ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ Β
ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ
Γνωρίζεις τον εαυτό σου;
Πανόραμα Θεσσαλονίκης, Γ΄ έκδοση
Κεφάλαιο Έ 6
Η ιδεατή εικόνα
Ἰδεατή εἰκόνα: ἕνας φανταστικός ἑαυτός μας
Πλαστή εἰκόνα και στοιχεῖα τῆς πραγματικότητος
Ἡ ἰδεατή εἰκόνα –το θέμα ποὺ μᾶς ἀπασχολεῖ στις τελευταίες συνάξεις μας– μπορεῖ νὰ χαρακτηρισθεῖ ὡς ἕνας πλαστός ἤ φανταστικός ἑαυτός μας.
Δηλαδή, εἶναι κάτι που δὲν ὑπάρχει στην πραγματικότητα, ἀλλὰ τὸ ἔχουμε φτιάξει, τὸ ἔχουμε πλάσει, το ἔχουμε φαντασθεῖ ἐμεῖς. Το κακό εἶναι -ἴσως νὰ εἶναι καί καλό ποιός ξέρει ποῦ εἶναι πιο πολύ ἡ ἀλήθεια· ἀλλὰ ἄς τὸ πάρουμε ἔτσι- το κακό εἶναι ὅτι πολλές φορές μπερδεύονται μὲ αὐτή τή φανταστική και πλαστή εἰκόνα στοιχεῖα τῆς πραγματικότητος.
Νὰ τὸ ἐξηγήσουμε. Ἕνας ἀληθινά πιστεύει στον Θεό, θέλει να πιστεύει στον Θεό· ἀληθινά πιστεύει στήν Ἐκκλησία, θέλει να πιστεύει στήν Ἐκκλησία· ἀληθινά θέλει νὰ ζεῖ τή χριστιανική ζωή. Αὐτά εἶναι στοιχεία πραγματικά· εἶναι ἀνάγκη τῆς ψυχῆς του, εἶναι λειτουργίες τῆς ψυχῆς του. Ἀπό τήν ἄλλη ὅμως πλευρά, ἐπειδή ὁ ἄνθρωπος αὐτός, εἴτε διότι δὲν εἶναι πολύ εἰλικρινής ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ἐνώπιον τοῦ ἑαυτοῦ του καί τῶν ἄλλων, εἴτε διότι εἶναι ἕνας ψυχολογικά ἀρρωστημένος τύπος, φτιάχνει μια ιδεατή εἰκόνα και δένεται με αυτήν. Καί ἔτσι τελικά μπερδεύεται ἡ ίδεατή, ή φανταστική, ή πλαστή αὐτή εἰκόνα με στοιχεία πραγματικά. Οπότε, δημιουργείται ἔτσι ἕνας λαβύρινθος, καί δέν βρίσκει ἄκρη κανείς. Τώρα τα συζητᾶμε ἐδῶ, τὰ λέμε κάθε τόσο καὶ μιλάμε πιο συγκεκριμένα γιὰ τὴν ἰδεατή εἰκόνα.
Πόσοι ἀπό σᾶς ἴσως διερωτηθήκατε – καί ἀπ' ὅ,τι ξέρω ἀπό τίς κατ' ἰδίαν συναντήσεις, ἀρκετοί πρέπει νὰ ἔχετε διερωτηθεῖ: «Μήπως κι ἐγώ ἔχω ἰδεατὴ εἰκόνα;» Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά βλέπει κανείς τὸν ἑαυτό του καὶ ἔχει τὴν ἀπορία: «Ἀφοῦ ἀληθινά δέχομαι τὸ Εὐαγγέλιο, ἀληθινά πιστεύω, ἀληθινά ἀγωνίζομαι, ἀληθινά θέλω νὰ εἶμαι χριστιανός, ποῦ εἶναι, τέλος πάντων, αὐτή ἡ ἰδεατή εἰκόνας»
Ἐδῶ μπερδεύεται ἀκόμη πιο πολύ το πράγμα, ἐπειδή εἶναι ἀνακατεμένα τα στοιχεῖα τὰ φανταστικά, τα πλαστά, με τα πραγματικά στοιχεία. Ωστόσο ὅμως, πάντοτε ἡ ἰδεατή εἰκόνα -αὐτό τό φανταστικό, το πλαστό, πού εἶναι ὁ φανταστικός και πλαστός ἑαυτός μας- ὑπερισχύει καί ἀντικαθιστᾶ τὸν πραγματικό ἑαυτό μας. Δηλαδή, ὁ ἀρρωστημένος τύπος θεωρεῖ τή φανταστική, τὴν ἰδεατή εἰκόνα ὡς πραγματική καί ταυτίζεται μὲ αὐτήν, καί τελικά αὐτή ἡ εἰκόνα ἡ πλαστή, ἡ ἰδεατή, ἐπισκιάζει τὸν πραγματικό ἄνθρωπο, τόν πραγματικό ἑαυτό μας. Ἀπό κεῖ καὶ πέρα ἀρχίζουν πλέον ὅλα τά προβλήματα· καὶ ἐνῶ ἀγωνίζεται κανείς καί προσπαθεῖ νὰ εἶναι χριστιανός, τελικά οὔτε χριστιανός εἶναι οὔτε πιστός εἶναι οὔτε ἀρετή ἔχει οὔτε πνευ ματική ζωή ἔχει, καί διερωτάται τί συμβαίνει.
***
Προχωρώντας λίγο περισσότερο, να ποῦμε ὅτι ἡ ἰδεατή εἰκόνα ἐξασφαλίζει, στόν ἄνθρωπο πού τὴν ἔχει, μιὰ ἰσορροπία. Πολλοί ἄνθρωποι θά διαλύονταν κυριολεκτικά, θα τρελαίνονταν, θὰ ἔχαναν τελείως τὸν ἑαυτό τους, ἐὰν δὲν τοὺς ἔσωζε αὐτή ἡ ἰδεατή εἰκόνα. Ὥς ἕνα σημεῖο δηλαδή κάτι κάνει, ἀλλὰ εἶναι ἕνα πλαστό πράγμα –πῶς νὰ τὸ κάνουμε;– καί δέν μπορεῖ νὰ μείνει για πάντα. Κάποια μέρα θα σκάσει ἡ βόμβα.
Ἀπώθηση τῆς ἰδεατῆς εἰκόνας
Στη συνέχεια θὰ ἤθελα νὰ ἀναφερθῶ σε κάτι ἀκόμη. Πολλές φορές αὐτή τήν ἰδεατή εἰκόνα πού ἔχει κάποιος καί μέ τήν ὁποία ταυτίζεται, τήν ἀπωθεῖ. Αὐτό εἶναι ἀκόμη χειρότερο. Σ' αὐτή τήν περίπτωση παύει πλέον κανείς νὰ εἶναι ταυτισμένος μέ τήν ἰδεατή εἰκόνα του καί νά εἶναι συγκεντρωμένος καί δοσμένος σ' αὐτήν, καί τή μεταφέρει, καθώς εἶναι ἀπωθημένη, σε ἕνα ἄλλο πρόσωπο. Αὐτό σημαίνει ὅτι παύει πλέον κανείς νὰ ἔχει καλή ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἀντ᾿ αὐτοῦ δὲ ἀρχίζει να θαυμάζει ἕνα ἄλλο πρόσωπο.
Πόσες φορές –ἐμεῖς οἱ χριστιανοί πιο πολύ το παθαίνουμε αὐτό- θαυμάζει κανείς ἕνα πρόσωπο, Ὅμως δέν θαυμάζει τό ἴδιο το πρόσωπο, δέν βλέπει κάν το ίδιο το πρόσωπο, ἀλλά ἀπλούστατα μεταφέρει σ' αὐτό την ιδεατή εἰκόνα πού ἔχει μέσα του. Καί ὅταν θαυμάζει το πρόσωπο αὐτό, ὅταν τό ἀγαπᾶ, ὅταν λιώνει ὑπηρετώντας το πρόσωπο αὐτό, ὅταν ὑποτάσσεται σ' αὐτό καί εἶναι ἕτοιμος να πέσει καί στή φωτιά ἀκόμη για χάρη του, δέν κάνει τίποτε ἄλλο παρά ἀγαπᾶ, λατρεύει καί θυμιάζει τη δική του ἰδεατή εἰκόνα, τήν ὁποία δέν εἶχε το κουράγιο νά τή βλέπει στόν ἑαυτό του καί τή μετέφερε σὲ ἕνα ἄλλο πρόσωπο.
Αὐτός εἶναι ὁ λόγος πού κυριολεκτικά ἀπογοητεύονται μερικές ψυχές, ὅταν ἀποδείξουν τά πράγματα ὅτι, το πρόσωπο στό ὁποῖο τόσο πολύ στηρίχθηκαν, τό ὁποῖο τόσο πολύ λάτρευσαν, τόσο πολύ θαύμασαν, δέν εἶναι καθόλου ἔτσι ὅπως τό νόμιζαν. Δυστυχῶς, τά τελευταῖα χρόνια συνέβησαν ἀρκετά τέτοια πράγματα, καί παιδευόμαστε ἀκόμη να στηρίξουμε αὐτές τις ψυχές. Ὁπότε ἡ ψυχή αὐτή γκρεμίζεται κυριολεκτικά· ἀπογοητεύεται, σάν νὰ μὴν ὑπάρχει Θεός, Χριστός, σάν νά μήν ὑπάρχει Ἐκκλησία, Εὐαγγέλιο. Διότι τὸ Εὐαγγέλιο, ἡ Ἐκκλησία, ὁ Χριστός, γι' αὐτόν τόν ἄνθρωπο ἦταν αὐτό τό πρόσωπο, τό ὁποῖο ἦταν σάν ἕνας θεός μέσα στην ψυχή του. Καί, ὅπως εἶπα, ἀπογοητεύεται ἡ ψυχή αὐτή, γκρεμίζεται ἐκτός ἄν μπορέσει, εἴτε μέ τή βοήθεια κάποιου εἴτε ἀπό μόνη της, να στηριχθεῖ, γιά νά μείνει τελικά πιστή στον Θεό καί νά μπορέσει ἔτσι νὰ βρεῖ τόν Θεό, καὶ ἐκεῖ νὰ δώσει ὅλο τὸ εἶναι της καί ἐκεῖ νὰ βρεῖ τὸ ἀληθινό, το πραγματικό ἰδανικό της. Καί ἀφοῦ ταπεινωθεῖ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, να μπορέσει νὰ ἔχει προσωπική σχέση ἀπευθείας μέ τόν Θεό καί ὄχι διά μέσου ἄλλων προσώπων.
12-3-1972
Μόλις δοῦμε ότι ἕνας ἄνθρωπος -εἴτε εἶναι ὁ ἑαυτός μας εἴτε κάποιος ἄλλος-παίρνει τή θέση τοῦ Θεοῦ μέσα στήν ὕπαρξή μας, πάση θυσίᾳ καί μέ ὁποιονδήποτε τρόπο να κοιτάξουμε να τον βγάλουμε μέσα ἀπό τήν καρδιά καί ἐκεῖ μέσα να μείνει μας μόνο ὁ Θεός.
Η ιδεατή εικόνα
Ἰδεατή εἰκόνα: ἕνας φανταστικός ἑαυτός μας
Πλαστή εἰκόνα και στοιχεῖα τῆς πραγματικότητος
Ἡ ἰδεατή εἰκόνα –το θέμα ποὺ μᾶς ἀπασχολεῖ στις τελευταίες συνάξεις μας– μπορεῖ νὰ χαρακτηρισθεῖ ὡς ἕνας πλαστός ἤ φανταστικός ἑαυτός μας.
Δηλαδή, εἶναι κάτι που δὲν ὑπάρχει στην πραγματικότητα, ἀλλὰ τὸ ἔχουμε φτιάξει, τὸ ἔχουμε πλάσει, το ἔχουμε φαντασθεῖ ἐμεῖς. Το κακό εἶναι -ἴσως νὰ εἶναι καί καλό ποιός ξέρει ποῦ εἶναι πιο πολύ ἡ ἀλήθεια· ἀλλὰ ἄς τὸ πάρουμε ἔτσι- το κακό εἶναι ὅτι πολλές φορές μπερδεύονται μὲ αὐτή τή φανταστική και πλαστή εἰκόνα στοιχεῖα τῆς πραγματικότητος.
Νὰ τὸ ἐξηγήσουμε. Ἕνας ἀληθινά πιστεύει στον Θεό, θέλει να πιστεύει στον Θεό· ἀληθινά πιστεύει στήν Ἐκκλησία, θέλει να πιστεύει στήν Ἐκκλησία· ἀληθινά θέλει νὰ ζεῖ τή χριστιανική ζωή. Αὐτά εἶναι στοιχεία πραγματικά· εἶναι ἀνάγκη τῆς ψυχῆς του, εἶναι λειτουργίες τῆς ψυχῆς του. Ἀπό τήν ἄλλη ὅμως πλευρά, ἐπειδή ὁ ἄνθρωπος αὐτός, εἴτε διότι δὲν εἶναι πολύ εἰλικρινής ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ἐνώπιον τοῦ ἑαυτοῦ του καί τῶν ἄλλων, εἴτε διότι εἶναι ἕνας ψυχολογικά ἀρρωστημένος τύπος, φτιάχνει μια ιδεατή εἰκόνα και δένεται με αυτήν. Καί ἔτσι τελικά μπερδεύεται ἡ ίδεατή, ή φανταστική, ή πλαστή αὐτή εἰκόνα με στοιχεία πραγματικά. Οπότε, δημιουργείται ἔτσι ἕνας λαβύρινθος, καί δέν βρίσκει ἄκρη κανείς. Τώρα τα συζητᾶμε ἐδῶ, τὰ λέμε κάθε τόσο καὶ μιλάμε πιο συγκεκριμένα γιὰ τὴν ἰδεατή εἰκόνα.
Πόσοι ἀπό σᾶς ἴσως διερωτηθήκατε – καί ἀπ' ὅ,τι ξέρω ἀπό τίς κατ' ἰδίαν συναντήσεις, ἀρκετοί πρέπει νὰ ἔχετε διερωτηθεῖ: «Μήπως κι ἐγώ ἔχω ἰδεατὴ εἰκόνα;» Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά βλέπει κανείς τὸν ἑαυτό του καὶ ἔχει τὴν ἀπορία: «Ἀφοῦ ἀληθινά δέχομαι τὸ Εὐαγγέλιο, ἀληθινά πιστεύω, ἀληθινά ἀγωνίζομαι, ἀληθινά θέλω νὰ εἶμαι χριστιανός, ποῦ εἶναι, τέλος πάντων, αὐτή ἡ ἰδεατή εἰκόνας»
Ἐδῶ μπερδεύεται ἀκόμη πιο πολύ το πράγμα, ἐπειδή εἶναι ἀνακατεμένα τα στοιχεῖα τὰ φανταστικά, τα πλαστά, με τα πραγματικά στοιχεία. Ωστόσο ὅμως, πάντοτε ἡ ἰδεατή εἰκόνα -αὐτό τό φανταστικό, το πλαστό, πού εἶναι ὁ φανταστικός και πλαστός ἑαυτός μας- ὑπερισχύει καί ἀντικαθιστᾶ τὸν πραγματικό ἑαυτό μας. Δηλαδή, ὁ ἀρρωστημένος τύπος θεωρεῖ τή φανταστική, τὴν ἰδεατή εἰκόνα ὡς πραγματική καί ταυτίζεται μὲ αὐτήν, καί τελικά αὐτή ἡ εἰκόνα ἡ πλαστή, ἡ ἰδεατή, ἐπισκιάζει τὸν πραγματικό ἄνθρωπο, τόν πραγματικό ἑαυτό μας. Ἀπό κεῖ καὶ πέρα ἀρχίζουν πλέον ὅλα τά προβλήματα· καὶ ἐνῶ ἀγωνίζεται κανείς καί προσπαθεῖ νὰ εἶναι χριστιανός, τελικά οὔτε χριστιανός εἶναι οὔτε πιστός εἶναι οὔτε ἀρετή ἔχει οὔτε πνευ ματική ζωή ἔχει, καί διερωτάται τί συμβαίνει.
***
Προχωρώντας λίγο περισσότερο, να ποῦμε ὅτι ἡ ἰδεατή εἰκόνα ἐξασφαλίζει, στόν ἄνθρωπο πού τὴν ἔχει, μιὰ ἰσορροπία. Πολλοί ἄνθρωποι θά διαλύονταν κυριολεκτικά, θα τρελαίνονταν, θὰ ἔχαναν τελείως τὸν ἑαυτό τους, ἐὰν δὲν τοὺς ἔσωζε αὐτή ἡ ἰδεατή εἰκόνα. Ὥς ἕνα σημεῖο δηλαδή κάτι κάνει, ἀλλὰ εἶναι ἕνα πλαστό πράγμα –πῶς νὰ τὸ κάνουμε;– καί δέν μπορεῖ νὰ μείνει για πάντα. Κάποια μέρα θα σκάσει ἡ βόμβα.
Ἀπώθηση τῆς ἰδεατῆς εἰκόνας
Στη συνέχεια θὰ ἤθελα νὰ ἀναφερθῶ σε κάτι ἀκόμη. Πολλές φορές αὐτή τήν ἰδεατή εἰκόνα πού ἔχει κάποιος καί μέ τήν ὁποία ταυτίζεται, τήν ἀπωθεῖ. Αὐτό εἶναι ἀκόμη χειρότερο. Σ' αὐτή τήν περίπτωση παύει πλέον κανείς νὰ εἶναι ταυτισμένος μέ τήν ἰδεατή εἰκόνα του καί νά εἶναι συγκεντρωμένος καί δοσμένος σ' αὐτήν, καί τή μεταφέρει, καθώς εἶναι ἀπωθημένη, σε ἕνα ἄλλο πρόσωπο. Αὐτό σημαίνει ὅτι παύει πλέον κανείς νὰ ἔχει καλή ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἀντ᾿ αὐτοῦ δὲ ἀρχίζει να θαυμάζει ἕνα ἄλλο πρόσωπο.
Πόσες φορές –ἐμεῖς οἱ χριστιανοί πιο πολύ το παθαίνουμε αὐτό- θαυμάζει κανείς ἕνα πρόσωπο, Ὅμως δέν θαυμάζει τό ἴδιο το πρόσωπο, δέν βλέπει κάν το ίδιο το πρόσωπο, ἀλλά ἀπλούστατα μεταφέρει σ' αὐτό την ιδεατή εἰκόνα πού ἔχει μέσα του. Καί ὅταν θαυμάζει το πρόσωπο αὐτό, ὅταν τό ἀγαπᾶ, ὅταν λιώνει ὑπηρετώντας το πρόσωπο αὐτό, ὅταν ὑποτάσσεται σ' αὐτό καί εἶναι ἕτοιμος να πέσει καί στή φωτιά ἀκόμη για χάρη του, δέν κάνει τίποτε ἄλλο παρά ἀγαπᾶ, λατρεύει καί θυμιάζει τη δική του ἰδεατή εἰκόνα, τήν ὁποία δέν εἶχε το κουράγιο νά τή βλέπει στόν ἑαυτό του καί τή μετέφερε σὲ ἕνα ἄλλο πρόσωπο.
Αὐτός εἶναι ὁ λόγος πού κυριολεκτικά ἀπογοητεύονται μερικές ψυχές, ὅταν ἀποδείξουν τά πράγματα ὅτι, το πρόσωπο στό ὁποῖο τόσο πολύ στηρίχθηκαν, τό ὁποῖο τόσο πολύ λάτρευσαν, τόσο πολύ θαύμασαν, δέν εἶναι καθόλου ἔτσι ὅπως τό νόμιζαν. Δυστυχῶς, τά τελευταῖα χρόνια συνέβησαν ἀρκετά τέτοια πράγματα, καί παιδευόμαστε ἀκόμη να στηρίξουμε αὐτές τις ψυχές. Ὁπότε ἡ ψυχή αὐτή γκρεμίζεται κυριολεκτικά· ἀπογοητεύεται, σάν νὰ μὴν ὑπάρχει Θεός, Χριστός, σάν νά μήν ὑπάρχει Ἐκκλησία, Εὐαγγέλιο. Διότι τὸ Εὐαγγέλιο, ἡ Ἐκκλησία, ὁ Χριστός, γι' αὐτόν τόν ἄνθρωπο ἦταν αὐτό τό πρόσωπο, τό ὁποῖο ἦταν σάν ἕνας θεός μέσα στην ψυχή του. Καί, ὅπως εἶπα, ἀπογοητεύεται ἡ ψυχή αὐτή, γκρεμίζεται ἐκτός ἄν μπορέσει, εἴτε μέ τή βοήθεια κάποιου εἴτε ἀπό μόνη της, να στηριχθεῖ, γιά νά μείνει τελικά πιστή στον Θεό καί νά μπορέσει ἔτσι νὰ βρεῖ τόν Θεό, καὶ ἐκεῖ νὰ δώσει ὅλο τὸ εἶναι της καί ἐκεῖ νὰ βρεῖ τὸ ἀληθινό, το πραγματικό ἰδανικό της. Καί ἀφοῦ ταπεινωθεῖ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, να μπορέσει νὰ ἔχει προσωπική σχέση ἀπευθείας μέ τόν Θεό καί ὄχι διά μέσου ἄλλων προσώπων.
12-3-1972
Μόλις δοῦμε ότι ἕνας ἄνθρωπος -εἴτε εἶναι ὁ ἑαυτός μας εἴτε κάποιος ἄλλος-παίρνει τή θέση τοῦ Θεοῦ μέσα στήν ὕπαρξή μας, πάση θυσίᾳ καί μέ ὁποιονδήποτε τρόπο να κοιτάξουμε να τον βγάλουμε μέσα ἀπό τήν καρδιά καί ἐκεῖ μέσα να μείνει μας μόνο ὁ Θεός.
Karen Horney: Our inner conflicts
Εισαγωγή
Όποιο κι αν είναι το σημείο εκκίνησης και όσο δαιδαλώδης κι αν είναι η πορεία, καταλήγουμε τελικά σε μια διαταραχή της προσωπικότητας ως πηγή της ψυχικής νόσου. Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί γι’ αυτό, όπως και για σχεδόν κάθε άλλη ψυχολογική ανακάλυψη: στην πραγματικότητα πρόκειται για επανανακάλυψη. Οι ποιητές και οι φιλόσοφοι όλων των εποχών γνώριζαν ότι ποτέ δεν είναι ο γαλήνιος, ισορροπημένος άνθρωπος που πέφτει θύμα ψυχικών διαταραχών, αλλά αυτός που βασανίζεται από εσωτερικές συγκρούσεις. Με σύγχρονους όρους, κάθε νεύρωση, ανεξάρτητα από
τα συμπτώματα, είναι μια νεύρωση χαρακτήρα. Ως εκ τούτου, η προσπάθειά μας στη θεωρία και τη θεραπεία πρέπει να κατευθύνεται προς μια καλύτερη κατανόηση της νευρωτικής δομής του χαρακτήρα.
Στην πραγματικότητα, το μεγάλο πρωτοποριακό έργο του Freud συνέκλινε όλο και περισσότερο προς αυτή την έννοια —αν και η γενετική του προσέγγιση δεν του επέτρεψε να φτάσει στη ρητή διατύπωσή της. Άλλοι όμως, που συνέχισαν και ανέπτυξαν το έργο του Freud —ιδίως οι Franz Alexander, Otto Rank, Wilhelm Reich και Harald Schultz-Hencke— την όρισαν με μεγαλύτερη σαφήνεια. Κανένας τους, ωστόσο, δεν συμφωνεί ως προς την ακριβή φύση και τη δυναμική αυτής της δομής χαρακτήρα.
Το δικό μου σημείο εκκίνησης ήταν διαφορετικό. Οι διατυπώσεις του Freud σχετικά με τη γυναικεία ψυχολογία με έκαναν να σκεφτώ τον ρόλο των πολιτισμικών παραγόντων. Η επιρροή τους στις ιδέες μας για το τι συνιστά αρρενωπότητα ή θηλυκότητα ήταν προφανής, και εξίσου προφανές μου έγινε ότι ο Freud είχε καταλήξει σε ορισμένα εσφαλμένα συμπεράσματα επειδή δεν τους είχε λάβει υπόψη. Το ενδιαφέρον μου για το θέμα αυτό μεγάλωσε κατά τη διάρκεια δεκαπέντε ετών. Ενισχύθηκε εν μέρει από τη συνεργασία με τον Erich Fromm, ο οποίος, χάρη στη βαθιά γνώση του τόσο της κοινωνιολογίας όσο και της ψυχανάλυσης, με έκανε περισσότερο συνειδητή για τη σημασία των κοινωνικών παραγόντων πέρα από τη στενή εφαρμογή τους στη γυναικεία ψυχολογία. Και οι εντυπώσεις μου επιβεβαιώθηκαν όταν ήρθα στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1932. Τότε διαπίστωσα ότι οι στάσεις και οι νευρώσεις των ανθρώπων σε αυτή τη χώρα διέφεραν από πολλές απόψεις από εκείνες που είχα παρατηρήσει στις ευρωπαϊκές χώρες, και ότι μόνο η διαφορά των πολιτισμών μπορούσε να το εξηγήσει αυτό. Τα συμπεράσματά μου βρήκαν τελικά την έκφρασή τους στο The Neurotic Personality of Our Time. Η κύρια θέση εκεί ήταν ότι οι νευρώσεις προκαλούνται από πολιτισμικούς παράγοντες — πιο συγκεκριμένα, ότι οι νευρώσεις γεννιούνται από διαταραχές στις ανθρώπινες σχέσεις.
Τα χρόνια πριν γράψω το βιβλίο «Η νευρωτική προσωπικότητα», ασχολήθηκα με μια άλλη ερευνητική κατεύθυνση που ήταν η λογική συνέχεια της προηγούμενης υπόθεσης. Εστίαζε στο ερώτημα ποιοι είναι οι κινητήριοι παράγοντες της νεύρωσης.
Ο Φρόιντ ήταν ο πρώτος που επισήμανε ότι αυτοί οι παράγοντες είναι οι καταναγκαστικές ορμές. Θεωρούσε αυτές τις ορμές ως ενστικτώδεις, με στόχο την ικανοποίηση και μή ανεκτικές στη ματαίωση. Κατά συνέπεια, πίστευε ότι δεν περιορίζονταν στις
νευρώσεις καθεαυτές, αλλά λειτουργούσαν σε όλους τους ανθρώπους. Εάν, ωστόσο, οι νευρώσεις ήταν απόρροια διαταραγμένων ανθρώπινων σχέσεων, αυτή η υπόθεση δεν θα μπορούσε να είναι έγκυρη. Οι έννοιες στις οποίες κατέληξα σχετικά με αυτό το θέμα ήταν, εν συντομία, οι εξής. Οι καταναγκαστικές ορμές είναι συγκεκριμένα νευρωτικές· γεννιούνται από συναισθήματα απομόνωσης, [[13]] ανικανότητας, φόβου και εχθρότητας και αντιπροσωπεύουν τρόπους αντιμετώπισης του κόσμου παρά τα συναισθήματα αυτά· δεν στοχεύουν πρωτίστως στην ικανοποίηση, αλλά στην ασφάλεια· ο καταναγκαστικός
τους χαρακτήρας οφείλεται στο άγχος που κρύβεται πίσω τους. Δύο από αυτές τις ορμές —η νευρωτική επιθυμία για αγάπη και για εξουσία— ξεχώρισαν αρχικά με σαφήνεια και παρουσιάστηκαν λεπτομερώς στο έργο «Η νευρωτική προσωπικότητα».
Διατηρώντας όσα θεωρούσα θεμελιώδη από τις διδασκαλίες του Freud, συνειδητοποίησα ωστόσο τότε ότι η αναζήτησή μου για μια καλύτερη κατανόηση με είχε οδηγήσει σε κατευθύνσεις που διέφεραν από εκείνες του Freud. Αν τόσοι πολλοί παράγοντες που ο Freud θεωρούσε ενστικτώδεις ήταν στην πραγματικότητα πολιτισμικά προσδιορισμένοι, αν τόσο μεγάλο μέρος εκείνου που ο Freud θεωρούσε λιμπιντινικό ήταν μια νευρωτική ανάγκη για στοργή, προκληθείσα από άγχος και στραμμένη προς το αίσθημα ασφάλειας με τους άλλους, τότε η θεωρία της λίμπιντο δεν ήταν πλέον βιώσιμη. Οι παιδικές εμπειρίες παρέμεναν σημαντικές, αλλά η επιρροή που ασκούσαν στη ζωή μας φαινόταν υπό ένα νέο φως. Αναπόφευκτα ακολούθησαν και άλλες θεωρητικές διαφορές. Έτσι κατέστη αναγκαίο να διαμορφώσω στο μυαλό μου με σαφήνεια τη θέση μου σε σχέση με τον Freud. Το αποτέλεσμα αυτής της αποσαφήνισης ήταν το New Ways in Psychoanalysis.
Στο μεταξύ, η αναζήτησή μου για τις κινητήριες δυνάμεις της νεύρωσης συνεχίστηκε. Ονόμασα τις καταναγκαστικές ωθήσεις «νευρωτικές τάσεις» και περιέγραψα δέκα από αυτές στο επόμενο βιβλίο μου. Ως τότε είχα κι εγώ φτάσει στο σημείο να αναγνωρίσω ότι η νευρωτική δομή του χαρακτήρα έχει κεντρική σημασία. Την αντιλαμβανόμουν τότε ως ένα είδος μακρόκοσμου, που σχηματίζεται από πολλούς μικρόκοσμους οι οποίοι αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Στον πυρήνα κάθε μικρόκοσμου βρισκόταν μία νευρωτική τάση. Αυτή η θεωρία της νεύρωσης είχε και πρακτική εφαρμογή. Αν η ψυχανάλυση δεν συνίσταται πρωτίστως στο να συσχετίζουμε τις παρούσες δυσκολίες μας με τις παρελθούσες εμπειρίες μας, αλλά εξαρτάται μάλλον από την κατανόηση της αλληλεπίδρασης των δυνάμεων μέσα στην υπάρχουσα προσωπικότητά μας, τότε η αναγνώριση και η αλλαγή του εαυτού μας με ελάχιστη ή και χωρίς καμία ειδική βοήθεια είναι απολύτως εφικτή. Απέναντι σε μια ευρεία ανάγκη για ψυχοθεραπεία και σε μια έλλειψη διαθέσιμης βοήθειας, η αυτοανάλυση φαινόταν να προσφέρει την ελπίδα κάλυψης μιας ζωτικής ανάγκης. Εφόσον το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου ασχολούνταν με τις δυνατότητες, τους περιορισμούς και τους τρόπους ανάλυσης του εαυτού μας, το ονόμασα Self-Analysis («Αυτοανάλυση»).
Ωστόσο, δεν ήμουν απολύτως ικανοποιημένη από την παρουσίαση των επιμέρους τάσεων. Οι ίδιες οι τάσεις περιγράφονταν με ακρίβεια· αλλά με στοίχειωνε η αίσθηση ότι, σε μια απλή απαρίθμηση, εμφανίζονταν υπερβολικά απομονωμένες. Μπορούσα να δω ότι η νευρωτική ανάγκη για στοργή, η καταναγκαστική μετριοφροσύνη και η ανάγκη για έναν «σύντροφο» ανήκαν μαζί. Εκείνο που δεν κατάφερνα να δω ήταν ότι, όλες μαζί, αντιπροσώπευαν μια βασική στάση απέναντι στους άλλους και απέναντι στον εαυτό, καθώς και μια ιδιαίτερη φιλοσοφία ζωής. Αυτές οι τάσεις αποτελούν τους πυρήνες αυτού που τώρα έχω συγκεντρώσει κάτω από τον όρο «κίνηση προς τους ανθρώπους». Είδα επίσης ότι η καταναγκαστική λαχτάρα για δύναμη και κύρος και η νευρωτική φιλοδοξία είχαν κάτι κοινό. Αποτελούν, σε γενικές γραμμές, τους παράγοντες εκείνους που εμπλέκονται σε αυτό που θα αποκαλέσω «κίνηση εναντίον των ανθρώπων». Η ανάγκη όμως για θαυμασμό και οι τελειοθηρικές ωθήσεις, αν και έφεραν όλα τα χαρακτηριστικά των νευρωτικών τάσεων και επηρέαζαν τις σχέσεις του νευρωτικού με τους άλλους, φαίνονταν να αφορούν πρωτίστως τη σχέση του με τον εαυτό του. Επίσης, η ανάγκη για εκμετάλλευση έμοιαζε να είναι λιγότερο βασική από την ανάγκη για στοργή ή για δύναμη· φαινόταν λιγότερο περιεκτική από αυτές, σαν να μην αποτελούσε μια ξεχωριστή οντότητα αλλά να είχε αποσπαστεί από κάποιο μεγαλύτερο σύνολο.
Οι διερωτήσεις μου αποδείχθηκαν έκτοτε δικαιολογημένες. Στα χρόνια που ακολούθησαν, το επίκεντρο του ενδιαφέροντός μου μετατοπίστηκε στον ρόλο των συγκρούσεων στη νεύρωση. Στο The Neurotic Personality είχα πει ότι μια νεύρωση προκύπτει από τη σύγκρουση αποκλινουσών νευρωτικών τάσεων. Στο Self-Analysis είχα πει ότι οι νευρωτικές τάσεις όχι μόνο ενισχύουν η μία την άλλη, αλλά δημιουργούν και συγκρούσεις. Παρ’ όλα αυτά, οι συγκρούσεις είχαν παραμείνει δευτερεύον ζήτημα. Ο Freud είχε γίνει όλο και περισσότερο συνειδητός της σημασίας των εσωτερικών συγκρούσεων· τις έβλεπε όμως ως μια μάχη ανάμεσα σε καταπιεσμένες και καταπιεστικές δυνάμεις. Οι συγκρούσεις που άρχισα να διακρίνω ήταν διαφορετικού είδους. Δρούσαν ανάμεσα σε αντιφατικά σύνολα νευρωτικών τάσεων και, αν και αρχικά αφορούσαν αντιφατικές στάσεις απέναντι στους άλλους, με τον καιρό περιέλαβαν αντιφατικές στάσεις απέναντι στον εαυτό, αντιφατικές ιδιότητες και αντιφατικά συστήματα αξιών.
Μια κλιμάκωση των παρατηρήσεων άνοιξε τα μάτια μου στη σημασία τέτοιων συγκρούσεων. Εκείνο που αρχικά με εντυπωσίασε περισσότερο ήταν η τύφλωση των ασθενών απέναντι σε προφανείς αντιφάσεις μέσα τους. Όταν τις επισήμαινα, προέβαλαν υπεκφυγές και έμοιαζαν να χάνουν το ενδιαφέρον τους. Ύστερα από επανειλημμένες εμπειρίες αυτού του είδους συνειδητοποίησα ότι αυτή η υπεκφυγή εξέφραζε μια βαθιά αποστροφή προς την αντιμετώπιση αυτών των αντιφάσεων. Τελικά, αντιδράσεις πανικού ως απάντηση σε μια αιφνίδια αναγνώριση μιας σύγκρουσης μου έδειξαν ότι δούλευα με δυναμίτη. Οι ασθενείς είχαν βάσιμους λόγους να αποφεύγουν αυτές τις συγκρούσεις: φοβούνταν τη δύναμή τους να τους διαμελίσουν.
Τότε άρχισα να αναγνωρίζω τον εκπληκτικό όγκο ενέργειας και νοημοσύνης που επενδυόταν σε περισσότερο ή λιγότερο απελπισμένες προσπάθειες να «λυθούν»¹ οι συγκρούσεις ή, ακριβέστερα, να αρνηθεί κανείς την ύπαρξή τους και να δημιουργήσει μια τεχνητή αρμονία. Διέκρινα τις τέσσερις κύριες απόπειρες επίλυσης περίπου με τη σειρά που παρουσιάζονται σε αυτό το βιβλίο. Η αρχική απόπειρα ήταν να επισκιαστεί ένα μέρος της σύγκρουσης και να αναχθεί το αντίθετό του σε κυρίαρχο. Η δεύτερη ήταν το «να απομακρυνθεί» κανείς από τους ανθρώπους. Η λειτουργία της νευρωτικής αποστασιοποίησης εμφανίστηκε τότε υπό νέο φως. Η αποστασιοποίηση ήταν μέρος της βασικής σύγκρουσης —δηλαδή μία από τις αρχικές συγκρουόμενες στάσεις απέναντι στους άλλους— αλλά ταυτόχρονα αντιπροσώπευε και μια απόπειρα λύσης, εφόσον η διατήρηση συναισθηματικής απόστασης ανάμεσα στον εαυτό και τους άλλους έθετε τη σύγκρουση εκτός λειτουργίας. Η τρίτη απόπειρα ήταν πολύ διαφορετικής φύσεως. Αντί να απομακρύνεται από τους άλλους, ο νευρωτικός απομακρυνόταν από τον ίδιο του τον εαυτό. Ολόκληρος ο πραγματικός του εαυτός γινόταν κάπως μη πραγματικός για εκείνον και στη θέση του δημιουργούσε μια εξιδανικευμένη εικόνα του εαυτού του, μέσα στην οποία τα συγκρουόμενα μέρη είχαν μεταμορφωθεί έτσι ώστε να μην εμφανίζονται πλέον ως συγκρούσεις, αλλά ως διάφορες όψεις μιας πλούσιας προσωπικότητας. Αυτή η έννοια βοήθησε να αποσαφηνιστούν πολλά νευρωτικά προβλήματα που έως τότε βρίσκονταν πέρα από τα όρια της κατανόησής μας και, συνεπώς, της θεραπείας μας. Έθεσε επίσης στη σωστή τους θέση δύο νευρωτικές τάσεις που προηγουμένως αντιστέκονταν στην ενοποίηση. Η ανάγκη για τελειότητα εμφανίστηκε τώρα ως μια προσπάθεια να ανταποκριθεί κανείς στην εξιδανικευμένη εικόνα· η λαχτάρα για θαυμασμό μπορούσε να ιδωθεί ως η ανάγκη του ασθενούς για εξωτερική επιβεβαίωση ότι πράγματι ήταν η εξιδανικευμένη του εικόνα. Και όσο πιο μακριά βρισκόταν η εικόνα από την πραγματικότητα, τόσο πιο ακόρεστη θα ήταν λογικά αυτή η τελευταία ανάγκη. Από όλες τις απόπειρες λύσης, η εξιδανικευμένη εικόνα είναι πιθανότατα η σημαντικότερη, λόγω της εκτεταμένης επίδρασής της σε ολόκληρη την προσωπικότητα. Όμως, με τη σειρά της, γεννά ένα νέο εσωτερικό ρήγμα και, συνεπώς, απαιτεί περαιτέρω πρόχειρες επιδιορθώσεις. Η τέταρτη απόπειρα λύσης επιδιώκει πρωτίστως να εξαλείψει αυτό το ρήγμα, αν και συμβάλλει επίσης στο να εξαφανιστούν και όλες οι άλλες συγκρούσεις.
Μέσω αυτού που ονομάζω εξωτερίκευση, οι εσωτερικές διεργασίες βιώνονται σαν να λαμβάνουν χώρα έξω από τον εαυτό. Αν η εξιδανικευμένη εικόνα σημαίνει ένα βήμα απομάκρυνσης από τον πραγματικό εαυτό, η εξωτερίκευση αντιπροσωπεύει έναν ακόμη πιο ριζικό χωρισμό. Δημιουργεί εκ νέου συγκρούσεις ή, μάλλον, ενισχύει σε μεγάλο βαθμό την αρχική σύγκρουση — εκείνη ανάμεσα στον εαυτό και τον εξωτερικό κόσμο.
Τις ονόμασα αυτές τέσσερις κύριες απόπειρες λύσης, εν μέρει επειδή φαίνεται να λειτουργούν τακτικά σε όλες τις νευρώσεις —αν και σε διαφορετικό βαθμό— και εν μέρει επειδή επιφέρουν καθοριστικές μεταβολές στην προσωπικότητα. Δεν είναι όμως καθόλου οι μόνες. Άλλες, μικρότερης γενικής σημασίας, περιλαμβάνουν στρατηγικές όπως η αυθαίρετη ακαμψία, της οποίας η κύρια λειτουργία είναι να κατασιγάσει κάθε εσωτερική αμφιβολία· ο άκαμπτος αυτοέλεγχος, που συγκρατεί ένα διχασμένο άτομο με καθαρή δύναμη θέλησης· και ο κυνισμός, ο οποίος, απαξιώνοντας όλες τις αξίες, εξαλείφει τις συγκρούσεις σε σχέση με τα ιδανικά.
Στο μεταξύ, οι συνέπειες όλων αυτών των ανεπίλυτων συγκρούσεων γίνονταν σταδιακά σαφέστερες σε μένα. Έβλεπα τους ποικίλους φόβους που γεννιούνταν, τη σπατάλη ενέργειας, την αναπόφευκτη έκπτωση της ηθικής ακεραιότητας, τη βαθιά απελπισία που προέκυπτε από το αίσθημα ότι κανείς είναι άρρηκτα παγιδευμένος.
Μόνο αφού κατανόησα τη σημασία της νευρωτικής απελπισίας ήρθε τελικά στο φως το νόημα των σαδιστικών τάσεων. Αυτές, κατάλαβα πλέον, αντιπροσώπευαν μια απόπειρα αποκατάστασης μέσω υποκατάστατης ζωής, στην οποία καταφεύγει ένα άτομο που έχει απελπιστεί ότι θα μπορέσει ποτέ να είναι ο εαυτός του. Και το ολοκαταναλωτικό πάθος που μπορεί τόσο συχνά να παρατηρηθεί στις σαδιστικές επιδιώξεις προερχόταν από την ακόρεστη ανάγκη ενός τέτοιου ατόμου για εκδικητικό θρίαμβο. Μου έγινε τότε σαφές ότι η ανάγκη για καταστροφική εκμετάλλευση δεν ήταν στην πραγματικότητα μια ξεχωριστή νευρωτική τάση, αλλά απλώς μια αδιάλειπτη έκφραση εκείνου του ευρύτερου συνόλου που, ελλείψει καλύτερου όρου, αποκαλούμε σαδισμό.
Έτσι διαμορφώθηκε μια θεωρία της νεύρωσης, της οποίας το δυναμικό κέντρο είναι μια βασική σύγκρουση ανάμεσα στις στάσεις του «κινούμαι προς», «κινούμαι εναντίον» και «κινούμαι μακριά από» τους ανθρώπους. Εξαιτίας, αφενός, του φόβου του να διαμελιστεί και, αφετέρου, της ανάγκης του να λειτουργεί ως ενότητα, ο νευρωτικός καταφεύγει σε απελπισμένες απόπειρες λύσης. Αν και με αυτόν τον τρόπο μπορεί να πετύχει τη δημιουργία ενός είδους τεχνητής ισορροπίας, νέες συγκρούσεις γεννώνται συνεχώς και απαιτούνται διαρκώς νέα μέσα για να τις εξαφανίσουν. Κάθε βήμα σε αυτόν τον αγώνα για ενότητα καθιστά τον νευρωτικό πιο εχθρικό, πιο αβοήθητο, πιο φοβισμένο, πιο αποξενωμένο από τον εαυτό του και τους άλλους, με αποτέλεσμα οι δυσκολίες που ευθύνονται για τις συγκρούσεις να οξύνονται και η πραγματική τους επίλυση να γίνεται όλο και λιγότερο εφικτή. Τελικά καταλαμβάνεται από απελπισία και μπορεί να προσπαθήσει να βρει ένα είδος αποκατάστασης σε σαδιστικές επιδιώξεις, οι οποίες με τη σειρά τους αυξάνουν την απελπισία του και δημιουργούν νέες συγκρούσεις.
Αυτή, λοιπόν, είναι μια αρκετά ζοφερή εικόνα της νευρωτικής εξέλιξης και της επακόλουθης δομής χαρακτήρα. Γιατί, παρ’ όλα αυτά, αποκαλώ τη θεωρία μου «κατασκευαστική»; Πρώτον, επειδή καταργεί τον μη ρεαλιστικό αισιοδοξισμό που υποστηρίζει ότι μπορούμε να «θεραπεύσουμε» τις νευρώσεις με γελοία απλά μέσα. Δεν συνεπάγεται όμως και έναν εξίσου μη ρεαλιστικό πεσιμισμό. Την αποκαλώ κατασκευαστική επειδή μας επιτρέπει για πρώτη φορά να αντιμετωπίσουμε και να επιλύσουμε τη νευρωτική απελπισία. Την αποκαλώ κατασκευαστική, πάνω απ’ όλα, επειδή, παρά την αναγνώριση της σοβαρότητας των νευρωτικών εμπλοκών, επιτρέπει όχι μόνο τον μετριασμό των υποκείμενων συγκρούσεων αλλά και την πραγματική τους επίλυση, και έτσι μας δίνει τη δυνατότητα να εργαστούμε προς μια αληθινή ενοποίηση της προσωπικότητας. Οι νευρωτικές συγκρούσεις δεν μπορούν να επιλυθούν με ορθολογική απόφαση. Οι απόπειρες λύσης του νευρωτικού δεν είναι μόνο μάταιες αλλά και επιβλαβείς. Όμως οι συγκρούσεις αυτές μπορούν να επιλυθούν με την αλλαγή των συνθηκών μέσα στην προσωπικότητα που τις έφεραν στη ζωή. Κάθε κομμάτι αναλυτικής εργασίας που γίνεται σωστά μεταβάλλει αυτές τις συνθήκες, καθιστώντας το άτομο λιγότερο αβοήθητο, λιγότερο φοβισμένο, λιγότερο εχθρικό και λιγότερο αποξενωμένο από τον εαυτό του και τους άλλους.
Ο πεσιμισμός του Freud σχετικά με τις νευρώσεις και τη θεραπεία τους πηγάζει από το βάθος της δυσπιστίας του απέναντι στην ανθρώπινη αγαθότητα και την ανθρώπινη ανάπτυξη. Ο άνθρωπος, κατά τη διατύπωσή του, είναι καταδικασμένος είτε να υποφέρει είτε να καταστρέφει. Τα ένστικτα που τον κινούν μπορούν μόνο να ελεγχθούν ή, στην καλύτερη περίπτωση, να «εξιδανικευθούν» μέσω εξιδανίκευσης (sublimation). Η δική μου πεποίθηση είναι ότι ο άνθρωπος έχει τόσο την ικανότητα όσο και την επιθυμία να αναπτύξει τις δυνατότητές του και να γίνει ένας αξιοπρεπής άνθρωπος, και ότι αυτές φθείρονται όταν η σχέση του με τους άλλους —και συνεπώς με τον εαυτό του— διαταράσσεται και συνεχίζει να διαταράσσεται. Πιστεύω ότι ο άνθρωπος μπορεί να αλλάξει και να συνεχίσει να αλλάζει όσο ζει. Και αυτή η πεποίθηση έχει ενισχυθεί όσο εμβάθυνε η κατανόησή μου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου