Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2019

Η γραφή ως παράδοση 9

Συνέχεια από: Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2019

Η γραφή ώς παράδοση 
Η αποδόμηση τού λογοτεχνικού κανόνα στον Kafka και τόν Harold Bloom

Ι. 2 Η ιστορία τής σωτηρίας καί η βιογραφία γ


Αν και η παράδοση έχει καταστεί αναξιόπιστη, βάσει τής οποίας η Γραφή είναι η αλήθεια, το θέμα της πάντως παραμένει η «αναγκαιότητα» (Ρ188), για την οποία δεν υπάρχει αμφιβολία, μπορεί όμως να ενέχει απελπισία: η συνείδηση τής προσωπικής θνητότητας, για την αρχή τής οποίας μιλά η Γένεσις. Ακόμα και μια παρεξήγηση για το περιεχόμενο τών Γραφών, θα ήταν για τις αιτίες και τις συνέπειες, ποτέ για το αναμφισβήτητο δεδομένο. Η απελπισία όμως δεν αναδεικνύεται ως κάποιο συναίσθημα που θολώνει την διάθεση, όπως προσπάθησαν να το προσδιορίσουν σε κάποια στιγμή. Ο πνευματικός τήν (απελπισία) αναφέρει ως τον βασιλικό δρόμο τής ερμηνευτικής, με σκοπό την παράκαμψη τού αμετάβλητου χαρακτήρα τής γραφής. Γιατί από τήν απελπισία για την απόλυτη προσταγή τής γραφής προέρχονται όλες εκείνες οι αναγνώσεις, εξηγήσεις και γνώμες, που στους άπειρους ιστορικούς συνδυασμούς τους ξεκαθαρίζουν τήν ματιά προς το άπειρο μέγεθος τού πνεύματος, που προσέδωσε στον πνευματικό τον τίτλο του. Και ο Κ. που μπήκε στον καθεδρικό ναό από ενδιαφέρον για την ιστορία τής τέχνης (Ρ170), αντιλαμβάνεται τώρα, αν και καταβεβλημένος από τις άπειρες δυνατότητες τού πνεύματος, πως η Γραφή είναι κάτι περισσότερο από την ρεαλιστική ανάγνωση τής ιστορίας, της fabula και historia:

«Ήταν πολύ κουρασμένος, ώστε να είναι σε θέση να παραγκωνίσει όλα τα συμπεράσματα τής ιστορίας, ήταν επίσης και οι ασυνήθιστοι συνειρμοί, στους οποίους τον οδηγούσαν, πράγματα που δεν ήταν ρεαλιστικά, πιο κατάλληλα για συζητήσεις στην παρέα τών υπαλλήλων τού δικαστηρίου, παρά για εκείνον. Η απλή ιστορία είχε καταστεί άμορφη (ανεπίσημη), ήθελε να την αποσείσει από πάνω του…» (Ρ188).

Για πρώτη φορά ανακαλύπτει τον «συνειρμό» και το θέμα τού δικαστηρίου: επεξεργάζεται τα «τα μη πραγματικά πράγματα». Το θέμα του είναι το πνεύμα, το οποίο απελπισμένο από τον άτεγκτο χαρακτήρα τής Γραφής, δια μέσου αυτής και μόνο, διηγείται την ίδια του την ιστορία, η οποία δεν λέει να τελειώσει. Η διαγεγραμμένη παραλλαγή αυτού τού αποσπάσματος, θα μπορούσε με ακόμα πιο μεγάλη σαφήνεια να συνδέσει την Γραφή με την κατευθυντήρια ιδέα τού άγνωστου «συνειρμού»:

«Θυμήθηκε, πως μιλούσε και έκρινε ένα θρύλο, δεν γνώριζε την Γραφή, από την οποία είχε προέλθει εκείνος ο θρύλος, το ίδιο άγνωστες τού ήταν και οι εξηγήσεις. Είχε συρθεί σε ένα συνειρμό πού τού ήταν εντελώς άγνωστος. Και αφού ο πνευματικός ήταν όπως όλοι οι άλλοι, ήθελε να μιλήσει για την υπόθεση τού Κ. μόνο με υπονοούμενα, και με τον τρόπο αυτό να τον παρασύρει, και στο τέλος να σιωπήσει;» (Ρ221)

Στην πραγματικότητα θα έπρεπε να τεθεί το ερώτημα, αν το δικαστήριο ήδη από την αρχή παραθέτει επί λέξει τήν Γραφή στις αινιγματικές του «υπόνοιες», αν δεν τήν σκηνοθετεί κιόλας, και εάν ο Κ., που ένα χρόνο μετά την σύλληψη του θα πεθάνει, μέσα στους άγνωστους και απελπισμένους συνειρμούς τών εξηγήσεών του, απλώς καλεί για προσφορές βοήθειας και λύτρωσης.

Το μυθιστόρημα δείχνει πως έχει την φιλοδοξία να διηγηθεί αυτόν τον συνειρμό. Ακόμα και την σύλληψή του, ο Κ. την πληροφορείται κυρίως ως επέμβαση μιάς σε αυτόν άγνωστης και παραπλανητικής σκέψης (Ρ11). Το μυθιστόρημα, το οποίο σκοπεύει να καταγράψει τον συνειρμό, είναι σε θέση να επικαλεστεί, όπως και ο πνευματικός, μια μεγάλη παράδοση. Σε ένα επίσης διαγεγραμμένο απόσπασμα τού πρώτου κεφαλαίου, ο Κ. θα μπορούσε να είχε εξηγήσει την ενόχληση βάσει μιας ελάχιστης βλάβης:

«Στον ύπνο και στο όνειρο βρίσκεται κανείς φαινομενικά τουλάχιστο σε μια ουσιαστικά διαφορετική κατάσταση απ’ ότι στον ξύπνιο, και στην κατάσταση αυτή ταιριάζει…μια άπειρη πνευματική παρουσία (ως ετοιμότητα) ή καλύτερα μια ετοιμότητα στον λόγο, ώστε με το άνοιγμα των ματιών, όλα όσα είναι παρόντα, να τα αναλάβει κατά κάποιο τρόπο από το ίδιο σημείο, που τα άφησε το βράδυ» (Ρ217).

Αυτό πού στο σημείο αυτό παρουσιάζεται ως συνθήκη ασφάλειας τής ζωής, ώστε να μπορεί να ζήσει κανείς «άνετα, χωρίς αμφιβολίες» (getrost), ο Κ. δεν κατάφερε να το διαθέσει κατά το τελευταίο έτος τής ζωής του. Ο Κ. όμως θα απέδιδε στον εαυτό του τον επιτακτικό τίτλο μιας «άπειρης-ατέλειωτης πνευματικής παρουσίας», που αφορά όχι μόνο τον χαμένο ορίζοντα, αλλά και αυτόν που πρέπει να ξαναβρεί. Αυτή η πνευματική ετοιμότητα είναι κάτι σαν απαντήσεις στις άπειρες συνέπειες τής ζωής και της ιστορίας τής ζωής. Η πρόταση αυτή θα ήταν μια υπόσχεση και θα μπορούσε, με το να συναγάγει από μια ελάχιστη διαταραχή την εισβολή τού δικαστηρίου στην ζωή τού ανθρώπου, να καταστήσει κατανοητή την περίεργη ερμηνεία τής κυρίας Grubach, σύμφωνα με την οποία η δίκη αυτή δεν είναι μόνο «κάτι μορφωμένο», αλλά έχει σχέση και με την «τύχη» τού Κ.. Γιατί η άπειρη παρουσία τού πνεύματος προβάλλει απαιτήσεις προς την γραφή. Στην ιστορική αρχή βρίσκεται εκείνη η εβραϊκή παράδοση ερμηνείας και νόμου, που στην Γένεση και στους μωσαϊκούς νόμους διαβάζει την εντολή του Θεού, και που βρίσκει εκεί προδιαγεγραμμένο οτιδήποτε μπορεί να υπάρξει στην ιστορία και στις ερμηνείες τής ιστορίας.

Ο Kafka είχε πάντως ενδιαφερθεί τόσο έντονα για την εβραϊκή θεωρία περί κειμένου, ώστε κατά την διάρκεια τής συγγραφής τής «Δίκης» είχε αρχίσει να διαβάζει ένα βιβλίο για τις εξηγητικές παραδόσεις τού ιουδαϊσμού17. Η πνευματική παρουσία, την οποία ο Josef K. είχε χάσει στην αρχή του μυθιστορήματος, βρίσκει το συμπλήρωμά της στην Γραφή. Στις υποσχέσεις της, τα είδη τού παιχνιδιού και τα αινίγματα, θα παρέμενε η ιστορική της υπερδύναμη μόνο ως μια προπαίδεια. Μια προπαίδεια σε αυτό που αφορά την τόσο περίεργα ανιστόρητη αντίληψη του Josef K. ως κοσμοπολίτη, και που παρασύρει σε ένα ασυνήθιστο και απρόβλεπτο συνειρμό: την ιστορία μιάς απελπισίας μπρος στο αμετάβλητο.


Τέλος κεφαλαίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: