Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2019

ΑΝΤΙΦΑΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ (72)

Συνέχεια από: Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2019

ΑΝΤΙΦΑΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΣΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΥΣ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΜΟΝΤΕΡΝΟΥΣ.
Του Enrico Berti.

Αναγκαιότης τής αντιφάσεως στόν Χέγκελ ( συνέχεια).

Η υποκειμενική διαλεκτική, έχουμε πεί, ανεπτύχθη σύμφωνα με τον Χέγκελ, ιδιαιτέρως από τούς Σοφιστές, δασκάλους μιάς ρητορικής και μίας ευφράδειας συνιστάμενης από τον «τονισμό τών πολλαπλών όψεων ενός δεδομένου θέματος και τής ανάδειξης εκείνων πού συμφωνούν με αυτό που σε εμένα (τόν ρήτορα) είναι πιό χρήσιμο» : σ’αυτή τήν μέθοδο, πάντοτε σύμφωνα με τον Χέγκελ, συνδέονται τα Τοπικά τού Αριστοτέλη. Αυτή η διαλεκτική λέγεται επίσης καί «τέχνη τού σκέπτεσθαι διά επιχειρημάτων», δηλαδή «άντληση λόγων και αντιλόγων», η εύρεση παντού αιτιών και αντιαιτιών», αποδεικνύοντας μ’αυτόν τόν τρόπο, θα λέγαμε εμείς, το πάν και το αντίθετό του. Και αυτή η μέθοδος σύμφωνα με τον Χέγκελ προέρχεται από τους Ελεάτες, ιδιαιτέρως όταν ο Γοργίας τήν χρησιμοποιεί για να διαλύσει τήν αισθητή φαινομενικότητα, έτσι όμως σ’αυτή τήν περίπτωση καταλήγει να είναι «μία διαλεκτική τής φύσης κάθε άλλο παρά αντικειμενικής».

Διαλεκτική είναι επίσης, κατά τον Χέγκελ, η πρόοδος και η ανάπτυξη τού Σωκράτη, η οποία συνίσταται στην υποχρέωση τού συνομιλητού του να πέσει σέ αντίφαση μέσω ερωτήσεων και απαντήσεων: δίνει όμως τήν εντύπωση ότι πρόκειται για μία υποκειμενική διαλεκτική, τουλάχιστον την στιγμή τής ειρωνείας, παρότι, ισχύει στο μέτρο κατά το οποίο, αποδιοργανώνοντας τίς ιδιαίτερες αναπαραστάσεις, φέρνει στο φως τό καθόλου. Μία ανάλογη κρίση διαφυλάσσει ο Χέγκελ και στην διαλεκτική τών Μεγαρέων, τών οποίων αναγνωρίζει επίσης ότι προέρχεται από τούς Ελεάτες και τούς Σοφιστές. Και αυτοί επίσης χρησιμοποιούν τήν αντίφαση για να αποδιοργανώσουν τήν συνείδηση όλου αυτού πού είναι ιδιαίτερο! Εάν οι αντιφάσεις τίς οποίες χρησιμοποιούν οι Μεγαρείς, παρατηρεί ο Χέγκελ, εμφανίζονται στην κοινή συνείδηση μόνον σαν τυπικές ή ακόμη και σάν πρόχειρα σοφίσματα, οφείλεται στο ότι η κοινή συνείδηση αποφεύγει να γνωρίσει την αναγκαιότητα τής αντιφάσεως. Αντιθέτως είναι αναγκαίες αντιφάσεις, οι οποίες προέρχονται από την ακαταλληλότητα τών προτάσεων από τις οποίες συνίσταται η κοινή γλώσσα, οι οποίες δηλώνουν τήν ταυτότητα ανάμεσα σε υποκείμενο και κατηγορούμενο και δεν κατορθώνουν να εκφράσουν και την διαφορά τους παρά μόνον εάν πέσουν σε αντίφαση.

Είναι ενδιαφέρον όμως να δούμε επίσης ότι ο Χέγκελ τείνει να υπερασπιστεί τούς Μεγαρείς από τις αναιρέσεις τών επιχειρημάτων τους τις οποίες έκανε ο Αριστοτέλης στους σοφιστικούς Ελέγχους και οι οποίες συνίστανται στην διάκριση τών διαφορετικών όψεων μίας ερωτήσεως ή τις διαφορετικές σημασίες μίας λέξης. Σύμφωνα με τον Χέγκελ, ο τρόπος τής προόδου τού Αριστοτέλη εκφράζει τήν «απαίτηση τού νού» και επομένως πρέπει να συμπεράνουμε ότι δεν ισχύει. Ακόμη και οι Μεγαρείς όμως πάντοτε κατά τον Χέγκελ , απαιτώντας μία απλή απάντηση θέτουν σε ισχύ τήν αρχή τού μέσου ή τής τρίτου αποκλείσεως, η οποία είναι μία αρχή τής λογικής τού νού, η οποία «απαιτεί για την αλήθεια την μορφή τής ταυτότητος». Έτσι λοιπόν τόσο οι Μεγαρείς όσο και ο Αριστοτέλης βασίζονται στον νου, οι μεν διότι σταματούν στην ταυτότητα, και ο άλλος διότι εισάγει τίς διακρίσεις: Σύμφωνα με τον Χέγκελ λοιπόν οφείλουμε να συμπεράνουμε ότι είναι σωστό να σταθεροποιούμε τήν ταυτότητα με τούς Μεγαρείς απορρίπτοντας τις διακρίσεις τού Αριστοτέλη, ακριβώς διότι η ταυτότητα παράγει τήν αντίφαση. Ο ισχυρισμός ότι η αντίφαση δεν είναι η αλήθεια, ούτε μπορεί να την αντιπροσωπεύσει, είναι ένας τρόπος σκέψης, παρατηρεί υποτιμητικά ο Χέγκελ άξιος τού Sancho Panza.

Αλλά η αληθινή αντικειμενική διαλεκτική, η ενυπάρχουσα, είναι εκείνη την οποία χρησιμοποιεί ο Πλάτων: αυτός λοιπόν δεν περιορίζεται να αποσαθρώσει τίς ιδιαίτερες αναπαραστάσεις (τις γνώμες), όπως έκαναν οι Σοφιστές και να βοηθήσει τήν ανάδυση τού καθολικού, όπως έκανε ο Σωκράτης διότι μία τέτοια διαλεκτική είναι ακόμη εξωτερική ή υποκειμενική, και χρησιμοποιείται από τον Πλάτωνα μόνον στους λεγόμενους σωκρατικούς διαλόγους, οι οποίοι είναι ατελείς, δεν φτάνουν σε συμπέρασμα. Στον Πλάτωνα υπάρχει και η διαλεκτική τού στοχασμού, η οποία δείχνει ότι το καθόλου, δηλαδή η ιδέα, είναι η ενότης τών αντιθέτων. «Το καθόλου λοιπόν, δηλώνει ο Χέγκελ- είναι σάν το συγκεκριμένο, το οποίο καθαυτό λύνει και έλυσε τά αντίθετα, και επομένως είναι επίσης σαν το πραγματικό καθαυτό, έτσι ώστε αυτή η υπέρβαση τής αντιφάσεως αποτελεί την κατάφαση» (Μαθήματα ιστορίας φιλοσοφίας ΙΙ, σ. 208). Εδώ μοιάζει σαν η υπέρβαση να μην σημαίνει κατάργηση τής αντιφάσεως, αλλά μία αποδοχή, δηλαδή αναγνώριση ότι δεν είναι σκάνδαλο, δεν είναι έκφραση λάθους ή αιτία εκμηδένισης, αλλά αντιθέτως ότι είναι αλήθεια, καταφανής πραγματικότης!

Αυτή η διαλεκτική ανεπτύχθη, σύμφωνα με τον Χέγκελ πάνω απ’όλα σε τρείς διαλόγους, δηλαδή στον Παρμενίδη, τον Σοφιστή και τον Φίληβο. «Στ’ αλήθεια λείπει ακόμη στον Παρμενίδη η επανένωση τών αντιθέτων σε ενότητα και λείπει και η βεβαίωση αυτής τής ενότητος, έτσι ώστε αυτός ο διάλογος… φτάνει σε ένα αποτέλεσμα μάλλον αρνητικό… Όμως η αληθινή διαλεκτική, στην πιο υψηλή της μορφή περιέχεται πάντοτε στον Παρμενίδη». Αυτή η φαινομενική ασυνέπεια εξηγείται με το γεγονός ότι σύμφωνα με τον Χέγκελ, το αποτέλεσμα τού Παρμενίδη είναι, σύμφωνα με την πρόθεση τού Πλάτωνος, αρνητικό, όπως συμπεραίνεται από το τέλος τού διαλόγου, δηλαδή ότι το «Ένα» είναι άλλο τόσο ένα όσο και πολλά, κάτι που για τον Πλάτωνα θα ήταν ανυπόστατο, αλλά είναι αντιθέτως θετικό, εάν ερμηνευθεί με τον τρόπο τών νεοπλατωνικών». Μπορεί λοιπόν να συμβεί να μην μάς ικανοποιεί το αποτέλεσμα τού Παρμενίδη, διότι μοιάζει αρνητικού χαρακτήρος… Παρ’όλα αυτά οι Νεοπλατωνικοί, και ιδιαιτέρως ο Πρόκλος ανακαλύπτουν ακριβώς σ’αυτή τήν έρευνα τού Παρμενίδη τήν αληθινή Θεολογία… Και αυτή είναι ακριβώς αυτό… Στην πραγματικότητα με τον όρο Θεός εμείς αντιλαμβανόμαστε την απόλυτη ουσία τών πραγμάτων, διότι στην απλή του έννοια είναι ακριβώς η ενότης… τού ενός και τών πολλών». Φυσικά αυτή η ερμηνεία είναι δυνατή μόνον εάν τεθούν όλες οι υποθέσεις τού Παρμενίδη στο ίδιο επίπεδο, εάν υπολογισθούν όλες εξίσου αρνητικές ή εξίσου θετικές: δύο όψεις, εκείνη η σκεπτικιστική και η νεοπλατωνική τής ίδιας ερμηνείας, δηλαδή δύο πλευρές, για να το πούμε με τον Χέγκελ, τής ίδιας διαλεκτικής. Η θετική πλευρά, δεν κρύβεται πλέον, είναι η ίδια η Εγελιανή διαλεκτική, η νέα διαλεκτική, τυπικώς μοντέρνα, η οποία εντέλει είναι νεοπλατωνική.

Ο Χέγκελ δικαιώνεται ξανά στον Σοφιστή, όπου δεν υπάρχουν πια τα εμπόδια τού Παρμενίδη, η ανάπτυξη δηλαδή αντιθέτων υποθέσεων, αλλά αντιθέτως υπάρχει, κατά τον Χέγκελ, η άμεση επιβεβαίωση τής ταυτότητος τού είναι και τού μη-είναι, μάλιστα δε ακόμη και του ιδίου (ταυτού) και τού διαφορετικού. Φυσικά αυτή η ερμηνεία είναι δυνατή μόνον εφόσον αγνοήσουμε τις επανειλημμένες βεβαιώσεις εκ μέρους τού Πλάτωνος, τής αρχής τής μη-αντιφάσεως και δεν υπολογίσουμε ένα τουλάχιστον φανερό λάθος τής μεταφράσεως που οφείλεται το πιθανότερο στην επιρροή τού νεοπλατωνικού Marsilio Ficino, χάρις στην οποία φαίνεται να λέει ο Πλάτων ότι κάθε πράγμα είναι μαζί ταυτόσημο και διαφορετικό «κάτω από την ίδια άποψη», ενώ ο Πλάτων λέει ακριβώς τό αντίθετο. Αυτή η ίδια διαλεκτική, ξανασυναντάται από τον Χέγκελ στον Φίληβο, όπου γίνεται λόγος για τήν ενότητα πέρατος και απείρου, δηλαδή πεπερασμένου και απείρου, ενότητα η οποία σύμφωνα με τον Χέγκελ, κατατάσσεται στην Θεία Νόηση, δηλαδή στο πνεύμα, το οποίο είναι «η δύναμις η οποία μπορεί να υποστηρίζει καθαυτή την αντίθεση, την υπέρτατη αντίφαση». Να λοιπόν ποια είναι κατά βάθος η σημασία τής υπέρβασης, τού ξεπεράσματος: υποστηρίζω, αντέχω!


Συνεχίζεται
Αμέθυστος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: