Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

Οι συγκρούσεις του εσωτερικού μας κόσμου 2

Συνέχεια από Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

Οι συγκρούσεις του εσωτερικού μας κόσμου 2
Karen Horney: Our inner conflicts


ΜΕΡΟΣ Ι

Νευρωτικές συγκρούσεις και απόπειρες επίλυσης

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

Η οξύτητα των νευρωτικών συγκρούσεων

Επιτρέψτε μου να πω εξ αρχής: το να έχει κανείς συγκρούσεις δεν είναι νευρωτικό. Κάποια στιγμή οι επιθυμίες μας, τα συμφέροντά μας, οι πεποιθήσεις μας είναι αναπόφευκτο να συγκρουστούν με εκείνα των ανθρώπων γύρω μας. Και όπως τέτοιες συγκρούσεις ανάμεσα σε εμάς και το περιβάλλον μας αποτελούν κάτι το συνηθισμένο, έτσι και οι συγκρούσεις μέσα μας αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ανθρώπινης ζωής.

Οι πράξεις ενός ζώου καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από το ένστικτο. Το ζευγάρωμά του, η φροντίδα των μικρών του, η αναζήτηση τροφής, οι άμυνές του απέναντι στον κίνδυνο είναι λίγο-πολύ προκαθορισμένες και πέρα από ατομική απόφαση. Αντίθετα, είναι προνόμιο αλλά και βάρος του ανθρώπου το να μπορεί να επιλέγει, να πρέπει να παίρνει αποφάσεις. Μπορεί να χρειαστεί να αποφασίσουμε ανάμεσα σε επιθυμίες που οδηγούν σε αντίθετες κατευθύνσεις. Μπορεί, για παράδειγμα, να θέλουμε να είμαστε μόνοι αλλά και να θέλουμε να είμαστε με έναν φίλο· μπορεί να θέλουμε να σπουδάσουμε ιατρική αλλά και να σπουδάσουμε μουσική. Ή μπορεί να υπάρχει σύγκρουση ανάμεσα σε επιθυμίες και υποχρεώσεις: να θέλουμε να είμαστε με έναν εραστή, όταν κάποιος που βρίσκεται σε ανάγκη χρειάζεται τη φροντίδα μας. Μπορεί να διχαστούμε ανάμεσα στην επιθυμία να είμαστε σε αρμονία με τους άλλους και σε μια πεποίθηση που θα συνεπαγόταν την έκφραση μιας άποψης αντίθετης προς αυτούς. Τέλος, μπορεί να βρισκόμαστε σε σύγκρουση ανάμεσα σε δύο συστήματα αξιών, όπως συμβαίνει όταν πιστεύουμε ότι πρέπει να αναλάβουμε μια επικίνδυνη εργασία σε καιρό πολέμου, αλλά πιστεύουμε επίσης στο καθήκον μας απέναντι στην οικογένειά μας.

Το είδος, η έκταση και η ένταση τέτοιων συγκρούσεων καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από τον πολιτισμό μέσα στον οποίο ζούμε. Αν ο πολιτισμός είναι σταθερός και δεσμευμένος από την παράδοση, η ποικιλία των επιλογών που παρουσιάζονται είναι περιορισμένη και το φάσμα των πιθανών ατομικών συγκρούσεων στενό. Ακόμη κι έτσι, δεν απουσιάζουν. Η μία πίστη μπορεί να παρεμβάλλεται στην άλλη· οι προσωπικές επιθυμίες μπορεί να αντιτίθενται στις υποχρεώσεις προς την ομάδα. Αν όμως ο πολιτισμός βρίσκεται σε φάση ταχείας μετάβασης, όπου άκρως αντιφατικές αξίες και αποκλίνουσες μορφές ζωής συνυπάρχουν, οι επιλογές που καλείται να κάνει το άτομο είναι πολλές και δύσκολες. Μπορεί να συμμορφωθεί με τις προσδοκίες της κοινότητας ή να είναι ένας διαφωνών ατομικιστής, να είναι κοινωνικός ή να ζει ως ερημίτης, να λατρεύει την επιτυχία ή να την περιφρονεί, να έχει πίστη στην αυστηρή πειθαρχία για τα παιδιά ή να τους επιτρέπει να μεγαλώνουν χωρίς πολλή παρέμβαση· μπορεί να πιστεύει σε διαφορετικά ηθικά μέτρα για άνδρες και γυναίκες ή να θεωρεί ότι τα ίδια πρέπει να ισχύουν και για τους δύο, να αντιμετωπίζει τις σεξουαλικές σχέσεις ως έκφραση ανθρώπινης οικειότητας ή να τις αποσυνδέει από δεσμούς συναισθηματικής προσκόλλησης· μπορεί να ενισχύει τις φυλετικές διακρίσεις ή να υιοθετεί τη θέση ότι οι ανθρώπινες αξίες είναι ανεξάρτητες από το χρώμα του δέρματος ή το σχήμα της μύτης —και ούτω καθεξής.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι επιλογές σαν κι αυτές πρέπει να γίνονται πολύ συχνά από ανθρώπους που ζουν στον πολιτισμό μας, και θα περίμενε κανείς, επομένως, συγκρούσεις αυτού του είδους να είναι αρκετά συνηθισμένες. Όμως το εντυπωσιακό γεγονός είναι ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν επίγνωση αυτών των συγκρούσεων και, κατά συνέπεια, δεν τις επιλύουν μέσω κάποιας σαφούς απόφασης. Τις περισσότερες φορές παρασύρονται και αφήνουν τον εαυτό τους να καθοδηγείται από την τύχη. Δεν ξέρουν πού βρίσκονται· κάνουν συμβιβασμούς χωρίς να το αντιλαμβάνονται· εμπλέκονται σε αντιφάσεις χωρίς να το γνωρίζουν. Εδώ αναφέρομαι σε φυσιολογικά άτομα, με την έννοια ούτε του μέσου όρου ούτε του ιδεώδους, αλλά απλώς του μη νευρωτικού.

[[25]] Πρέπει, λοιπόν, να υπάρχουν ορισμένες προϋποθέσεις για την αναγνώριση αντιφατικών ζητημάτων και για τη λήψη αποφάσεων με βάση αυτά. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι τέσσερις. Πρέπει να έχουμε επίγνωση του ποιες είναι οι επιθυμίες μας — ή, ακόμη περισσότερο, του ποιες είναι οι αισθήσεις και τα συναισθήματά μας. Μας αρέσει πράγματι ένας άνθρωπος ή απλώς νομίζουμε ότι μας αρέσει επειδή «έτσι πρέπει»; Είμαστε πράγματι λυπημένοι όταν πεθαίνει ένας γονέας ή απλώς εκτελούμε τυπικά τις αναμενόμενες αντιδράσεις; Θέλουμε πραγματικά να γίνουμε δικηγόροι ή γιατροί ή απλώς μας φαίνεται ότι πρόκειται για ένα αξιοσέβαστο και προσοδοφόρο επάγγελμα; Θέλουμε πράγματι τα παιδιά μας να είναι ευτυχισμένα και ανεξάρτητα ή απλώς δίνουμε λεκτική συγκατάθεση σε αυτή την ιδέα; Οι περισσότεροι από εμάς θα δυσκολευόμασταν να απαντήσουμε σε τόσο απλά ερωτήματα· δηλαδή, δεν γνωρίζουμε τι πραγματικά αισθανόμαστε ή τι πραγματικά θέλουμε.

Εφόσον οι συγκρούσεις συχνά αφορούν πεποιθήσεις, δοξασίες ή ηθικές αξίες, η αναγνώρισή τους προϋποθέτει ότι έχουμε αναπτύξει το δικό μας σύστημα αξιών. Πεποιθήσεις που απλώς έχουν υιοθετηθεί και δεν αποτελούν οργανικό μέρος του εαυτού μας δύσκολα διαθέτουν αρκετή δύναμη ώστε να οδηγήσουν σε συγκρούσεις ή να λειτουργήσουν ως καθοδηγητική αρχή στη λήψη αποφάσεων. Όταν εκτεθούν σε νέες επιδράσεις, τέτοιες πεποιθήσεις εγκαταλείπονται εύκολα προς όφελος άλλων. Αν απλώς έχουμε υιοθετήσει τις αξίες που τιμώνται στο περιβάλλον μας, συγκρούσεις που θα έπρεπε, προς το ίδιο μας το συμφέρον, να ανακύψουν, δεν ανακύπτουν. Αν, για παράδειγμα, ένας γιος δεν έχει ποτέ αμφισβητήσει τη σοφία ενός στενόμυαλου πατέρα, θα υπάρξει μικρή σύγκρουση όταν ο πατέρας θέλει να τον οδηγήσει σε ένα επάγγελμα διαφορετικό από εκείνο που ο ίδιος προτιμά. Ένας παντρεμένος άνδρας που ερωτεύεται μια άλλη γυναίκα βρίσκεται στην πραγματικότητα αντιμέτωπος με μια σύγκρουση· αλλά όταν έχει αποτύχει να διαμορφώσει τις δικές του πεποιθήσεις σχετικά με το νόημα του γάμου, απλώς θα παρασυρθεί από τον δρόμο της ελάχιστης αντίστασης αντί να αντιμετωπίσει τη σύγκρουση και να πάρει μια απόφαση προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση.

Ακόμη κι αν αναγνωρίσουμε μια σύγκρουση ως τέτοια, πρέπει να είμαστε πρόθυμοι και ικανοί να απαρνηθούμε το ένα από τα δύο αντιφατικά στοιχεία. Όμως η ικανότητα για σαφή και συνειδητή απάρνηση είναι σπάνια, επειδή τα συναισθήματα και οι πεποιθήσεις μας είναι συγκεχυμένα και ίσως επειδή, σε τελική ανάλυση, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι αρκετά ασφαλείς και ευτυχισμένοι ώστε να απαρνηθούν οτιδήποτε.

Τέλος, για να ληφθεί μια απόφαση προϋποτίθεται η προθυμία και η ικανότητα να αναλάβει κανείς την ευθύνη γι’ αυτήν. Αυτό περιλαμβάνει τον κίνδυνο να πάρει κανείς μια λανθασμένη απόφαση και την προθυμία να υποστεί τις συνέπειες χωρίς να κατηγορεί άλλους γι’ αυτές. Θα συνεπαγόταν το αίσθημα: «Αυτή είναι η δική μου επιλογή, το δικό μου έργο», και προϋποθέτει περισσότερη εσωτερική δύναμη και ανεξαρτησία απ’ όση, όπως φαίνεται, διαθέτουν σήμερα οι περισσότεροι άνθρωποι.

Πιασμένοι, όπως τόσοι από εμάς είμαστε, στην ασφυκτική λαβή των συγκρούσεων —έστω και μη αναγνωρισμένων—, έχουμε την τάση να κοιτάζουμε με φθόνο και θαυμασμό ανθρώπους των οποίων η ζωή φαίνεται να κυλά ομαλά, χωρίς να ταράζεται από αυτή την αναστάτωση. Ο θαυμασμός μπορεί να είναι δικαιολογημένος. Μπορεί να πρόκειται για ισχυρές προσωπικότητες που έχουν εγκαθιδρύσει τη δική τους ιεραρχία αξιών ή που έχουν αποκτήσει ένα μέτρο γαλήνης επειδή, με το πέρασμα των χρόνων, οι συγκρούσεις και η ανάγκη για απόφαση έχουν χάσει τη δύναμή τους να αποδιοργανώνουν. Όμως η εξωτερική εικόνα μπορεί να είναι απατηλή. Συχνότερα, λόγω απάθειας, συμμόρφωσης ή καιροσκοπισμού, οι άνθρωποι που ζηλεύουμε είναι ανίκανοι να αντιμετωπίσουν πραγματικά μια σύγκρουση ή να προσπαθήσουν ειλικρινά να τη λύσουν με βάση τις δικές τους πεποιθήσεις, και κατά συνέπεια απλώς παρασύρονται ή καθοδηγούνται από το άμεσο συμφέρον.

[[27]] Το να βιώνει κανείς τις συγκρούσεις του ενσυνείδητα, όσο κι αν αυτό είναι οδυνηρό, μπορεί να αποτελέσει ένα ανεκτίμητο πλεονέκτημα. Όσο περισσότερο αντιμετωπίζουμε τις δικές μας συγκρούσεις και αναζητούμε τις δικές μας λύσεις, τόσο περισσότερη εσωτερική ελευθερία και δύναμη θα αποκτούμε. Μόνο όταν είμαστε πρόθυμοι να επωμιστούμε το κύριο βάρος μπορούμε να προσεγγίσουμε το ιδανικό του να είμαστε ο καπετάνιος του πλοίου μας. Μια ψευδεπίγραφη γαλήνη, ριζωμένη σε εσωτερική αμβλύτητα, κάθε άλλο παρά αξιοζήλευτη είναι. Είναι βέβαιο ότι μας καθιστά αδύναμους και εύκολη λεία σε κάθε είδους επιρροή.

Όταν οι συγκρούσεις περιστρέφονται γύρω από τα πρωταρχικά ζητήματα της ζωής, είναι ακόμη δυσκολότερο να τις αντιμετωπίσει και να τις επιλύσει κανείς. Όμως, εφόσον είμαστε επαρκώς «ζωντανοί», δεν υπάρχει λόγος, κατ’ αρχήν, να μη μπορούμε να το κάνουμε. Η παιδεία θα μπορούσε να συμβάλει πολλά ώστε να ζούμε με μεγαλύτερη επίγνωση του εαυτού μας και να αναπτύσσουμε τις δικές μας πεποιθήσεις. Η συνειδητοποίηση της σημασίας των παραγόντων που εμπλέκονται στην επιλογή θα μας έδινε ιδανικά προς τα οποία να τείνουμε και, με αυτόν τον τρόπο, μια κατεύθυνση για τη ζωή μας.¹

Οι δυσκολίες που είναι πάντοτε εγγενείς στην αναγνώριση και την επίλυση μιας σύγκρουσης αυξάνονται ανυπολόγιστα όταν το άτομο είναι νευρωτικό. Η νεύρωση, πρέπει να ειπωθεί, είναι πάντοτε ζήτημα βαθμού — και όταν μιλώ για «έναν νευρωτικό», εννοώ πάντοτε «ένα άτομο στον βαθμό που είναι νευρωτικό». Για αυτόν, η επίγνωση των συναισθημάτων και των επιθυμιών βρίσκεται σε πολύ χαμηλό επίπεδο. Συχνά τα μόνα συναισθήματα που βιώνονται συνειδητά και καθαρά είναι αντιδράσεις φόβου και οργής απέναντι σε πλήγματα που δέχονται ευάλωτα σημεία. Και ακόμη κι αυτά μπορεί να είναι απωθημένα. Όποια αυθεντικά ιδανικά κι αν υπάρχουν, είναι τόσο διαποτισμένα από καταναγκαστικά πρότυπα ώστε στερούνται της δύναμής τους να δίνουν κατεύθυνση. Υπό την κυριαρχία αυτών των καταναγκαστικών τάσεων, η ικανότητα της απάρνησης καθίσταται ανίσχυρη και η δυνατότητα να αναλαμβάνει κανείς ευθύνη για τον εαυτό του σχεδόν χάνεται.²

Οι νευρωτικές συγκρούσεις μπορεί να αφορούν τα ίδια γενικά προβλήματα που προβληματίζουν και το φυσιολογικό άτομο. Είναι όμως τόσο διαφορετικές ως προς τη φύση τους, ώστε έχει τεθεί το ερώτημα αν επιτρέπεται να χρησιμοποιείται ο ίδιος όρος και για τις δύο περιπτώσεις. Πιστεύω ότι επιτρέπεται, αλλά πρέπει να έχουμε επίγνωση των διαφορών. Ποια είναι, λοιπόν, τα χαρακτηριστικά των νευρωτικών συγκρούσεων;

Ένα κάπως απλουστευμένο παράδειγμα προς διευκρίνιση: Ένας μηχανικός, που εργαζόταν σε συνεργασία με άλλους σε μηχανολογική έρευνα, υπέφερε συχνά από περιόδους κόπωσης και ευερεθιστότητας. Ένα τέτοιο επεισόδιο προκλήθηκε από το ακόλουθο περιστατικό. Σε μια συζήτηση για ορισμένα τεχνικά ζητήματα, οι απόψεις του έγιναν λιγότερο δεκτές από εκείνες των συναδέλφων του. Λίγο αργότερα ελήφθη μια απόφαση ερήμην του, και στη συνέχεια δεν του δόθηκε η ευκαιρία να παρουσιάσει τις προτάσεις του. Υπό αυτές τις συνθήκες, θα μπορούσε να θεωρήσει τη διαδικασία άδικη και να αγωνιστεί, ή θα μπορούσε να αποδεχθεί την απόφαση της πλειοψηφίας με καλή διάθεση. Και οι δύο αντιδράσεις θα ήταν συνεπείς. Όμως δεν έκανε ούτε το ένα ούτε το άλλο. Αν και ένιωσε βαθιά προσβεβλημένος, δεν αντέδρασε μαχόμενος. Συνειδητά είχε απλώς επίγνωση μιας ενόχλησης. Η δολοφονική οργή μέσα του εμφανίστηκε [[29]] μόνο στα όνειρά του. Αυτή η απωθημένη οργή —ένα σύνθετο της μανίας του εναντίον των άλλων και της μανίας του εναντίον του ίδιου του εαυτού του για τη δική του πραότητα— ήταν σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνη για την κόπωσή του.

Η αδυναμία του να αντιδράσει με συνέπεια καθορίστηκε από έναν αριθμό παραγόντων. Είχε οικοδομήσει μια μεγαλοϊδεατική εικόνα του εαυτού του, η οποία απαιτούσε την ευλάβεια και την αναγνώριση των άλλων για να διατηρηθεί. Αυτό ήταν τότε ασυνείδητο: απλώς ενεργούσε με την παραδοχή ότι δεν υπήρχε κανείς τόσο ευφυής και ικανός στον τομέα του όσο ο ίδιος. Κάθε υποτίμηση μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο αυτή την παραδοχή και να προκαλέσει οργή. Επιπλέον, είχε ασυνείδητες σαδιστικές παρορμήσεις να επιπλήττει και να ταπεινώνει τους άλλους — μια στάση τόσο απαράδεκτη για τον ίδιο, ώστε την κάλυπτε με υπερβολική φιλικότητα. Σε αυτά προστίθετο μια ασυνείδητη ώθηση να εκμεταλλεύεται τους ανθρώπους, πράγμα που καθιστούσε επιτακτικό να διατηρεί την εύνοιά τους. Η εξάρτηση από τους άλλους επιδεινωνόταν από μια καταναγκαστική ανάγκη για αποδοχή και αγάπη, που συνδυαζόταν, όπως συνήθως, με στάσεις συμμόρφωσης, κατευνασμού και αποφυγής της σύγκρουσης. Υπήρχε έτσι μια σύγκρουση ανάμεσα, αφενός, σε καταστροφικές επιθετικότητες —αντιδραστική οργή και σαδιστικές παρορμήσεις— και, αφετέρου, στην ανάγκη για αγάπη και επιδοκιμασία, μαζί με την επιθυμία να φαίνεται δίκαιος και λογικός στα δικά του μάτια. Το αποτέλεσμα ήταν μια εσωτερική αναστάτωση που περνούσε απαρατήρητη, ενώ η κόπωση, ως εξωτερική της εκδήλωση, παρέλυε κάθε δράση.

Εξετάζοντας τους παράγοντες που εμπλέκονται στη σύγκρουση, εντυπωσιαζόμαστε πρώτα από την απόλυτη ασυμβατότητά τους. Θα ήταν πράγματι δύσκολο να φανταστεί κανείς πιο ακραία αντίθετα από τις δεσποτικές απαιτήσεις για υποταγή και την δουλοπρεπή υποχωρητικότητα. Δεύτερον, ολόκληρη η σύγκρουση παραμένει ασυνείδητη. Οι αντιφατικές τάσεις που λειτουργούν μέσα της [[30]] δεν αναγνωρίζονται αλλά είναι βαθιά απωθημένες. Μόνο ελάχιστες «φυσαλίδες» της μάχης που μαίνεται στο εσωτερικό φθάνουν στην επιφάνεια. Οι συναισθηματικοί παράγοντες εξορθολογίζονται: πρόκειται για αδικία· πρόκειται για προσβολή· οι ιδέες μου ήταν καλύτερες. Τρίτον, οι τάσεις και προς τις δύο κατευθύνσεις είναι καταναγκαστικές. Ακόμη κι αν είχε κάποια διανοητική επίγνωση των υπερβολικών του απαιτήσεων ή της ύπαρξης και της φύσης της εξάρτησής του, δεν θα μπορούσε να αλλάξει αυτούς τους παράγοντες εκουσίως. Για να μπορέσει να τους αλλάξει θα απαιτούνταν εκτεταμένη αναλυτική εργασία. Ωθούνταν και από τις δύο πλευρές από επιτακτικές δυνάμεις πάνω στις οποίες δεν είχε κανέναν έλεγχο: δεν μπορούσε με κανέναν τρόπο να απαρνηθεί καμία από τις ανάγκες που είχε αποκτήσει από αυστηρή εσωτερική αναγκαιότητα. Όμως καμία από αυτές δεν αντιπροσώπευε αυτό που ο ίδιος πραγματικά ήθελε ή επιζητούσε. Δεν θα ήθελε ούτε να εκμεταλλεύεται ούτε να είναι υποτακτικός· στην πραγματικότητα περιφρονούσε αυτές τις τάσεις. Μια τέτοια κατάσταση πραγμάτων, ωστόσο, έχει εκτεταμένη σημασία για την κατανόηση των νευρωτικών συγκρούσεων. Σημαίνει ότι καμία απόφαση δεν είναι εφικτή.

Ένα ακόμη παράδειγμα παρουσιάζει παρόμοια εικόνα. Ένας ανεξάρτητος σχεδιαστής έκλεβε μικρά χρηματικά ποσά από έναν καλό φίλο. Η κλοπή δεν δικαιολογούνταν από την εξωτερική κατάσταση· είχε ανάγκη από χρήματα, αλλά ο φίλος θα του τα έδινε πρόθυμα, όπως είχε κάνει και άλλες φορές στο παρελθόν. Το ότι κατέφυγε στην κλοπή ήταν ιδιαίτερα εντυπωσιακό, δεδομένου ότι επρόκειτο για έναν αξιοπρεπή άνθρωπο που εκτιμούσε βαθύτατα τη φιλία.

Στη βάση αυτής της συμπεριφοράς βρισκόταν η ακόλουθη σύγκρουση. Ο άνδρας είχε μια έντονη νευρωτική ανάγκη για στοργή, ιδίως μια λαχτάρα να τον φροντίζουν σε όλα τα πρακτικά ζητήματα. Καθώς αυτή συνδυαζόταν με μια ασυνείδητη ώθηση να εκμεταλλεύεται τους άλλους, η τεχνική του ήταν να προσπαθεί ταυτόχρονα να γίνεται συμπαθής και να εκφοβίζει. Αυτές οι τάσεις από μόνες τους θα τον έκαναν πρόθυμο και eager να δεχθεί βοήθεια και υποστήριξη. Όμως είχε αναπτύξει επίσης μια ακραία ασυνείδητη αλαζονεία, η οποία συνεπαγόταν μια αντίστοιχα ευάλωτη υπερηφάνεια. Οι άλλοι όφειλαν να αισθάνονται τιμή που τον υπηρετούσαν· για τον ίδιο ήταν ταπεινωτικό να ζητήσει βοήθεια. Η αποστροφή του προς την υποβολή αιτήματος ενισχυόταν από μια έντονη λαχτάρα για ανεξαρτησία και αυτάρκεια, που του καθιστούσε ανυπόφορο να παραδεχθεί ότι χρειαζόταν οτιδήποτε ή να θέσει τον εαυτό του υπό υποχρέωση. Έτσι μπορούσε να παίρνει, αλλά όχι να λαμβάνει.

Το περιεχόμενο αυτής της σύγκρουσης διαφέρει από εκείνο του πρώτου παραδείγματος, αλλά τα ουσιώδη χαρακτηριστικά είναι τα ίδια. Και κάθε άλλο παράδειγμα νευρωτικής σύγκρουσης θα έδειχνε παρόμοια ασυμβατότητα των αντιμαχόμενων ορμών και τον ασυνείδητο και καταναγκαστικό χαρακτήρα τους, που οδηγεί πάντοτε στην αδυναμία λήψης απόφασης ανάμεσα στα εμπλεκόμενα αντιφατικά ζητήματα.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι η γραμμή διαχωρισμού δεν είναι απολύτως σαφής, η διαφορά ανάμεσα στις φυσιολογικές και τις νευρωτικές συγκρούσεις έγκειται θεμελιωδώς στο γεγονός ότι, για το φυσιολογικό άτομο, η απόσταση ανάμεσα στα αντιμαχόμενα ζητήματα είναι πολύ μικρότερη απ’ ό,τι για τον νευρωτικό. Οι επιλογές που έχει να κάνει ο πρώτος αφορούν δύο τρόπους δράσης, καθένας από τους οποίους είναι εφικτός μέσα στο πλαίσιο μιας σχετικά ενοποιημένης προσωπικότητας. Γραφικά μιλώντας, οι αντιτιθέμενες κατευθύνσεις αποκλίνουν μόνο κατά 90 μοίρες ή λιγότερο, σε αντίθεση με τις ενδεχόμενες 180 μοίρες που αντιμετωπίζει ο νευρωτικός.

Και ως προς την επίγνωση, η διαφορά είναι επίσης ζήτημα βαθμού. Όπως έχει επισημάνει ο Kierkegaard³: «Η πραγματική ζωή είναι υπερβολικά πολύμορφη για να αποδοθεί με την απλή παρουσίαση τόσο αφηρημένων αντιθέσεων όσο εκείνη ανάμεσα σε μια απόγνωση που είναι πλήρως ασυνείδητη και σε μια που είναι πλήρως συνειδητή». Μπορούμε, ωστόσο, να πούμε το εξής: μια φυσιολογική σύγκρουση μπορεί να είναι εξ ολοκλήρου συνειδητή· μια νευρωτική σύγκρουση, σε όλα τα ουσιώδη της στοιχεία, είναι πάντοτε ασυνείδητη. Ακόμη κι αν ένα φυσιολογικό άτομο δεν έχει επίγνωση της σύγκρουσής του, μπορεί να την αναγνωρίσει με συγκριτικά μικρή βοήθεια, ενώ οι ουσιώδεις τάσεις που παράγουν μια νευρωτική σύγκρουση είναι βαθιά απωθημένες και μπορούν να ανασυρθούν μόνο απέναντι σε μεγάλη αντίσταση.

Η φυσιολογική σύγκρουση αφορά μια πραγματική επιλογή ανάμεσα σε δύο δυνατότητες, και οι δύο από τις οποίες είναι πράγματι επιθυμητές για το άτομο, ή ανάμεσα σε πεποιθήσεις που και τις δύο εκτιμά πραγματικά. Είναι επομένως δυνατό να καταλήξει σε μια εφικτή απόφαση, ακόμη κι αν αυτή του κοστίζει και απαιτεί κάποιο είδος απάρνησης. Το νευρωτικό άτομο που κατακλύζεται από μια σύγκρουση δεν είναι ελεύθερο να επιλέξει. Ωθείται από εξίσου επιτακτικές δυνάμεις προς αντίθετες κατευθύνσεις, καμία από τις οποίες δεν επιθυμεί να ακολουθήσει. Επομένως, μια απόφαση με τη συνήθη έννοια είναι αδύνατη. Βρίσκεται ακινητοποιημένο, χωρίς διέξοδο. Η σύγκρουση μπορεί να επιλυθεί μόνο με εργασία πάνω στις νευρωτικές τάσεις που εμπλέκονται και με τέτοια αλλαγή των σχέσεών του με τους άλλους και με τον εαυτό του, ώστε να μπορέσει να απαλλαγεί από αυτές τις τάσεις συνολικά.

Αυτά τα χαρακτηριστικά εξηγούν την οξύτητα των νευρωτικών συγκρούσεων. Όχι μόνο είναι δύσκολο να αναγνωριστούν, όχι μόνο καθιστούν το άτομο ανήμπορο, αλλά έχουν επίσης μια διαλυτική δύναμη, την οποία έχει κάθε λόγο να φοβάται. Αν δεν γνωρίζουμε αυτά τα χαρακτηριστικά και δεν τα έχουμε κατά νου, δεν θα κατανοήσουμε τις απελπισμένες απόπειρες επίλυσης⁴ στις οποίες καταφεύγει ο νευρωτικός και οι οποίες συνιστούν το μεγαλύτερο μέρος μιας νεύρωσης.


Σημειώσεις:


1. Για φυσιολογικά άτομα που απλώς έχουν αμβλυνθεί από τις πιέσεις του περιβάλλοντος, ένα βιβλίο όπως το On Being a Real Person του Harry Emerson Fosdick θα μπορούσε να αποδειχθεί ιδιαίτερα ωφέλιμο.

2. Πρβλ. Κεφάλαιο 10, Η φτωχοποίηση της προσωπικότητας.

3. Søren Kierkegaard, Η ασθένεια προς θάνατον, Princeton University Press, 1941.

4. Σε όλο το κείμενο θα χρησιμοποιώ τον όρο «επιλύω» (solve) σε σχέση με τις προσπάθειες του νευρωτικού να απαλλαγεί από τις συγκρούσεις του. Εφόσον ασυνείδητα αρνείται την ύπαρξή τους, δεν προσπαθεί, με την αυστηρή έννοια, να τις «διευθετήσει» (resolve). Οι ασυνείδητες προσπάθειές του κατευθύνονται προς το να «επιλύσει» (solve) τα προβλήματά του.

Δεν υπάρχουν σχόλια: