Δευτέρα, 23 Δεκεμβρίου 2019

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ (30)

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ 
                                             Jacob Burckhard
                                                                ΤΟΜΟΣ 1ος
                                       ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ
                                                 ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΘΝΟΣ  
                                                                        – ΙΙ
                                    Η ΠΟΛΗ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΤΗΣ ΕΞΈΛΙΞΗ
5. Η ΤΥΡΑΝΝΙΑ (συνέχεια 3η)

Ο κατ’ εξοχήν κίνδυνος για κάθε τυραννία ήταν, όπως είδαμε, η πρόθεσή της να συνιστά αυτή η ίδια την πόλη, είτε όλων τών ελευθέρων υπηκόων, είτε τών υποστηρικτών τής αριστοκρατίας. Παρότι η ιδιωτική ζωή με όλα τα προνόμιά της τελούσε υπό καθεστώς ελευθερίας, ενώ η πολιτική και αστυνομική εξουσία ήταν μετριοπαθής, κανείς δεν αποδεχόταν την «αφ’ υψηλού» εξουσία, ενώ καταλόγιζαν επιπλέον στους τυράννους την προσκόλλησή τους σε υλικά οφέλη. Η Ελλάδα έτρεφε όμως ένα εντελώς διαφορετικό ιδανικό από το να τελευτήσει τον βίο της είτε τεμαχισμένη σε μικρές Καρχηδόνες, είτε παραδίδοντας την μια μετά την άλλη τις πόλεις της στην περσική κηδεμονία, κάτι που ήταν αναπόφευκτο για Κράτη που οι πολίτες τους δεν διέθεταν στρατό. Στο μεταξύ οι τύραννοι, έχοντας συναίσθηση των κινδύνων που τους απειλούσαν, οικοδομούσαν συμμαχίες μεταξύ τους και εύχονταν να βρεθούν υπό παρόμοιο καθεστώς και άλλες Πόλεις. Επίσης βοηθούσαν έκπτωτους τυράννους να ανακτήσουν την εξουσία, όπως ο Πολυκράτης, που επέτρεψε στον Αρκεσίλαο της Κυρήνης να συγκεντρώσει στρατό, και αν καμιά φορά ένας μεγαλύτερος τύραννος κατάπινε έναν μικρότερο, όπως συνέβη με τον Περίανδρο, γαμπρό τού Πρόκλου τής Επιδαύρου, επρόκειτο για εντελώς ξεχωριστές περιπτώσεις. Η Σπάρτη όμως υπήρξε εξαρχής εχθρική και μοιραία για αρκετούς απ’ αυτούς, για λόγους που εκτέθηκαν ήδη, καθώς και εκ του γεγονότος ότι η εξουσία που ασκούσε δεν πρόσφερε καμιά εσωτερική ασφάλεια. Επρόκειτο για τον συνδυασμό δύο συνθηκών: την αυθαιρεσία στους κόλπους τής δυναστείας, που οδηγούσε σε κάθε είδους αυθαιρεσία γενικότερα, και για έναν κλιμακούμενο αυταρχισμό τής διακυβέρνησης, που προκαλούσε αντίστοιχη κλιμάκωση του μίσους τού λαού.
Τα πλήγματα που υπέστησαν οι δυναστείες τα συμπληρώνει η εικόνα που μας προσφέρουν οι ιταλικές τυραννίες τού 14ου και του 15ου αιώνα: πρόκειται για την πλήρη απουσία σαφώς οριζομένου δικαιώματος διαδοχής, την περιορισμένης έκτασης κληρονομία εν σχέσει προς τις απεριόριστες βλέψεις τών επιγόνων, την απαίτηση ευζωίας εκ μέρους όλων τών μελών της οικογένειας, τον κίνδυνο για την επιβίωση τής δυναστείας όταν φθονεροί και παντελώς ανίκανοι κληρονόμοι επιβουλεύονται κάποια κυριότητα που απαιτεί εξαιρετικά ικανούς άνδρες. Αλλά και οι ίδιοι οι Έλληνες πιστοποιούν την εφήμερη διάρκεια των δυναστειών, την οποία αποδίδουν σε κάποιαν ανώτερη δύναμη. Ο χρησμός γνωρίζει ήδη πόση θα είναι αυτή η διάρκεια και, όπως λέχθηκε αργότερα, «η θεότητα δεν επιτρέπει την διάρκειά της πέρα από την τρίτη γενεά, αλλά την αποκόπτει όπως το έλατο, ή την αρπάζει από τούς γιούς· και πράγματι, η δυναστεία τών Κυψελιδών κι εκείνες τού Ιέρωνα και των Λευκωνιδών τού Κιμμερικού Βοσπόρου είναι οι μόνες που παρατάθηκαν ως τους εγγονούς τους».
Σε ό,τι αφορά στις εντός τού παλατιού απόπειρες αρπαγής τής εξουσίας, ορισμένες υπερβολές θα πρέπει να αποδοθούν στους συγχρόνους τους που υπήρξαν θύματα, άλλες στις επινοήσεις τών δημοκρατικών καθεστώτων που τις διαδέχτηκαν, και ορισμένες μπορούν να θεωρηθούν μάλιστα αποτέλεσμα εμπνεύσεων της επικής ποίησης, η οποία είχε επιλέξει την πτώση τών τυράννων ως ένα από τα προσφιλή αντικείμενά της· η αλήθεια είναι ότι υπήρξαν ασφαλώς αρκετά παρατράγουδα και υπερβάσεις, ακόμη και στις αρχαιότερες δυναστείες. Και στο εσωτερικό τού Κράτους ο τύραννος επέτρεπε στον εαυτό του την άσκηση κάθε είδους βίας προς όφελός του, στηριζόμενος στο γεγονός ότι κατείχε την εξουσία τής πόλης, η οποία τού είχε απονείμει όλα τα δικαιώματα, κι αυτός τα ερμήνευε με αρκετή δόση υπερβολής. Αντί να εξετάσουμε λεπτομερώς μεμονωμένα γεγονότα, αρκεί να ανακαλέσουμε στη μνήμη μας τη ζοφερή εικόνα τής ζωής τού Περίανδρου που μας αφηγείται ο Ηρόδοτος, και ιδιαίτερα τις σχέσεις του με τη σύζυγο και τον γιό του τον Λυκόφρονα, που ήθελε να παραμείνει Έλληνας άνδρας και όχι να επιβιώσει ως ανδρείκελο. Ας στοχαστούμε κατόπιν το πλέον απεχθές γεγονός που διηγούνται γι’ αυτόν τον τύραννο, με το κατειλημμένο από εμμονές πνεύμα: 300 παλληκάρια τών καλυτέρων οικογενειών τής Κέρκυρας στάλθηκαν στις Σάρδεις, στον Βασιλιά Αλυάττη, για ευνουχισμό, πράγμα που σημαίνει ότι, προκειμένου να κρατηθεί δια της βίας μια απλή αποικία τής Κορίνθου, όπως η Κέρκυρα, ζητήθηκε από τον Λύδιο βασιλιά μια εξυπηρέτηση, που ασφαλώς κανείς στην Ελλάδα δεν θα δεχόταν να προσφέρει· είναι προφανές ότι αυτές οι οικογένειες της Κέρκυρας δεν θα είχαν άλλη επιλογή από το να σβήσουν με τον χρόνο, ενώ ο Περίανδρος δεν θα είχε επιτελέσει ο ίδιος κανένα έγκλημα και θα μπορούσε ενδεχομένως να προσφέρει στη συνέχεια αυτούς τούς νέους ως υπηρέτες κάποιου θεού σε έναν ναό (γνωρίζουμε ότι οι έφηβοι αυτοί σώθηκαν από τούς Σαμίους). Από αυτόν τον Περίανδρο όμως, έτσι όπως μάς τον περιγράφει ο Ηρόδοτος, τί ακριβώς ανήκει στην ιστορία ; Ας δεχτούμε κατ’ αρχάς το γεγονός ότι πρόκειται για μια προφορική παράδοση, που διατηρήθηκε για μεγάλο διάστημα σ’ αυτή τη μορφή, με όλες τις συνέπειες για τα χαρακτηριστικά της· ποια όμως ήταν η προέλευσή της ; Κυρίως από τούς Κορίνθιους· αλλά όλες τις παραληρηματικές φαντασιώσεις που αυτή η κακόφημη πόλη θα μπορούσε να εμπνευστεί, τις απέδωσε στον τύραννό της. Καμιά κριτική μελέτη δεν είναι πλέον σε θέση να ξεχωρίσει το αληθές από το ψευδές. Αυτά που διηγούνται για τον Πολυκράτη μοιάζουν πολύ περισσότερο ως ιστορικά γεγονότα, και μας είναι αρκετό το ότι παρέδωσε τους Σαμίους, που τους θεώρησε ύποπτους, στον βασιλιά Καμβύση, υποχρεώνοντάς τους να πολεμήσουν κατά τού Ψαμμενίτη (του γιού τού φίλου του Άμαση), με την ελπίδα ότι δεν θα επέστρεφαν ποτέ στην πατρίδα τους. Αλλά σε γενικές γραμμές, αναφορικά με αυτά τα υποτιθέμενα εγκλήματα, θα ήταν καλό να τα προσεγγίζουμε με κάποια επιφυλακτικότητα, στον βαθμό που ορισμένα από αυτά είναι είτε υπερβολικά είτε άκαιρα, όπως για παράδειγμα ο θρύλος για κάποιον τύραννο ονόματι Τρύζο, που είχε απαγορεύσει στους υπηκόους του να μιλούν, να χειρονομούν, ν’ ανοιγοκλείνουν τα μάτια και να κλαίνε, ή ακόμη και για τον τύραννο από την Οιάνθεια στην Οζολία Λοκρίδα, που λέγεται ότι παρέδωσε τα θύματά του σε πεινασμένα θηρία. Επίσης, ορισμένες φορές απέδωσαν σε τυράννους τού 4ου αιώνα, η πολιτική τών οποίων απέβλεπε ελάχιστα στη διακυβέρνηση του τόπου τους, αλλά κυρίως στη διατήρησή τους στην εξουσία με απεχθή μέσα, κάποιες ενέργειες που ανήκουν σε διαδόχους τους. Η επιβολή σκληρών μέτρων προς το τέλος μιας διακυβέρνησης οφείλεται στο γεγονός ότι οι αντίπαλοί τους πλησίαζαν ολοένα πιο κοντά και απαιτητικά. Πιθανόν να επρόκειτο για κάποια καταπιεσμένη δυναστεία, που κατείχε προηγουμένως την εξουσία και είχε επιζήσει στο εξωτερικό δια των υιών και εγγονών της, ή για κάποια ισχυρή οικογένεια που προήλθε από τούς κόλπους τής δυναστείας. Οι εξόριστοι Αλκμεωνίδες ήσαν ακόμη τόσο εύποροι, ώστε κατασκεύασαν στους Δελφούς ένα τέμπλο από μάρμαρο της Πάρου και όχι από πέτρα, και υποχρέωσαν, χρηματίζοντας την Πυθία, να χρησμοδοτήσει κατά τού Ιππία και να αναθέσει στη Σπάρτη την ανατροπή του. Η οικογένεια του Περίανδρου έσβησε με τη δολοφονία τού εγγονού του και εγγύτερου απογόνου του, τού Ψαμμήτιχου (581 π. Χ.), εξ αιτίας μιας συνωμοσίας τών ευγενών, που κατέληξε στην καταστροφή τού ανακτόρου τού τυράννου, την κατάσχεση της περιουσίας τών Κυψελιδών και την ερήμωση των τάφων τής οικογένειας. Αργότερα όμως οι αφηγητές προτίμησαν να θεωρήσουν ότι ο τύραννος αυτός υπήρξε θύμα ενδοοικογενειακού φθόνου, ο οποίος απέκτησε, χάρη σε κάποιο πολιτικό ή ηθικό κίνητρο, έναν επιτακτικό χαρακτήρα. Ο Αριστοτέλης αναφέρεται λεπτομερώς σ’ αυτό το συμβάν, του οποίου κύρια αιτία θεωρεί κάποιο μεμονωμένο παράπτωμα, την υπερβολική βία και την κακομεταχείριση σε συνδυασμό με κάποια βαθειά προσβολή· κατά την άποψή του, ο φθόνος, η περιφρόνηση και η λατρεία τής δόξας είναι τα τρία κίνητρα που οδηγούν σε μιαν απελευθερωτική εξέγερση. Ο σύγχρονός του Φανίας τής Ερεσού συνέγραψε ένα ιδιαίτερο κείμενο για την επιβολή τής τυραννίας δια του μίσους, αλλά τα παραδείγματα διαδοχής παλαιοτέρων και νεωτέρων τυραννιών αναφέρονται, όπως και στον Αριστοτέλη, χωρίς ιστορική συνέπεια. Η επίθεση κατά τού Υπάρχου στέρησε από τούς Πεισιστρατίδες τον ικανότερο ηγέτη τους· ο Ιππίας αναγκάστηκε να αποχωρήσει αργότερα εξ αιτίας τής κατάρρευσης της δυναστείας του. Συνέβη επίσης κάποιοι τύραννοι να παραιτηθούν από την εξουσία που τους κληρονομήθηκε, παρ’ όλη την αποδοχή της εκ μέρους τού λαού, από απλή συναίσθηση ευθύνης απέναντι το δίκαιο· λιγότερο εποικοδομητικός υπήρξε ο τρόπος που ο Αρισταγόρας αποσύρθηκε, μετά από εξέγερση των Ιώνων, από την τυραννία τής Μιλήτου, αφήνοντας στους συνεργάτες του την εξουσία που κατείχαν επί τών επιμέρους πόλεων· έτσι μαθαίνουμε ότι οι τύραννοι που έχουν φθαρεί δεν είναι οπωσδήποτε κακοί ηγέτες για απελευθερωτικούς πολέμους. Ο Μαρδόνιος εγκατέστησε αργότερα, ως σατράπης τών Σάρδεων, δημοκρατίες στις ιωνικές πόλεις, τις οποίες οι Πέρσες θωρούσαν περισσότερο αξιόπιστες από τις δυναστείες.
Μια ιδιαίτερα παράξενη εξέλιξη παρατηρείται μετά τη δολοφονία τού Πολυκράτη στη Μαγνησία (522 π. Χ.). Ο γραμματικός του ο Μαιάνδριος, στον οποίο, εμπιστεύθηκε την εξουσία κατά την απουσία του, δεν επεδίωξε να βασιλεύσει, αλλά κατέφυγε στην ιεροσύνη, για να αποφύγει τις κατηγορίες εναντίον του. Δεν ήταν σπάνιο η ιεροσύνη να συνδέεται με τη βασιλεία των ηρωικών χρόνων, και η παράδοση αυτή επέζησε και επί εποχής τής αριστοκρατίας, με τη μορφή τού άρχοντα-βασιλέα τών Αθηναίων· μερικά χρόνια νωρίτερα (περί το 530 π.Χ.) ένας κληρονόμος τής βασιλείας τής αποικίας τής Κυρήνης, ο Βάτος ο 3ος, βρέθηκε κάτοχος του λειτουργήματος της ιεροσύνης. Όταν όμως μια τυραννία σαν του Πολυκράτη βρέθηκε ξαφνικά ακέφαλη, η Σάμος εξεγέρθηκε· και την ημέρα που ο Μαιάνδριος ανήγειρε ναό τού Ελευθερίου Διός, περιβάλλοντάς τον με ένα ιερό τείχος, παραιτήθηκε από την εξουσία ενώπιον της συνέλευσης του λαού, διακήρυξε ισότητα δικαιωμάτων, ζητώντας για τον ίδιο μόνον έξη τάλαντα και την δια βίου ιεροσύνη στον ναό που είχε ιδρύσει, δέχθηκε βίαιη επίθεση από εκείνους που του ζητούσαν να λογοδοτήσει για το παρελθόν του. Εκτιμώντας τότε ότι ένας άλλος τύραννος θα έπαιρνε τη θέση του, προτίμησε να αναλάβει την πολιτική εξουσία.
Την τυραννία συνήθως διαδεχόταν, όπως σ’ αυτήν την περίπτωση, μια νέα τυραννία ή, όπως στην Αθήνα, μια δημοκρατία που είχε προετοιμαστεί από καιρό, αλλά κατά τον 6ον αιώνα, συνηθέστερα μια κάποια μορφή αριστοκρατίας. Όταν μετά την πτώση ενός από τούς αρχαιοτέρους τυράννους τής Μιλήτου ο λαός εξέλεξε έναν δικτάτορα, τον οποίον εξουσιοδότησε με το δικαίωμα να εξοντώσει όποιον επιθυμούσε, συμπεραίνουμε ότι επρόκειτο μάλλον για έναν λαό αριστοκρατών, διότι ένας λαός δημοκρατών θα απέφευγε παρόμοια αντεκδίκηση. Αρκετοί είναι οι τύραννοι που υπήρξαν θύματα αυτού τού χαρακτηριστικού, που ο σύγχρονος κόσμος θα αποκαλούσε «η χρήσιμη όψη τής τυραννίας». Η πτώση αυτών τών τυράννων απάλλασσε τους ευγενείς από βίαιες παρεμβάσεις και από την υποκίνηση εξεγέρσεων.
(συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια: