Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

Giovanni Reale - ΣΩΚΡΑΤΗΣ (7)

  Συνέχεια από: Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026

ΚΕΦΑΛΑΙΟN Β΄

Η ΕΠΙΓΡΑΦΗ «ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ» ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΟΨΗ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΤΩΝ ΔΕΛΦΩΝ

ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΕΙΟΥ ΜΗΝΥΜΑΤΟΣ, Η ΑΠΟΔΟΧΗ ΤΟΥ ΚΑΙ Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ

Τὸ «Γνώθι σαυτόν» στὸν Ἡράκλειτο

Προτοῦ μιλήσουμε γιὰ τὸν Σωκράτη, κρίνεται σκόπιμο να ἀναφερθούμε στην ξαφνική προβολή ποὺ ἔλαβε τὸ «Γνώθι σαυτόν» στη διανόηση τοῦ Ἡρακλείτου κι αὐτὸ γιὰ δυὸ λόγους.
Πρώτον, θὰ διαπιστώσουμε ότι, μεταφερόμενο ἀπὸ τὸ θρησκευτικό στὸ φιλοσοφικὸ ἐπίπεδο, τὸ μήνυμα τοῦ δελφικοῦ ρητοῦ ἀποκτά κατὰ μεγάλο μέρος ἕνα νέο νόημα.


Δεύτερον, ἡ ὀρθὴ κατανόηση τῆς θέσεως τοῦ Ἡρακλείτου θὰ μᾶς βοηθήσει νὰ ἀντιληφθοῦμε, μέσω ἑνὸς διαλεκτικοῦ παιγνίου ἀντιθέσεων, τις περαιτέρω ἐπαναστατικές καινοτομίες ποὺ προσέλαβε τὸ ἐν λόγῳ ρητό διὰ μέσου τοῦ Σωκράτους, καθὼς καὶ τοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους ὁ ᾿Αριστοτέλης, στὸ ἔργο τοῦ Περί Φιλοσοφίας, ἀπέδωσε ἐξέχουσα σπουδαιότητα στὴν ἀλλαγὴ τὴν ὁποία ἐπέφερε ὁ Σωκράτης στὴν πνευματικὴ ἐξέλιξη τῶν Ἑλλήνων.

Ας διαβάσουμε, ἐν πρώτοις, τις σχετικές μαρτυρίες ποὺ ἔχουν περιέλθει ὡς ἐμᾶς.
Ὁ Πλούταρχος ἀναφέρει:
῾Ο δ' Ἡράκλειτος ὡς μέγα τι καὶ σεμνὸν διαπεπραγμένος «έδιζησάμην» φησίν «ἐμεωυτόν» (Β 101), καὶ τῶν ἐν Δελφοῖς γραμμάτων θειοτάτον ἐδόκει τὸ «γνῶθι σαὐτόν» 18. [«Ο δε Ηράκλειτος, σαν να είχε επιτελέσει κάτι μεγάλο και σεμνό, λέει:
“ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν” (= “αναζήτησα τον εαυτό μου”) (Β 101), και από τα δελφικά παραγγέλματα το πιο θείο θεωρούνταν το “γνώθι σαυτόν”.»]

Ο Διογένης Λαέρτιος ἐπιβεβαιώνει:

Γέγονε δὲ θαυμάσιος ἐκ παίδων, ὅτε καὶ νέος ὢν ἔφασκε μηδέν εἰδέναι, τέλειος μέντοι γενόμενος πάντα ἐγνωκέναι: ἤκουσέ τ' οὐδενός, ἀλλ᾽ αὐτὸν ἔφη διζήσασθαι καὶ μαθεῖν πάντα παρ' ἑαυτοῦ 19. [«Υπήρξε μάλιστα θαυμαστός ήδη από τα παιδικά του χρόνια· τότε που, αν και νέος, έλεγε ότι δεν γνωρίζει τίποτε· όταν όμως έφθασε στην τελείωση, γνώριζε πια τα πάντα. Και δεν άκουσε κανέναν, αλλά έλεγε πως ο ίδιος αναζήτησε τον εαυτό του και έμαθε τα πάντα από τον ίδιο του τον εαυτό.»]

Συνεπώς, ἡ μελέτη τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ ἡ μελέτη τῶν ἄλλων γινόταν ἀντιληπτὴ ἀπὸ τὸν Ἡράκλειτο ὡς μέθοδος ἐκμαθήσεως, ὡς πηγή κάθε γνώσεως. ᾿Ακριβῶς ἡ θέση αὐτὴ ἀποδεικνύεται ριζικῶς ἀντίθετη ἀπὸ τὴ θέση ποὺ θὰ υἱοθετήσει ὁ Σωκράτης, γιὰ τὸν ὁποῖο ἡ μελέτη τοῦ ἑαυτοῦ δὲν εἶναι ἐφικτή, ἐὰν δὲν εἶναι στενῶς συνυφασμένη μὲ τὴ μελέτη τῶν ἄλλων καὶ, ὡς ἐκ τούτου, ἐὰν δὲν προσλαμβάνει χαρακτήρα ἐκπαίδευσης καὶ πνευματικῆς διάπλασης τοῦ ἑαυτοῦ ἀπὸ κοινοῦ μὲ τοὺς ἄλλους – μὲ τὶς προϋποθέσεις καὶ τις συνέπειες ποὺ αὐτὸ συνεπάγεται σε κοινωνικό ἐπίπεδο.

Για ποῖο λόγο, όμως, ὁ Ἡράκλειτος περιόρισε τὸ γνωμικό «Γνώθι σαὐτόν» σε μία ἐγωκεντρικὴ διάσταση, τὴν ὁποία μάλιστα οδήγησε στὰ ἔσχατα όριά της;

Ἡ ἀπάντηση στὴν ἐρώτησή μας δίδεται ἀπὸ τὴ στάση ποὺ ἑτήρησε καθ' ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ζωῆς του πρὸς τοὺς συνανθρώπους του καὶ ἀπὸ τὴν πλήρη ἀπομόνωσή του. Περιφρόνησε τοὺς συμπολίτες του στὴν Ἔφεσο καὶ ἀρνήθηκε τὴν πρόσκληση ποὺ τοῦ ἔγινε νὰ θεσπίσει νέους νόμους γιὰ τὴν πόλη. Ἐπροτίμησε νὰ παίζει μὲ τὰ παιδιὰ ἀντὶ νὰ λάβει μέρος στη διακυβέρνηση τῆς πόλεως. Κατέληξε νὰ περάσει τὴ ζωή του πάνω στὰ ὄρη τρεφόμενος μὲ χόρτα. Θέλησε νὰ δημοσιοποιήσει τὸ ἔργο του καταθέτοντάς το στὸν ναὸ τῆς ᾿Αρτέμιδος, ἀφοῦ όμως τὸ συνέγραψε μὲ δυσνόητο ύφος, ἔτσι ὥστε νὰ γίνεται κατανοητό μόνον ἀπὸ τοὺς μυημένους στη φιλοσοφία καί, συνεπῶς, νὰ μὴν εἶναι προσιτό στον λαό 20.

Ὁ Nietzsche μὲ τὸ αἰχμηρὸ ὕφος τοῦ ἐσκιαγράφησε ἕνα ἀληθινά συγκινητικό πνευματικό πορτραίτο τοῦ Ἡρακλείτου καὶ ἑρμήνευσε μὲ πολύ πρωτότυπο τρόπο τὸ θεμελιώδες νόημα τοῦ «ἐρεύνα σαὐτόν», νόημα τὸ ὁποῖο ὀφείλουμε ἐδῶ νὰ ἀνακαλέσουμε στη μνήμη μας.

Ο Nietzsche περιλαμβάνει τοὺς στοχασμούς του γιὰ τὸν Ἡράκλειτο στο ἔργο του Περί πάθους τῆς ἀληθείας 21. Στὸ ἔργο αὐτὸ ὁ Γερμανός φιλόσοφος ἀναφέρεται στοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους οἱ οποίοι ζοῦν μὲ σκοπὸ τὴν ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας καὶ οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν πορεία τους αὐτὴ ἀκολουθοῦν δύσβατους δρόμους. Μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων αὐτοῦ τοῦ εἴδους, οἱ φιλόσοφοι ὄντως διακρίνονται ὡς οἱ πλέον ριψοκίνδυνοι ἱππότες. Πράγματι, λέγει ὁ Nietzsche, «ἡ μοναχική περιπλάνηση ἐμπεριέχεται στη φύση τους» 22 καὶ πρέπει νὰ ἔχουν ἐξαιρετικὴ ἀντοχή στις ἀντίξοες συνθήκες. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα υπεροψίας τῆς γνώσεως – καὶ μάλιστα κατά τρόπο ὥστε χωρίς αὐτὸν νὰ μὴν μποροῦμε νὰ φανταστοῦμε κάτι ἀντίστοιχο – ἀναφέρεται ὁ Ἡράκλειτος.

Γράφει ὁ Nietzsche: «Το συναίσθημα μοναξιάς ποὺ διακατείχε τὸν ἐρημίτη τοῦ ναοῦ τῆς ᾿Αρτέμιδος τῆς Ἐφέσου μπορεῖ νὰ τὸ αἰσθανθεῖ κανεῖς μὲ τρόμο μονάχα στὴν ἀγριότερη ἐρημιὰ τοῦ βουνοῦ. ᾿Από ἐκεῖνον [τὸν Ἡράκλειτο] δὲν ἀναβλύζει οὔτε ἕνα ἔντονο συναίσθημα συμπάσχουσας συγκίνησης, οὔτε μία ἐπιθυμία βοήθειας καὶ σωτηρίας. εἶναι σὰν ἄστρο δίχως ἀτμόσφαιρα. Ο πύρινος ὀφθαλμός του, στραμμένος ἐντός του, φαινομενικά μόνον θωρεῖ, εἶναι σβηστός, παγερός, στραμμένος πρὸς τὰ ἔσω. Γύρω του, πάνω στις ἐπάλξεις τῆς ὑπεροψίας του, εἰσορμοῦν τὰ κύματα τῆς παραφροσύνης καὶ τῆς μοχθηρίας· μὲ ἀηδία ἀποστρέφει τὸ βλέμμα ἀπ' ὅλα αὐτά. Καὶ οἱ εὐαίσθητοι ἄνθρωποι ὅμως ἀποτραβιοῦνται ἀπὸ αὐτὸ τὸ τραγικό προσωπείο· ἕνα τέτοιο ὂν μπορεῖ νὰ φαίνεται περισσότερο κατανοητὸ σὲ ἕνα ἀπομο νωμένο ἱερό, μεταξύ θείων εἰκόνων, μέσα σε μία παγερὴ καὶ μεγαλο-πρεπῆ ἀρχιτεκτονική. [...] Δὲν τὸν ἐνδιέφεραν διόλου οἱ ἐρωτήσεις ποὺ μποροῦσαν νὰ τεθοῦν στοὺς ἀνθρώπους, καὶ ποὺ πρὶν ἀπὸ ἐκεῖνον εἶχαν τεθεῖ ἀπὸ τοὺς ἄλλους σοφούς. Ερεύνησα καὶ ἔγνων ἐμαυτόν εἶπε, χρησιμοποιώντας τη λέξη μὲ τὴν ὁποία προσδιορίζουμε τὸν χρησμὸ τοῦ μαντείου, λὲς καὶ στὸν ἴδιο εἶχε ἐπαληθευθεῖ ἡ δελφική ρήση “Γνώθι σαυτόν" 23.
Νὰ θυμίσουμε ὅτι, παρὰ τὴν πλήρη ἀπομόνωσή του καὶ τὸ ὕφος τοῦ ἔργου του, τὸ ὁποῖο πράγματι ἀπὸ μερικές πλευρές ἀνακαλεῖ τὸ σιβυλλικὸ ὕφος τῶν χρησμῶν, ὁ Ἡράκλειτος ἐνέπνευσε μεγάλο σεβασμό καὶ θαυμασμό.
Τὸ ἀκόλουθο ἐπίγραμμα, τὸ ὁποῖο παραθέτει ὁ Διογένης Λαέρτιος, εἶναι ἰδιαιτέρως εὔγλωττο:


Μὴ ταχὺς Ἡρακλείτου ἐπ᾿ ὀμφαλὸν εἶλεε βύβλον
τουφεσίου· μάλα του δύσβατος ἀτραπιτός.
Ὄρφνη καὶ σκότος ἐστὶν ἀλάμπετον· ἣν δὲ σε μύστης
εἰσαγάγῃ, φανεροῦ λαμπρότερ' ἠελίου24.
[Μετάφραση: «Μη βιάζεσαι ν’ ανοίξεις το βιβλίο του Εφέσιου Ηράκλειτου
ως τον ομφαλό (δηλ. ως το κέντρο του)· πολύ δύσβατο είναι το μονοπάτι του.
Νύχτα και σκοτάδι είναι, χωρίς φως·
μα αν μύστης σε οδηγήσει μέσα του,
λάμπει τότε πιο καθαρά κι από τον ήλιο.»]


Παρ' ὅλα αὐτά, καθὼς θὰ διαπιστώσουμε, τὴν πλέον διαφωτιστικὴ ἐρμηνεία γιὰ τὸ δελφικό ἀπόφθεγμα «Γνώθι σαὐτὸν» ἔδωσε ὁ Σωκράτης.

Σημειώσεις

18. ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ, Πρός Κωλώτην, Αθήνα, Κάκτος, 1997, 118 C.
19. ΔΙΟΓΕΝΟΥΣ ΛΑΕΡΤΙΟΥ, Βίοι Φιλοσόφων, ΙΧ, 3.
20. Αὐτόθι, ΙΧ, 1-17.
21. F. NIETZSCHE, Περὶ πάθους τῆς ἀληθείας, OFN, III 2, σσ. 211-217.
22. Αὐτόθι, ΙΙΙ 2, σ. 213.
23. Αὐτόθι, ΙΙΙ 2, σσ. 214 κ. έξ.
24. ΔΙΟΓΕΝΟΥΣ ΛΑΕΡΤΙΟΥ, Βίοι Φιλοσόφων, ΙΧ, 16.

Δεν υπάρχουν σχόλια: