Συνέχεια απο:Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026
ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ ΒΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ
Γνωρίζεις τον εαυτό σου;
Πανόραμα Θεσσαλονίκης, Γ΄ έκδοση
Αντί ἐπιλόγου
Όπως καταλαβαίνουμε, μὲ ὅλα αὐτά πού λέ-χθηκαν στο βιβλίο αὐτό, βοηθιέται ὁ καθένας μας να γνωρίσει καλύτερα τὸν ἑαυτό του. Ἡ θεραπεία ὅμως τῆς ψυχῆς ἀπό τίς διάφορες ἀρρωστημένες καταστάσεις –ὄχι μόνο ἀπὸ αὐτὲς γιὰ τίς ὁποῖες ἔγινε λόγος ἐδῶ ἀλλά καί ἀπὸ ἄλλες– δέν εἶναι τόσο θέμα τῆς ἐπιστήμης τῆς ψυχολογίας. Γιὰ μᾶς τοὺς ὀρθοδόξους χριστιανούς το θέμα μέσα στην Ἐκκλησία εἶναι ξεκάθαρο.
Υπάρχουν δύο βασικά πράγματα που πρέπει νὰ ἔχει ὁ καθένας μας ὑπ' ὄψιν του. Το ἕνα εἶναι ὅτι χρειάζεται να κάνουμε ὑπακοή μέσα στην Ἐκκλησία. Το δεύτερο εἶναι νὰ βλέπουμε, ὅ,τι μᾶς συμβαίνει, μέσα στο ὅλο ἔργο τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ για τη σωτηρία μας. Ἔτσι θα γίνουμε δεκτικοὶ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, πού πράγματι γιατρεύει τὸν ἄνθρωπο καὶ ἀπό τίς ψυχολογικές καί ἀπό τίς πνευματικές ἀρρώστιες.
Θεωρήσαμε καλό να παραθέσουμε κάποια ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ βιβλίο τῶν ἐκδόσεών μας πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν, ὅπου φαίνεται καθαρὰ αὐτό πού λέμε παραπάνω. Τὰ ἀποσπάσματα αὐτά εἶναι ἕνα μικρό μόνο δείγμα τῶν θέσεων του ὁμιλητοῦ πάνω στα θέματα αὐτά, για τις ὁποῖες θέσεις κάναμε λόγο καὶ στὸ εἰσαγωγικό σημείωμα
Υπακοή μέσα στην Εκκλησία
Στις ἡμέρες μας ὅποιος θέλει να σώσει την ψυχή του, πρέπει να κάνει ὑπακοή. Χωρίς νὰ εἶναι ἀπόλυτο αὐτό πού λέμε, πάντως ὁ κανόνας εἶναι αὐτός. Ἔξω ἀπὸ τὴν ὑπακοή δεν ξέρω ἄν μπορεῖ νὰ σωθεῖ ὁ ἄνθρωπος. Ἂν λοιπόν ὁ καθένας πρέπει να κάνει ὑπακοή, αὐτὸ ἰσχύει ἀκόμη περισσότερο γι' αὐτούς πού ἔχουν ἀρρωστημένες καταστάσεις.
Αμα κάνει κανείς ὑπακοή -ἀλλά ἀληθινή ύπα κοή- σιγά-σιγά θα ξεγλιτώσει ἀπὸ τὰ γρανάζια μέσα στὰ ὁποῖα ἔχει μπλέξει –ἀπὸ τις διάφορες ἀρρωστημένες καταστάσεις, ἀπὸ τὰ διάφορα κόμ πλεξ- θα κινηθεῖ πιὸ ἄνετα καὶ θὰ λυτρωθεί.
Σᾶς ἔλεγα, νομίζω, καὶ ἄλλη φορά μπορεί να κάνω λάθος, μπορεῖ νὰ πέφτω ἔξω· παίρνω πίσω τα λόγια μου ἀπό ἐκείνους ποὺ δὲν θὰ τὰ δέχον ταν ὅτι ἔχω προσέξει πώς, ὅσοι μέχρι σήμερα με ἄκουσαν μὲ ἐμπιστοσύνη, δὲν ἔπεσαν έξω. Βγήκε πολύ καλό. Έχουμε περιπτώσεις που με κάποιον γνωρισθήκαμε καί συνεργασθήκαμε γιὰ τὴν ψυχή του ἕνα χρόνο, δυό χρόνια, τρία χρόνια καί, καθώς ἔκανε φοβερή ὑπακοή καὶ ἔδειξε φοβερή έμπιστοσύνη, ἔγινε πολύ καλό στην ψυχή του (σσ. 107-109).
Ἂν ὁ κάθε ἄνθρωπος εἶναι ἀνάγκη να κάνει ὑπακοή, πολύ περισσότερο ὁ ἀρρωστημένος τύπος. Καὶ πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι σήμερα οἱ ἄνθρωποι, καί προπαντός οἱ νέοι, ἔχουν φοβερά ψυχολογικά προβλήματα, καί ὅταν ἀκόμη δέν φαίνεται αὐτό (σ. 183).
***
Εἶναι κατά τέτοιον τρόπο κυριευμένοι σήμερα οἱ ἄνθρωποι ἀπό τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό τους, ἀπό τήν ὅλη ἁμαρτωλή καί ἀρρωστημένη κατάσταση πού ἔχουν μέσα τους –καθώς συνυπάρχουν ἁμαρτία καί ἀρρώστια- εἶναι τόσο μπερδεμένοι, τόσο αἰχμάλωτοι, πού μόνο ἡ ὑπακοή τούς σώζει. Μάλιστα, ὅλο αὐτό το μπέρδεμα τῆς ψυχῆς μὲ τὴν ἁμαρτία καί μὲ τὴν ἀρρωστημένη κατάσταση ὀφείλεται –ἄσχετα ἂν δὲν φαίνεται πάντοτε αὐτό- στο ὅτι ὑπάρχει βαθύτερα μιά συγκατάθεση τῆς ψυχῆς. Καί στήν ὑπακοή αὐτό δέν μπορεῖ νὰ μείνει θά φύγει. Ὅπως καὶ νὰ ἔχει τὸ πράγμα, ἐφόσον θά ἀντέξει κανείς τὴν ὑπακοή, θα φύγει αὐτή ἡ συγκατάθεση. Τό θέμα εἶναι νὰ ἀντέξει κανείς τήν ὑπακοή. Νά ἀποφασίσει να κάνει ὑπακοή καί νά τήν ἀντέξει μέχρι τέλους (σ. 183).
***
Ὁ ἄνθρωπος εἶναι φίλαυτος, εἶναι ἐγωλάτρης. Δὲν τὸ καταλαβαίνουμε, ἰδέα δέν ἔχουμε, ὅμως βουλιάξαμε ἐκεῖ μέσα, ὅπως βουλιάζουν οἱ ψυχοπαθεῖς μέσα στήν ἀρρώστια τους.
Ἔχει οἰκοδομηθεῖ ἕνας έρωτας, ἕνα μπλέξιμο -καί δέν ξεμπλέκουμε εύκολα με τη λατρεία τοῦ ἑαυτοῦ μας, μέ τή φροντίδα γιὰ τὸν ἑαυτό μας, μὲ τή φιλαυτία. Αὐτό ἄλλοτε ἐκδηλώνεται σὰν ἕνας φόβος μήν πάθουμε τίποτε, σαν μια ἀνασφάλεια. μιά μοναξιά, μιά ἀνησυχία -μήπως δὲν πᾶνε καλά τα πράγματα στή ζωή, μήπως δέν πετύχω, μήπως πέσω ἔξω, μήπως με γελάσουν καὶ τί θα κάνω ἄλλοτε σαν μια μέριμνα μή χάσουμε τοῦτο, μὴ χά-σουμε ἐκεῖνο, νὰ προλάβουμε το ἕνα, να προλάβουμε το ἄλλο ἄλλοτε πάλι σὰν ἐπιθυμία να χαρούμε τὸ ἕνα, νὰ ἀπολαύσουμε τὸ ἄλλο. Καὶ εἶναι ὅλα μιά ματαιότητα. Ἀπό μιά πλευρά ὅλα αὐτά δημιουργοῦνται, καί τὰ ζεῖ κανείς ἔτσι, διότι ἀγκαλιάσθηκε μὲ τὸ ἄθλιο ἐγώ. Μόλις λυτρωθεῖ ἀπό το ἐγώ, ἐξαφανίζονται.
Σᾶς εἶπα καὶ ἄλλη φορά, τό τονίζω και τώρα, ὅτι αὐτό φαίνεται ἰδιαίτερα στις ψυχοπάθειες. Ἀλλὰ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἀπό μιά πλευρά εἶναι, θα τολμούσαμε νὰ ποῦμε, ψυχοπαθεῖς. Ἀπὸ μια πλευ ρά. Καί ὑπάρχουν οἱ περιπτώσεις ἐκεῖνες ποὺ εἶναι χτυπητές, καὶ μᾶς βοηθοῦν νὰ δοῦμε τί συμβαίνει σέ ὅλους μας. Σ' αὐτές τις περιπτώσεις τὸ ἀποτελε-σματικό, το καίριο κτύπημα δίνεται –καὶ ἀνοίγει ὁ δρόμος, καί προχωρούν τα πράγματα- εάν κάνει κανείς ὑπακοή.
Ἔλεγα σε μιά συγκεκριμένη περίπτωση αὐτές τις μέρες: «Βρέ παιδί μου, ἔτσι ὅπως εἶναι τὰ πράγ-ματα τώρα, ἤδη ἔχεις μιά πείρα. Τὰ ἔκανες θάλασ-σα· τελείωσε. Ἐνήργησες ἔτσι, ἐνήργησες ἀλλιῶς, προσπάθησες ἔτσι, προσπάθησες ἀλλιῶς. Δὲν ἔγινε τίποτε ἄλλο, παρά μπερδεύτηκες ἀκόμη περισσότερο, ὅπως μπερδεύεται το ζωύφιο πού θα πέσει πάνω στον ἱστό τῆς ἀράχνης, καί, το καημένο, θέλει τάχα να φύγει, ἀλλά ὅσο προσπαθεῖ νὰ φύγει, τόσο περισσότερο τυλίγεται ἐκεῖ μέσα. Ἀφοῦ εἶσαι ἔτσι πού εἶσαι, τοῦ εἶπα, τί σε πειράζει νὰ πεῖς: “Εγώ τὰ ἔκανα θάλασσα. Ήλθα σ' αὐτὸν τὸν πάτερ. Γιὰ νὰ ἔλθω, τοῦ ἔχω μιὰ ἐμπιστοσύνη. Θά κάνω λοιπόν ὅ,τι μοῦ πεῖ”. Γιὰ ἕνα διάστημα τουλάχιστον. Δέν πρόκειται οὔτε νὰ σοῦ ἐπιβάλουν τίποτε οὔτε να χάσεις τίποτε». Δέν το κάνει ὅμως. Δέν το κάνει καί παιδεύεται. Ἡ πείρα ἔδειξε ἀτράνταχτα, κατά ἀπόλυτο τρόπο, ὅτι ὅποιος θελή-σει να πιστέψει σ' αὐτό πού τοῦ λένε -μέ τήν προ-ϋπόθεση βέβαια ὅτι μπορεῖ νὰ ἔχει ἐμπιστοσύνη, καί καθώς ἀπό τή δική του πλευρά δέν βλέπει και μιά προκοπή, ἀλλά μόνο θάλασσα τα κάνει- λυτρώνεται (σσ. 155-157).
Μέσα στήν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ για τη σωτηρία μας
Εἶναι περιπτώσεις πού ἔχει κανείς, ἄς ἐπιτρα-πεῖ νὰ πῶ τὴ λέξη, ἕναν παλιοχαρακτήρα. Αμέσως θὰ πεῖ κανείς: «Γιατί ὁ Θεός νὰ ἐπιτρέψει νὰ ἔχω ἐγώ ἕναν τέτοιο χαρακτήρα και να παλεύω;» Δέν μπορεῖ κανείς εὔκολα να το δεχθεῖ αὐτό, καί γίνεται μεγάλο κακό στην ψυχή, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι αἰσθάνεται σαν νὰ τὸν ἀδικεῖ ὁ Θεός. Εκτός αὐτοῦ, λειτουργεῖ στὴν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου ἕνας μηχανισμός αὐτοπροστασίας, ὁπότε τελικά συμμα χεῖ κανείς μὲ τὸν χαρακτήρα του, τὸν ὑποστηρίζει, και στην πράξη -θεωρητικά ἴσως ὄχι- προσπαθεί ἀπό δῶ, ἀπὸ κεῖ νὰ ἀποδείξει ὅτι εἶναι καλός ὁ χαρακτήρας του.
Καί ἐδῶ μπλέκονται τα πράγματα. Ἐνῶ, αὐτό πού χρειάζεται, εἶναι νὰ ταπεινωθεῖ κανείς καὶ νὰ πεῖ: «Φαίνεται, ἐγώ δέν θά σωζόμουν, ἄν εἶχα ἕναν πιό καθαρό, πιό καλό χαρακτήρα».
Διότι δέν εἶναι θέμα χαρακτήρος ή σωτηρία.
Ὁ Ἀδάμ μέσα στον παράδεισο ήταν ἅγιος, ἀλλὰ δὲν τὸν ἔσωσε αὐτό. Ὁ ἄνθρωπος δέν σώζε ται ἁπλῶς μὲ τὸν καλό χαρακτήρα. Ὑπάρχουν όρι-σμένοι ἄνθρωποι πού εἶναι ἐκ φύσεως καλοῦ χαρακτῆρος, ἀλλά δέν φθάνει αὐτό, γιά νά σωθεῖ κανείς. Μέσα στην κοινωνία βέβαια, στις σχέσεις μέτοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, μπορεῖ νά φαίνεται καλός κανείς, ἀλλά αὐτό δέν εἶναι σωτηρία.
Ὁ ἄλλος πάλι ὑποφέρει με τον κακό του χα-ρακτήρα. Καί αὐτό πού πρέπει να κάνει, ἐπανα-λαμβάνω, εἶναι νὰ ταπεινωθεῖ καὶ νὰ πεῖ: «Ὁ Θεός τὸ ἐπέτρεψε, γιατί, ἄν εἶχα καλό χαρακτήρα, ποιός ξέρει τί ὑπερηφάνεια θά μέ ἔπιανε. Ἐνῶ τώρα, κα-θώς εἶμαι αὐτό πού εἶμαι, θέλω δέν θέλω, ταπεινώνομαι. Πῶς θὰ ὑπερηφανευθῶ;» Ἂν το πάρει λοιπόν σωστά κανείς, ταπεινώνεται, ταπεινώνεται καί εὐγνωμονεῖ τόν Θεό: «Θεέ μου, πόσο κακό, τί συμφορά νόμιζα ὅτι εἶναι για μένα ὁ χαρακτήρας που ἔχω. Προβληματιζόμουν τί θα κάνω μὲ τέτοιο χαρακτήρα, καί τώρα εἶδα ὅτι αὐτό ἦταν για μένα σωτηρία. Σὲ εὐγνωμονῶ, Θεέ μου, σε εὐχαριστῶ» (σσ. 140-141).
***
Μᾶς ἀγαπᾶ ὁ Θεός. Καί ὡς Θεός πού ἀγαπᾶ τον καθένα, οἰκονόμησε, ἐπέτρεψε νὰ ἔλθουν ἔτσι τα πράγματα για σένα ἀπό ἀγάπη. Να το πιστέψεις αὐτό. Να πιστέψεις δηλαδή –ὅμως νά τό πιστέψεις τώρα- ὅτι τελικά ὅ,τι, ὅ,τι καὶ ἄν σοῦ συμβαίνει, θα βγεῖ σε καλό.
Νὰ σκεφθεῖς ὅτι ἡ δική σου ψυχή δέν θά σωζόταν, ἐὰν δέν οἰκονομοῦσε τα πράγματα ὁ Θεός ἔτσι, ὥστε νὰ παγιδευθεῖς στην παγίδα πού εἶσαι παγιδευμένος. Δέν θά σωζόταν ἀλλιῶς ἡ ψυχή σου. Αὐτό ἄν τὸ μελετήσει κανείς καλά-καλά, ἂν τὸ δεῖ καλά-καλά, θὰ βρεῖ πολύ ὑλικό για να νιώσει την ἁμαρτία του ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί να ταπεινωθεῖ· να νιώσει τήν δυνάμει ὑπερηφάνεια πού ἔχει ἡ ψυχή του, τήν δυνάμει ἀνταρσία πού ἔχει, τήν δυνάμει ἀντίδραση πού ἔχει μέσα του ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ. Καί γι' αὐτό χρειάσθηκε ὁ Θεός νὰ οἰκονομήσει ἔτσι τα πράγματα, ὥστε νά τόν καθηλώσει. Γιατί, ἂν δὲν τὸν εἶχε καθηλώσει, ποιός ξέρει τί θά ἔκανε.
Καί μόνο να σκεφθεῖ κανείς ἔτσι, ἀμέσως θά σωριασθεί κάτω καί θὰ πεῖ: «Θεέ μου, εἶναι ἄλλος ἁμαρτωλός σάν κι ἐμένα;» Εἶναι βέβαια ἐνδεχόμενο νὰ τὸν πιάσει το παράπονο: «Γιατί ἐμένα ἔτσι;» Ἄν ὅμως το ξεπεράσει αὐτό, θὰ πεῖ: «Θεέ μου, ἐνῶ εἶμαι αὐτός πού εἶμαι, ἐνῶ θά ἔκαμνα αὐτά πού θα ἔκαμνα, ἐσύ παρ' ὅλα αὐτά μὲ ἀγάπησες και βρῆκες τον τρόπο να με πιάσεις, νὰ μὲ δέσεις καὶ τελικά να με σώσεις». Αὐτό βέβαια εἶναι κάτι τὸ ὁποῖο στοιχίζει.
Ἐάν μελετήσει κανείς τίς ἀλήθειες που λέμε τώρα, θὰ βρεῖ ὅτι ὅλα τὰ ἀρνητικά τῆς ζωῆς του εἶναι εὐλογίες Θεοῦ. Ὅλα τά ἀρνητικά. Αὐτά καθ' ἑαυτά βέβαια δέν εἶναι εὐλογίες τοῦ Θεοῦ. Τὸ ὅτι δυνάμει ἔχεις μέσα σου μιά κατάσταση πού ποιός ξέρει τί θὰ ἔκανε ἐναντίον τοῦ Θεοῦ εἶναι κακό. Ποιός ξέρει τί θά ἔκανε καί τοῦτο καὶ ἐκεῖνο καὶ τὸ ἄλλο πού ἔχεις μέσα σου. Αὐτὰ ὅλα εἶναι ἄσχη μα, αὐτά καθ' ἑαυτά εἶναι κακά ἀλλὰ ὅμως, ἔτσι ὅπως τὰ οἰκονόμησε ὁ Θεός, εἶναι εὐλογίες. Διότι ὁ Θεός τὰ πῆρε ὅλα αὐτά -λάθη, πάθη, ἀδυναμίες, ἀρρωστημένες καταστάσεις- τά ὁποῖα εἶναι δικά σου, καί τὰ οἰκονομεῖ κατά τέτοιον τρόπο, τά βάζει μέσα στο σχέδιό του κατά τέτοιον τρόπο, ὥστε τελικά νὰ ἁγιάσεις.
Εὐγνωμονεῖς ἤ δέν εὐγνωμονεῖς μετά τόν Θεό γιὰ τὸ ὅποιο πάθημά σου, γιά τήν ὅποια ἀδυναμία σου, γιά τό ὅποιο ἐλάττωμά σου; Ἔτσι, περνά κανείς σε ἐντελῶς ἄλλη κατάσταση. Δέν κλαίει τή μοίρα του, ὅπως κάνουν οἱ πολλοί –ὅσοι ἔχουν τέτοια βιώματα μέσα τους καί κλαίνε, τρόπον τινά, τή μοίρα τους, γιατί ἔτσι, γιατί ἀλλιῶς– ἀλλά ἀρχίζει νὰ εὐγνωμονεῖ τὸν Θεό, νὰ εὐχαριστεῖ τόν Θεό καί νά τόν δοξάζει. Καί ἀρχίζει κιόλας νὰ ἀπολαμβάνει ὅλη αὐτὴ τὴν ἀγάπη που δείχνει ὁ Θεός μέσα ἀπό τήν εἰδική πρόνοια πού ἔλαβε γι' αὐτόν -πού ἐπέτρεψε δηλαδή νὰ ἔχει ὅλες αὐτές τις άσχημες καταστάσεις, γιά να τον οδηγήσει τελικά στη σωτηρία.
Ἐνῶ μοιάζουν νὰ εἶναι πολύ φοβερά αὐτά, ὅμως, καθώς τὰ λέμε ἔτσι, ἐὰν τελικά με πιστεύετε, ἐὰν μὲ καταλαβαίνετε, ἐγώ αἰσθάνομαι μήπως όμως κάνω λάθος- σὰν νὰ παίρνω ἀπό πάνω σας ασήκωτα δάρη, καὶ θὰ φύγετε ἀπό ἐδῶ με φτερά, ἄν βέβαια εἶναι μέσα στην ψυχή σας ή ταπείνωση. Ἄλλιῶς, ἂν δηλαδή, χωρίς νὰ εἶναι μέσα του ἡ ταπείνωση, φύγει κανείς με φτερά, θὰ εἶναι ξιπασμένος.
Τὸ αἰσθάνεσθε ἐσεῖς ἔτσι; (σσ. 315-317).
Γιά τούς πατέρες, τὸ κύριο καί πρώτιστο για κάθε ψυχή εἶναι να καθαρθεῖ, να ταπεινωθεί, να μάθει νὰ ὑποτάσσεται στον Θεό, να μάθει νὰ ἀγαπᾶ πραγματικά τον Θεό καί τούς ἀνθρώπους, να μάθει νὰ ἐργάζεται για τη δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι νὰ ἐργάζεται καταναγκαστικά, για νὰ ἐξυπηρετήσει μια ἐσωτερική της ἀνάγκη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου