρήση του κριτικού ελέγχου μέσα στις λατινικές και προτεσταντικές παραδόσεις, θα πρέπει να έχουμε κατά νουν τις ακόλουθες γενικές ιστορικές τάσεις στην ανάπτυξη αυθεντικών κριτηρίων για την ερμηνεία της Γραφής και τη διατύπωση συμβολικών, ομολογιακών και δογματικών τύπων.
Μόλις γίνει δεκτή η εξίσωση της Βίβλου με την αποκάλυψη, καθίσταται αναπόφευκτο να βρεθεί μια αυθεντία για την ορθή δογματική ή ομολογιακή ερμηνεία της Βίβλου, η οποία να συνυπάρχει μέσα στην ιστορία με τη Βίβλο.
Ο καθορισμός της φύσης και των ορίων αυτής της αυθεντίας διέπεται αυτομάτως από το γεγονός ότι, μέσα σε αυτό το πλαίσιο αναφοράς, η αποκάλυψη έχει ήδη ταυτιστεί ή αναχθεί σε αποκάλυψη λεκτικών και εικονικών συμβόλων σχετικά με τον Θεό και τη σχέση Του με τον κόσμο και τον άνθρωπο διά του Χριστού και του Αγίου Πνεύματος. Ο λόγος αυτής της αποκάλυψης λόγων και εικονικών συμβόλων θεωρείται αναπόφευκτα ότι είναι τόσο καθήκον όσο και ικανότητα του ανθρώπου να κατανοήσει, διά της πίστεως και της χάριτος, το νόημα αυτών των λόγων και εικόνων.
Αυτό σημαίνει ότι η αποκάλυψη απευθύνεται στις υπάρχουσες ικανότητες του ανθρώπου να κατανοεί μέσω της πίστεως και της χάριτος, αλλά και ότι η ίδια η αποκάλυψη είναι ένα δεδομένο μέγεθος σε ολοκληρωμένη μορφή, το οποίο μπορεί να κατέχεται ποσοτικά τόσο από τους μεμονωμένους πιστούς όσο και από το συλλογικό σώμα της Εκκλησίας, ακόμη και από αιρετικούς και μη πιστούς.
Γι’ αυτό οι Αμερικανικές και Βρετανικές Βιβλικές Εταιρείες είναι τόσο πρόθυμες να διανείμουν μια Βίβλο σε κάθε άνθρωπο στον κόσμο. Στην πραγματικότητα διαδίδουν την αποκάλυψη του Θεού προς τον άνθρωπο με την πεποίθηση ότι όσοι είναι προορισμένοι για τη σωτηρία θα εμπνευσθούν από το Άγιο Πνεύμα να διαβάσουν αυτή την αποκάλυψη μέσω της πίστεως και να την κατανοήσουν.
Μέχρι την εποχή της Προτεσταντικής Μεταρρύθμισης, οι Λατίνοι γενικά αποδέχονταν την πεποίθηση του Αυγουστίνου ότι η Εκκλησία είναι μια κοινωνία προορισμένων πιστών, στους οποίους έχει δοθεί το χάρισμα της κατανόησης της αποκάλυψης μέσα στη Βίβλο, αφού έχουν αποδεχθεί αυτή την αποκάλυψη διά της πίστεως. Για τον Αυγουστίνο η τελική αυθεντία για την ερμηνεία της δεδομένης αποκάλυψης είναι η Εκκλησία.
Ωστόσο, η Εκκλησία για τον Αυγουστίνο δεν έχει εξαρχής πλήρη κατανόηση των διδασκαλιών του Χριστού. Όπως ακριβώς οι μεμονωμένοι πιστοί πρέπει πρώτα να αποδεχθούν το δόγμα διά της πίστεως, με βάση την αυθεντία της Εκκλησίας, και έπειτα να καταβάλουν προσπάθεια να οικοδομήσουν μια κατανόηση αυτής της πίστης, έτσι, με παρόμοιο τρόπο, και η Εκκλησία αυξάνει επίσης τη δική Της κατανόηση της αποκάλυψης με την πάροδο του χρόνου.
Στη βάση αυτής της έννοιας της αποκάλυψης και της κατανόησής της από τους μεμονωμένους πιστούς και την Εκκλησία, η οποία έγινε η ραχοκοκαλιά της φραγκολατινικής παράδοσης, ιδίως προς υποστήριξη του Filioque, βρίσκεται η πεποίθηση ότι ο Θεός έδωσε τη Βίβλο και το Άγιο Πνεύμα στην Εκκλησία κατά τέτοιον τρόπο, ώστε η Εκκλησία να έχει την αποκάλυψη μέσα σε ένα βιβλίο και να αποκτά κατανόηση από το Άγιο Πνεύμα, το οποίο διδάσκει την Εκκλησία και τους πιστούς Της πώς να κατανοούν αυτό το Βιβλίο.
Έτσι, για τον Αυγουστίνο, η υπόσχεση του Χριστού ότι θα δώσει στους Αποστόλους το δώρο του Αγίου Πνεύματος, το οποίο εκπορεύεται από τον Πατέρα και το οποίο θα οδηγήσει τους ίδιους τους Αποστόλους «εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν», μετασχηματίζεται σε υπόσχεση ότι το Άγιο Πνεύμα θα οδηγήσει όχι μόνο τους πιστούς γενικά σε όλη την αλήθεια, αλλά και την ίδια την Εκκλησία σε όλη την αλήθεια.
Έτσι, περίπου 350 χρόνια μετά την Πεντηκοστή, δηλαδή το έτος 393, ο Αυγουστίνος κάνει την ακόλουθη αξιοσημείωτα αφελή δήλωση στη διάλεξή του προς τους επισκόπους της Ρωμαϊκής Επαρχίας της Αφρικής, οι οποίοι είχαν συγκεντρωθεί στην Καρχηδόνα: «Ως προς το Άγιο Πνεύμα, όμως, δεν έχει υπάρξει ακόμη, εκ μέρους των μορφωμένων και διακεκριμένων ερευνητών των Γραφών, μια συζήτηση του θέματος αρκετά πλήρης ή αρκετά προσεκτική, ώστε να μας καταστήσει δυνατό να αποκτήσουμε μια νοητή σύλληψη του τι συνιστά την ιδιαίτερη ατομικότητά Του (proprium)»⁷.
Για τον Αυγουστίνο, όπως είναι γνωστό, πρώτα αποδέχεται κανείς τη Βίβλο και τα δόγματα διά της πίστεως και με την αυθεντία της Εκκλησίας, και έπειτα καταβάλλει κάθε προσπάθεια να κατανοήσει διανοητικά.
Αλλά, σύμφωνα με τον Αυγουστίνο, εκείνος που συμφιλιώνεται με τον Θεό και γίνεται φίλος Του δεν φθάνει μόνο στο να γνωρίζει διανοητικά τις πράξεις και τη δόξα του Θεού, αλλά «όλα τα μυστικά πράγματα του Θεού», συμπεριλαμβανομένης της ίδιας της ουσίας του Θεού.
Ο Αυγουστίνος διατυπώνει τη θέση του πολύ καθαρά: «Και καθόσον, αφού συμφιλιωθούμε και επανέλθουμε στη φιλία μέσω της αγάπης, θα μπορέσουμε να γνωρίσουμε όλα τα μυστικά πράγματα του Θεού, γι’ αυτόν τον λόγο λέγεται περί του Αγίου Πνεύματος ότι “θα σας οδηγήσει σε όλη την αλήθεια”»⁸.
Το τι εννοεί ο Αυγουστίνος με μια τέτοια γλώσσα καθίσταται πολύ σαφές από όσα λέγει αλλού, αρκετά χρόνια αργότερα. «Δεν θα βραδύνω να ερευνήσω την ουσία του Θεού, είτε μέσω της Γραφής Του είτε μέσω του κτίσματος»⁹. Αυτή η διερεύνηση της ουσίας του Θεού μέσω των Γραφών και της φιλοσοφίας παρέμεινε η σταθερή θεολογική μέθοδος του Αυγουστίνου και έγινε ο κεντρικός πυρήνας της φραγκικής θεολογικής παράδοσης, η οποία σήμερα αποκαλείται συνήθως σχολαστική θεολογία.
Ολόκληρη η αυγουστίνεια προσέγγιση της Βίβλου και της θεολογίας προϋποθέτει την ύπαρξη άκτιστων καθολικών εννοιών και, επομένως, μια πραγματική ομοιότητα μεταξύ του Θεού και των κτισμάτων Του ή μεταξύ του ακτίστου και του κτιστού, κατά τέτοιον τρόπο ώστε και τα δύο να ανήκουν σε ένα ενιαίο σύστημα αλήθειας, το οποίο μπορεί να συλληφθεί από τον ανθρώπινο νου, ιδίως όταν δέχεται την αποκάλυψη, και το οποίο, συνεπώς, μπορεί να εκφραστεί επαρκώς με λέξεις και εικόνες που φέρουν έννοιες.
Το πρώτο καταστροφικό πλήγμα εναντίον αυτής της προσέγγισης δόθηκε από τους νέους οπαδούς του Αριστοτέλη στο φραγκικό βασίλειο του 13ου αιώνα, προκαλώντας την εμφάνιση της θωμιστικής σύνθεσης μεταξύ Πλάτωνα, Αριστοτέλη και Αυγουστίνου, στην οποία προστέθηκε μια φραγκική παραμόρφωση του Διονυσίου του Αρεοπαγίτη και του Ιωάννη του Δαμασκηνού.
Το παράξενο είναι ότι οι Φράγκοι δεν ήταν σε θέση να αντιληφθούν ότι τόσο ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης όσο και ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός συμφωνούν πλήρως με τους προγενέστερους Πατέρες ότι δεν υπάρχουν άκτιστες καθολικές έννοιες των οποίων τα κτίσματα θα μπορούσαν να είναι αντίγραφα, αφού δεν υπάρχει απολύτως καμία ομοιότητα μεταξύ του κτιστού και του ακτίστου. Ο λόγος γι’ αυτό είναι ότι οι Φράγκοι ανύψωσαν τον Αυγουστίνο στη θέση του μεγαλύτερου Πατέρα της Εκκλησίας και του καλύτερου εκφραστή της Πατερικής παράδοσης, του οποίου η θεολογία υποτίθεται ότι είναι όχι μόνο ίδια με εκείνη των άλλων Πατέρων, αλλά και το καλύτερο παράδειγμα Πατερικής Θεολογίας. Εφόσον έτσι έχει το πράγμα για τη φραγκική θεολογική φαντασία, δεν μπορεί να υπάρχει καμία αντίφαση μεταξύ του Αυγουστίνου και των άλλων Πατέρων της Εκκλησίας. Επομένως, αφού ο Αυγουστίνος αποδέχεται τα πλατωνικά καθολικά, πρέπει να τα αποδέχονται και όλοι οι Πατέρες.
Η επόμενη καταστροφική επίθεση κατά της πλατωνικής βάσης της αυγουστίνειας φραγκικής παράδοσης προήλθε από τους Νομιναλιστές, έπειτα από τον Μαρτίνο Λούθηρο, και τέλος η πλήρης καταστροφή αυτής της βάσης επήλθε στα τέλη του περασμένου αιώνα με την κατάρρευση των παραδοσιακών αντιλήψεων περί φιλοσοφίας. Η συσσώρευση τόσων πολλών μαρτυριών από τη σύγχρονη επιστήμη ότι δεν υπάρχει καμία ένδειξη για την ύπαρξη αμετάβλητων και αναλλοίωτων φύσεων, μορφών και ειδών οπουδήποτε, έχει αφήσει μια τεράστια αμφιβολία σχετικά με τη δυνατότητα ύπαρξης αμετάβλητων αρχετύπων, των οποίων τα πράγματα του σύμπαντος υποτίθεται ότι είναι αντίγραφα. Αυτό, με τη σειρά του, οδήγησε σε μια γενική κατάρρευση της παλαιάς λατινικής και προτεσταντικής πίστης στην ύπαρξη αλήθειας, νόμου και ηθικών κανόνων σε αμετάβλητες μορφές, οι οποίες μπορούν να λειτουργούν ως κριτήρια στη διαδικασία της ανθρώπινης σκέψης. Ακόμη και η παλαιά εμπιστοσύνη των Νομιναλιστών και του Λουθήρου ότι η ίδια η Βίβλος είναι η αμετάβλητη αλήθεια, ο νόμος και ο ηθικός κανόνας που αποκαλύφθηκε από τον Θεό, έχει εξατμιστεί υπό την πίεση της βιβλικής κριτικής.
δ. Ίσως το σοβαρότερο πρόβλημα που αντιμετώπισε η λατινική και προτεσταντική παράδοση είναι ότι η ταύτιση της αποκάλυψης με τη Βίβλο εγκαθίδρυσε τη Βίβλο όχι μόνο ως το κατ’ εξοχήν κριτήριο της διδασκαλίας της Εκκλησίας, αλλά και τοποθέτησε τη Βίβλο πάνω και υπεράνω των ίδιων των προφητών και των Αποστόλων. Οι προφήτες και οι Απόστολοι δεν είναι οι ίδιοι αλάθητοι διδάσκαλοι σχετικά με τον Θεό και το θέλημά Του και τη σχέση Του με τον κόσμο εν Χριστώ διά του Αγίου Πνεύματος, αλλά τα μέσα και τα όργανα μέσω των οποίων ο ίδιος ο Θεός διδάσκει αλαθήτως αυτό που θέλει, με λέξεις και εικόνες που φέρουν έννοιες. Η έμπνευση, έτσι, δεν είναι μια συνεχής πνευματική κατάσταση του προφήτη και του αποστόλου, αλλά μια κατάσταση περιορισμένη χρονικά στη διάρκεια του γεγονότος μέσω του οποίου ο Θεός μεταδίδει στην ανθρωπότητα τη συγκεκριμένη αποκάλυψη εννοιών και λέξεων και εικόνων που φέρουν έννοιες, διαμέσου ενός προφήτη ή Αποστόλου. Έτσι ο προφήτης και ο Απόστολος είναι θεόπνευστος κατά την αποκαλυπτική εμπειρία της λήψης και της καταγραφής του λόγου του Θεού. Είναι μάλιστα δυνατόν εκείνος που λαμβάνει και γράφει να μην κατανοεί πλήρως και ακριβώς τι λαμβάνει και τι γράφει· και ίσως γι’ αυτόν τον λόγο ο Αυγουστίνος και οι οπαδοί του φαίνεται να λέγουν στην πραγματικότητα ότι η Εκκλησία, με την πάροδο του χρόνου, κατανοεί καλύτερα από τους ίδιους τους αποδέκτες της αποκάλυψης το νόημα της Γραφής.
Σε κάθε περίπτωση, μέσα στο πλαίσιο τέτοιων προϋποθέσεων, ο προφήτης και ο Απόστολος μπορεί επίσης να βρίσκεται σε κατάσταση πλάνης ή έλλειψης ορθής ή πλήρους κατανόησης, όταν δεν βρίσκεται στην κατάσταση της έμπνευσης κατά τη λήψη και καταγραφή ή μετάδοση του λόγου του Θεού.
Είναι δύσκολο να δει κανείς πώς μπορεί να αποφευχθεί η εικοτολογία σχετικά με το νόημα της αποκάλυψης μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο. Μπορεί κανείς να φανταστεί ότι μια παράδοση ερμηνείας μπορεί να παραδοθεί από τους προφήτες και τους Αποστόλους μαζί με τη Βίβλο. Αλλά εάν αυτή η ερμηνευτική παράδοση δεν είχε ενσωματωμένη μέσα της κάποια εγγύηση αλάθητης ερμηνευτικής έμπνευσης, δεν θα υπήρχε καμία εγγύηση ορθής κατανόησης. Οι λατινικές και προτεσταντικές παραδόσεις έχουν κατανοήσει μια τέτοια εγγύηση ως το Άγιο Πνεύμα που δόθηκε στην Εκκλησία από τον Θεό διά του Χριστού, με τις πρώτες να καταλήγουν να πιστεύουν ότι ο Λατίνος Πάπας της Ρώμης είναι το κέντρο μιας τέτοιας εγγύησης, και με τις δεύτερες να πιστεύουν γενικά ότι το Άγιο Πνεύμα εμπνέει άτομα και ομάδες ατόμων με μέσα λιγότερο θεσμοποιημένα από τους Πάπες και τις Συνόδους των επισκόπων.
Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι δυσκολεύεται κανείς να διαφοροποιήσει τις ρωσικές ορθόδοξες αποκλίσεις από την Πατερική παράδοση, από την εποχή του Μεγάλου Πέτρου, αν όχι και νωρίτερα, από τις γενικές λατινικές και προτεσταντικές προσεγγίσεις που περιγράφηκαν παραπάνω, εκτός από το ότι η Οικουμενική Σύνοδος τέθηκε ως η τελική και ύψιστη αυθεντία της βιβλικής, δογματικής και ηθικής διδασκαλίας. Αν και το σχήμα μιας τέτοιας προσέγγισης βρίσκεται στην παράδοση, η ρωσική της μορφή μοιάζει περισσότερο με τις φονταμενταλιστικές δυτικές συνοδικές θεωρίες του 14ου–16ου αιώνα.
Φαίνεται αρκετά σαφές ότι η λατινική και προτεσταντική ταύτιση της αποκάλυψης με τη Βίβλο εισέβαλε στο Βασίλειο της Ελλάδος τον περασμένο αιώνα με την κάθοδο της ρωσικής θεολογίας και από εκεί βρήκε τον δρόμο της στα Τέσσερα Πατριαρχεία των Ρωμαίων της Νέας Ρώμης, της Αλεξανδρείας, της Αντιοχείας και της Ιερουσαλήμ, λόγω της γενικής εξασθένισης του πατερικού μοναχισμού που προκλήθηκε από την επιθυμία μίμησης της μετά τον Μέγα Πέτρο τσαρικής ρωσικής Ορθοδοξίας, η οποία έγινε πολύ ευρωπαϊκή και, επομένως, πολύ σύγχρονη, πολύ πλούσια, πολύ ισχυρή και πολύ ελκυστική.
ε. Σε κάθε περίπτωση, από την άποψη της μεθόδου της επιστημονικής έρευνας, η λατινική και προτεσταντική ταύτιση της αποκάλυψης με τη Βίβλο μπορεί να ελεγχθεί και να αποδειχθεί με την παρατήρηση επαναλήψεων στην τρέχουσα ανθρώπινη εμπειρία ανθρώπων σήμερα που λαμβάνουν αποκαλύψεις με λόγια και εικόνες από τον Θεό. Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι ο Μωάμεθ ήταν ένα τέτοιο παράδειγμα, και μπορεί κανείς να βρει και άλλα. Αλλά οι Λατίνοι και οι Προτεστάντες γενικά αρνούνται τη δυνατότητα τέτοιων αποκαλύψεων, ισχυριζόμενοι ότι η Βίβλος είναι ένα μοναδικό και ανεπανάληπτο γεγονός.
Αυτό σημαίνει ότι δεν έχουμε τίποτε να ελέγξουμε και να αποδείξουμε ως προς την τρέχουσα θρησκευτική ή αποκαλυπτική εμπειρία, εκτός εάν η «πεντηκοστιανή» γλωσσολαλία, που είναι τώρα τρέχουσα στις λατινικές και προτεσταντικές Εκκλησίες, μπορεί να ελεγχθεί ως προς την ομοιότητα ή την ταυτότητά της με πνευματικές και αποκαλυπτικές εμπειρίες καταγεγραμμένες μέσα στη Βίβλο.
Δεδομένου του μοναδικού και μη επαναλαμβανόμενου χαρακτήρα που αποδίδεται στη Βίβλο από τους Λατίνους και τους Προτεστάντες, υπάρχει επίσης η προσέγγιση της σύγκρισης των βιβλικών δεδομένων με εξωβιβλικά και εξωιουδαιοχριστιανικά δεδομένα, για να φανεί πόσο μοναδική είναι η Βίβλος και για να φανεί αν, ίσως, οι βιβλικοί συγγραφείς έχουν επηρεαστεί από το περιβάλλον τους μάλλον παρά άμεσα από τον Θεό, όπως ισχυρίζονται, και σε ποιον βαθμό.
Φαίνεται ότι αυτή η τελευταία προσέγγιση υπήρξε η κυρίαρχη στις ευρωπαϊκές και αμερικανικές βιβλικές σπουδές, ιδίως από τις αρχές του περασμένου αιώνα.
Είναι προσωπική μου γνώμη ότι τα γενικά αποτελέσματα υπήρξαν αρκετά καταστροφικά για την αυγουστίνεια φραγκική παράδοση, από την οποία προέρχονται τόσο οι λατινικές όσο και οι προτεσταντικές παραδόσεις. Από τη μία πλευρά, ο Αυγουστίνος δεν παρατίθεται πλέον απλώς για να αποδείξει θέσεις, αλλά τίθεται ο ίδιος υπό αμφισβήτηση. Δεν θεωρείται πλέον αυτομάτως ως εκείνος που κατανόησε τη Βίβλο καλύτερα από όλους τους άλλους Πατέρες. Και όχι μόνο έχει καταρρεύσει η σχολαστική παράδοση, αλλά έχει επίσης αποδυναμωθεί η αυθεντία τέτοιων Μεταρρυθμιστών όπως ο Μαρτίνος Λούθηρος και ο Ιωάννης Καλβίνος.
Φαίνεται σχεδόν σαν η παράδοση του λατινικού και προτεσταντικού συστηματικού θεολόγου που δίνει κατευθυντήριες γραμμές να έχει αντικατασταθεί από μια νέα παράδοση του προτεστάντη βιβλικού επιστήμονα που δίνει κατευθυντήριες γραμμές, με τους λατίνους βιβλικούς επιστήμονες να ακολουθούν πλέον από πίσω και ορισμένους ορθοδόξους βιβλικούς επιστήμονες να ακολουθούν μάλλον με την όσφρηση παρά με την όραση και την κατανόηση.
Συνεχίζεται
ΘΕΛΕΙ ΚΟΥΡΑΓΙΟ!! ΕΝΑΣ ΚΑΝΤ ΤΟΥ ΚΑΘΑΡΟΥ ΛΟΓΟΥ. ΤΟΥ ΠΡΑΚΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ, ΤΗΣ ΘΕΩΣΗΣ.
ΟΛΑ ΟΡΘΟΔΟΞΑ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου