ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ Β
ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ
Γνωρίζεις τον εαυτό σου;
Πανόραμα Θεσσαλονίκης, Γ΄ έκδοση
Κεφάλαιο Έ 7
Η ιδεατή εικόνα
Ὑπηρετοῦμε ἕνα εἴδωλο; Παραμερισμός τοῦ πραγματικοῦ ἑαυτοῦ μας
Ἔχουμε πεῖ σχετικά μὲ τὴν ἰδεατή εἰκόνα ὅτι αὐτὴ εἶναι ὁ φανταστικός, ὁ πλαστός ἑαυτός μας, συγχρόνως ὅμως ἔχει καὶ στοιχεία πραγματικά
Ἀκόμη μία φορά νὰ πῶ κάτι που συμβαίνει με ἀρκετούς χριστιανούς. Ἕνας πιστεύει στον Θεό, πιστεύει στο Εὐαγγέλιο, πιστεύει στον χριστιανισμό, πιστεύει στὴν Ἐκκλησία. Εἶναι πραγματική ἀναζήτηση τῆς ψυχῆς αὐτή ἡ πίστη. Ἀλλά ἐπειδή ἡ ψυχή δέν κινεῖται σωστά - καί αὐτό συμβαίνει ἐπειδή δημιουργοῦνται μέσα της συγκρούσεις, λόγῳ τοῦ ὅτι δέν παίρνει μέσα της σωστή στάση ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἑαυτοῦ της καὶ τῶν ἄλλων ἀναζητεῖ μὲν, ὅμως τελικά αὐτό πού ἀναζητεῖ, αὐτό πού γυρεύει, δέν εἶναι αὐτό πού πράγματι πρέπει να γυρέψει και νὰ ἀναζητήσει, ἀλλά εἶναι κάτι που το φτιάχνει ἡ ψυχή μόνη της. Εἶναι δηλαδή μιά ἰδεατή εἰκόνα.
Ζητεῖ, π.χ., ἡ ψυχή τον ἁγιασμό της, ζητεῖ τὴν τελειότητα. «Ἔσεσθε ὑμεῖς τέλειοι, λέει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, ὥσπερ ὁ Πατήρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειός ἐστιν». «Διώκετε τὸν ἁγιασμόν», λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος.
Το κακό δέν εἶναι τό νά ἐπιδιώκει κανείς τόν ἀγιασμό, νὰ ἐπιδιώκει την τελειότητα. Ἐνῶ ὅμως ἡ ἁγιότητα εἶναι μια πραγματική ζήτηση καί ἔφεση τῆς ψυχῆς, ὅταν ὁ ἄνθρωπος δέν τὴν ἀναζητήσει σωστά, φτιάχνει τότε μιά ἰδεατή εἰκόνα, δηλαδή μια ψεύτικη, μιά πλαστή, μιά φανταστική εἰκόνα γιὰ τὴν ἁγιότητα, γιά τήν τελειότητα, καί τήν ταυτίζει μὲ τὸν ἑαυτό του.
Καί σε τελευταία ἀνάλυση, ἐπειδή ὅλες οἱ ἐφέσεις καί οἱ ἀναζητήσεις τῆς ψυχῆς, ἐπειδή ὅλες οἱ λειτουργίες καί οἱ ἐκδηλώσεις τῆς ψυχῆς κατευθύνονται πρός αὐτή τήν ἰδεατή εἰκόνα, παραμερίζεται ἡ προσωπικότητα, παραμερίζεται ὁ κύριος ἑαυτός μας. Ὁ πραγματικός ἑαυτός μας παραμερίζεται, μπαίνει στὴν ἄκρη, καί ἐκεῖνο πού μένει εἶναι αὐτό το πλαστό, αὐτό τό φανταστικό. Ἐμεῖς ὅμως νομίζουμε ὅτι ἐπιδιώκουμε πραγματικά τόν ἁγιασμό, την τελειότητα, αὐτό πού πρέπει νὰ ἀναζητοῦμε καὶ νὰ ἐπιδιώκουμε, καί ὅτι σ' αὐτό δουλεύουμε, γι' αὐτό κουραζόμαστε καί αὐτό ὑπηρετοῦμε. Σε τελευταία ἀνάλυση ὅμως, ὑπηρετοῦμε καί λατρεύουμε κάτι φανταστικό, κάτι χιμαιρικό, κάτι που, ἄν θέλετε νὰ τὸ πῶ τώρα καί ἔτσι, εἶναι ἕνα εἴδωλο.
Βέβαια, αὐτά ὅλα δέν εἶναι τυχαῖα καί δέν γίνονται ἐντελῶς μόνα τους· κάτι φταίει στη ρίζα τοῦ ἀνθρώπου. Ἴσως ἀπό τά παιδικά χρόνια, ἴσως ἀπὸ τὰ ἐφηβικά χρόνια ὑπάρχουν οἱ διαταραχές καί οἱ συγκρούσεις αὐτές. Καί καθώς ἡ ψυχή δέν ἀντέχει νὰ ζεῖ μὲ αὐτές τις συγκρούσεις, μὲ αὐτή τὴν ἀκαταστασία πού ὑπάρχει μέσα της, ἀλλά καί συγχρόνως δέν μπορεῖ νά δώσει σωστή λύση, καταφεύγει στήν ἰδεατή εἰκόνα.
Γιατί ὁ ἄνθρωπος δένεται τόσο πολύ μὲ τὴν ἰδεατή εἰκόνα;
Ἡ ἰδεατή αὐτή εἰκόνα κάνει καί καλό μέχρις ἑνός ὁρισμένου σημείου, ὅπως λέγαμε την περασμένη φορά. Δηλαδή, πάρα πολλοί ἄνθρωποι -καί δέν ἐννοοῦμε μόνο τούς ἄλλους ἀνθρώπους, ἀλλά εἰδικότερα τούς χριστιανούς, τούς καλούς χριστιανούς- πάρα πολλοί λοιπόν καλοί χριστιανοί, πού προσκολλώνται σ' αὐτή τήν ἰδεατή εἰκόνα, ἀκριβῶς ἐπειδή εἶναι δεμένοι μέ αὐτήν, τα καταφέρνουν να φαίνονται ἄνθρωποι ἰσορροπημένοι, ἤρεμοι, ἀνώτεροι, καί νά ἔχουν ἔτσι ἀπαιτήσεις καί ἀξιώσεις ἀπό τούς ἄλλους μέσα στη ζωή.
Μόλις ὅμως κάτι, ἕνα περιστατικό, κάποιο γεγονός, ὑπονομεύσει αὐτή τήν ἰδεατή εἰκόνα -γιατί αὐτή εἶναι φανταστική, πλαστή δέν εἶναι πραγματική- ἀναγκάζεται κανείς νὰ δεῖ τὸν πραγματικό ἑαυτό του. Ἄν πατάει κανείς σε ἕνα σανίδι το ὁποῖο δὲν στηρίζεται καλά, ἀκόμη κι ἂν αὐτός πού πατάει ἐκεῖ νομίζει ὅτι στηρίζεται θαυμάσια, μόλις κάποιος τραβήξει αὐτό τό σανίδι, θα πέσει κάτω. Ὅταν λοιπόν ὑπονομευτεῖ αὐτή ἡ εἰκόνα, ἀναγκάζεται κανείς νὰ δεῖ τὸν πραγματικό ἑαυτό του - νά δεῖ τὴ γυμνότητά του, τά ἐλαττώματά του, νὰ δεῖ τίς συγκρούσεις καί ὅλη τὴν ἀταξία πού ὑπάρχει μέσα του.
Ἀπό ὅ,τι λένε οἱ εἰδικοί, ἀλλά καί ἀπό ὅ,τι μποροῦμε κι ἐμεῖς νὰ καταλάβουμε μέσα ἀπό τά πράγματα, εἶναι κάτι πολύ σημαντικό νὰ δεῖ ὁ ἄνθρωπος -ὕστερα ἀπό ἕνα περιστατικό, ὕστερα ἀπό ἕνα συγκλονιστικό γεγονός- ὅτι δὲν εἶναι ἐκεῖνος ποὺ νόμιζε ὅτι εἶναι, και να βλέπει τον ἑαυτό του τέτοιον, πού δέν ἀντέχει πιὰ νὰ ζεῖ νὰ νιώσει ὅτι πέφτει, ὅτι χάνεται, ὅτι συντρίβεται.
Το να βρεθεῖ λοιπόν κανείς σε μια τέτοια κατάσταση, εἶναι καλό. Εἶναι μιά εὐκαιρία να πάψει νὰ ζεῖ μὲ τὸν φανταστικό, μέ τόν πλαστό ἑαυτό του, νὰ ἀποφασίσει να προσγειωθεῖ καὶ νὰ ἀρχίσει τή ζωή του ἀπό τήν ἀρχή. Καί στο ἑξῆς να ζήσει μέ τόν πραγματικό ἑαυτό του νὰ δεῖ τὸν πραγματικό ἑαυτό του καί μέ αὐτόν να κινηθεῖ πρός τόν Θεό, νὰ ἀναζητήσει τόν Θεό, νά ἀναζητήσει τὸν ἁγιασμό, την τελειότητα. Ἀλλά αὐτό εἶναι πάρα πολύ δύσκολο να γίνει πάρα πολύ δύσκολο.
Λέγαμε καί ἄλλη φορά: Φανταστεῖτε ὅτι εἴμαστε μέσα σε ἕνα ἀεροπλάνο, καί κάποια στιγμή μᾶς λένε· «Πηδήξτε ἀπό τό ἀεροπλάνο». Καί θά πηδήξει κανείς στο χάος. Ἕνας ἀλεξιπτωτιστής σιγά-σιγά, σιγά-σιγά ἐκπαιδεύεται καί τελικά μαθαίνει να πηδάει. Ἀλλά γιὰ ἕναν πού δέν ξέρει καί ἁπλῶς τοῦ δίνουν ἕνα ἀλεξίπτωτο καί τοῦ λένε «πήδηξε κάτω», εἶναι πάρα πολύ δύσκολο. Ακόμη κι ἐκεῖνος ποὺ εἶναι ἀποφασισμένος να αὐτοκτονήσει, ἴσως δέν θά τό ἔκανε. Θα φοβόταν, ὅταν μάλιστα τα πράγματα τὸν ἀναγκάζουν, τρόπον τινά, να πηδήξει ἀπό τὸ ἀεροπλάνο. Τόσο δύσκολο εἶναι.
Ὅσο δύσκολο λοιπόν εἶναι να πηδήξει κανείς ἀπὸ τὸ ἀεροπλάνο στο χάος, τόσο δύσκολο καί ἀκόμη δυσκολότερο εἶναι νὰ ἀφεθεῖ σ' αὐτό τό χάος πού δημιουργείται μέσα στην ὕπαρξή του, καθώς φεύγει ἀπό τή μέση ἡ ἰδεατή εἰκόνα. Γι' αὐτό λοιπόν ὁ ἄνθρωπος πάρα πολύ δένεται μὲ αὐτή τὴν ἰδεατή εἰκόνα καὶ μέ κανέναν τρόπο δέν θέλει νὰ τὴν ἀφήσει.
Καί στον θάνατο ἀκόμη γιὰ τὴν ἰδεατή εἰκόνα
Καί ἔχουμε πεῖ καί ἄλλη φορά -καί πρέπει αὐτά νὰ τὰ λέμε, να τα ξαναλέμε καὶ νὰ τὰ ἐπαναλαμβάνουμε- ὅτι δέν πρέπει να παραξενευόμαστε καθόλου, ὅταν βλέπουμε ἕναν ἄνθρωπο να εἶναι, ὅπως λέμε, ἀγύριστο κεφάλι καί νά μήν μπορεῖ νὰ καταλάβει κάτι, νά μήν μπορεῖ νὰ ἀλλάξει γνώμη για κάτι.
Νὰ πῶ τώρα καί κάτι ἄλλο; Θὰ εἶναι πολύ ἄραγε; Δεν φαντάζομαι νὰ εἶναι πολύ. Καί στον θάνατο ἀκόμη μπορεῖ νὰ πάει κανείς, προκειμένου να σώσει τὴν ἰδεατή εἰκόνα. Γι' αὐτό μερικοί φθάνουν μέχρι αὐτοκτονίας· μπορεί να πέσουν καί στή φωτιά, ἄς ποῦμε. Δηλαδή, δέν θά εἶναι τόσο δύσκολο γι' αὐτόν τόν ἄνθρωπο να πέσει στη φωτιά να καεῖ, διότι ἔτσι τουλάχιστον φεύγει μέ τό φρόνημα ὅτι κάτι εἶναι. Φεύγει ἔχοντας τὴν ἀνωτερότητά του αὐτή, την τελειότητά του αὐτή. Φεύγει ὄντας ταυτισμένος μὲ τὴν ἰδεατή εἰκόνα πού ἔχει.
Ὅμως, θέλει δέν θέλει κανείς, κάποτε τά πράγματα τὸν ἀναγκάζουν νὰ ἐγκαταλείψει τὴν ἰδεατή εἰκόνα. Ὁπότε μερικοί βρίσκουν τελικά τόν ἑαυτό τους. Ἄλλοι τά καταφέρνουν να ξαναγυρίσουν στὴν ἰδεατή εἰκόνα, καί ἄλλοι παθαίνουν ψυχολογικά, καί ὁ Θεός ξέρει τί θα γίνει μὲ αὐτούς.
Αὐτός πού εἶναι ἔτσι δεμένος μέ τήν ἰδεατή εἰκόνα, εἶναι σάν νὰ ἔχει ἕνα κτίριο, ἕνα σπίτι, ἄν θέλετε νὰ πῶ ἔτσι, πού το νιώθει να πατάει πάρα πολύ καλά, νὰ εἶναι καλά θεμελιωμένο, καί ὅμως αὐτὸ τὸ σπίτι εἶναι γεμάτο μέ δυναμίτη, πού ἀπό στιγμή σε στιγμή μπορεῖ νὰ ἐκραγεῖ, καί νά ἀνατιναχθεῖ τό σπίτι στόν ἀέρα. Γι' αὐτό ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος, ἤρεμος, πράος, ταπεινός, σπουδαῖος -ὄχι μόνο στά μάτια του, ἀλλά καί οἱ ἄλλοι δυστυχῶς καμιά φορά ἔτσι τὸν βλέπουν- δέν δέχεται ἀντιρρήσεις, δέν σηκώνει παρατηρήσεις, δέν δέχεται νά ἀλλάξει γνώμη.
Εἶναι ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος δέν ἀντέχει νὰ μήν τὸν ἀναγνωρίζουν, δέν ἀντέχει νά μήν τόν θαυμάζουν. Εἶναι ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἀποφεύγει τή ζωή, τίς κακοτοπιές· ἀποφεύγει νὰ φανεῖ ὅτι εἶναι ἕνας κοινός ἄνθρωπος ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Προσπαθεῖ πάντοτε να κάνει ἐκεῖνο γιὰ τὸ ὁποῖο εἶναι σίγουρος ὅτι μπορεῖ νὰ τὸ κάνει, καί ὅτι δέν ὑπάρχει περίπτωση νά ἀποτύχει. Δέν ἀντέχει να ἐκτεθεῖ, νὰ φανεῖ ὅτι ἔπεσε ἔξω, να φανεῖ ὅτι εἶναι καί αὐτὸς ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι. Ἐκεῖνο ποὺ τὸν ἀναπαύει, ἐκεῖνο πού τόν στηρίζει εἶναι να νομίζει ὁ ἴδιος, να νομίζουν καί οἱ ἄλλοι, ὅτι στέκεται πάρα πολύ ψηλά.
Αὐτός λοιπόν ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νὰ ζήσει παρά μόνο μὲ τὸ νὰ τὸν θαυμάζουν, μὲ τὸ νὰ τὸν κολακεύουν· καὶ εἶναι πάρα πολύ ἐξαρτημένος ἀπό τοὺς ἄλλους, πάρα πολύ δεμένος μέ τούς ἄλλους, ἄσχετα ἄν φαίνεται ὅτι εἶναι ἀπομονωμένος.
Προβολή τῆς ἰδεατῆς εἰκόνας καί οἱ συνέπειες
Καί ἐπιτρέψτε μου νὰ πῶ ἀκόμη μιά φορά ὅτι, σε ἕναν τέτοιον ἄνθρωπο, μπορεῖ νὰ συμβεί κάτι ἀκόμη χειρότερο: νά ἀπωθήσει τὴν ἰδεατή αὐτή εἰκόνα μὲ τὴν ὁποία εἶναι ταυτισμένος. Δηλαδή, δέν ἀναζητεῖ στόν ἑαυτό του οὔτε βλέπει στον ἑαυτό του τήν ἁγιότητα, τήν τελειότητα -βέβαια ἐκεῖνος ἔτσι νομίζει, ἀλλά στήν πραγματικότητα δέν συμβαίνει ἔτσι- ἀλλά ἔχει ἀπωθήσει, ἔχει σπρώξει βαθιά μέσα του τήν ἰδεατή εἰκόνα περί ἁγιότητος καί οὔτε πού τή σκέπτεται καθόλου αὐτή ὅμως, ἀπό ἐκεῖ βαθιά πού εἶναι, προβάλλεται σε ἕναν ἄλλο. Ἐμεῖς οἱ χριστιανοί το παθαίνουμε πάρα πολύ αὐτό. Εἰδικότερα ἐσεῖς, τα πνευματικά τέκνα, τὸ παθαίνετε πάρα πολύ αὐτό μ' ἐμᾶς τοὺς ἱερεῖς, ποὺ εἴμαστε τάχα πνευματικοί πατέρες. Μπορεί δηλαδή κάποιος ἀπό σᾶς νὰ μὴν ἀντέχει νὰ θεωρεῖ τόν ἑαυτό του ταυτισμένο με μιά εἰκόνα ἁγιότητος, με μιά εἰκόνα τελειότητος, ἀλλά συγχρόνως ὅμως τὸ ἔχει αὐτό μέσα του, καί μή μπορώντας να ζήσει ἀλλιῶς, τελικά το βλέπει σε ἕναν ἄλλο.
Ἂς ποῦμε, κάποιο πνευματικό τέκνο, ὅπως συ-νηθίζουμε να λέμε, γνωρίζει ἕναν πνευματικό πατέρα, καί κάτι ἀπό αὐτόν τόν πνευματικό πατέρα κάνει ἐντύπωση στο πνευματικό τέκνο. Μετά, τήν πλαστή, τή φανταστική εἰκόνα πού ἔχει περί ἁγιότητος καί περί τελειότητος, τήν ἰδεατή αὐτή εἰκόνα πού ἔχει μέσα του αὐτό τό πνευματικό τέκνο, χωρίς τὴν ὁποία δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει, τήν προβάλλει στον πνευματικό πατέρα· καί ἑπομένως δέν τόν βλέπει ὅπως εἶναι, ἀλλά ὅπως τὸν ἔχει φτιάξει μέσα του ἡ ἰδεατή του εἰκόνα.
Καί ἔτσι ἐμφανίζεται ἡ προσκόλληση στον πνευματικό, ἀρχίζει ὁ θαυμασμός, ἀρχίζει να βλέπει κανείς καί τά ἐλαττώματα τοῦ πνευματικοῦ σὰν ἀρετές καί σάν μεγάλα κατορθώματα, ἀρχίζει τοῦτο, ἀρχίζει ἐκεῖνο. Καί, ὅπως καταλαβαίνετε, μπορεῖ νὰ ὑπάρχουν πολλές ἄσχημες συνέπειες. Ὅταν μάλιστα ὁ πνευματικός πατήρ -ἢ ὁ ὁποιοσδήποτε, στὸν ὁποῖο κανείς ἔχει προβάλει την ιδεατή του εἰκόνα καί ἔχει προσκολληθεῖ- συμβεῖ νὰ φανεῖ ὅτι εἶναι ἕνας συνηθισμένος ἄνθρωπος καί ὄχι ἕνας ἅγιος καί τέλειος ἄνθρωπος, ὅπως τόν νομίζει το πνευματικό αὐτό τέκνο, τότε αὐτό το πνευματικό τέκνο, πού τόσο πολύ εἶχε στηριχθεῖ ἐκεῖ, γκρεμίζεται, σωριάζεται κάτω. Δηλαδή -γιά να το καταλάβουμε καλύτερα- σάν να χάθηκε ὁ Θεός, σαν να γκρεμίστηκε ὁ Θεός. Τόσο πολύ παθαίνει ὁ ἄνθρωπος. Δέν εἶναι παράδοξα οὔτε παράξενα αὐτά. Εἶναι πράγματα πού συμβαίνουν ἀνάμεσά μας, καί πρέπει πάρα πολύ να προσέχουμε.
Νὰ ἀγαποῦμε τόν Θεό, να πιστεύουμε στον Θεό, νὰ ἀναζητοῦμε τόν Θεό ἀληθινά, σωστά. Καί μόλις δοῦμε ὅτι ἕνας ἄνθρωπος -εἴτε εἶναι ὁ ἑαυτός μας εἴτε κάποιος ἄλλος- παίρνει τή θέση τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν ὕπαρξή μας, να ξέρουμε ὅτι κακό μεγάλο μᾶς βρῆκε, καί πάση θυσίᾳ καί με όποιονδήποτε τρόπο να κοιτάξουμε να βγάλουμε τον οἱονδήποτε μέσα ἀπό τήν καρδιά μας -ἀκόμη καὶ τὸν ἑαυτό μας, ὅπως εἶπα, τόν ψεύτικο ἑαυτό μας, τὴν ἰδεατή αὐτή εἰκόνα- καί ἐκεῖ μέσα να μείνει μόνο ὁ Θεός.
Βρισκόμαστε σε κίνδυνο, ἄν δέν προσέξουμε
Ἄν λοιπόν αὐτά ὅλα πού λέμε ἀληθεύουν -καί ἐπιτρέψτε μου νὰ πῶ ὅτι ἴσως κάτι ξέρω πάνω σ' αὐτά καί πιστεύω ὅτι λίγο πολύ ἀληθεύουν- καταλαβαίνετε σε τί κίνδυνο βρισκόμαστε, ἐάν δέν προσέξουμε.
Γενικότερα ἡ ζωή πού ζοῦμε ὡς ἄνθρωποι σ' αὐτόν τον κόσμο, ἀλλὰ ἰδιαίτερα ἡ χριστιανική ζωή, δέν εἶναι παιχνίδια καί γέλια. Ὁ Θεός εἶναι μεγάλος, καί εἶναι ἕτοιμος να βοηθήσει τόν ἄνθρωπο· δέν χωράει καμιά ἀμφιβολία. Ἡ σωτηρία παρέχεται δωρεάν καί εἶναι πάρα πολύ εύκολη. Ἀλλά νὰ ὅμως ποὺ ἀπό τήν πλευρά του ὁ ἄνθρωπος τά μπερδεύει καί ἀναζητεῖ ἀλλοῦ τὴ σωτηρία, ἐπειδή στο βάθος ὑπάρχει τὸ ἐγώ, ἡ φιλαυτία· ὑπάρχει αὐτή ἡ ἀγάπη τοῦ ἑαυτοῦ μας, πού ξεκινάει ἀπό τὴν ἡμέρα πού ἔπεσαν οἱ πρωτόπλαστοι. Αὐτό ήταν το μεγάλο κακό πού ἔγινε ἐκείνη τὴν ἡμέρα: ἔπαψαν πιὰ οἱ πρωτόπλαστοι να βλέπουν τον Θεό καὶ ἄρχισαν νὰ βλέπουν τὸν ἑαυτό τους· στράφηκαν πρός τόν ἑαυτό τους. Ἀπό κεῖ λοιπόν ἀρχίζουν ὅλα τὰ δεινά, πού φθάνουν μέχρι σήμερα. Καί ἐνῶ εἴμαστε βαπτισμένοι, καί θά ἔπρεπε κάπως ἀλλιῶς νὰ ζοῦμε, τελικά δέν τά καταφέρνουμε να ζοῦμε γνήσια χριστιανικά καί ζοῦμε λανθασμένα. Ἴσως καί ἡ ἐποχή νὰ εὐνοεῖ κάτι τέτοιες άρρωστημένες καταστάσεις.
***
Ἂς εὐχηθοῦμε, αὐτά πού λέμε, νὰ μᾶς βοηθήσουν λιγάκι, τώρα μάλιστα πού εἴμαστε καί σ' αὐτή την περίοδο, ὥστε φέτος να σταυρωθεῖ ἐπιτέλους ἡ ἰδεατή εἰκόνα πού ἔχουμε μέσα μας. Νά ποῦμε: «Να πέσουμε, τρόπον τινά, καί ἀπό τό ἀεροπλάνο καί ἀπό ὅπου ἀλλοῦ, προκειμένου να σταυρωθεῖ τὸ ἐγώ, μαζί μέ τόν Χριστό βέβαια, καί νὰ ἀναστηθεῖ ὁ ἑαυτός μας μαζί μέ τόν Κύριο».
19-3-1972
Ὁ ἄνθρωπος που φτιάχνει μιά ἰδεατή εἰκόνα, το κάνει μόνο καί μόνο διότι δὲν ἀντέχει τὸν ἑαυτό του ἔτσι ὅπως εἶναι.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου