Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

Giovanni Reale - ΣΩΚΡΑΤΗΣ (8)

Συνέχεια από: Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

ΚΕΦΑΛΑΙΟN Β΄

Η ΕΠΙΓΡΑΦΗ «ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ» ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΟΨΗ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΤΩΝ ΔΕΛΦΩΝ

ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΕΙΟΥ ΜΗΝΥΜΑΤΟΣ, Η ΑΠΟΔΟΧΗ ΤΟΥ ΚΑΙ Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ

Μαρτυρίες του Πλάτωνος καὶ τοῦ Ξενοφώντος γιὰ τὴ σχέση τῆς φιλοσοφίας τοῦ Σωκράτους μὲ τὸ ἀπολλώνειο ἀπόφθεγμα τοῦ ναοῦ τῶν Δελφῶν

Στὰ ἑπόμενα κεφάλαια θὰ ἀναπτύξουμε τὸ θέμα τόσον τῶν πηγῶν ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἀντλοῦμε πληροφορίες γιὰ τὴ σωκρατική διανόηση όσο καὶ τῆς κριτικῆς μεθόδου τὴν ὁποία ὀφείλουμε νὰ ἀκολουθήσουμε προκειμένου γιὰ τὴν ὀρθὴ χρησιμοποίησή τους. Εν προκειμένῳ, θὰ περιοριστοῦμε στὴν ἀναφορὰ ὁρισμένων βασικών μαρτυριῶν, τις ὁποῖες θὰ ἔχουμε τὴν εὐκαιρία νὰ ἀναλύσουμε τεκμηριώνοντας την Ιστορικὴ ἀξιοπιστία τους καὶ οἱ ὁποῖες, καθ' ὅσον διασαφηνίζουν ικανοποιητικῶς τὴν ὑπόθεση ποὺ πραγματευόμαστε, θὰ ἀποδειχθοῦν ὁ πυρήνας τῆς σωκρατικῆς διανοήσεως.

Μία ἀπὸ τὶς πλέον σημαντικές μαρτυρίες, ἡ ὁποία συνοψίζει τὸ θεμελιώδες μήνυμα τῆς σωκρατικῆς φιλοσοφίας καὶ ἀποδεικνύει τὴ συνάφειά της μὲ τὸ δελφικό ρητό, περιέχεται στὸν πρόλογο τοῦ μεγάλου πλατωνικού διαλόγου Φαίδρος.

Στὸ ἐρώτημα τὸ ὁποῖο ἐτέθη ἀπὸ τὸν καλλιεργημένο Φαῖδρο πρὸς τὸν Σωκράτη, ἐὰν δηλαδὴ ὁ τελευταῖος πιστεύει ἀκόμη σὲ μύθους, ὅπως σὲ αὐτὸν τοῦ Βορέα ποὺ ἄρπαξε τὴν Ωρείθυια, ἢ ἄν πιστεύει, ὅπως ὁρισμένοι λόγιοι, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπέλθει ἕνας ἐξορθολογισμός τῶν μύθων καὶ νὰ ἐντοπιστεῖ ὁ ἐννοιακός πυρήνας τῶν μηνυμάτων ποὺ περιέχουν, ὁ Πλάτων βάζει τὸν Σωκράτη νὰ ἀπαντήσει ὡς ἑξῆς:

Ἐγὼ ὅμως, Φαῖδρε, βρίσκω πὼς αὐτὰ τὰ πράγματα ἔχουν βέβαια τὴ χάρη τους, ἀλλὰ χρειάζεται νὰ εἶναι κανείς, πολὺ δυνατός σ' αὐτὰ καὶ νὰ καταπονιέται πολύ, καὶ δὲν εἶναι νὰ τὸν καλοτυχάῃ κανείς, ὄχι βέβαια γι' ἄλλο τίποτε, παρὰ γιατί θὰ εἶναι ἀναγκασμένος, ἔπειτα ἀπ᾿ αὐτό, ν' ἀποκαταστήσῃ μὲ τὸ νοῦ του καὶ τὴ μορφὴ τῶν Ἱπποκενταύρων κι ἔπειτα τὴ μορφὴ τῆς Χίμαιρας· κι ὕστερα πλακώνουν πλῆθος τέτοια, Γοργόνες καὶ Πήγασοι, κι ἄπειρα ἄλλα ἀνεξήγητα, τερατόμορφα ὄντα μὲ τὶς ἀλλοκοτιὲς τῶν. Αν λοιπὸν δὲν δώσῃ κανείς πίστη σ' αὐτὰ καὶ κοιτάζῃ νὰ συνταιριάζῃ τὸ καθένα κατὰ πὼς φαίνεται νὰ ἔγινε, θὰ χάσῃ πολὺν καιρό, ἀφοῦ θὰ ἔχῃ νὰ κάμῃ μὲ τόσο ἄξεστη σοφία. Κι ἐμένα δὰ δὲν μοῦ μένει καθόλου καιρὸς γι' αὐτά. Καὶ ἡ αἰτία, φίλε μου, γι' αὐτὸ εἶναι τούτη: δὲν μπορῶ ἀκόμα, καθὼς λέει τὸ Δελφικό ρητό, νὰ γνωρίσω τὸν ἑαυτό μου· μοῦ φαίνεται λοιπὸν πὼς εἶναι γελοῖο, ἐν ὅσῳ δὲν ξέρω ἀκόμα τοῦτο, νὰ νοιάζωμαι γιὰ τὰ ξένα πράγματα. Γι' αὐτὸ λοιπὸν τ' ἀφήνω αὐτὰ ὅπως εἶναι, καὶ τὰ παραδέχομαι ὅπως ὅλος ὁ κόσμος, καὶ κάνω ὅ,τι τώρα δὰ ἔλεγα, νοιάζομαι ὄχι γι' αὐτὰ, ἀλλὰ γιὰ τὸν ἑαυτό μου, νὰ ἰδῶ μὴν τυχόν εἶμαι κανένα θηρίο πιὸ μπερδεμένο καὶ πιὸ φουσκωμένο κι ἀπὸ τὸν Τυφῶνα, ἢ κανένα πιὸ ἥμερο ἢ πιὸ ἁπλὸ ζῷο, ποὺ τοῦ ἔχει τάξει ἡ φύση νὰ ἔχῃ μερδικὸ ἀπὸ κάποιο θεϊκὸ κι ἁπλὸ κλῆρο 25.

Σχετικῶς μὲ τὸ ἀντιπροσωπευτικό αὐτὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸν Φαίδρο, ὁ Kierkegaard προβαίνει σὲ ὁρισμένες παρατηρήσεις οἱ ὁποῖες συμφωνοῦν ἀπολύτως μὲ ὅσα πραγματευόμαστε: «Παρά τις προσπάθειές του νὰ συγκεντρώσει γνώσεις γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ γνωρίσει τὸν ἑαυτό του, παρὰ τὴν ἐμμονὴ τῶν αἰώνων νὰ τὸν δοξάζουν ὡς τὸν ἄνθρωπο ποὺ γνώρισε καλλίτερα τὸν ἄνθρωπο, ὁ Σωκράτης ὁμολογεῖ ὅτι δὲν ἔχει ἀντιληφθεῖ ἂν ἡ ἀπέχθειά του να στοχάζεται γιὰ τὴ φύση πλασμάτων ὅπως ὁ Πήγασος καὶ οἱ Γοργόνες δὲν ὀφείλεται καὶ στὸ ὅτι ὁ ἴδιος (ὁ ἀνθρωπογνώστης) δὲν ἦταν παρὰ ἕνα τέρας πιὸ παράξενο κι ἀπὸ τὸν Τυφῶνα, ἢ ἂν ἦταν ἀγαπητὸς καὶ ἁπλός, μετέχοντας ἐκ φύσεως σὲ κάτι θεῖο (Φαίδρος, 2292). Ἰδοὺ τὸ παράδοξο, αὐτὸ τὸ πάθος τῆς διανόησης· ὅσο δὲ γιὰ τοὺς στοχαστές ποὺ τὸ στεροῦνται, αὐτοὶ ὁμοιάζουν μὲ ἐραστές χωρὶς πάθος, εἶναι δηλαδή οὐτιδανοί σύντροφοι. ᾿Αλλὰ ὁ παροξυσμός κάθε πάθους ἀποβλέπει πάντα στην αὐτοκαταστροφή του, καὶ εἶναι ὑπέρτατο πάθος τῆς διάνοιας νὰ ἀναζητεῖ τὸν κλονισμό, ἔστω κι ἂν αὐτὸς ὁ κλονισμός ἐπιφέρει ἔτσι κι ἀλλιῶς τὴ συντριβή της. Τὸ ὑπέρτατο παράδοξο τῆς διανόησης εἶναι ὅτι θέλει νὰ ἀνακαλύψει κάτι τὸ ὁποῖο δὲν μπορεῖ νὰ σκεφτεί» 26.

Προκειμένου, ἐν τούτοις, νὰ ἀνακαλύψει κανείς τὸν ἑαυτό του, ἡ διανόηση συγκρούεται μὲ κάτι ποὺ ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ συλλάβει, κάτι ποὺ ὁ Kierkegaard ὀνομάζει τὸ «ἄγνωστο» καὶ θεωρεῖ ὅτι εἶναι θεῖο: «Τουλάχιστον ὅμως δὲν ἔχει τίποτε τὸ ἀνθρώπινο, γιατί ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται σὲ ἄγνωστο τόπο, οὔτε ό,τιδήποτε ἄλλο γνωστό στοὺς ἀνθρώπους. Ας ὀνομάσουμε, λοιπόν, αὐτὸ Άγνωστο Θεό»27.

Αὐτὴ ἡ «σύγκρουση τῆς λογικῆς», γιὰ τὴν ὁποία μιλᾶ ὁ Kierkegaard ἀναφερόμενος στὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸν Φαῖδρο, ταυτίζεται με ἐκεῖνο ποὺ ὁ Σωκράτης ὁρίζει συχνὰ ὡς ἐν δυνάμει ἐπαφὴ τοῦ ἀνθρώπου ὄχι μὲ τὸ τέρας Τυφῶνα, ἀλλὰ ἐκ φύσεως μὲ τὸ θεῖο.

Ἤδη στὴν ᾿Απολογία τοῦ Σωκράτους, στὸ ἔργο δηλαδὴ στὸ ὁποῖο ὁ Πλάτων, για λόγους ποὺ θὰ δοῦμε, παρουσιάζει τὸν δάσκαλό του ὡς «ἰστορική μορφή» καὶ ὄχι, ὅπως σὲ ὅλους σχεδόν τους υπόλοιπους διαλόγους, ὡς «δραματουργικό προσωπείο», ή κεντρικὴ ἰδέα τοῦ φιλοσοφικού μηνύματος τοῦ Σωκράτους ἐντοπίζεται στη μελέτη τοῦ ἑαυτοῦ (του) καὶ τῶν ἄλλων, στὴν ἰδέα τῆς ψυχῆς ὡς αὐτὸ ποὺ μετρᾶ περισσότερο στὸν ἄνθρωπο (ὅσο μάλιστα καὶ ἡ ὕπαρξή του) καὶ στὴν ἰδέα τοῦ φροντίζειν ἑαυτόν, ὑπὸ τὴν ἔννοια τοῦ φροντίζειν ὄχι ὅσα ἔχει κανείς, δηλαδὴ τὸ σῶμα καὶ τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, ἀλλὰ αὐτὸ που ἀληθινὰ εἶναι, δηλαδή τὴν ψυχή.

Ας διαβάσουμε τὸ σημεῖο ποὺ ἐκφράζει καλλίτερα ἀπὸ κάθε ἄλλο τὸ φιλοσοφικό πιστεύω τοῦ Σωκράτους, σημεῖο τὸ ὁποῖο φαίνεται ἐπίσης νὰ παρέχει μία ἀπάντηση στὸ γνωστὸ ἐνδεχόμενο ἀπαλλαγῆς του ἀπὸ τὴν καταδίκη, ἐὰν ἔπαυε νὰ φιλοσοφεῖ:

Ὥστε ἀκόμα κι ἂν μὲ ἀφήνατε τώρα ἐλεύθερο, μὴν πιστεύοντας τὸν ῎Ανυτο, ὁ ὁποῖος σᾶς εἶπε ὅτι εἶτε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ δὲν ἔπρεπε καθόλου νὰ δικαστῶ, ἤ, ἀφοῦ δικάζομαι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ μὲ καταδικάσετε σε θάνατο· γιατί, πρόσθεσε, ἂν γλιτώσει, οἱ γιοί σας, ποὺ ἤδη κάνουν ὅ,τι τοὺς διδάσκει ὁ Σωκράτης, θὰ καταστραφοῦν ὅλοι ἐντελῶς· ἂν λοιπόν, παρ' ὅλα αὐτά, μοῦ λέγατε: «Σωκράτη, ἐμεῖς δὲν θὰ πιστέψουμε τὸν Ἄνυτο καὶ θὰ σὲ ἀφήσουμε ἐλεύθερο, μὲ τὸν ἑξῆς ὅμως ὅρο, ὅτι δὲν θὰ περνᾶς πιὰ τὴν ὥρα σου ἐξετάζοντας ἔτσι τοὺς ἀνθρώπους καὶ φιλοσοφώντας. Κι ἂν πιαστεῖς νὰ τὸ κάνεις αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, θὰ πεθάνεις»· ἂν λοιπόν, ὅπως εἶπα, μ᾿ αὐτὸν τὸν ὅρο μ' ἀφήνατε ἐλεύθερο, θὰ σᾶς ἔλεγα ὅτι: «'Εγώ, ἄνδρες ᾿Αθηναῖοι, σᾶς ἐκτιμῶ καὶ σᾶς ἀγαπῶ, ἀλλὰ θὰ ὑπακούσω στὸν θεὸ κι ὄχι σὲ σᾶς, καὶ ὅσο ἀναπνέω καὶ μπορῶ, δὲν θὰ πάψω νὰ φιλοσοφῶ καὶ νὰ σᾶς συμβουλεύω καὶ νὰ νουθετῶ ὁποιονδήποτε ἀπὸ σᾶς τυχαίνει κάθε φορὰ νὰ συναντῶ, λέγοντάς του αὐτὰ ἀκριβῶς ποὺ συνήθιζα νὰ λέω, ὅτι: “Πὼς ἐσύ, ἀγαπητέ μου, ὄντας ᾿Αθηναῖος, πολίτης τῆς πιὸ μεγάλης καὶ τῆς πιὸ φημισμένης γιὰ τὴ σοφία της καὶ τὴ δύναμή της πόλη, δὲν ντρέπεται να φροντίζεις γιὰ τὰ χρίγματα, πῶς θὰ ἀποκτήσεις περισσότερα, καὶ γιὰ τὴ δόξα καὶ τῆς τιμές, καὶ νὰ μὴν ἐνδιαφέρεσαι οὔτε νὰ νοιάζεσαι γιὰ τὴ φρόνηση καὶ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν ψυχή σου;». Καὶ ἂν κάποιος ἀπὸ σᾶς ἀμφισβητεῖ τὰ λόγια μου καὶ πεῖ ὅτι φροντίζει καὶ γι' αὐτά, δὲν θὰ τὸν ἀφήσω ἀμέσως οὔτε θὰ φύγω, ἀλλὰ θὰ τοῦ ὑποβάλω ἐρωτήσεις καὶ θὰ τὸν ἐξετάσω καὶ θὰ τὸν ἐλέγξω, καὶ ἂν μοῦ φανεῖ ὅτι δὲν κατέχει τὴν ἀρετή, πάρ' όλο που ἰσχυρίζεται τὸ ἀντίθετο, θὰ τὸν ἐπιπλήξω που νοιάζεται τόσο λίγο γιὰ τὰ πιὸ σημαντικά καὶ τόσο πολὺ γιὰ τὰ πιὸ ἀσήμαντα. Αὐτὰ θὰ τὰ κάνω σ' ὅποιον τύχει νὰ συναντήσω, εἴτε εἶναι νεότερος εἶτε μεγαλύτερος, είτε ξένος, εἴτε συμπολίτης μας, καὶ κυρίως στοὺς συμπολίτες μας, ποὺ εἶναι πιὸ δικοί μου. Γιατὶ αὐτὰ μὲ προστάζει ὁ θεός, καταλάβετε το καλά. Καὶ ἐγὼ πιστεύω ὅτι μέχρι τώρα δὲν ἔχει ὑπάρξει μεγαλύτερο ἀγαθὸ γιὰ σᾶς καὶ γιὰ τὴν πόλη ἀπὸ αὐτὴν τὴν ὑπηρεσία μου που προσφέρω στὸν θεό. Γιατί περιφέρομαι μὴν κάνοντας τίποτα ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ πείθω τοὺς νεότερους καὶ τοὺς πιὸ ἡλικιωμένους ἀνάμεσά σας νὰ μὴ φροντίζουν οὔτε γιὰ τὰ σώματά τους οὔτε γιὰ τὰ χρήματά τους μὲ τόσο πάθος, παρὰ μόνο γιὰ τὴν ψυχή τους, πῶς θὰ γίνει καλύτερη, λέγοντάς τους ὅτι ἡ ἀρετὴ δὲν γίνεται ἀπὸ τὰ χρήματα, ἀλλὰ τὰ χρήματα καὶ ὅλα τὰ ἄλλα ἀνθρώπινα ἀγαθά, καὶ τὰ ἰδιωτικὰ καὶ τὰ δημόσια, ἀπὸ τὴν ἀρετή»28.

Ὁ Σωκράτης, ἀφοῦ δέχθηκε τὴν καταδίκη του κατὰ τὴν πρώτη ἀπὸ τὶς δύο ψηφοφορίες, ἐπιμένει στις ἴδιες ἀπόψεις καὶ στὸν δεύτερο λόγο του, μολονότι θὰ μποροῦσε νὰ διαπραγματευθεῖ μία ἐναλλακτική ποινή, ὑποσχόμενος τὴν ἀπομάκρυνσή του ἀπὸ τὸ φιλοσοφείν:
Γιατὶ ἂν σᾶς πῶ ὅτι αὐτὸ εἶναι σὰ νὰ παρακούω τὸν θεὸ καὶ γιὰ τὸ λόγο αὐτὸν εἶναι ἀδύνατο νὰ ζῶ ἥσυχος, δὲν θὰ μὲ πιστέψετε νομίζοντας ὅτι σᾶς εἰρωνεύομαι. Ἂν πάλι σᾶς πῶ ὅτι εἶναι πολὺ μεγάλο ἀγαθὸ γιὰ τὸν ἄνθρωπο τὸ νὰ μιλάει κάθε μέρα γιὰ τὴν ἀρετὴ καὶ γιὰ τὰ ἄλλα γιὰ τὰ ὁποῖα μὲ ἀκοῦτε νὰ συζητάω ἐξετάζοντας τὸν ἑαυτό μου καὶ τοὺς ἄλλους, καὶ ὅτι ἡ ζωὴ χωρὶς νὰ τὰ ἐξετάζει κανεὶς αὐτὰ εἶναι ζωὴ ποὺ δὲν ἀξίζει νὰ τὴ ζεῖ ὁ ἄνθρωπος, τότε θὰ μὲ πιστέψετε ἀκόμα λιγότερο. Ωστόσο ἔτσι εἶναι, ὅπως σᾶς τὰ λέω, ἄνδρες, καὶ νὰ σᾶς πείσω δὲν εἶναι εὔκολο29.

Στις θεωρίες που περιέχονται στὰ ἀποσπάσματα αὐτὰ θὰ σταθοῦμε κατ᾿ ἐπανάληψιν. Ὀφείλουμε, ὅμως, ἐν προκειμένῳ νὰ ἀναφερθοῦμε ἐκ τῶν προτέρων σε δυὸ ἰδιαίτερες ἔννοιες, οἱ ὁποῖες συναρτῶνται ἄμεσα μὲ τὴ θεματικὴ ποὺ πραγματευόμαστε σε αὐτὸ τὸ κεφάλαιο.

Κατ᾿ ἀρχὰς, ὁ θεὸς στὸν ὁποῖο γίνεται ἀναφορὰ καὶ στις δυο περιπτώσεις εἶναι ἀκριβῶς ὁ θεὸς ᾿Απόλλων, ἐνῶ τὸ φιλοσοφεῖν παρουσιάζεται ἀπὸ τὸν Σωκράτη ὡς μία συγκεκριμένη ἀποστολὴ τὴν ὁποῖα τοῦ ἀνέθεσε ὁ θεὸς καὶ τὴν ὁποία αὐτὸς δὲν μπορεῖ νὰ παραλείψει δίχως νὰ δείξει ἀνυπακοή στὴν ἐντολὴ ποὺ ἔλαβε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν θεό.

Ἰδοὺ μὲ ποιὸ τρόπο ἐκφράζεται ἡ ἔννοια αὐτὴ στὸ χωρίο που προηγεῖται τοῦ πρώτου ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἤδη διαβάσαμε:
Θὰ εἶχα λοιπὸν κάνει πολὺ ἄσχημα, ἄνδρες ᾿Αθηναῖοι, ἂν [...] ὅταν μοῦ ὅριζε ὁ θεὸς – κατὰ τὴ δική μου πάντα ἀντίληψη – ὅτι πρέπει νὰ ζῶ φιλοσοφώντας καὶ ἐξετάζοντας τὸν ἑαυτό μου καὶ τοὺς ἄλλους, νὰ φοβόμουνα εἴτε εἴτε τὸ θάνατο εἴτε ὁτιδήποτε ἄλλο, καὶ νὰ ἐγκατέλειπα τὴ θέση μου. Θὰ ἦταν φοβερό, καὶ πράγματι τότε θὰ ἦταν δίκαιο νὰ μὲ φέρει κανείς στὸ δικαστήριο μὲ τὴν κατηγορία ὅτι δὲν πιστεύω στοὺς θεοὺς καὶ ὅτι δὲν ὑπακούω στὸ χρησμό, καὶ ὅτι φοβάμαι τὸν θάνατο καὶ ὅτι νομίζω πὼς εἶμαι σοφὸς ἐνῶ δὲν εἶμαι 30.

Πράγματι, ὕστερα ἀπὸ τὸν χρησμὸ τοῦ μαντείου τῶν Δελφῶν, ὁ ὁποῖος τὸν ἐχαρακτήρισε ὡς τὸν σοφώτερο τῶν Ἑλλήνων, ὁ Σωκράτης ἄρχισε νὰ δραστηριοποιείται σταθερά καὶ συστηματικά.

Ἐξ ἄλλου, θὰ πρέπει να τονιστεῖ καὶ ἡ κοινωνική διάσταση που προσέλαβε τὸ «Γνώθι σαὐτόν» μὲ τὸν Σωκράτη. Αὐτός, ὅπως ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὰ ἀποσπάσματα που διαβάσαμε, ὑποβάλλει ὄντως σὲ μελέτη τὸν «ἑαυτό του καὶ τοὺς ἄλλους», τοὺς νέους καὶ τοὺς γέροντες, τοὺς ᾿Αθηναίους καὶ τοὺς ξένους.

Ἡ θέση, συνεπώς, τὴν ὁποία εἶχε υἱοθετήσει ὁ Ἡράκλειτος ανατρέπεται ἀπὸ τὸν Σωκράτη: ὁ τελευταῖος θέλησε να διαβεῖ τὸν δύσκολο δρόμο τῆς μελέτης καὶ τῆς αὐτογνωσίας, πάντοτε καὶ μόνον μαζί μὲ τοὺς ἄλλους, μὲ ὅλες τις σύνθετες συνέπειες τὶς ὁποῖες τοῦτο συνεπάγεται.

Ἀκόμη καὶ ὁ πλατωνικός ᾿Αλκιβιάδης περιέχει σπουδαίες σελίδες
ἀναφορικῶς πρὸς τὸ θέμα αὐτό 31. Ο διάλογος αὐτός, ὅπως εἶναι γνωστό, θεωρεῖται ἀπὸ πολλούς μελετητές πλαστός. Ἐμεῖς δὲν εἴμεθα αὐτῆς τῆς γνώμης. ᾿Ακόμη καὶ ἂν δὲν εἶναι ἔργο τοῦ Πλάτωνος, ὁ ἐν λόγω διάλογος παραμένει ένα σπουδαίο κείμενο, τὸ ὁποῖο θὰ μποροῦσε νὰ ἐνισχύσει ὅσα ὁ ἴδιος ὁ Πλάτων λέγει.


Ὀφείλουμε νὰ ἀναφερθούμε στις σελίδες αὐτὲς πολλὲς φορὲς καὶ λεπτομερώς, καθ' ὅσον σὲ αὐτὲς ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἡ ψυχή του καὶ ὅτι τὸ πρῶτο μέλημά του εἶναι ἡ θεραπεία τῆς ψυχῆς. Ἐν προκειμένῳ, ὅμως, θὰ περιοριστοῦμε μόνον στὴν ἐπισήμανση τῆς ἀναφορᾶς στὴν ἐπιγραφὴ τοῦ ναοῦ τῶν Δελφῶν:
᾿Αλλά, εὐλογημένε, ἀφοῦ δώσῃς πίστιν καὶ εἰς ἐμέ, καὶ εἰς τὴν ἐπιγραφὴν τῶν Δελφῶν, «γνώρισε τὸν ἑαυτόν σου» 32.
Τί ἀπ᾿ τὰ δύο λοιπόν; Τυχαίνει νὰ εἶναι ἄραγε εὔκολον τὸ νὰ γνωρίσῃ κανεὶς τὸν ἑαυτόν του, καὶ ἀνόητος ἦταν αὐτός, ποὺ τὸ ἀνέγραψε ἀπάνω ἐκεῖ στὸν ναὸν εἰς τοὺς Δελφούς, ἢ μήπως καὶ εἶναι πράγματι κάτι τὸ δύσκολον, καὶ ὄχι διὰ τὸν καθένα; [...]33.
Αὐτὸς ἄρα ποὺ μᾶς διατάσσει νὰ γνωρίσωμε τὸν ἑαυτόν μας μᾶς παρακινεῖ νὰ γνωρισθοῦμε μὲ τὴν ψυχήν μας 34.


Θὰ πρέπει, ἐπίσης, νὰ ἐπισημανθεῖ ὅτι ἡ λύση τοῦ προβλήματος τῆς αὐτογνωσίας καὶ τῆς θεραπείας τοῦ ἑαυτοῦ παρουσιάζεται ὡς ἀπαραίτητος ὅρος γιὰ τὴν κατάλληλη προετοιμασία τοῦ ἀληθινοῦ πολιτικοῦ ἀνδρὸς, προετοιμασία διά μέσου τῆς ὁποίας θὰ καταστεῖ ικανὸς νὰ ἐφαρμόζει ὅσα θὰ τοῦ ἐπιτρέψουν «την πόλιν διοικεῖν καὶ σώζεσθαι»35. Ἡ αὐτογνωσία καὶ ἡ θεραπεία τοῦ ἑαυτοῦ, συνεπῶς, ἐνέχουν μία κοινωνικὴ καὶ πολιτικὴ ἀξία, ποὺ γιὰ τὸν Ἕλληνα τῆς κλασσικῆς ἐποχῆς δὲν εἶναι παρὰ ἠθικὴ ἀξία καὶ ἡ ὁποία ἀποδεικνύεται μείζονος σημασίας.

Ας διαβάσουμε ἕνα ἀπόσπασμα τοῦ Werner Beierwaltes, ὁ ὁποῖος τονίζει τὴν πολιτική αὐτὴ διάσταση τοῦ «Γνῶθι σαὐτόν», παραπέμποντας στὸν ᾿Αλκιβιάδη. «Γνώθι σαὐτὸν δὲν σημαίνει σολιψιστική εσωστρέφεια, ἢ ἐγκατάλειψη τῆς πολιτικῆς σφαίρας, ἀντιθέτως, ἀποτελεί προϋπόθεση ἑνὸς σημαντικοῦ ἀνοίγματος πρὸς τὴν πόλιν. Με θετικούς όρους, αὐτὸ σημαίνει πώς όποιος γνωρίζει τὸν ἑαυτό του (τὸν ἑαυτό του ὡς τὸν ἄλλο ξεχωριστά), γνωρίζει τις δραστηριότητες καὶ τῆς ἀνάγκες τῶν συμπολιτῶν του οἱ ὁποῖες ἀπαιτοῦν μία ἱεράρχηση στὸν κοινωνικό βίο τῆς πόλεως. Τότε μόνον εἶναι δυνατόν οἱ πολίτες νὰ ἔχουν ευημερία καὶ "εὐτυχία", μόνον ἐὰν στὴν πόλιν κυριαρχεῖ ἡ ἀρετή, καὶ εἶναι καθῆκον τοῦ πολιτικοῦ νὰ κάνει ὅλους τοὺς πολίτες τῆς πόλεως κοινωνούς σὲ αὐτό. “Ώστε οἱ πόλεις δὲν χρειάζονται οὔτε τείχη, οὔτε πολεμικά πλοῖα, οὔτε ναυστάθμους. ᾿Αλκιβιάδη μου, ἂν θέλουν νὰ εὐτυχήσουν, οὔτε μεγάλο πληθυσμόν, οὔτε μεγάλην ἔκτασιν, χωρὶς τὴν ἀρετήν" (1346 7-9). Αὐτὸ σημαίνει πως εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρξουν δικαιοσύνη καὶ μετριοπάθεια. Καὶ αὐτὸ ἀρμόζει μὲ τὴν πράξη ἐκείνου τοῦ ὑποκειμένου ποὺ ἀτενίζει “τὸ θεῖο καὶ τὸ φωτεινό... Ἐὰν ὅμως φερθεῖτε ἀδίκως, στοχεύοντας πρὸς τὸ ἀσεβὲς καὶ σκοτεινό, οἱ πράξεις σας θὰ εἶναι παρόμοιες μὲ ὅ,τι δὲν εἶναι θεῖο καὶ σκοτεινό, γιατί δὲν θὰ γνωρίζετε τὸν ἑαυτό σας"»36.

Θὰ κλείσουμε τὸ θέμα αὐτὸ παραθέτοντας ἕνα ἀπόσπασμα τοῦ Ξενοφώντος, στὸ ὁποῖο ἐκφράζει ἰδέες ἴδιες μὲ αὐτὲς ποὺ ἐξέφρασε ὁ Πλάτων, ἂν καὶ μὲ τρόπο πολύ γενικὸ καὶ λιγότερο ἀποτελεσματικό:
– Εἰπέ μου, εἶπεν, ὦ Εὐθύδημε, ἐπῆγες ποτέ ἕως τώρα εἷς τοὺς Δελφούς; Καὶ δύο φορές μάλιστα, μὰ τὸν Δία, εἶπεν. Ἐπρόσεξες λοιπὸν τὸ «Γνῶθι σαὐτόν», τὸ ὁποῖον εἶναι γραμμένον κάπου ἐπάνω εἰς τὸν ναόν; – Μάλιστα. – Ποῖον ἀπὸ τὰ δύο, καθόλου δὲν ἐφρόντισες διὰ τὴν ἐπιγραφὴν αὐτὴν ἢ καὶ τὴν ἐπρόσεξες καὶ ἐπεχείρησες νὰ ἐξετάζῃς τὸν ἑαυτὸν σου τὶ εἶσαι; – Μὰ τὸν Δία, ὄχι, εἶπε· διότι βέβαια καὶ πολὺ μάλιστα ἐνόμιζα, ὅτι τὸ ἤξευρα αὐτό· διότι δὲν θὰ ἤξευρα τίποτε ἄλλο, ἐὰν δὲν ἐγνώριζα οὔτε τὸν ἑαυτόν μου. – Ποῖον δὲ ἀπὸ τὰ δύο φρονεῖς, ὅτι γνωρίζει τὸν ἑαυτόν του ἐκεῖνος ποὺ μόνον τὸ ὄνομά του γνωρίζει ή ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος, καθὼς αὐτοὶ ποὺ ἀγοράζουν ἄλογα δὲν νομίζουν, ὅτι ἠξεύρουν τὸ ἄλογον, τὸ ὁποῖον θέλουν νὰ ἠξεύρουν, πρὶν τὸ ἐξετάσουν, ποῖον ἀπὸ τὰ δύο, πείθεται εὔκολα ἢ δὲν πείθεται, καὶ ποῖον ἀπὸ τὰ δύο, εἶναι δυνατὸν ἢ ἄρρωστον, καὶ ποῖον ἀπὸ τὰ δύο, εἶναι γρήγορον ἢ ἀργόν, καὶ πῶς εἶναι κατὰ τὰς ἄλλας ἰδιότητας τὰς καταλλήλους ἢ ἀκαταλλήλους διὰ τὴν χρησιμοποίησιν τοῦ ἀλόγου, τοιουτοτρόπως ἐξετάσας τὸν ἑαυτόν του, δηλαδὴ τὰ εἴδους εἶναι ὡς πρὸς τὴν χρῆσίν του ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων, τότε γνωρίζει τὴν ἀξίαν του 37;

Σημειώσεις

25. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Φαίδρος, 229 1 - 230 a.
26. S. KIERKEGAARD, Φιλοσοφικά ψιχία, κεφ. 3, σ. 71.
27. Αὐτόθι, κεφ. 3, σ. 76.
28. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Απολογία Σωκράτους, 29 c - 30 6.
29. Αὐτόθι, 37 e-38 a.
30. Αὐτόθι, 28 с, 29 a.
31. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Αλκιβιάδης, Βιβλιοθήκη ᾿Αρχαίων Συγγραφέων, Ι. Ζαχαρόπουλος, πβ. ιδιαιτέρως 123 c - 133 с.
32. Αὐτόθι, 124 a-b.
33. Αὐτόθι, 129 a.
34. Αὐτόθι, 131 e.
35. Αὐτόθι, 126 a.
36. W. BEIERWALTES, Autoconoscenza ed esperienza dell'unità. Plotino, Enneade V.3, ἶταλ. ἔκδ., Milano, Vita e Pensiero, 1995, σ. 55.
37. ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ, Απομνημονεύματα, ΙV, 2, 24-26.

ΣΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΜΑΣ Ο ΘΕΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΜΑΣ ΕΔΩΣΕ ΕΝΑ ΣΗΜΕΙΟ ΜΕΓΑ. ΣΗΜΑΙΝΟΝ ΑΛΒΑΝΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΑΣ ΙΣΧΥΡΙΣΘΗΚΕ ΟΤΙ ΟΙ ΣΗΜΕΡΙΝΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΣΥΝΕΧΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΙ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ. Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΜΑΣ ΗΤΑΝ ΟΤΙ ΔΙΑΘΕΤΟΥΜΕ ΤΟ ΙΔΙΟ DNA. ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΔΟΞΑΖΟΥΜΕ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΥΣ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΙΣΧΥΡΙΖΟΝΤΑΙ ΟΤΙ Η ΨΥΧΗ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΕΠΙΝΟΗΣΗ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: