Συγκριτική μελέτη
Γεώργιος Βαρβατσούλιας
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΚΡΙΤΑΣ
Γεώργιος Βαρβατσούλιας
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΚΡΙΤΑΣ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
1.
Η KAREN HORNEY ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΝΕΥΡΩΣΗΣ
1.1. Ἡ Βιογραφία τῆς Karen Horney
Ἡ Karen Horney γεννήθηκε στό Ἁμβούργο στα 1885' σε μιά ἀνώτερη με-σοαστική προτεσταντική οἰκογένεια. Ὁ πατέρας της ἦταν «ἀφιερωμένος ἀναγνώστης» τῆς Βίβλου, ἐνῶ ἡ μητέρα της έλευθεροστοχάστρια. Στήν πρώι-μη ἡλικία της διῆλθε περιόδους ἔντονου θρησκευτικοῦ ἐνθουσιασμοῦ κι ἐν-διαφέροντος ἐπάνω σε θεολογικά ζητήματα. Ἡ οἰκογένεια στήν ὁποία γεν-νήθηκε ἦταν κοινωνικά καί οἰκονομικά ἐξασφαλισμένη. Ὁ πατέρας της (Berndt Henrik Wackels Danielsen) ἦταν Νορβηγός καπετάνιος, ὁ ὁποῖος ἀργότε-ρα ἔγινε διοικητικός ὑπεύθυνος τῆς βορειογερμανικῆς ναυτιλιακῆς ἑταιρίας Lloyd. Η μητέρα της (Clothilde Marie van Ronzelen) ἦταν Ολλανδή.
Ἡ Horney περνοῦσε πολύ καιρό μέ τόν πατέρα της σε μακρινά θαλασσινά ταξίδια. Συνάντησε πολλούς ἀνθρώπους καί ἦταν ἰδιαίτερα περήφανη γιά τίς ἱκανότητες τοῦ πατέρα της. Ἂν καί ἦταν πολύ νεαρή, τα ταξίδια τὴν ἐνθάρρυναν να λαμβάνει σημαντικές ἀποφάσεις γιά τή μελλοντική ζωή της. Ἀποφάσισε νά ἀσχολεῖται μέ τούς ἀνθρώπους διότι ἐπιθυμοῦσε νὰ συνομιλεῖ μαζί τους, ν' ἀκούει τίς σκέψεις, τίς ἐμπειρίες, καί τὰ ἐνδιαφέροντά τους.
Μὲ τὴν εἴσοδο τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα πῆγε στο Βερολίνο γιά ἰατρικές, ψυχιατρικές καί ψυχαναλυτικές σπουδές. Ήταν ἐξαίρετη φοιτήτρια καί μέ τις ἱκανότητες καὶ τὴν προσωπικότητά της κέρδιζε τό σεβασμό τῶν καθηγητῶν της, καθώς καὶ τῶν ἀνδρῶν κυρίως συναδέλφων της. Στα 1909 σε ἡλικία εἰκοσιτεσσάρων ἐτῶν παντρεύθηκε τόν Oscar Horney. ἕνα Βερολινέζο δικηγόρο κι ἔκανε μαζί του τρεῖς κόρες (Brigitte, Ma-rianne, Renate). Τα διαφορετικά της ὅμως ἐνδιαφέροντα καθώς καί ἡ αὐξανόμενη ἐμπλοκή της στο ψυχαναλυτικό κίνημα – ἡ ὁποία ἀκολούθησε την ἐπιτυχῆ ἀπόκτηση τοῦ διδακτορικοῦ της διπλώματος (Βερολίνο 1915) (Το θέμα τῆς διδακτορικής διατριβής της ἦταν: Ein kasuistischer Beitrag zur Frage der traumatischen Psychosen (Συμβολή στην περίπτωση τοῦ ἐρωτήματος τῶν τραυματικῶν ψυχώσεων), Βερολίνο 1915.) -τοὺς ὁδήγησε να χωρίσουν στα 1937. Ἡ Horney πέρασε μεγάλο μέρος τῆς ζωῆς της στο Βερολίνο (1909-1932).
Ἀπό το 1914 μέχρι το 1918 σπούδασε Ψυχιατρική, ἐνῶ ἀπό τό 1918 ὡς τὸ 1932 δίδαξε στο Ἰνστιτοῦτο Ψυχανάλυσης τοῦ Βερολίνου. Συμμετείχε σε πολλά διεθνή συμπόσια, μεταξύ τῶν ὁποίων καί ἡ ἱστορική συζήτηση που ἀφοροῦσε τὴν lay analysis (Σε κεῖνο τὸ συνέδριο συζητήθηκε τό ἐρώτημα: κατά πόσο κάποιοι πού δέν εἶναι για-τροί διατηρούν το δικαίωμα νὰ ἀσκοῦν τήν Ψυχανάλυση. Ὁ Freud ὑποστήριξε ὅτι τὸ ψυχαναλυτικό ἔργο δέν συνιστᾶ κατ' ἀνάγκη ἀποκλειστικό προνόμιο τῶν γιατρῶν. Μὲ τὴν ἄποψη αὐτή διαφώνησε ὁ Sandor Rado, ἐπειδή πίστευε ὅτι ἡ Ψυχανάλυση θα πρεπε νὰ ἀσκεῖται μόνο ἀπὸ τοὺς ἔχοντες τὴν ἰατρική ὡς ἐπάγγελμα. Ἡ Karen Horney ἄκουσε τίς τοποθετήσεις καὶ τῶν δύο· ἀρνήθηκε ὅμως να πάρει θέση συγκε-κριμένα, ὑπέρ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου.), ἀπό τό 1924 ὡς το 1926, πρόεδρος τῆς ὁποίας ἦταν ὁ Freud.
Ἡ Horney ἀποτέλεσε μαθήτρια τοῦ Freud. Ψυχαναλύθηκε ἀρχικά ἀπό τόν Karl Abraham, τόν ὁποῖο ὁ Freud θεωροῦσε ἕναν ἀπ᾿ τούς ἀξιότερους μαθητές του, κι ἀργότερα ἀπό τόν Hans Sachs, τοῦ ὁποίου ἡ στάση ἀπέναντι στον Freud ἦταν εὐλαβική.
Οἱ ἀφετηρίες τῆς Karen Horney καί οἱ πρώιμες ἐμπειρίες της τήν προετοίμασαν γιά βαθύτερες ἀναζητήσεις. Ἐνδιαφερόταν ἰδιαίτερα γιά τίς διαπροσωπικές σχέσεις καί πῶς αὐτές ἐπηρεάζουν τούς σύγχρονους ἀνθρώπους. Το ἐνδιαφέρον αὐτό τήν ὁδήγησε νά χαρακτηρισθεῖ φυσιολόγος-ψυχαναλύτρια. Ἡ πρωταρχική ἔμφαση τῆς Horney γιά τήν Ψυχανάλυση σχετιζόταν μὲ τὸ νὰ συνδέει τήν ἔννοια τῆς θεραπείας μέ παραδοσιακές θεραπευτικές ἀπόψεις, τίς ὁποῖες θὰ εἶλκε ἀπό τή θεολογία καί φιλοσοφία. Γιά την τακτική της αὐτή θεωρήθηκε φιλελεύθερη ψυχαναλύτρια πολυσχιδῶν ἀναζητήσεων». Τὰ χαρίσματά της για διδασκαλία καί ὁλοκληρωμένη προ σπάθεια βρήκαν ἀνταπόκριση καὶ ἔκφραση στη φυσική Ικανότητά της για κλινική έρευνα (Obendorf, Obituary, Karen Horney, Εἰσαγωγή στο Περιοδικό τῆς Ψυχανάλυσης, μέρος П, 1953.).
Στα 1932 ἡ Horney πῆγε στις Ηνωμένες Πολιτείες καὶ γιὰ δύο χρόνια ήταν βοηθός διευθύντρια τοῦ Ψυχαναλυτικοῦ Ἰνστιτούτου τοῦ Σικάγου. Το 1933 πῆγε στη Νέα Υόρκη, ὅπου τη βρίσκουμε μέλος τοῦ διδακτικού προ σωπικοῦ τοῦ ἐκεῖ Ψυχαναλυτικοῦ Ἰνστιτούτου μέχρι το 1941. Ἐκεῖ ἀποτέλεσε συνιδρύτρια τῆς Ἑταιρίας γιὰ τὴν Προώθηση τῆς Ψυχανάλυσης καθώς καί δραστήριο μέλος τοῦ Ἀμερικανικοῦ Ἰνστιτούτου Ψυχανάλυσης.
Στη Νέα Υόρκη ἐνδιαφέρθηκε περισσότερο γιὰ τὴ θεραπευτική τῶν ψυ χικά νοσούντων. Ἄρχισε νὰ ἀσχολείται εἰδικὰ μὲ τὴ νεύρωση καὶ ἀφιέρωσε ὅλη τήν προσπάθειά της στὸ νὰ ἀνακαλύψει αὐτὸ τὸ φαινόμενο. Το ἐξέφρασε με σημασία στὰ ἔργα της. ἐπιχειρώντας να παράσχει σε ἀπλή γλώσ σα τις θεραπευτικές μεθόδους διαπραγμάτευσης αὐτοῦ τοῦ φαινομένου πρός ὠφέλεια τοῦ κοινοῦ προβληματισμού. «Προκαλώντας» τις ἰδιάζου σες παραδόσεις τοῦ διπλοῦ ψυχολογικού κατεστημένου – αὐτῶν τῆς Γερμανικής νευροφυσιολογίας καὶ τοῦ Ἁμερικανικού συμπεριφορισμού, κα θώς καὶ τῶν σφαιρῶν ἐπιρροῆς τους, ή Karen Horney ἐπεξέτεινε μεγάλως τα σύνορα τῶν φροϋδικών θεωριῶν ὅσον ἀφορᾶ τις νευρώσεις στα δύο φύλα. Μέσῳ τοῦ ἔργου της ἐπιδίωξε νὰ ὑποσημάνει τὰ πλεονεκτήματα τῆς θερα πευτικῆς τακτικῆς πρὸς ὅσους ἐπιθυμοῦσαν νὰ μάθουν, να κατανοήσουν και να καταπολεμήσουν τις νευρωτικές τους τάσεις. Πέθανε το 1952 από καρκίνο τῆς χοληδόχου κύστης στο συκώτι, ὁ ὁποῖος ἔκανε μετάσταση στούς πνεύμονές της (Rubins, Karen Horney, gentle rebel of Psychoanalysis, London 1978, σ. 337).
Ὁποιοσδήποτε ἐπιθυμεῖ νὰ προσεγγίσει τη θεωρία τῶν νευρώσεων τῆς Karen Horney, χρειάζεται ν' ἀντιληφθεῖ τὰ συγκεκριμένα ἐπιστημονικά σημεῖα πάνω στὰ ὁποῖα οἰκοδομήθηκε ἡ ψυχαναλυτική της ἄποψη, καθώς καὶ τὴν ἐπιρροή που δέχθηκε στην κατανόηση τῆς νεύρωσης ἀπό τήν ἑρμηνεία τῆς Melanie Klein. Στη συνέχεια κάποιος μπορεῖ νὰ κατανοήσει τη συνολική ἐξέλιξη τῆς θεωρίας της, ἀποδεχόμενος ὡς πυρηνική τη διακρίβωσή της στην ἀδυναμία σύναψης διαπροσωπικῶν σχέσεων ἀπό πλευρᾶς τοῦ νευρωτικού, ὥστε τὸ νευρωτικό φαινόμενο νὰ ἀνιχνεύεται, καί να δρομολογούνται θεραπευτικές διαδρομές ἀναγκαῖες γιά τήν ὀρθοπόδηση τῆς ἀτομικότητας.
Ἡ κεντρική ἰδέα τῆς Horney εἶναι μιά μίξη Φιλοσοφίας, Ψυχολογίας καί Ψυχανάλυσης. Χρησιμοποίησε τα τρία αὐτά ἐπίπεδα σπουδῆς στην προσπάθειά της να συγκεκριμενοποιεί τίς νευρωτικές περιπτώσεις μέσῳ όλιστικῆς διευκρίνισης τῶν ἀνθρώπινων βιωμάτων καί ἀλληλεπιδράσεων, ὑποσημαίνοντας τις ψυχοσυναισθηματικές συνθῆκες μέσα στίς ὁποῖες ἐξελίσσονται. Μελετώντας τή θεωρία της ἀνακαλύπτουμε μια γυναίκα μέ σοφία καί ἐμπειρία στη δουλειά της, μέλημα τῆς ὁποίας ἦταν ἡ ἀναζήτηση ὁλοένα καί καλύτερων μεθόδων ἀνακούφισης τοῦ ἀνθρώπινου ψυχοπνευματικοῦ πόνου.
Παράλληλα, ή Horney ἐπηρεάστηκε ἀπό τή Melanie Klein σε ζητήματα γυναικείας ψυχολογίας. Ἀφετηριακά ἀποδέχθηκε τὴν ἄρνηση τῆς Klein στόν πρωτογενή χαρακτήρα τοῦ φθόνου τοῦ πέους στα κορίτσια. Μέ τό ἐπιχείρημα αὐτό ὑπογράμμισε – ὅπως ἄλλωστε καί ἡ Klein – πώς ὁ φθόνος τοῦ πέους δέν συνιστᾶ πρωτογενῆ δόμηση, ἀλλά μηχανισμό ἄμυνας (King-Steiner, The Freud-Klein Controversies 1941-45, London 1991, σ. 344). Ἐπιπλέον συμφώνησε μὲ τὴν ἴδια, ὅτι τὰ κορίτσια πιθανῶς νά γνωρίζουν γιά τούς κόλπους τους σε κάποιο πρωιμότερο στάδιο ἀπό ἐκεῖνο πού ὑποστήριζε ὁ Freud (Quinn, A Mind of her own (The life of Karen Horney), New York 1987, σ. 235.).
Ἡ Horney ὑποστήριξε την ψυχαναλυτική θεωρία τῆς Klein ὅσον ἀφορᾶ τή γυναικεία ψυχολογία στο σύνολό της, ἐκτός ἀπό τήν ἄποψη ὅτι τά κορίτσια πρέπει να ψυχαναλύονται σε πολύ νεαρή ἡλικία καί μάλιστα, εἰ δυνατόν, κατά την ἡλικία τῶν τεσσάρων ἤ πέντε ἐτῶν. Ἡ Horney ἦταν μαζί με τη Josine Müller οἱ μόνες πού ὑποστήριξαν τή Melanie Klein στό ψυχαναλυτικό συνέδριο τοῦ Βερολίνου στα 1922, θεωρώντας τα γραπτά της γιά τή γυναικεία σεξουαλικότητα κατά πολύ σημαντικά καί ἐπισημαίνοντας με θλίψη πώς ἡ Ψυχανάλυση ἀγνόησε προκλητικότατα τή συμβολή της, καθόσον δέν ἐπέστησε τήν ἀπαιτούμενη προσοχή στη θεωρία της, κάτι ἄλλωστε πού ὄφειλε γιά τή μεγάλη της προσφορά (Quinn, A Mind of her own (The life of Karen Horney), σ. 235.).
Ἡ Horney ἐπηρεάστηκε ἀπό τή Melanie Klein στήν ἑρμηνεία τῶν ἐννοιῶν μίσος, πλεονεξία καί φθόνος. Τό μίσος ἑρμηνεύθηκε ἀπό τή Horney ὡς ἡ νευρωτική διαταραχή πού ἀφορμᾶται ἀπό ἐσωτερικευμένες ἐμπειρίες, οἱ ὁποῖες βασίζονται στις καθεαυτές ἐνορμήσεις τοῦ ἀτόμου και βιώνονται ὡς καταστροφικές κι ἐπικίνδυνες· μὲ ἀποτέλεσμα να καθίστανται ψυχαναγκαστικά γεγονότα τῆς ζωῆς τῆς ἀτομικότητας. Ἡ πλεονεξία καὶ ὁ φθόνος προσεγγίσθηκαν ὡς ψυχοδυναμικές διαδικασίες επιθετικότητας μὲ ἀκόρεστα καὶ ἐχθρικά περιεχόμενα (Klein-Heimann-Money-Kyrle, New Directions in Psychoanalysis (The significance of Infant Conflict in the Pattern of Adult Behaviour), London 1955, 0.324.).
Μιά «τακτική» στὴν ὁποία ἡ Klein ἐπηρέασε τη Horney ἦταν ἡ εὐελιξία στὴν ἀνάλυση φιλοσοφικών ζητημάτων, καθώς καὶ ἡ ἐλευθερία στὴν ἀναζή τηση ἄμεσων λύσεων ἀπέναντι σε προβλήματα τῆς καθημερινότητας. Λέγοντας ευελιξία στὴν ἀνάλυση φιλοσοφικών ζητημάτων ἐννοῶ ὅτι ἡ Horney ἐρχόταν σ' ἐπαφὴ μὲ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν κοινωνία χωρίς προκαταλήψεις. Όσον ἀφορᾶ τὴν ἐλευθερία ν' ἀνακαλύπτει λύσεις ἄμεσες στους καθημερινούς προβληματισμούς, ἐννοῶ πὡς ἡ συμπεριφορά της διαπνεόταν ἀπὸ τη διάθεση νὰ μὴν ταυτίζει τὸν ἑαυτό της με πολιτισμικούς ἢ κοινωνικούς θεσμούς, ὅταν τους διερευνοῦσε ὡς καταλύτες νευρωτικῶν ἐκδηλώσεων.
Οἱ προσπάθειες τῆς Horney συστήνουν ἐπισταμένες ψυχαναλυτικές προσ εγγίσεις. Οἱ ἰδέες της ἀποδεικνύονται διαχρονικές, σε σημεῖο πού και σήμερα ἀκόμη ἡ θεωρία της να χαρακτηρίζεται ὡς ἡ πλέον ἐποικοδομητική για τις νευρώσεις. Πολλές ἀπό τίς θεωρήσεις της ἔχουν ἐνσωματωθεῖ στὴ σύγχρονη ψυχαναλυτική σκέψη: ἡ ἔμφασή της για παράδειγμα ὅσον ἀφορᾶ την πρωταρχική ὑπευθυνότητα στο ἐδῶ καὶ τώρα σε αντίθεση πρός την ἐμμονή γιὰ τὸ παρελθόν τοῦ πελάτη, πιστοποιεῖ ἄμεση λειτουργική εφαρ μογή στὴν ἀντιμετώπιση τῶν νευρωτικών προβληματισμῶν. Ἡ ἰδέα για τη ναρκισσιστική ατομικότητα στα γραπτά τοῦ Heinz Kohut καί ἄλλων «αὐτοψυχολόγων», προδρομήθηκε ἀπό τήν Karen Horney τριανταπέντε περί που χρόνια πρίν στὰ ἔργα της: Οἱ συγκρούσεις τοῦ ἐσωτερικοῦ μας κόσμου (Our inner Conflicts) και Νεύρωση καί ἀνέλιξη τῆς προσωπικότητας (Neurosis and Human Growth). Ἀκόμη καί ὁ Dr Samuel Atkin, πού εἶχε ἀντιταχθεῖ στις θεωρίες της στά 1941, παραδέχθηκε ὅτι ἡ Horney βρισκόταν κατά πολύ μπροστά ἀπὸ τὸν καιρό της μὲ τὸ ν' ἀναγνωρίζει τὴν Ψυχανάλυση ὡς ἐφαρ μογή ἀνθρωπιστικοῦ χαρακτήρα καὶ ὄχι ὡς ἄκαμπτη έπιστήμη" (Quinn, A Mind of her own... σσ. 14-15. Ἀπό μία συζήτηση ποὺ εἶχε ἡ Susan Quinn μέ τόν Samuel Atkin στις 16 Μαΐου 1983).
Οἱ προοπτικές τῆς Horney προκύπτουν ἀπό τό ψυχοδυναμικό, φαινο μενολογικό και κριτικό παρελθόν της (Kelman, The Biography of Karen Horney. New York 1966, σ. 19). Εργαζόταν πάνω στα προβλήμα τα τῆς ἀνθρώπινης νεύρωσης ἀπό τὸν καιρό πού ἦταν φοιτήτρια. Οι αναλυτικές της ἐπισημάνσεις ἐξελίχθηκαν μέσῳ ἐπιμελῶν παρατηρήσεων καί ἄμεσης ἐμπειρίας τὴν ὁποία ἀποκόμιζε ἀπό νοσοκομεῖα καί κλινικές χρόνο το χρόνο. Η κλινική της Ψυχανάλυση παραμένει μνημειώδης (Πάνω σ' αὐτὸ βλέπε τό ἔργο της: The Technique of Psychoanalytic Therapy, Berlin 1917) παρά τίς τε-χνικές δυσκολίες ὅσον ἀφορᾶ τίς μεθόδους πού χρησιμοποιοῦσε. Ἔδινε ἔμφαση στὴν ἀνάγκη γιά κλινική παρατήρηση, κλινικές συνθήκες καί κλινικά μέσα, τὰ ὁποῖα τὸ νευρωτικό ἄτομο χρειαζόταν, ὥστε νὰ αἰσθάνεται περισσότερο ἀσφαλές. Ποτέ δέν ἔχανε τὸ πνεῦμα τῆς ἀναζήτησης, τῆς δοκιμασίας, τῆς ἀναθεώρησης, τῆς ἀλλαγῆς, τῆς τοποθέτησης, καθώς καί τῆς ἐπισήμανσης νέων ἀπόψεων. Τό ἔργο της ὑπογραμμίζεται ὡς εἰλικρινής καί ὀλοκάρδια προσφορά ἀναζήτησης ὀρθῶν λύσεων γιά λογαριασμό τῶν νευρωτικών προβληματισμῶν τοῦ ἀνθρώπου.
1.2. Κριτική στόν Freud
Ἡ σχέση τῆς Horney πρός τόν Freud ἦταν ἀρχικά μᾶλλον έποικοδομητική· διαδοχικά ὅμως καί ἐξαιτίας τῶν διαφορῶν τους σε ψυχαναλυτικά ζητήματα, σταμάτησε καί τελικά διακόπηκε (Για τη σχέση της μέ τόν Freud, βλέπε: Alexander and Selesnick, The history of Psychiatry, New York 1966, σσ. 186-187.). Οἱ διαφωνίες μεταξύ τους άφο-ροῦσαν τή γυναικεία ψυχολογία καί σεξουαλικότητα.
Η κριτική της στον Freud ξεκίνησε το 1922, ὅταν οἱ δυό τους συναντήθηκαν στο Διεθνές Συνέδριο τῆς Ψυχανάλυσης στο Βερολίνο. Ὁ Freud ἦταν πρόεδρος αὐτοῦ τοῦ συνεδρίου καί ἐπιχείρησε νὰ ὁδηγήσει κάθε ψυχαναλυτική συζήτηση «σέ ὄφελος» τῶν προσωπικῶν ἑρμηνειῶν του. Ἡ Horney γνώριζε καλά την τακτική αὐτή τοῦ Freud, γι' αὐτό καί ξεκίνησε το λόγο της προτείνοντας μιά ἀναθεωρητική ἄποψη στή θεώρηση τοῦ φθόνου τοῦ πέους. Γιά τή Horney, ὁ φθόνος τοῦ πέους ὄφειλε να τοποθετηθεί μέσα σ' ἕνα πλαίσιο φυσιολογικῆς ἐξέλιξης τῆς γυναίκας· δέν εἶναι αὐτός πού δη-μιουργεῖ τή θηλυκότητα, ἀλλ᾿ αὐτός πού ἀπ᾿ ὅ,τι φαίνεται τήν ἐκφράζει. Ὁ φθόνος τοῦ πέους δέν ἑρμηνεύει τή βαθιά καί καθολική γυναικεία ἀγάπη ὡς «ἀπόδειξη» προσκόλλησης στον πατέρα. Ὁ λόγος τῆς Horney ἦταν εὐγενής καί μέ τήν καλύτερη δυνατή συμπεριφορά. Επεξήγησε τό φθόνο τοῦ πέους ὡς ἀρσενικό ναρκισσισμό, ὁ ὁποῖος ἦταν τόσο προφανής, ὥστε νά μή χρειάζεται έρμηνεία, καί πώς αὐτή ἡ γνώμη τοῦ Freud δέν ἀντιστρατευ όταν μόνο τη γυναικεία ψυχολογία, ἀλλὰ ἦταν ἐναντίον καὶ σ' αὐτὴ τὴν ἴδια τη βιολογική ἐπιστήμη.
Στα 1925 ὁ Freud δημοσίευσε μία προκλητική ἐργασία για τις συνέπειες τῆς ἀνατομικῆς διάκρισης ανάμεσα στα δύο φύλα. Ἡ Horney διάβασε αὐτὴ τὴν ἐργασία καί κατέστη περισσότερο κατηγορηματική στην κριτική της ἀπέναντί του. Υποστήριξε μὲ αὐξημένη ἐπιτακτικότητα ὅτι ὁ Freud επικέντρωσε την προσοχή του στις μονομέρειες τῶν προσωπικών ψυχαναλυτικῶν ἐρευνών του. Η Horney ἀρνήθηκε τή θεώρηση τοῦ Freud ὅσον ἀφορᾶ τὸν εὐνουχισμό – ὅτι δηλ. οἱ γυναῖκες ἀντιμετωπίζουν το πέος ὡς ἔλλειψη συμπλεγματικού χαρακτήρα καί ἄρα... κατωτερότητας – καὶ τὸ οἱδιπόδειο σύμπλεγμα – ὅτι δηλ. ἡ ἔλλειψη πέους προκαλεί τὴν ἐρωτική διά θεση τοῦ κοριτσιοῦ πρὸς τὸν πατέρα. Ἄλλο θέμα πάνω στὸ ὁποῖο κριτίκα με ἐπίσης τον Freud ἦταν ὁ γυναικεῖος μαζοχισμός, ἐπειδή ὁ δεύτερος, παράλληλα πρός τα παραπάνω, ὑποστήριζε πῶς οἱ γυναῖκες βιώνουν αἰσθήματα μειονεκτικότητας ἐξαιτίας πάλι τῆς «ἔλλειψης πέους», γι' αὐτό καί ἀναπτύσσουν σεξουαλικές μαζοχιστικές τάσεις φθόνου ἀπέναντι σ' αὐτό, «προσπαθώντας» να το «ἀποκτήσουν». Η Horney ἀντέκρουσε πώς τέτοιου είδους μαζοχισμός συνιστά φυσιολογική ἐμπειρία τῆς γυναίκας· πώς πρόκειται γιὰ ἕνα δῶρο τῆς φύσης, ὅπου ἡ γυναίκα ἐπισημαίνεται νὰ ὑπερέχει ἀπὸ τὸν ἄνδρα. Σε γενικές γραμμές, ἡ Horney αἰσθανόταν πολύ άναστατωμένη εξαιτίας τοῦ Freud· τίς ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις καί θεω-ρήσεις τοῦ ὁποίου ἀπέρριπτε μὲ τὴν ἀκόλουθη παρατήρηση: «Το δόγμα ό-σον ἀφορᾶ τὴν κατωτερότητα τῶν γυναικῶν ἔχει τις ρίζες του σε ἀσυνείδητες τάσεις ἀντιπαλότητας ἀπό πλευρᾶς τῶν ἀνδρῶν» (Gay, FREUD-A life for our time, New York 1988, σσ. 519-521.).
Επιπλέον χρειάζεται νὰ ὑποσημανθεί πώς ἡ Horney ἦταν ἡ πρώτη και ἴσως ἡ ἀκριβέστερη κριτικός τῶν ἰδεῶν τοῦ Freud σε σχέση με τις γυναῖκες. Τα πρώιμα δοκίμιά της γιά τή γυναικεία ψυχολογία παρουσιάζουν έκπληκτική αμεσότητα. Σε τέτοια λαμπρά ἐπεξεργασμένα κείμενα, ὅπως: Ἡ πτήση ἀπό τή γυναικεία φύση (Τὴν ἐργασία αὐτή συναντά κάποιος στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου τῆς Homey: Ἡ Ψυχολογία τῆς Γυναίκας (Feminine Psychology). Στο κεφάλαιο αὐτό ἡ Horney ἐξετάζει το σύμπλεγμα αρσενικότητας στις γυναίκες, σύμφωνα μὲ τὴ θεώρηση που τοῦ δίνουν τὰ δύο φύλα, σσ. 54-71. Περισσότερα σχετικά μὲ τὴν ἀντιδικία μετα-ξύ Horney καί Freud, μπορεῖ ν' ἀνακαλύψει κάποιος στὸ ἔργο τῆς Marcia Westkott, The feminist Legacy of Karen Horney, New Haven 1986.), ἡ Horney ἔλεγε στη δεκαετία του 1920 αὐτά πού οἱ φεμινιστές κριτικοί τοῦ Freud ἀνακάλυψαν πενήντα χρόνια αργότερα.
Ἡ Honey διέκοψε ἐπίσημα τὸν ἐπιστημονικό σύνδεσμο μὲ τὸν Freud στα 1933 περίπου, ὅταν τῆς ζητήθηκε ἀπὸ τὸν Franz Alexander να γίνει συνι δρύτρια τοῦ Ἰνστιτούτου Ψυχανάλυσης. Το Ἰνστιτοῦτο αὐτό μπορεῖ νὰ τὸ συναντήσει κάποιος στην 62η ἀνατολική οδό στον αριθμό 329. Στα 1952, μερικούς μήνες πρίν τὸ θάνατό της, Ιδρύθηκε καὶ ἡ Κλινική Karen Horney. Από τη Νέα Υόρκη, ἡ Homey κριτίκαρε συχνά τον Freud στα γραπτά της, ἐνῶ παράλληλα προσπαθοῦσε νὰ παρέχει ὀρθές διορθώσεις τῶν φροϋδικών ὅρων καὶ ἐννοιών, σε συσχετισμό με την προσπάθειά της να εξερευνά ψυχαναλυτικά τις ἐμπειρίες τῆς ζωῆς τοῦ νευρωτικοῦ ἀτόμου. Σε αντιπαράθεση, λοιπόν, πρός τή θεωρία τοῦ Freud για τις νευρώσεις, ὅλα τά νευρωτικά φαινόμενα ἐπισημαίνονται ὡς ἀποτελέσματα μιᾶς κάποιας άνεπαρκούς λειτουργίας τοῦ ἐλέγχου τοῦ ἐγώ, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ εἴτε στο σχηματισμό κάποιου συμπτώματος, δηλ. σε μία ἀσυνείδητη ψυχική διεργασία κατὰ τὴν ὁποία μιὰ ἀπωθημένη όρμὴ ἀπελευθερώνεται ἔμμεσα καὶ ἐμφανίζεται ὡς σύμπτωμα, εἴτε σε μια χαρακτηριολογική ἀλλαγή, ὅπου ένα σύμ πτωμα παρουσιάζεται να λειτουργεῖ ὡς συμφιλιωτικός παράγοντας μεταξύ συνειδητῶν καὶ ἀσυνείδητων ὁρμῶν καί μεταβολῶν τοῦ ψυχολογικοῦ χαι ρακτήρα ἑνὸς ἀτόμου, μετασχηματίζοντας συνάμα κάθε ἀνεσταλμένη ορμή σε λειτουργία τοῦ ἐγώ, ἢ καὶ τὰ δύο. Μιά νευρωτική σύγκρουση έρμηνεύ εται δομικά ὡς σύγκρουση μεταξύ τῶν δυνάμεων τοῦ «ἐγώ» ἀφ᾿ ἑνὸς καὶ τοῦ «ἐκεῖνος ἀφ' ἑτέρου. Οἱ δυνάμεις τοῦ «ἐγώ» ἀναφέρονται στο λειτουρ γικό σύστημα τῆς ψυχικής δομῆς, ἡ ὁποία δραστηριοποιείται συνειδητά, ἐνῶ οἱ συγκρούσεις ἐπηρεάζουν τη λογική, σε σχέση προς τις δυνάμεις τοῦ «ἐκείνο»· υφιστάμενες τὴν κυριαρχία ἀσυνείδητων παραγόντων καὶ λειτουρ γώντας μέ ἀναφορὰ τὴν ἀρχή τῆς ἡδονῆς. Οἱ δυνάμεις τοῦ «ἐκεῖνο» έρμη νεύονται ὡς ἡ ἐνστικτική δεξαμενή τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἔχουν τη βάση τους στην ανατομία και φυσιολογία.
Τὰ ἀποφασιστικότερα νευρωτικά φαινόμενα λαμβάνουν χώρα στα πρώ τα χρόνια της παιδικῆς ἡλικίας. Ο τελικός σκοπός τῆς ψυχαναλυτικῆς θεραπείας ἀποβλέπει στὸ νὰ ἐπιλύει τή βρεφονηπιακή νεύρωση, ἡ ὁποία καὶ εἶναι ὁ πυρήνας τῆς νεύρωσης τῆς ἐνηλικίωσης, ἐνῶ παράλληλα έπιχειρεῖ τὴν ἀπομάκρυνση τῶν νευρωτικών συγκρούσεων (Greenson, The classic psychoanalytic Approach, American Handbook of Psychiatry. New York 1959).
Ἡ Horney πίστευε ὅτι ἡ Ψυχανάλυση μπορεῖ ν' ἀπελευθερώσει τὸν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος εἶναι χειροπόδαρα δεμένος· δὲν μπορεῖ ὅμως νὰ τοῦ δώσει νέα χέρια ἢ πόδια. Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ Ψυχανάλυση μᾶς ὑποδεικνύει ότι, αὐτὸ που θεωροῦμε ὡς θεσμικό, ἀντιπροσωπεύει ἁπλὰ μιὰ ἀπόφραξη ά νέλιξης, μιὰ ἀπόφραξη που οφείλει καὶ πρέπει νὰ ἐκκαθαρισθεῖ (Horney. The Technique of Psychoanalytic Therapy, Berlin 1917. 0. 28). Ἡ Karen Homey εἶχε ὁρίσει τὴν ὅλιστική ἐννοιολόγηση τῆς ἀπόφραξης σε αντίθεση πρὸς τὴ μηχανιστική ερμηνεία τῆς ἀντίστασης του Freud. Ἡ θεώρηση της ἀπόφραξης συνεπάγεται τη βαθιά κατανόηση τῶν ψυχονευρωτικῶν ἐμπειριῶν ποὺ ἐμποδίζουν το άτομο νὰ ἐλευθερωθεί» (Kelman and Vollmerhausen, On Horney's Psychoanalytic Techniques, Developments and Perspectives, Psychoanalytic Techniques, New York 1967.). Η Honey «ξερριζώνει» αὐτὴ τὴν ἀπόφραξη μέσῳ τῆς προοπτικῆς τῶν ἀνελικτικά προσανατολισμένων καὶ καταφατικά βιωμένων ἐναλλακτικῶν λύσεων που καλλιεργούν την ἐλευθερία. Οἱ ἐναλλακτικές αὐτές λύσεις ἐλέγχουν τὴν ἀπόφραξη καὶ έπαναδρομολογοῦν τὴν ἀτομικότητα, παρέχοντας εὐκαιρίες στὸν ἄνθρωπο να προστατεύεται από κάθε κοινωνική ἤ περιβαλλοντολογική αλληλεπίδραση. Αντίθετα, ἡ ἔννοια τῆς ἀντίστασης στον Freud ὑποσημαίνει ὅτι τέτοια ἀπόφραξη δὲν μπορεῖ ποτέ νὰ ἐκριζωθεῖ ἀπό τὸν ἄνθρωπο, ἔστω κι ἂν δια-φαίνεται ὅτι κάτι τέτοιο εἶναι δυνατό να συντελεῖται. Ο λόγος γι' αὐτό εἶναι πῶς ὁ ἀναλυόμενος ἐπιχειρεῖ νὰ κρύβεται πίσω ἀπ' τὸν ἀναλυτή του κι ἐπιπλέον διότι ἀντιστέκεται στην παροχή κάθε δυνατῆς βοήθειας κατά τῆς ἀπόφραξης. Ἡ ἀποτυχία ν' ἀποκατασταθεῖ ἡ ἀπόφραξη συνδέεται σταθε ρὰ μὲ τὴν ἀντίσταση τοῦ ἀναλυόμενου ἀπέναντι στις θεραπευτικές διερ γασίες τῆς Ψυχανάλυσης. Κατά μία ἄλλη θεώρηση, ἡ ἀντίσταση στον Freud προσδιορίζει τη συνειδητή ἢ μὴ ἐναντίωση στὴν ἀποκάλυψη καί θεραπεία τῶν ἀσυνείδητων ἐμπειριῶν. Ἡ ἀντίσταση συνδέεται, κατά τὸν ἴδιο με ύποκειμενικούς μηχανισμούς ἄμυνας (Οἱ ὑποκειμενικοί μηχανισμοί ἄμυνας ἀποκαλύπτουν την προσπάθεια τοῦ ἀτόμου νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπό νευρωτικές διαδικασίες που επηρεάζουν τὴν ἐντελῆ ψυχοσω ματική του ύπαρξη. Αὐτοί οἱ μηχανισμοί ἄμυνας χαρακτηρίζονται ὡς προσωπικοί - σε σχέση με τις εἰδικές ανάγκες κάποιου - καὶ ποικίλλουν πολλές φορές ἀπὸ τις ἀναλογοῦσες σ' αὐτές, ἐκείνων τοῦ γενικού χαρακτήρα.), ὅπως εἶναι ἡ θετική μεταβίβασης (Η θετική μεταβίβαση ερμηνεύεται ὡς συμπεριφορά προσκόλλησης σε ἄλλους, ώ-στε νὰ ἐπιδιώκεται προστασία ἀπὸ τὸ ἄγχος.), οἱ ἀντιδράσεις αὐτοσυνειδησίας καί ἡ αὐτοκριτική. Αὐτές στρέφονται έναντίον ὁρμῶν ποὺ ἐμπεριέχουν συμπλέγματα κατωτερότητας, ὑποχονδριακούς φόβους, ἀπωθημένους πόθους καὶ ἀναστολές ὅσον ἀφορᾶ διαπροσωπικές σχέσεις ποὺ ἀπειλοῦν τὸ ἐγώ.
Ἡ κυριότερη ἐπιτυχία τῆς Homey ἀποδεικνυόταν νὰ βοηθά την Ψυχανάλυση ν' ἀπελευθερώνεται ἀπό ἐνστικτικές συμπεριφορές, ἀπό ἐγωιστικές δηλ. διευκρινίσεις καὶ προσεγγίσεις ψυχαναλυτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐρμήνευαν τὴν ἀνθρώπινη ἀτομικότητα μονολιθικά, υποστηρίζοντας ὑπερβάλλουσες, άλλὰ καὶ ἐσφαλμένες αναλύσεις, μιὰ καὶ «ὑπογράμμιζαν» ὄχι μόνο τη μή «θεωρητική ἀνάκριση» τῶν θέσεών τους, ὅσον ἀφορᾶ τὴ συγκεκριμενοποιη μένη ερμηνεία στα πορίσματα τῆς Ψυχανάλυσης, ἀλλά καί διότι προσπαθού σαν να συνδράμουν με θεραπευτικές μεθόδους, χωρίς να λαμβάνουν ὑπόψη τους τις εἰδικές ἀνάγκες τῆς ἀτιωμικότητας καὶ τῶν προσδοκιών της. Άκολούθως τις «έφαρμοζαν» μέσῳ περιστασιακῶν ὑπολογισμῶν, «προικίζοντας» τες με «εσπευσμένα ἐπιστημονικά ἐπιχειρήματα». Η θεωρία που προσέφερε ἡ Horney ἦταν ἐναλλακτικοῦ χαρακτήρα καὶ ἀνταποκρινόταν σε δύο τομεῖς: ἕνα διαπροσωπικό καὶ ἕναν πολιτισμικό. Οἱ ἄνθρωποι ἀναπτύσσουν το βίο τους σε σχέση μὲ ἄλλους ἀνθρώπους, μέσα σε περιβάλλον ἀποδοχῆς καὶ κοινῆς νοοτροπίας (Horney, Final Lectures, New York 1991, σ. 10.).
Η Honey περιγράφει τη νεύρωση ὡς «πραγματική κατάσταση» (The neurotic personality of our time, New York 1937- βλέπε ἐπίσης : New ways in Psycho-analysis, New York 1939 καὶ σύγκρινε τὸ ἔργο τῶν Kelman καὶ Vollmerhausen. On Horney's Psychoanalytic Techniques, Developments and Perspectives.), ἡ ὁποία ἐμπλέκει τὸν ἄνθρωπο σε φαύλους κύκλους διαταραχῶν, ἐνῶ τὸν τυραννεί μέσῳ:
α) δημιουργίας συγκρούσεων, τίς ὁποῖες το νευρωτικό ἄτομο ἐπιχειρεῖ νὰ ἐπιλύσει.
β) δημιουργίας ψυχοπνευματικῶν ἀδυναμιῶν, τίς ὁποῖες ὁ νευρωτικός βιών νει ὡς ἐμπειρίες ἀξιοσημείωτων ἐσωψυχικών κενών (The neurotic personality of our time, New York 1937.).
Ἡ Homey εἶχε εὐρεία γνώση τῆς λογοτεχνίας. Είχε μελετήσει συγγραφεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐπεσήμαιναν στὰ ἔργα τους προσεγγίσεις ψυχαναλυτικοῦ χαρακτήρα. Χρησιμοποίησε τις προσεγγίσεις τους καί θεωρῶ ὅτι ἐπηρεά σθηκε ἀπ' αὐτοὺς ὡς πρὸς τὴν ἀνάπτυξη τῆς θεωρίας της.
Ένα παράδειγμα τῆς ἀπό μέρους της χρήσης τῆς λογοτεχνίας μπορεί να ὑπογραμμισθεί στη γενική ψυχαναλυτική της ἰδέα τῶν νευρωτικῶν πρέπει (neurotic shoulds) καὶ πῶς αὐτὰ ἐπηρεάζουν το γνήσιο ἑαυτό (real self) τῆς ἀτομικότητας. Γιὰ τὴ Horney, ένα άτομο μπορεῖ νὰ «ἐπιβάλλει» στὸν ἑαυτο του τάσεις καὶ σκοπούς που ν' ἀποδεικνύονται ἐπιζήμιοι για την καθόλη του ύπαρξη. Κλασικό παράδειγμα συνιστά κατ' αὐτὴν τὸ ἔργο τοῦ Ντο στογιέφσκι Έγκλημα καὶ Τιμωρία. Η Horney ἀνέλυσε τη συμπεριφορά τοῦ Ρασκόλνικοφ, ὥστε νὰ ἐξακριβώσει γιατί ἡ ἔλλειψη ἱκανοποίησης ἀναπτύσ σει νευρωτικά πρέπει, καὶ βλάπτει τὸ γνήσιο ἑαυτό τοῦ ἀνθρώπου (Horney, Neurosis and human growth, W. W. Norton, New York 1950, σσ. 119-120. Ο ὅρος ἤ χαρακτηρισμός Packor (ρασκόλ) στα Ρωσικά, σημαίνει τὸν ἐσωτερικά χωρι-σμένο σε δύο μέρη, τὸν ἐσωτερικά διχασμένο καί διασπασμένο ἄνθρωπο· (πρβλ. ἐπ' αὐτοῦ, Κ. Π. Χориков, М. Г. Малев, Но оре есло-Русо Cτο αρ - Ελληνορωσι-κό Λεξικό, ἐκδόσεις Издательство «Русский Язык», Москва 1980, σ. 255)· στ' ἀγγλι κά συναντᾶται ὡς rascal (ράσκαλ: κατεργάρης). Δέν γνωρίζουμε κατά πόσο ἡ Horney εἶχε ὑπόψη της τὴν ἑρμηνεία αὐτή – δὲν μᾶς διασώζει την πληροφορία-, ἤ κατά πόσο τή συσχέτιζε με το δικό της ὅρο τῆς διαμερισματοποίησης (compartmentalization).). Σύμφωνα μὲ αὐτὴν, ὁ Ντοστογιέφσκι μᾶς ὑποδεικνύει με αλάθητους όρους ὅτι οἱ τάσεις τοῦ Ρασκόλνικοφ ήταν πλήρεις ἐκδίκησης ἀπέναντι στη φτώχεια του καί τίποτε ἄλλο δέν ἦταν πιὸ ἐπιτακτικό γι' αὐτὸν ἀπὸ τὸ νὰ σκοτώσει. Ο Ντοστογιέφσκι καταδεικνύει ὅτι ὁ Ρασκόλνικοφ καταπίεσε τὸν ἑαυτό του, ὥστε νὰ τὸ πραγματώσει, ἔπεισε δηλ. τὸν ἑαυτό του πώς δολοφονώντας την ἡλικιωμένη ἐκείνη κυρία, θ' ἀπελευθερωνόταν ἀπὸ τις ἔμμονες ιδέες που τὸν διακατείχαν. Αὐτό πού πραγματικά αἰσθάνθηκε ἐναντίον της, άντιπρο σωπεύει γιὰ τὴ Horney τὴν ἐμφάνιση τῶν «νευρωτικών πρέπει» στη ζωή του, τὰ ὁποῖα καὶ λειτούργησαν ὡς ζωτικές ανάγκες με προσανατολισμό τὴν ἱκανοποίηση τοῦ ἑαυτοῦ, θεώρησε λοιπόν ὅτι σκοτώνοντας θα «βίωνε» αἰσθήματα ἐσωτερικῆς ἐλευθερίας καὶ θὰ κατέλυε τίς ἐμμονές τῆς φτώχειας του.
Ωστόσο ή Horney δηλώνει πώς κατά τη στιγμή που σκεφτόταν και προ-ετοίμαζε το σχέδιο τῆς δολοφονίας γιὰ τὴν ἱκανοποίηση τῶν νευρωτικῶν του πρέπει, δέν ἔλαβε ὑπόψη οὔτε γιὰ ἕνα λεπτό μονάχα πώς ἡ πράξη αὐτὴ θα βλάψει το γνήσιο ἑαυτό του ανεπανόρθωτα, ἕνα γνήσιο ἑαυτό ὁ ὁποῖος ἐπιχειροῦσε νὰ τοῦ παρέχει αὐτοκατανόηση ὅσον ἀφορᾶ τὴ μὴ ἔκβαση τῆς ἀπόφασης ποὺ εἶχε λάβει. Δὲν ὑπάκουσε ὅμως σ' αὐτὸν καὶ ἀκολούθησε τὴν ἔνταση τῶν νευρωτικών πρέπει ὁλοκληρώνοντας τη σκέψη του.
Γιά τή Horney, ὁ Ρασκόλνικοφ εύρισκόμενος στην κατάσταση αυτή βίωσε ἐσωτερικό κενό συναισθανόμενος τὴν ἀνάγκη νὰ τὸ διορθώσει, ἀποφά-σισε λανθασμένα· κατέστρωσε το δόλιο σχέδιό του στη σκέψη και πραγ ματοποίησε τη δολοφονία. Όταν διέπραξε τὸ ἔγκλημα, δὲν αἰσθάνθηκε αυ τὸ που περίμενε ὡς ἀποτέλεσμα, μὰ τὸ ἐσωτερικό του κενό διευρύνθηκε α κόμη περισσότερο. Το κενό αὐτό τραυμάτισε το γνήσιο ἑαυτό του καὶ τὸν ὁδήγησε να παραδοθεῖ στὴν ἀστυνομία.
Ἡ Homey συμπεραίνει ὅτι ὁ δολοφόνος ἦταν ἀρκετὰ ἄβουλος ν' ἀντισταθεί στη σκέψη του φόνου· ἀρνήθηκε τη συμβουλή τοῦ γνήσιου ἑαυτοῦ του, καὶ ἐνέδωσε στα νευρωτικά πρέπει, τὰ ὁποῖα εἶχαν ἤδη ἀρχίσει να λαμβάνουν δράση.
Ἡ Horney κατά τὴν ἀνάπτυξη τῆς ψυχαναλυτικής θεωρίας της διαπιστώ νει θεμελιώδεις διαφορές ανάμεσα στα παθολογικά καὶ τὰ φυσιολογικά φαινόμενα. Τα παθολογικά φαινόμενα δηλώνουν με μεγαλύτερη εὐκρίνεια, ὡς ἀπό μεγεθυντικό φακό, τις διαδικασίες που «διεκτραγωδοῦνται» στὰ ἀνθρώ-πίνα ὄντα. Τὰ φυσιολογικά φαινόμενα φανερώνουν τις ἐσωτερικές δυνητι κότητες που συγκεφαλαιώνουν τὴν ἀνθρώπινη ατομικότητα. Οἱ δυνητικό-τητες αὐτές ὑποβοηθούν το νευρωτικό ἑαυτό νὰ ἀποφεύγει ἐπικίνδυνες δρο-μολογήσεις, διαθέσεις καὶ περιστάσεις ἐνῶ δημιουργοῦν ἀσφαλιστικές δι-κλείδες πού καλλιεργοῦν τὴν ἀνάπτυξη τῆς ἀτομικότητας (Kelman, The Biography of Karen Horney, New York 1966, σ. 28.).
Η Karen Horney συγκαταλέγεται ἀνάμεσα στούς ψυχαναλυτές που μί λησαν για τις νευρώσεις μὲ ἐξειδικευμένο καὶ ἐπεξεργασμένο τρόπο. Ἴσως εἶναι ἡ μόνη ψυχαναλύτρια ποὺ ἀφιέρωσε ὅλα τὰ γραπτά της στις νευρώ σεις. Πραγματικά, μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ὡς ἐκείνη ποὺ ἐπεξέτεινε τὰ σύνο ρα τῆς ἔρευνας σε σχέση με τις νευρώσεις, πέρα ἀπό ὅσα θὰ μποροῦσαν νὰ συζητηθούν πάνω στο θέμα ἀκόμα και σήμερα. Η Karen Horney περιγρά φει τη θεωρία της ὡς «αἰσιόδοξη» σε ἀντιδιαστολή πρός την «ἀπαισιόδοξη» – όπως χαρακτηρίζει – τοῦ Freud. Η Horney ἀποδέχεται τὸν παραπά-νω ορισμό ὑπὸ τὴν ἔννοια «παραδοχή τοῦ κόσμου καὶ τῆς ζωῆς»· ὅτι δηλ. ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ ν' ἀπαγκιστρώνεται ἀπό τις νευρώσεις του, ἄν διδά σκεται πῶς νὰ ἔλκει δυνάμεις ἀπὸ τις πηγές τῶν ἐσωτερικῶν ἱκανοτήτων του, καθώς καὶ ἀπὸ τοὺς λεγόμενους θετικούς περιβαλλοντολογικούς πα-ράγοντες, ἔστω κι ἂν βιώνει τραγικά τα στοιχεῖα τῶν νευρώσεων μέσα του (Neurosis and human growth. A struggle to self-realisation, London 1951, σ. 378.). Ἀπεναντίας, ἡ ἔννοια «αρνητισμός ἀπέναντι στον κόσμο καί τή ζωή» χαρακτηρίζει τὴν ψυχανάλυση τοῦ Freud, ἐπειδή «προκαλεί» ἀπαισιοδοξία, καταθλιπτικά δηλ. συναισθήματα τὰ ὁποῖα λειτουργοῦν ὡς ἀναποτελεσματική λύση στις συγκρούσεις και νευρώσεις του. Ἡ ἀπαισιοδοξία αὐτή λαμβάνει χώρα σε πολλές ἀπό τίς ἐμπειρίες τοῦ ἀτόμου, καὶ εἶναι δύσκολο νὰ ἐλέγχεται. Σύμφωνα μὲ τὴν προοπτική τῆς Homey, ὁ Freud παραμένει «δέσμιος» σε ἐσφαλμένες ἑρμηνείες, οἱ ὁποῖες καθοδηγούν κατ' ἐπέκταση λανθασμένα τὸν ὁποιοδήποτε προσπαθήσει νὰ ἐμπνευσθεῖ τὴν αἰσιοδοξία ἀπό τις θεωρίες του.
Ἡ κατεξοχήν ενασχόληση τῆς Horney ἦταν να ερμηνεύει τη γυναικεία νευ ρωτική συμπεριφορά σε συσχετισμό με τις ἐκδηλώσεις της ἀπέναντι στο ναρκισσισμό. Παράλληλα ἐπεξεργάσθηκε την ανδρική νευρωτική ψυχολο γική συμπεριφορά καὶ προσπάθησε να φέρει στην επιφάνεια τα προβλήμα τα που ἀναφύονται ἀπό τις σχέσεις ἀνάμεσα στα δύο φύλα. Στο έργο της ἡ Horney ἐρεύνησε τὴν ψυχολογία τῶν γυναικῶν. Ἐπιχείρησε ν' «ἀποκαλύψει» αὐτὴ τὴν ψυχολογία εξετάζοντας τη συμπεριφορά τῶν γυναικῶν στις διάφορες ἐκφάνσεις τῆς ζωῆς. Οἱ ἐπαναστατικές ιδέες της ὅσον ἀφορᾶ τὴ γυναικεία ψυχολογία «σφυρηλατήθηκαν», ὅπως ἐξετάσαμε, ἀπό τίς σχέσεις της μὲ τὸν Freud. Μετά, ἀφοῦ «ἀντιμετώπισε» τὴν ἀνδροριοθετημένη Ψυ χολογία τοῦ Freud μέσῳ τῆς δικῆς της τῆς ἐπονομαζόμενης γυναικείας ψυχολογίας, περιέγραψε το «θήλειο τύπο» τῆς γυναίκας, λέγοντας ὅτι ὁ τύπος αὐτὸς προκύπτει ἐξἴσου ἀπό πολιτισμικούς παράγοντες ἀλλὰ καὶ ἀπὸ συγκεκριμένες ένστικτικές ἀπαιτήσεις. Ἡ Horney ἀπέδειξε ὅτι ἡ «πατριαρχική ἰδέα ὅσον ἀφορᾶ τή θηλυκότητα» προσδιορίζεται πολιτισμικά και δὲν παρέχεται ἀμετάβλητη,
Συνεχίζεται με:
1.3. Χριστιανισμός καί Karen Horney
1.
Η KAREN HORNEY ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΝΕΥΡΩΣΗΣ
1.1. Ἡ Βιογραφία τῆς Karen Horney
Ἡ Karen Horney γεννήθηκε στό Ἁμβούργο στα 1885' σε μιά ἀνώτερη με-σοαστική προτεσταντική οἰκογένεια. Ὁ πατέρας της ἦταν «ἀφιερωμένος ἀναγνώστης» τῆς Βίβλου, ἐνῶ ἡ μητέρα της έλευθεροστοχάστρια. Στήν πρώι-μη ἡλικία της διῆλθε περιόδους ἔντονου θρησκευτικοῦ ἐνθουσιασμοῦ κι ἐν-διαφέροντος ἐπάνω σε θεολογικά ζητήματα. Ἡ οἰκογένεια στήν ὁποία γεν-νήθηκε ἦταν κοινωνικά καί οἰκονομικά ἐξασφαλισμένη. Ὁ πατέρας της (Berndt Henrik Wackels Danielsen) ἦταν Νορβηγός καπετάνιος, ὁ ὁποῖος ἀργότε-ρα ἔγινε διοικητικός ὑπεύθυνος τῆς βορειογερμανικῆς ναυτιλιακῆς ἑταιρίας Lloyd. Η μητέρα της (Clothilde Marie van Ronzelen) ἦταν Ολλανδή.
Ἡ Horney περνοῦσε πολύ καιρό μέ τόν πατέρα της σε μακρινά θαλασσινά ταξίδια. Συνάντησε πολλούς ἀνθρώπους καί ἦταν ἰδιαίτερα περήφανη γιά τίς ἱκανότητες τοῦ πατέρα της. Ἂν καί ἦταν πολύ νεαρή, τα ταξίδια τὴν ἐνθάρρυναν να λαμβάνει σημαντικές ἀποφάσεις γιά τή μελλοντική ζωή της. Ἀποφάσισε νά ἀσχολεῖται μέ τούς ἀνθρώπους διότι ἐπιθυμοῦσε νὰ συνομιλεῖ μαζί τους, ν' ἀκούει τίς σκέψεις, τίς ἐμπειρίες, καί τὰ ἐνδιαφέροντά τους.
Μὲ τὴν εἴσοδο τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα πῆγε στο Βερολίνο γιά ἰατρικές, ψυχιατρικές καί ψυχαναλυτικές σπουδές. Ήταν ἐξαίρετη φοιτήτρια καί μέ τις ἱκανότητες καὶ τὴν προσωπικότητά της κέρδιζε τό σεβασμό τῶν καθηγητῶν της, καθώς καὶ τῶν ἀνδρῶν κυρίως συναδέλφων της. Στα 1909 σε ἡλικία εἰκοσιτεσσάρων ἐτῶν παντρεύθηκε τόν Oscar Horney. ἕνα Βερολινέζο δικηγόρο κι ἔκανε μαζί του τρεῖς κόρες (Brigitte, Ma-rianne, Renate). Τα διαφορετικά της ὅμως ἐνδιαφέροντα καθώς καί ἡ αὐξανόμενη ἐμπλοκή της στο ψυχαναλυτικό κίνημα – ἡ ὁποία ἀκολούθησε την ἐπιτυχῆ ἀπόκτηση τοῦ διδακτορικοῦ της διπλώματος (Βερολίνο 1915) (Το θέμα τῆς διδακτορικής διατριβής της ἦταν: Ein kasuistischer Beitrag zur Frage der traumatischen Psychosen (Συμβολή στην περίπτωση τοῦ ἐρωτήματος τῶν τραυματικῶν ψυχώσεων), Βερολίνο 1915.) -τοὺς ὁδήγησε να χωρίσουν στα 1937. Ἡ Horney πέρασε μεγάλο μέρος τῆς ζωῆς της στο Βερολίνο (1909-1932).
Ἀπό το 1914 μέχρι το 1918 σπούδασε Ψυχιατρική, ἐνῶ ἀπό τό 1918 ὡς τὸ 1932 δίδαξε στο Ἰνστιτοῦτο Ψυχανάλυσης τοῦ Βερολίνου. Συμμετείχε σε πολλά διεθνή συμπόσια, μεταξύ τῶν ὁποίων καί ἡ ἱστορική συζήτηση που ἀφοροῦσε τὴν lay analysis (Σε κεῖνο τὸ συνέδριο συζητήθηκε τό ἐρώτημα: κατά πόσο κάποιοι πού δέν εἶναι για-τροί διατηρούν το δικαίωμα νὰ ἀσκοῦν τήν Ψυχανάλυση. Ὁ Freud ὑποστήριξε ὅτι τὸ ψυχαναλυτικό ἔργο δέν συνιστᾶ κατ' ἀνάγκη ἀποκλειστικό προνόμιο τῶν γιατρῶν. Μὲ τὴν ἄποψη αὐτή διαφώνησε ὁ Sandor Rado, ἐπειδή πίστευε ὅτι ἡ Ψυχανάλυση θα πρεπε νὰ ἀσκεῖται μόνο ἀπὸ τοὺς ἔχοντες τὴν ἰατρική ὡς ἐπάγγελμα. Ἡ Karen Horney ἄκουσε τίς τοποθετήσεις καὶ τῶν δύο· ἀρνήθηκε ὅμως να πάρει θέση συγκε-κριμένα, ὑπέρ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου.), ἀπό τό 1924 ὡς το 1926, πρόεδρος τῆς ὁποίας ἦταν ὁ Freud.
Ἡ Horney ἀποτέλεσε μαθήτρια τοῦ Freud. Ψυχαναλύθηκε ἀρχικά ἀπό τόν Karl Abraham, τόν ὁποῖο ὁ Freud θεωροῦσε ἕναν ἀπ᾿ τούς ἀξιότερους μαθητές του, κι ἀργότερα ἀπό τόν Hans Sachs, τοῦ ὁποίου ἡ στάση ἀπέναντι στον Freud ἦταν εὐλαβική.
Οἱ ἀφετηρίες τῆς Karen Horney καί οἱ πρώιμες ἐμπειρίες της τήν προετοίμασαν γιά βαθύτερες ἀναζητήσεις. Ἐνδιαφερόταν ἰδιαίτερα γιά τίς διαπροσωπικές σχέσεις καί πῶς αὐτές ἐπηρεάζουν τούς σύγχρονους ἀνθρώπους. Το ἐνδιαφέρον αὐτό τήν ὁδήγησε νά χαρακτηρισθεῖ φυσιολόγος-ψυχαναλύτρια. Ἡ πρωταρχική ἔμφαση τῆς Horney γιά τήν Ψυχανάλυση σχετιζόταν μὲ τὸ νὰ συνδέει τήν ἔννοια τῆς θεραπείας μέ παραδοσιακές θεραπευτικές ἀπόψεις, τίς ὁποῖες θὰ εἶλκε ἀπό τή θεολογία καί φιλοσοφία. Γιά την τακτική της αὐτή θεωρήθηκε φιλελεύθερη ψυχαναλύτρια πολυσχιδῶν ἀναζητήσεων». Τὰ χαρίσματά της για διδασκαλία καί ὁλοκληρωμένη προ σπάθεια βρήκαν ἀνταπόκριση καὶ ἔκφραση στη φυσική Ικανότητά της για κλινική έρευνα (Obendorf, Obituary, Karen Horney, Εἰσαγωγή στο Περιοδικό τῆς Ψυχανάλυσης, μέρος П, 1953.).
Στα 1932 ἡ Horney πῆγε στις Ηνωμένες Πολιτείες καὶ γιὰ δύο χρόνια ήταν βοηθός διευθύντρια τοῦ Ψυχαναλυτικοῦ Ἰνστιτούτου τοῦ Σικάγου. Το 1933 πῆγε στη Νέα Υόρκη, ὅπου τη βρίσκουμε μέλος τοῦ διδακτικού προ σωπικοῦ τοῦ ἐκεῖ Ψυχαναλυτικοῦ Ἰνστιτούτου μέχρι το 1941. Ἐκεῖ ἀποτέλεσε συνιδρύτρια τῆς Ἑταιρίας γιὰ τὴν Προώθηση τῆς Ψυχανάλυσης καθώς καί δραστήριο μέλος τοῦ Ἀμερικανικοῦ Ἰνστιτούτου Ψυχανάλυσης.
Στη Νέα Υόρκη ἐνδιαφέρθηκε περισσότερο γιὰ τὴ θεραπευτική τῶν ψυ χικά νοσούντων. Ἄρχισε νὰ ἀσχολείται εἰδικὰ μὲ τὴ νεύρωση καὶ ἀφιέρωσε ὅλη τήν προσπάθειά της στὸ νὰ ἀνακαλύψει αὐτὸ τὸ φαινόμενο. Το ἐξέφρασε με σημασία στὰ ἔργα της. ἐπιχειρώντας να παράσχει σε ἀπλή γλώσ σα τις θεραπευτικές μεθόδους διαπραγμάτευσης αὐτοῦ τοῦ φαινομένου πρός ὠφέλεια τοῦ κοινοῦ προβληματισμού. «Προκαλώντας» τις ἰδιάζου σες παραδόσεις τοῦ διπλοῦ ψυχολογικού κατεστημένου – αὐτῶν τῆς Γερμανικής νευροφυσιολογίας καὶ τοῦ Ἁμερικανικού συμπεριφορισμού, κα θώς καὶ τῶν σφαιρῶν ἐπιρροῆς τους, ή Karen Horney ἐπεξέτεινε μεγάλως τα σύνορα τῶν φροϋδικών θεωριῶν ὅσον ἀφορᾶ τις νευρώσεις στα δύο φύλα. Μέσῳ τοῦ ἔργου της ἐπιδίωξε νὰ ὑποσημάνει τὰ πλεονεκτήματα τῆς θερα πευτικῆς τακτικῆς πρὸς ὅσους ἐπιθυμοῦσαν νὰ μάθουν, να κατανοήσουν και να καταπολεμήσουν τις νευρωτικές τους τάσεις. Πέθανε το 1952 από καρκίνο τῆς χοληδόχου κύστης στο συκώτι, ὁ ὁποῖος ἔκανε μετάσταση στούς πνεύμονές της (Rubins, Karen Horney, gentle rebel of Psychoanalysis, London 1978, σ. 337).
Ὁποιοσδήποτε ἐπιθυμεῖ νὰ προσεγγίσει τη θεωρία τῶν νευρώσεων τῆς Karen Horney, χρειάζεται ν' ἀντιληφθεῖ τὰ συγκεκριμένα ἐπιστημονικά σημεῖα πάνω στὰ ὁποῖα οἰκοδομήθηκε ἡ ψυχαναλυτική της ἄποψη, καθώς καὶ τὴν ἐπιρροή που δέχθηκε στην κατανόηση τῆς νεύρωσης ἀπό τήν ἑρμηνεία τῆς Melanie Klein. Στη συνέχεια κάποιος μπορεῖ νὰ κατανοήσει τη συνολική ἐξέλιξη τῆς θεωρίας της, ἀποδεχόμενος ὡς πυρηνική τη διακρίβωσή της στην ἀδυναμία σύναψης διαπροσωπικῶν σχέσεων ἀπό πλευρᾶς τοῦ νευρωτικού, ὥστε τὸ νευρωτικό φαινόμενο νὰ ἀνιχνεύεται, καί να δρομολογούνται θεραπευτικές διαδρομές ἀναγκαῖες γιά τήν ὀρθοπόδηση τῆς ἀτομικότητας.
Ἡ κεντρική ἰδέα τῆς Horney εἶναι μιά μίξη Φιλοσοφίας, Ψυχολογίας καί Ψυχανάλυσης. Χρησιμοποίησε τα τρία αὐτά ἐπίπεδα σπουδῆς στην προσπάθειά της να συγκεκριμενοποιεί τίς νευρωτικές περιπτώσεις μέσῳ όλιστικῆς διευκρίνισης τῶν ἀνθρώπινων βιωμάτων καί ἀλληλεπιδράσεων, ὑποσημαίνοντας τις ψυχοσυναισθηματικές συνθῆκες μέσα στίς ὁποῖες ἐξελίσσονται. Μελετώντας τή θεωρία της ἀνακαλύπτουμε μια γυναίκα μέ σοφία καί ἐμπειρία στη δουλειά της, μέλημα τῆς ὁποίας ἦταν ἡ ἀναζήτηση ὁλοένα καί καλύτερων μεθόδων ἀνακούφισης τοῦ ἀνθρώπινου ψυχοπνευματικοῦ πόνου.
Παράλληλα, ή Horney ἐπηρεάστηκε ἀπό τή Melanie Klein σε ζητήματα γυναικείας ψυχολογίας. Ἀφετηριακά ἀποδέχθηκε τὴν ἄρνηση τῆς Klein στόν πρωτογενή χαρακτήρα τοῦ φθόνου τοῦ πέους στα κορίτσια. Μέ τό ἐπιχείρημα αὐτό ὑπογράμμισε – ὅπως ἄλλωστε καί ἡ Klein – πώς ὁ φθόνος τοῦ πέους δέν συνιστᾶ πρωτογενῆ δόμηση, ἀλλά μηχανισμό ἄμυνας (King-Steiner, The Freud-Klein Controversies 1941-45, London 1991, σ. 344). Ἐπιπλέον συμφώνησε μὲ τὴν ἴδια, ὅτι τὰ κορίτσια πιθανῶς νά γνωρίζουν γιά τούς κόλπους τους σε κάποιο πρωιμότερο στάδιο ἀπό ἐκεῖνο πού ὑποστήριζε ὁ Freud (Quinn, A Mind of her own (The life of Karen Horney), New York 1987, σ. 235.).
Ἡ Horney ὑποστήριξε την ψυχαναλυτική θεωρία τῆς Klein ὅσον ἀφορᾶ τή γυναικεία ψυχολογία στο σύνολό της, ἐκτός ἀπό τήν ἄποψη ὅτι τά κορίτσια πρέπει να ψυχαναλύονται σε πολύ νεαρή ἡλικία καί μάλιστα, εἰ δυνατόν, κατά την ἡλικία τῶν τεσσάρων ἤ πέντε ἐτῶν. Ἡ Horney ἦταν μαζί με τη Josine Müller οἱ μόνες πού ὑποστήριξαν τή Melanie Klein στό ψυχαναλυτικό συνέδριο τοῦ Βερολίνου στα 1922, θεωρώντας τα γραπτά της γιά τή γυναικεία σεξουαλικότητα κατά πολύ σημαντικά καί ἐπισημαίνοντας με θλίψη πώς ἡ Ψυχανάλυση ἀγνόησε προκλητικότατα τή συμβολή της, καθόσον δέν ἐπέστησε τήν ἀπαιτούμενη προσοχή στη θεωρία της, κάτι ἄλλωστε πού ὄφειλε γιά τή μεγάλη της προσφορά (Quinn, A Mind of her own (The life of Karen Horney), σ. 235.).
Ἡ Horney ἐπηρεάστηκε ἀπό τή Melanie Klein στήν ἑρμηνεία τῶν ἐννοιῶν μίσος, πλεονεξία καί φθόνος. Τό μίσος ἑρμηνεύθηκε ἀπό τή Horney ὡς ἡ νευρωτική διαταραχή πού ἀφορμᾶται ἀπό ἐσωτερικευμένες ἐμπειρίες, οἱ ὁποῖες βασίζονται στις καθεαυτές ἐνορμήσεις τοῦ ἀτόμου και βιώνονται ὡς καταστροφικές κι ἐπικίνδυνες· μὲ ἀποτέλεσμα να καθίστανται ψυχαναγκαστικά γεγονότα τῆς ζωῆς τῆς ἀτομικότητας. Ἡ πλεονεξία καὶ ὁ φθόνος προσεγγίσθηκαν ὡς ψυχοδυναμικές διαδικασίες επιθετικότητας μὲ ἀκόρεστα καὶ ἐχθρικά περιεχόμενα (Klein-Heimann-Money-Kyrle, New Directions in Psychoanalysis (The significance of Infant Conflict in the Pattern of Adult Behaviour), London 1955, 0.324.).
Μιά «τακτική» στὴν ὁποία ἡ Klein ἐπηρέασε τη Horney ἦταν ἡ εὐελιξία στὴν ἀνάλυση φιλοσοφικών ζητημάτων, καθώς καὶ ἡ ἐλευθερία στὴν ἀναζή τηση ἄμεσων λύσεων ἀπέναντι σε προβλήματα τῆς καθημερινότητας. Λέγοντας ευελιξία στὴν ἀνάλυση φιλοσοφικών ζητημάτων ἐννοῶ ὅτι ἡ Horney ἐρχόταν σ' ἐπαφὴ μὲ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν κοινωνία χωρίς προκαταλήψεις. Όσον ἀφορᾶ τὴν ἐλευθερία ν' ἀνακαλύπτει λύσεις ἄμεσες στους καθημερινούς προβληματισμούς, ἐννοῶ πὡς ἡ συμπεριφορά της διαπνεόταν ἀπὸ τη διάθεση νὰ μὴν ταυτίζει τὸν ἑαυτό της με πολιτισμικούς ἢ κοινωνικούς θεσμούς, ὅταν τους διερευνοῦσε ὡς καταλύτες νευρωτικῶν ἐκδηλώσεων.
Οἱ προσπάθειες τῆς Horney συστήνουν ἐπισταμένες ψυχαναλυτικές προσ εγγίσεις. Οἱ ἰδέες της ἀποδεικνύονται διαχρονικές, σε σημεῖο πού και σήμερα ἀκόμη ἡ θεωρία της να χαρακτηρίζεται ὡς ἡ πλέον ἐποικοδομητική για τις νευρώσεις. Πολλές ἀπό τίς θεωρήσεις της ἔχουν ἐνσωματωθεῖ στὴ σύγχρονη ψυχαναλυτική σκέψη: ἡ ἔμφασή της για παράδειγμα ὅσον ἀφορᾶ την πρωταρχική ὑπευθυνότητα στο ἐδῶ καὶ τώρα σε αντίθεση πρός την ἐμμονή γιὰ τὸ παρελθόν τοῦ πελάτη, πιστοποιεῖ ἄμεση λειτουργική εφαρ μογή στὴν ἀντιμετώπιση τῶν νευρωτικών προβληματισμῶν. Ἡ ἰδέα για τη ναρκισσιστική ατομικότητα στα γραπτά τοῦ Heinz Kohut καί ἄλλων «αὐτοψυχολόγων», προδρομήθηκε ἀπό τήν Karen Horney τριανταπέντε περί που χρόνια πρίν στὰ ἔργα της: Οἱ συγκρούσεις τοῦ ἐσωτερικοῦ μας κόσμου (Our inner Conflicts) και Νεύρωση καί ἀνέλιξη τῆς προσωπικότητας (Neurosis and Human Growth). Ἀκόμη καί ὁ Dr Samuel Atkin, πού εἶχε ἀντιταχθεῖ στις θεωρίες της στά 1941, παραδέχθηκε ὅτι ἡ Horney βρισκόταν κατά πολύ μπροστά ἀπὸ τὸν καιρό της μὲ τὸ ν' ἀναγνωρίζει τὴν Ψυχανάλυση ὡς ἐφαρ μογή ἀνθρωπιστικοῦ χαρακτήρα καὶ ὄχι ὡς ἄκαμπτη έπιστήμη" (Quinn, A Mind of her own... σσ. 14-15. Ἀπό μία συζήτηση ποὺ εἶχε ἡ Susan Quinn μέ τόν Samuel Atkin στις 16 Μαΐου 1983).
Οἱ προοπτικές τῆς Horney προκύπτουν ἀπό τό ψυχοδυναμικό, φαινο μενολογικό και κριτικό παρελθόν της (Kelman, The Biography of Karen Horney. New York 1966, σ. 19). Εργαζόταν πάνω στα προβλήμα τα τῆς ἀνθρώπινης νεύρωσης ἀπό τὸν καιρό πού ἦταν φοιτήτρια. Οι αναλυτικές της ἐπισημάνσεις ἐξελίχθηκαν μέσῳ ἐπιμελῶν παρατηρήσεων καί ἄμεσης ἐμπειρίας τὴν ὁποία ἀποκόμιζε ἀπό νοσοκομεῖα καί κλινικές χρόνο το χρόνο. Η κλινική της Ψυχανάλυση παραμένει μνημειώδης (Πάνω σ' αὐτὸ βλέπε τό ἔργο της: The Technique of Psychoanalytic Therapy, Berlin 1917) παρά τίς τε-χνικές δυσκολίες ὅσον ἀφορᾶ τίς μεθόδους πού χρησιμοποιοῦσε. Ἔδινε ἔμφαση στὴν ἀνάγκη γιά κλινική παρατήρηση, κλινικές συνθήκες καί κλινικά μέσα, τὰ ὁποῖα τὸ νευρωτικό ἄτομο χρειαζόταν, ὥστε νὰ αἰσθάνεται περισσότερο ἀσφαλές. Ποτέ δέν ἔχανε τὸ πνεῦμα τῆς ἀναζήτησης, τῆς δοκιμασίας, τῆς ἀναθεώρησης, τῆς ἀλλαγῆς, τῆς τοποθέτησης, καθώς καί τῆς ἐπισήμανσης νέων ἀπόψεων. Τό ἔργο της ὑπογραμμίζεται ὡς εἰλικρινής καί ὀλοκάρδια προσφορά ἀναζήτησης ὀρθῶν λύσεων γιά λογαριασμό τῶν νευρωτικών προβληματισμῶν τοῦ ἀνθρώπου.
1.2. Κριτική στόν Freud
Ἡ σχέση τῆς Horney πρός τόν Freud ἦταν ἀρχικά μᾶλλον έποικοδομητική· διαδοχικά ὅμως καί ἐξαιτίας τῶν διαφορῶν τους σε ψυχαναλυτικά ζητήματα, σταμάτησε καί τελικά διακόπηκε (Για τη σχέση της μέ τόν Freud, βλέπε: Alexander and Selesnick, The history of Psychiatry, New York 1966, σσ. 186-187.). Οἱ διαφωνίες μεταξύ τους άφο-ροῦσαν τή γυναικεία ψυχολογία καί σεξουαλικότητα.
Η κριτική της στον Freud ξεκίνησε το 1922, ὅταν οἱ δυό τους συναντήθηκαν στο Διεθνές Συνέδριο τῆς Ψυχανάλυσης στο Βερολίνο. Ὁ Freud ἦταν πρόεδρος αὐτοῦ τοῦ συνεδρίου καί ἐπιχείρησε νὰ ὁδηγήσει κάθε ψυχαναλυτική συζήτηση «σέ ὄφελος» τῶν προσωπικῶν ἑρμηνειῶν του. Ἡ Horney γνώριζε καλά την τακτική αὐτή τοῦ Freud, γι' αὐτό καί ξεκίνησε το λόγο της προτείνοντας μιά ἀναθεωρητική ἄποψη στή θεώρηση τοῦ φθόνου τοῦ πέους. Γιά τή Horney, ὁ φθόνος τοῦ πέους ὄφειλε να τοποθετηθεί μέσα σ' ἕνα πλαίσιο φυσιολογικῆς ἐξέλιξης τῆς γυναίκας· δέν εἶναι αὐτός πού δη-μιουργεῖ τή θηλυκότητα, ἀλλ᾿ αὐτός πού ἀπ᾿ ὅ,τι φαίνεται τήν ἐκφράζει. Ὁ φθόνος τοῦ πέους δέν ἑρμηνεύει τή βαθιά καί καθολική γυναικεία ἀγάπη ὡς «ἀπόδειξη» προσκόλλησης στον πατέρα. Ὁ λόγος τῆς Horney ἦταν εὐγενής καί μέ τήν καλύτερη δυνατή συμπεριφορά. Επεξήγησε τό φθόνο τοῦ πέους ὡς ἀρσενικό ναρκισσισμό, ὁ ὁποῖος ἦταν τόσο προφανής, ὥστε νά μή χρειάζεται έρμηνεία, καί πώς αὐτή ἡ γνώμη τοῦ Freud δέν ἀντιστρατευ όταν μόνο τη γυναικεία ψυχολογία, ἀλλὰ ἦταν ἐναντίον καὶ σ' αὐτὴ τὴν ἴδια τη βιολογική ἐπιστήμη.
Στα 1925 ὁ Freud δημοσίευσε μία προκλητική ἐργασία για τις συνέπειες τῆς ἀνατομικῆς διάκρισης ανάμεσα στα δύο φύλα. Ἡ Horney διάβασε αὐτὴ τὴν ἐργασία καί κατέστη περισσότερο κατηγορηματική στην κριτική της ἀπέναντί του. Υποστήριξε μὲ αὐξημένη ἐπιτακτικότητα ὅτι ὁ Freud επικέντρωσε την προσοχή του στις μονομέρειες τῶν προσωπικών ψυχαναλυτικῶν ἐρευνών του. Η Horney ἀρνήθηκε τή θεώρηση τοῦ Freud ὅσον ἀφορᾶ τὸν εὐνουχισμό – ὅτι δηλ. οἱ γυναῖκες ἀντιμετωπίζουν το πέος ὡς ἔλλειψη συμπλεγματικού χαρακτήρα καί ἄρα... κατωτερότητας – καὶ τὸ οἱδιπόδειο σύμπλεγμα – ὅτι δηλ. ἡ ἔλλειψη πέους προκαλεί τὴν ἐρωτική διά θεση τοῦ κοριτσιοῦ πρὸς τὸν πατέρα. Ἄλλο θέμα πάνω στὸ ὁποῖο κριτίκα με ἐπίσης τον Freud ἦταν ὁ γυναικεῖος μαζοχισμός, ἐπειδή ὁ δεύτερος, παράλληλα πρός τα παραπάνω, ὑποστήριζε πῶς οἱ γυναῖκες βιώνουν αἰσθήματα μειονεκτικότητας ἐξαιτίας πάλι τῆς «ἔλλειψης πέους», γι' αὐτό καί ἀναπτύσσουν σεξουαλικές μαζοχιστικές τάσεις φθόνου ἀπέναντι σ' αὐτό, «προσπαθώντας» να το «ἀποκτήσουν». Η Horney ἀντέκρουσε πώς τέτοιου είδους μαζοχισμός συνιστά φυσιολογική ἐμπειρία τῆς γυναίκας· πώς πρόκειται γιὰ ἕνα δῶρο τῆς φύσης, ὅπου ἡ γυναίκα ἐπισημαίνεται νὰ ὑπερέχει ἀπὸ τὸν ἄνδρα. Σε γενικές γραμμές, ἡ Horney αἰσθανόταν πολύ άναστατωμένη εξαιτίας τοῦ Freud· τίς ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις καί θεω-ρήσεις τοῦ ὁποίου ἀπέρριπτε μὲ τὴν ἀκόλουθη παρατήρηση: «Το δόγμα ό-σον ἀφορᾶ τὴν κατωτερότητα τῶν γυναικῶν ἔχει τις ρίζες του σε ἀσυνείδητες τάσεις ἀντιπαλότητας ἀπό πλευρᾶς τῶν ἀνδρῶν» (Gay, FREUD-A life for our time, New York 1988, σσ. 519-521.).
Επιπλέον χρειάζεται νὰ ὑποσημανθεί πώς ἡ Horney ἦταν ἡ πρώτη και ἴσως ἡ ἀκριβέστερη κριτικός τῶν ἰδεῶν τοῦ Freud σε σχέση με τις γυναῖκες. Τα πρώιμα δοκίμιά της γιά τή γυναικεία ψυχολογία παρουσιάζουν έκπληκτική αμεσότητα. Σε τέτοια λαμπρά ἐπεξεργασμένα κείμενα, ὅπως: Ἡ πτήση ἀπό τή γυναικεία φύση (Τὴν ἐργασία αὐτή συναντά κάποιος στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου τῆς Homey: Ἡ Ψυχολογία τῆς Γυναίκας (Feminine Psychology). Στο κεφάλαιο αὐτό ἡ Horney ἐξετάζει το σύμπλεγμα αρσενικότητας στις γυναίκες, σύμφωνα μὲ τὴ θεώρηση που τοῦ δίνουν τὰ δύο φύλα, σσ. 54-71. Περισσότερα σχετικά μὲ τὴν ἀντιδικία μετα-ξύ Horney καί Freud, μπορεῖ ν' ἀνακαλύψει κάποιος στὸ ἔργο τῆς Marcia Westkott, The feminist Legacy of Karen Horney, New Haven 1986.), ἡ Horney ἔλεγε στη δεκαετία του 1920 αὐτά πού οἱ φεμινιστές κριτικοί τοῦ Freud ἀνακάλυψαν πενήντα χρόνια αργότερα.
Ἡ Honey διέκοψε ἐπίσημα τὸν ἐπιστημονικό σύνδεσμο μὲ τὸν Freud στα 1933 περίπου, ὅταν τῆς ζητήθηκε ἀπὸ τὸν Franz Alexander να γίνει συνι δρύτρια τοῦ Ἰνστιτούτου Ψυχανάλυσης. Το Ἰνστιτοῦτο αὐτό μπορεῖ νὰ τὸ συναντήσει κάποιος στην 62η ἀνατολική οδό στον αριθμό 329. Στα 1952, μερικούς μήνες πρίν τὸ θάνατό της, Ιδρύθηκε καὶ ἡ Κλινική Karen Horney. Από τη Νέα Υόρκη, ἡ Homey κριτίκαρε συχνά τον Freud στα γραπτά της, ἐνῶ παράλληλα προσπαθοῦσε νὰ παρέχει ὀρθές διορθώσεις τῶν φροϋδικών ὅρων καὶ ἐννοιών, σε συσχετισμό με την προσπάθειά της να εξερευνά ψυχαναλυτικά τις ἐμπειρίες τῆς ζωῆς τοῦ νευρωτικοῦ ἀτόμου. Σε αντιπαράθεση, λοιπόν, πρός τή θεωρία τοῦ Freud για τις νευρώσεις, ὅλα τά νευρωτικά φαινόμενα ἐπισημαίνονται ὡς ἀποτελέσματα μιᾶς κάποιας άνεπαρκούς λειτουργίας τοῦ ἐλέγχου τοῦ ἐγώ, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ εἴτε στο σχηματισμό κάποιου συμπτώματος, δηλ. σε μία ἀσυνείδητη ψυχική διεργασία κατὰ τὴν ὁποία μιὰ ἀπωθημένη όρμὴ ἀπελευθερώνεται ἔμμεσα καὶ ἐμφανίζεται ὡς σύμπτωμα, εἴτε σε μια χαρακτηριολογική ἀλλαγή, ὅπου ένα σύμ πτωμα παρουσιάζεται να λειτουργεῖ ὡς συμφιλιωτικός παράγοντας μεταξύ συνειδητῶν καὶ ἀσυνείδητων ὁρμῶν καί μεταβολῶν τοῦ ψυχολογικοῦ χαι ρακτήρα ἑνὸς ἀτόμου, μετασχηματίζοντας συνάμα κάθε ἀνεσταλμένη ορμή σε λειτουργία τοῦ ἐγώ, ἢ καὶ τὰ δύο. Μιά νευρωτική σύγκρουση έρμηνεύ εται δομικά ὡς σύγκρουση μεταξύ τῶν δυνάμεων τοῦ «ἐγώ» ἀφ᾿ ἑνὸς καὶ τοῦ «ἐκεῖνος ἀφ' ἑτέρου. Οἱ δυνάμεις τοῦ «ἐγώ» ἀναφέρονται στο λειτουρ γικό σύστημα τῆς ψυχικής δομῆς, ἡ ὁποία δραστηριοποιείται συνειδητά, ἐνῶ οἱ συγκρούσεις ἐπηρεάζουν τη λογική, σε σχέση προς τις δυνάμεις τοῦ «ἐκείνο»· υφιστάμενες τὴν κυριαρχία ἀσυνείδητων παραγόντων καὶ λειτουρ γώντας μέ ἀναφορὰ τὴν ἀρχή τῆς ἡδονῆς. Οἱ δυνάμεις τοῦ «ἐκεῖνο» έρμη νεύονται ὡς ἡ ἐνστικτική δεξαμενή τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἔχουν τη βάση τους στην ανατομία και φυσιολογία.
Τὰ ἀποφασιστικότερα νευρωτικά φαινόμενα λαμβάνουν χώρα στα πρώ τα χρόνια της παιδικῆς ἡλικίας. Ο τελικός σκοπός τῆς ψυχαναλυτικῆς θεραπείας ἀποβλέπει στὸ νὰ ἐπιλύει τή βρεφονηπιακή νεύρωση, ἡ ὁποία καὶ εἶναι ὁ πυρήνας τῆς νεύρωσης τῆς ἐνηλικίωσης, ἐνῶ παράλληλα έπιχειρεῖ τὴν ἀπομάκρυνση τῶν νευρωτικών συγκρούσεων (Greenson, The classic psychoanalytic Approach, American Handbook of Psychiatry. New York 1959).
Ἡ Horney πίστευε ὅτι ἡ Ψυχανάλυση μπορεῖ ν' ἀπελευθερώσει τὸν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος εἶναι χειροπόδαρα δεμένος· δὲν μπορεῖ ὅμως νὰ τοῦ δώσει νέα χέρια ἢ πόδια. Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ Ψυχανάλυση μᾶς ὑποδεικνύει ότι, αὐτὸ που θεωροῦμε ὡς θεσμικό, ἀντιπροσωπεύει ἁπλὰ μιὰ ἀπόφραξη ά νέλιξης, μιὰ ἀπόφραξη που οφείλει καὶ πρέπει νὰ ἐκκαθαρισθεῖ (Horney. The Technique of Psychoanalytic Therapy, Berlin 1917. 0. 28). Ἡ Karen Homey εἶχε ὁρίσει τὴν ὅλιστική ἐννοιολόγηση τῆς ἀπόφραξης σε αντίθεση πρὸς τὴ μηχανιστική ερμηνεία τῆς ἀντίστασης του Freud. Ἡ θεώρηση της ἀπόφραξης συνεπάγεται τη βαθιά κατανόηση τῶν ψυχονευρωτικῶν ἐμπειριῶν ποὺ ἐμποδίζουν το άτομο νὰ ἐλευθερωθεί» (Kelman and Vollmerhausen, On Horney's Psychoanalytic Techniques, Developments and Perspectives, Psychoanalytic Techniques, New York 1967.). Η Honey «ξερριζώνει» αὐτὴ τὴν ἀπόφραξη μέσῳ τῆς προοπτικῆς τῶν ἀνελικτικά προσανατολισμένων καὶ καταφατικά βιωμένων ἐναλλακτικῶν λύσεων που καλλιεργούν την ἐλευθερία. Οἱ ἐναλλακτικές αὐτές λύσεις ἐλέγχουν τὴν ἀπόφραξη καὶ έπαναδρομολογοῦν τὴν ἀτομικότητα, παρέχοντας εὐκαιρίες στὸν ἄνθρωπο να προστατεύεται από κάθε κοινωνική ἤ περιβαλλοντολογική αλληλεπίδραση. Αντίθετα, ἡ ἔννοια τῆς ἀντίστασης στον Freud ὑποσημαίνει ὅτι τέτοια ἀπόφραξη δὲν μπορεῖ ποτέ νὰ ἐκριζωθεῖ ἀπό τὸν ἄνθρωπο, ἔστω κι ἂν δια-φαίνεται ὅτι κάτι τέτοιο εἶναι δυνατό να συντελεῖται. Ο λόγος γι' αὐτό εἶναι πῶς ὁ ἀναλυόμενος ἐπιχειρεῖ νὰ κρύβεται πίσω ἀπ' τὸν ἀναλυτή του κι ἐπιπλέον διότι ἀντιστέκεται στην παροχή κάθε δυνατῆς βοήθειας κατά τῆς ἀπόφραξης. Ἡ ἀποτυχία ν' ἀποκατασταθεῖ ἡ ἀπόφραξη συνδέεται σταθε ρὰ μὲ τὴν ἀντίσταση τοῦ ἀναλυόμενου ἀπέναντι στις θεραπευτικές διερ γασίες τῆς Ψυχανάλυσης. Κατά μία ἄλλη θεώρηση, ἡ ἀντίσταση στον Freud προσδιορίζει τη συνειδητή ἢ μὴ ἐναντίωση στὴν ἀποκάλυψη καί θεραπεία τῶν ἀσυνείδητων ἐμπειριῶν. Ἡ ἀντίσταση συνδέεται, κατά τὸν ἴδιο με ύποκειμενικούς μηχανισμούς ἄμυνας (Οἱ ὑποκειμενικοί μηχανισμοί ἄμυνας ἀποκαλύπτουν την προσπάθεια τοῦ ἀτόμου νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπό νευρωτικές διαδικασίες που επηρεάζουν τὴν ἐντελῆ ψυχοσω ματική του ύπαρξη. Αὐτοί οἱ μηχανισμοί ἄμυνας χαρακτηρίζονται ὡς προσωπικοί - σε σχέση με τις εἰδικές ανάγκες κάποιου - καὶ ποικίλλουν πολλές φορές ἀπὸ τις ἀναλογοῦσες σ' αὐτές, ἐκείνων τοῦ γενικού χαρακτήρα.), ὅπως εἶναι ἡ θετική μεταβίβασης (Η θετική μεταβίβαση ερμηνεύεται ὡς συμπεριφορά προσκόλλησης σε ἄλλους, ώ-στε νὰ ἐπιδιώκεται προστασία ἀπὸ τὸ ἄγχος.), οἱ ἀντιδράσεις αὐτοσυνειδησίας καί ἡ αὐτοκριτική. Αὐτές στρέφονται έναντίον ὁρμῶν ποὺ ἐμπεριέχουν συμπλέγματα κατωτερότητας, ὑποχονδριακούς φόβους, ἀπωθημένους πόθους καὶ ἀναστολές ὅσον ἀφορᾶ διαπροσωπικές σχέσεις ποὺ ἀπειλοῦν τὸ ἐγώ.
Ἡ κυριότερη ἐπιτυχία τῆς Homey ἀποδεικνυόταν νὰ βοηθά την Ψυχανάλυση ν' ἀπελευθερώνεται ἀπό ἐνστικτικές συμπεριφορές, ἀπό ἐγωιστικές δηλ. διευκρινίσεις καὶ προσεγγίσεις ψυχαναλυτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐρμήνευαν τὴν ἀνθρώπινη ἀτομικότητα μονολιθικά, υποστηρίζοντας ὑπερβάλλουσες, άλλὰ καὶ ἐσφαλμένες αναλύσεις, μιὰ καὶ «ὑπογράμμιζαν» ὄχι μόνο τη μή «θεωρητική ἀνάκριση» τῶν θέσεών τους, ὅσον ἀφορᾶ τὴ συγκεκριμενοποιη μένη ερμηνεία στα πορίσματα τῆς Ψυχανάλυσης, ἀλλά καί διότι προσπαθού σαν να συνδράμουν με θεραπευτικές μεθόδους, χωρίς να λαμβάνουν ὑπόψη τους τις εἰδικές ἀνάγκες τῆς ἀτιωμικότητας καὶ τῶν προσδοκιών της. Άκολούθως τις «έφαρμοζαν» μέσῳ περιστασιακῶν ὑπολογισμῶν, «προικίζοντας» τες με «εσπευσμένα ἐπιστημονικά ἐπιχειρήματα». Η θεωρία που προσέφερε ἡ Horney ἦταν ἐναλλακτικοῦ χαρακτήρα καὶ ἀνταποκρινόταν σε δύο τομεῖς: ἕνα διαπροσωπικό καὶ ἕναν πολιτισμικό. Οἱ ἄνθρωποι ἀναπτύσσουν το βίο τους σε σχέση μὲ ἄλλους ἀνθρώπους, μέσα σε περιβάλλον ἀποδοχῆς καὶ κοινῆς νοοτροπίας (Horney, Final Lectures, New York 1991, σ. 10.).
Η Honey περιγράφει τη νεύρωση ὡς «πραγματική κατάσταση» (The neurotic personality of our time, New York 1937- βλέπε ἐπίσης : New ways in Psycho-analysis, New York 1939 καὶ σύγκρινε τὸ ἔργο τῶν Kelman καὶ Vollmerhausen. On Horney's Psychoanalytic Techniques, Developments and Perspectives.), ἡ ὁποία ἐμπλέκει τὸν ἄνθρωπο σε φαύλους κύκλους διαταραχῶν, ἐνῶ τὸν τυραννεί μέσῳ:
α) δημιουργίας συγκρούσεων, τίς ὁποῖες το νευρωτικό ἄτομο ἐπιχειρεῖ νὰ ἐπιλύσει.
β) δημιουργίας ψυχοπνευματικῶν ἀδυναμιῶν, τίς ὁποῖες ὁ νευρωτικός βιών νει ὡς ἐμπειρίες ἀξιοσημείωτων ἐσωψυχικών κενών (The neurotic personality of our time, New York 1937.).
Ἡ Homey εἶχε εὐρεία γνώση τῆς λογοτεχνίας. Είχε μελετήσει συγγραφεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐπεσήμαιναν στὰ ἔργα τους προσεγγίσεις ψυχαναλυτικοῦ χαρακτήρα. Χρησιμοποίησε τις προσεγγίσεις τους καί θεωρῶ ὅτι ἐπηρεά σθηκε ἀπ' αὐτοὺς ὡς πρὸς τὴν ἀνάπτυξη τῆς θεωρίας της.
Ένα παράδειγμα τῆς ἀπό μέρους της χρήσης τῆς λογοτεχνίας μπορεί να ὑπογραμμισθεί στη γενική ψυχαναλυτική της ἰδέα τῶν νευρωτικῶν πρέπει (neurotic shoulds) καὶ πῶς αὐτὰ ἐπηρεάζουν το γνήσιο ἑαυτό (real self) τῆς ἀτομικότητας. Γιὰ τὴ Horney, ένα άτομο μπορεῖ νὰ «ἐπιβάλλει» στὸν ἑαυτο του τάσεις καὶ σκοπούς που ν' ἀποδεικνύονται ἐπιζήμιοι για την καθόλη του ύπαρξη. Κλασικό παράδειγμα συνιστά κατ' αὐτὴν τὸ ἔργο τοῦ Ντο στογιέφσκι Έγκλημα καὶ Τιμωρία. Η Horney ἀνέλυσε τη συμπεριφορά τοῦ Ρασκόλνικοφ, ὥστε νὰ ἐξακριβώσει γιατί ἡ ἔλλειψη ἱκανοποίησης ἀναπτύσ σει νευρωτικά πρέπει, καὶ βλάπτει τὸ γνήσιο ἑαυτό τοῦ ἀνθρώπου (Horney, Neurosis and human growth, W. W. Norton, New York 1950, σσ. 119-120. Ο ὅρος ἤ χαρακτηρισμός Packor (ρασκόλ) στα Ρωσικά, σημαίνει τὸν ἐσωτερικά χωρι-σμένο σε δύο μέρη, τὸν ἐσωτερικά διχασμένο καί διασπασμένο ἄνθρωπο· (πρβλ. ἐπ' αὐτοῦ, Κ. Π. Χориков, М. Г. Малев, Но оре есло-Русо Cτο αρ - Ελληνορωσι-κό Λεξικό, ἐκδόσεις Издательство «Русский Язык», Москва 1980, σ. 255)· στ' ἀγγλι κά συναντᾶται ὡς rascal (ράσκαλ: κατεργάρης). Δέν γνωρίζουμε κατά πόσο ἡ Horney εἶχε ὑπόψη της τὴν ἑρμηνεία αὐτή – δὲν μᾶς διασώζει την πληροφορία-, ἤ κατά πόσο τή συσχέτιζε με το δικό της ὅρο τῆς διαμερισματοποίησης (compartmentalization).). Σύμφωνα μὲ αὐτὴν, ὁ Ντοστογιέφσκι μᾶς ὑποδεικνύει με αλάθητους όρους ὅτι οἱ τάσεις τοῦ Ρασκόλνικοφ ήταν πλήρεις ἐκδίκησης ἀπέναντι στη φτώχεια του καί τίποτε ἄλλο δέν ἦταν πιὸ ἐπιτακτικό γι' αὐτὸν ἀπὸ τὸ νὰ σκοτώσει. Ο Ντοστογιέφσκι καταδεικνύει ὅτι ὁ Ρασκόλνικοφ καταπίεσε τὸν ἑαυτό του, ὥστε νὰ τὸ πραγματώσει, ἔπεισε δηλ. τὸν ἑαυτό του πώς δολοφονώντας την ἡλικιωμένη ἐκείνη κυρία, θ' ἀπελευθερωνόταν ἀπὸ τις ἔμμονες ιδέες που τὸν διακατείχαν. Αὐτό πού πραγματικά αἰσθάνθηκε ἐναντίον της, άντιπρο σωπεύει γιὰ τὴ Horney τὴν ἐμφάνιση τῶν «νευρωτικών πρέπει» στη ζωή του, τὰ ὁποῖα καὶ λειτούργησαν ὡς ζωτικές ανάγκες με προσανατολισμό τὴν ἱκανοποίηση τοῦ ἑαυτοῦ, θεώρησε λοιπόν ὅτι σκοτώνοντας θα «βίωνε» αἰσθήματα ἐσωτερικῆς ἐλευθερίας καὶ θὰ κατέλυε τίς ἐμμονές τῆς φτώχειας του.
Ωστόσο ή Horney δηλώνει πώς κατά τη στιγμή που σκεφτόταν και προ-ετοίμαζε το σχέδιο τῆς δολοφονίας γιὰ τὴν ἱκανοποίηση τῶν νευρωτικῶν του πρέπει, δέν ἔλαβε ὑπόψη οὔτε γιὰ ἕνα λεπτό μονάχα πώς ἡ πράξη αὐτὴ θα βλάψει το γνήσιο ἑαυτό του ανεπανόρθωτα, ἕνα γνήσιο ἑαυτό ὁ ὁποῖος ἐπιχειροῦσε νὰ τοῦ παρέχει αὐτοκατανόηση ὅσον ἀφορᾶ τὴ μὴ ἔκβαση τῆς ἀπόφασης ποὺ εἶχε λάβει. Δὲν ὑπάκουσε ὅμως σ' αὐτὸν καὶ ἀκολούθησε τὴν ἔνταση τῶν νευρωτικών πρέπει ὁλοκληρώνοντας τη σκέψη του.
Γιά τή Horney, ὁ Ρασκόλνικοφ εύρισκόμενος στην κατάσταση αυτή βίωσε ἐσωτερικό κενό συναισθανόμενος τὴν ἀνάγκη νὰ τὸ διορθώσει, ἀποφά-σισε λανθασμένα· κατέστρωσε το δόλιο σχέδιό του στη σκέψη και πραγ ματοποίησε τη δολοφονία. Όταν διέπραξε τὸ ἔγκλημα, δὲν αἰσθάνθηκε αυ τὸ που περίμενε ὡς ἀποτέλεσμα, μὰ τὸ ἐσωτερικό του κενό διευρύνθηκε α κόμη περισσότερο. Το κενό αὐτό τραυμάτισε το γνήσιο ἑαυτό του καὶ τὸν ὁδήγησε να παραδοθεῖ στὴν ἀστυνομία.
Ἡ Homey συμπεραίνει ὅτι ὁ δολοφόνος ἦταν ἀρκετὰ ἄβουλος ν' ἀντισταθεί στη σκέψη του φόνου· ἀρνήθηκε τη συμβουλή τοῦ γνήσιου ἑαυτοῦ του, καὶ ἐνέδωσε στα νευρωτικά πρέπει, τὰ ὁποῖα εἶχαν ἤδη ἀρχίσει να λαμβάνουν δράση.
Ἡ Horney κατά τὴν ἀνάπτυξη τῆς ψυχαναλυτικής θεωρίας της διαπιστώ νει θεμελιώδεις διαφορές ανάμεσα στα παθολογικά καὶ τὰ φυσιολογικά φαινόμενα. Τα παθολογικά φαινόμενα δηλώνουν με μεγαλύτερη εὐκρίνεια, ὡς ἀπό μεγεθυντικό φακό, τις διαδικασίες που «διεκτραγωδοῦνται» στὰ ἀνθρώ-πίνα ὄντα. Τὰ φυσιολογικά φαινόμενα φανερώνουν τις ἐσωτερικές δυνητι κότητες που συγκεφαλαιώνουν τὴν ἀνθρώπινη ατομικότητα. Οἱ δυνητικό-τητες αὐτές ὑποβοηθούν το νευρωτικό ἑαυτό νὰ ἀποφεύγει ἐπικίνδυνες δρο-μολογήσεις, διαθέσεις καὶ περιστάσεις ἐνῶ δημιουργοῦν ἀσφαλιστικές δι-κλείδες πού καλλιεργοῦν τὴν ἀνάπτυξη τῆς ἀτομικότητας (Kelman, The Biography of Karen Horney, New York 1966, σ. 28.).
Η Karen Horney συγκαταλέγεται ἀνάμεσα στούς ψυχαναλυτές που μί λησαν για τις νευρώσεις μὲ ἐξειδικευμένο καὶ ἐπεξεργασμένο τρόπο. Ἴσως εἶναι ἡ μόνη ψυχαναλύτρια ποὺ ἀφιέρωσε ὅλα τὰ γραπτά της στις νευρώ σεις. Πραγματικά, μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ὡς ἐκείνη ποὺ ἐπεξέτεινε τὰ σύνο ρα τῆς ἔρευνας σε σχέση με τις νευρώσεις, πέρα ἀπό ὅσα θὰ μποροῦσαν νὰ συζητηθούν πάνω στο θέμα ἀκόμα και σήμερα. Η Karen Horney περιγρά φει τη θεωρία της ὡς «αἰσιόδοξη» σε ἀντιδιαστολή πρός την «ἀπαισιόδοξη» – όπως χαρακτηρίζει – τοῦ Freud. Η Horney ἀποδέχεται τὸν παραπά-νω ορισμό ὑπὸ τὴν ἔννοια «παραδοχή τοῦ κόσμου καὶ τῆς ζωῆς»· ὅτι δηλ. ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ ν' ἀπαγκιστρώνεται ἀπό τις νευρώσεις του, ἄν διδά σκεται πῶς νὰ ἔλκει δυνάμεις ἀπὸ τις πηγές τῶν ἐσωτερικῶν ἱκανοτήτων του, καθώς καὶ ἀπὸ τοὺς λεγόμενους θετικούς περιβαλλοντολογικούς πα-ράγοντες, ἔστω κι ἂν βιώνει τραγικά τα στοιχεῖα τῶν νευρώσεων μέσα του (Neurosis and human growth. A struggle to self-realisation, London 1951, σ. 378.). Ἀπεναντίας, ἡ ἔννοια «αρνητισμός ἀπέναντι στον κόσμο καί τή ζωή» χαρακτηρίζει τὴν ψυχανάλυση τοῦ Freud, ἐπειδή «προκαλεί» ἀπαισιοδοξία, καταθλιπτικά δηλ. συναισθήματα τὰ ὁποῖα λειτουργοῦν ὡς ἀναποτελεσματική λύση στις συγκρούσεις και νευρώσεις του. Ἡ ἀπαισιοδοξία αὐτή λαμβάνει χώρα σε πολλές ἀπό τίς ἐμπειρίες τοῦ ἀτόμου, καὶ εἶναι δύσκολο νὰ ἐλέγχεται. Σύμφωνα μὲ τὴν προοπτική τῆς Homey, ὁ Freud παραμένει «δέσμιος» σε ἐσφαλμένες ἑρμηνείες, οἱ ὁποῖες καθοδηγούν κατ' ἐπέκταση λανθασμένα τὸν ὁποιοδήποτε προσπαθήσει νὰ ἐμπνευσθεῖ τὴν αἰσιοδοξία ἀπό τις θεωρίες του.
Ἡ κατεξοχήν ενασχόληση τῆς Horney ἦταν να ερμηνεύει τη γυναικεία νευ ρωτική συμπεριφορά σε συσχετισμό με τις ἐκδηλώσεις της ἀπέναντι στο ναρκισσισμό. Παράλληλα ἐπεξεργάσθηκε την ανδρική νευρωτική ψυχολο γική συμπεριφορά καὶ προσπάθησε να φέρει στην επιφάνεια τα προβλήμα τα που ἀναφύονται ἀπό τις σχέσεις ἀνάμεσα στα δύο φύλα. Στο έργο της ἡ Horney ἐρεύνησε τὴν ψυχολογία τῶν γυναικῶν. Ἐπιχείρησε ν' «ἀποκαλύψει» αὐτὴ τὴν ψυχολογία εξετάζοντας τη συμπεριφορά τῶν γυναικῶν στις διάφορες ἐκφάνσεις τῆς ζωῆς. Οἱ ἐπαναστατικές ιδέες της ὅσον ἀφορᾶ τὴ γυναικεία ψυχολογία «σφυρηλατήθηκαν», ὅπως ἐξετάσαμε, ἀπό τίς σχέσεις της μὲ τὸν Freud. Μετά, ἀφοῦ «ἀντιμετώπισε» τὴν ἀνδροριοθετημένη Ψυ χολογία τοῦ Freud μέσῳ τῆς δικῆς της τῆς ἐπονομαζόμενης γυναικείας ψυχολογίας, περιέγραψε το «θήλειο τύπο» τῆς γυναίκας, λέγοντας ὅτι ὁ τύπος αὐτὸς προκύπτει ἐξἴσου ἀπό πολιτισμικούς παράγοντες ἀλλὰ καὶ ἀπὸ συγκεκριμένες ένστικτικές ἀπαιτήσεις. Ἡ Horney ἀπέδειξε ὅτι ἡ «πατριαρχική ἰδέα ὅσον ἀφορᾶ τή θηλυκότητα» προσδιορίζεται πολιτισμικά και δὲν παρέχεται ἀμετάβλητη,
Συνεχίζεται με:
1.3. Χριστιανισμός καί Karen Horney
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου