Συνέχεια από: Tρίτη 20 Ιανουαρίου 2026
ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΟΠΟΙΟΥΣ Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΟΥΔΕΝ ΣΥΝΕΓΡΑΨΕ ΣΕ ΣΥΝΑΡΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΟ ΡΟΛΟ ΠΟΥ ΔΙΕΔΡΑΜΑΤΙΣΕ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΦΟΡΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΙΚΟ-ΜΙΜΗΤΙΚΟ ΠΡΟΦΟΡΙΚΟ ΛΟΓΟ ΣΤΟΝ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟ ΠΡΟΦΟΡΙΚΟ ΛΟΓΟ: ΜΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΠΟΥ ΕΚΤΥΛΙΧΘΗΚΕ ΠΑΡΑΛΛΗΛΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΓΕΝΕΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ
Το πρόβλημα που σχετίζεται πρὸς τοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους ὁ Σωκράτης οὐδὲν συνέγραψε
Το πρόβλημα που σχετίζεται πρὸς τοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους ὁ Σωκράτης οὐδὲν συνέγραψε
Επισημαίνει, λοιπόν, σχετικῶς τὰ ἑξῆς: «Ἐμεῖς ἀγνοοῦμε τί ὁδήγησε τὸν Σωκράτη στὸ νὰ μὴν συγγράψει, στὸ νὰ μὴν ἀφήσει, δηλαδή, στούς μεταγενέστερους σαφῆ ἴχνη τῆς διανοήσεώς του: οἱ λόγοι θὰ πρέπει νὰ ἀναζητηθοῦν στὴν ἰδιόρρυθμη φύση του, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ἀδυνατοῦμε νὰ κατανοήσουμε πῶς ἔνα τέτοιο εἶδος ἄσκησης τὸν ὤθησε νὰ παρεξηγήσει τὴν ἀπόλαυση ποὺ θὰ τοῦ προσέφερε ή συγγραφὴ καὶ συγχρόνως τὸν ἀπέσπασε ἀπὸ τὸ καθῆκον του, ποὺ εἶναι καὶ προνόμιο κάθε μεγαλοφυΐας, νὰ ἀσκήσει δηλαδὴ τὴν ἐπιρροή του στις μελλοντικές γενιές καὶ νὰ δράσει ὄχι μόνον ὑπὲρ τῶν συγχρόνων του, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ ὅλων τῶν μεταγενεστέρων».
Ο Sandvoss, στο βιβλίο του Sokrates und Nietzsche1, έφερε στο προσκήνιο αὐτὸ τὸ ὄχι πολύ γνωστό κείμενο (τὸ ὁποῖο δὲν συμπεριλαμβάνεται στὸ μεγαλύτερο μέρος τῶν ἐκδόσεων τοῦ φιλοσόφου) καὶ ἐντόπισε μὲ καίριο τρόπο τρία σημεία-κλειδιά:
1) Ἡ ἀποποίηση τῆς συγγραφῆς ἐκ μέρους τοῦ Σωκράτους ἐνέχει ἀφ' ἑαυτῆς κάτι τὸ ἀκατανόητο.
2) Η στάση αὐτὴ τοῦ Σωκράτους φανερώνει ὅτι ἐξηπατήθη καὶ ὅτι δὲν κατενόησε τὴν πνευματική ἱκανοποίηση που προσφέρει ή συγγραφή.
3) ᾿Απεσπάσθη ἀπὸ τὸ καθῆκον του νὰ ἀσκήσει ἐπιρροή στοὺς μεταγενέστερους καθώς, βέβαια, καὶ στοὺς συγχρόνους του.
Στην πραγματικότητα, τὸ κείμενο αὐτὸ ἀφ' ἑνὸς θέτει εὐθέως τὸ πρόβλημα ὅτι ὁ Σωκράτης δὲν συνέγραψε τίποτε, ἀφ' ἑτέρου, ὅμως, χαρακτηρίζει τὸ ἐν λόγῳ ζήτημα eo ipso ἀκατανόητο, καὶ ἄρα μὴ ἐπιλύσιμο. ᾿Αντὶ νὰ δικαιολογήσει τὸ γεγονὸς αὐτό, ὁ Nietzsche ἐκφράζει δυὸ ἀρνητικές κρίσεις: Ο Σωκράτης α) ἐξηπατήθη καὶ β) ἀπεμπόλησε ἕνα συγκεκριμένο καθήκον του.
Ο Sandvoss ὑποστηρίζει ὅτι, στην πραγματικότητα, τὸ αἴτιο τοῦ ἐν λόγῳ γεγονότος εἶναι γιὰ πολλοὺς ὀφθαλμοφανές· θεωρεῖται, συνεπῶς, ὅτι τὸ ζήτημα ἔχει λυθεῖ καὶ δὲν χρήζει ἰδιαίτερης ἀντιμετωπίσεως. Ὄντως, ἡ ἐπικρατοῦσα γνώμη τῶν μελετητῶν (ἡ ὁποία ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δηλώνεται ὑπαινικτικά) ἐξεφράσθη ὑπὸ μορφὴν ἐρώτησης στο τέλος τοῦ προηγουμένου κεφαλαίου: ὁ Σωκράτης δὲν συνέγραψε τίποτε, ἐφ ὅσον δήλωνε ὅτι δὲν ἐγνώριζε τίποτε. Ἐν ὀλίγοις: ἡ μή-συγγραφή θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι μία ἄμεση συνέπεια τῆς μή-γνώσεως· ἐὰν ὁ Σωκράτης εἶχε γράψει, θὰ ἀντετίθετο καί, συνεπῶς, θὰ διέψευδε τὴ δήλωσή του περί «οὐκ οἶδα»2.
Ἐπιστρέφοντας στις κρίσεις τοῦ Nietzsche, θὰ πρέπει, βέβαια, ἀπὸ τὴ μία πλευρὰ νὰ ἐπισημανθεῖ ὅτι ἔχουν ἕναν a priori δογματικό χαρακτήρα, ἀπὸ τὴν ἄλλη, ὅμως, θὰ πρέπει νὰ λεχθεῖ πὼς ἡ στάση αὐτὴ τοῦ Σωκράτους ἀποτελεῖ σήμερα γεγονός δυσνόητο, διότι ὁ σύγχρονος καὶ ὁ νεώτερος ἄνθρωπος ἀποδεικνύονται θύματα τῶν «προλήψεων» (ὑπὸ τὴν ἑρμηνευτικὴ ἔννοια) τοῦ πολιτισμοῦ τῆς γραφῆς ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐγαλουχήθησαν. Ὡς ἐκ τούτου, τὸ ζήτημα ποὺ ἔθεσε ὁ Nietzsche καὶ τὸ ὁποῖο παραμένει ἄλυτο συνιστᾶ ἕνα ἀξιοσημείωτο πρόβλημα. Αξίζει, λοιπόν, νὰ τὸ ἐρευνήσουμε εἰς βάθος καὶ νὰ τὸ μελετήσουμε καταλλήλως, ἐντάσσοντάς το στον σωστό «ερμηνευτικό κύκλο», ἔτσι ὥστε νὰ εἴμεθα σε θέση νὰ τὸ ἐπιλύσουμε ἀπὸ ἱστορικῆς ἄποψης.
Ἡ λύση τοῦ προβλήματος, ἡ ὁποία γίνεται ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὴν communis opinio καὶ στὴν ὁποία ὁ Sandvoss ἀναφέρεται ὡς κάτι που θεωρείται πλέον κεκτημένο, δὲν εὐσταθεῖ καθόλου γιὰ μία σειρὰ ἀπὸ λόγους τοὺς ὁποίους θὰ ἔχουμε τὴν εὐκαιρία νὰ ἐκθέσουμε στην πορεία τῆς ἐργασίας αὐτῆς. Μεταξὺ αὐτῶν, ξεχωρίζουν οἱ ἀκόλουθοι:
Ἐν πρώτοις, τὸ «οὐκ οἶδα» τοῦ Σωκράτους, μακράν τοῦ νὰ συνιστᾶ «ἄγνοια» ὑπὸ τὴν κοινὴ σημασία τοῦ ὅρου, καθώς διακρίνεται ἀπὸ μία καθ' ἑαυτή δομική λειτουργία στὸ πλαίσιο τῆς μεθοδολογίας τοῦ διαλεκτικού-καταρριπτικού λόγου, ἀποτελεῖ τὸν κύριο ἄξονα τῆς Ιδιας τῆς «εἰρωνείας», ἡ ὁποία εἶναι καὶ τὸ χαρακτηριστικό στίγμα τῆς σωκρατικής φιλοσοφίας.
Κατά δεύτερον, ή πλέον κραυγαλέα διάψευση τοῦ ἰσχυρισμοῦ ὅτι ἡ μή-συγγραφή τοῦ Σωκράτους εἶναι ἄμεση συνέπεια τοῦ δεδηλωμένου «οὐκ οἶδα» καὶ ὅτι, κατά συνέπεια, ή συγγραφή θὰ ἀποτελοῦσε μία κραυγαλέα ἀντίφαση καὶ διάψευση τῆς σχετικῆς δήλωσης πιστοποιεῖται ἀπὸ τοὺς πρώτους πλατωνικούς διαλόγους, τοὺς γνωστοὺς ὡς «ἀπορητικούς διαλόγους». Πράγματι, οἱ διάλογοι αὐτοί ἐπικεντρώνονται στο σωκρατικό «οὐκ οἶδα», ἀκολουθώντας τη δυναμικὴ τῆς διαλεκτικῆς-καταρριπτικῆς μεθόδου, ἡ ὁποία ἐκφράζεται μὲ τέλειο τρόπο γραπτώς.
Τότε, ποιοί εἶναι οἱ λόγοι γιὰ τοὺς ὁποίους ὁ Σωκράτης δὲν συνέγραψε τίποτε;
Η σωκρατικὴ ἀγραφία ἔχει τὶς ρίζες της στην προφορικὴ ἑλληνικὴ παράδοση ἡ ὁποία τὸν 5ον αἰῶνα π.Χ. ἔφθανε στο τέλος της
Κατὰ τὴ γνώμη μας, ἡ μή-συγγραφή τοῦ Σωκράτους ἔχει τις ρίζες της στον πολιτισμό τῆς προφορικῆς παράδοσης, ὁ ὁποῖος μπορεῖ νὰ καταστεί πλήρως κατανοητός μόνον ὑπὸ δυὸ ὅρους.
α) Εἶναι ἀναγκαῖο νὰ ἀποκτήσουμε ὀρθὴ γνώση της τεχνολογίας τῆς ἐπικοινωνίας καὶ τῶν διαδικασιῶν ποὺ χαρακτηρίζουν τη διάδοση καὶ τὴ διατήρηση αὐτοῦ τοῦ πολιτισμού.
β) Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀντιληφθούμε πλήρως τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Σωκράτης ἀνατρέπει μορφὲς καὶ θέματα που χαρακτήριζαν ἐκεῖνον τὸν πολιτισμό, ἐπιφέροντας μὲ ἀκραῖο τρόπο τὴν ἀνατρεπτική μετάβαση ἀπὸ μία μιμητική-διαλεκτική προφορική παράδοση σε μία ἐννοιολογική-διαλεκτική προφορική παράδοση, με μια ολόκληρη σειρά από συνέπειες.
Ας ξεκινήσουμε μὲ ὁρισμένες διασαφηνίσεις ποὺ ἀφοροῦν τὸ πρώτο σημείο, γιὰ νὰ περάσουμε στη συνέχεια, στις επόμενες παραγράφους, στὴν ἀποσαφήνιση τοῦ δευτέρου σημείου, τὸ ὁποῖο εἶναι πολύ πιο πολύπλοκο και, συνεπώς, δυσνόητο.
Μὲ γνώμονα τίς μελέτες ποὺ πραγματοποιήθηκαν κυρίως κατὰ τὸ δεύτερο μισό τοῦ 20οῦ αἰῶνα, ἐντοπίσθηκαν ορισμένα σημεία-κλειδιά σχετικῶς μὲ τὴν τεχνολογία τῆς ἐπικοινωνίας, τὰ ὁποῖα ἔχουν πλέον ἐπιβληθεῖ ὡς μὴ ἀνατρέψιμες κατακτήσεις3.
Η προφορική παράδοση, οὐσιαστικῶς, κυριαρχούσε στὴν Ἑλλάδα τὸ μεγαλύτερο μέρος του 5ου αἰῶνα π.Χ. Μόνον κατὰ τις τρεῖς τελευταίες δεκαετίες τοῦ αἰῶνα αὐτοῦ, καὶ κυρίως κατὰ τὸ πρῶτο ἥμισυ τοῦ 4ου αἰῶνα, ἡ γραφὴ ἐπεβλήθη ὁριστικῶς ὡς μέσον ἐπικοινωνίας.
Τὸ κύριο ἐργαλεῖο ἐπικοινωνίας στο πλαίσιο τοῦ πολιτισμοῦ τῆς προφορικής παράδοσης ἦταν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ή ποίηση, ἡ ὁποία κέρδιζε ἔδαφος ἀπὸ λειτουργικῆς ἄποψης ὡς ἀπαραίτητο μέσον κατάρτισης καὶ πληροφόρησης. Η ποίηση, συνεπῶς, ἐπιτελοῦσε ἕναν ἀξιοσημείωτα διαφορετικό ρόλο σὲ σχέση μὲ αὐτὸν ποὺ διαδραματίζει στον σύγχρονο κόσμο. Ὅπως ὀρθῶς ἔχει λεχθεῖ, ἡ ποίηση ἀποτελοῦσε μία καθ' ἑαυτὴ «ἐγκυκλοπαίδεια», ὄχι μόνον τῆς ἠθικῆς σοφίας ἀλλὰ καὶ τῆς τεχνικῆς γνώσεως, ἐνῶ ἡ γλῶσσα της ἦταν γλῶσσα ἀναφορᾶς τῆς καλλιεργημένης κοινωνίας.
Ἐπὶ πλέον, ἡ σχέση τοῦ ποιητῆ μὲ τὸ κοινὸ δὲν ἦταν ἡ τυπική σχέση του «συγγραφέα» μὲ τὸν «ἀναγνώστη». Τὸ κοινὸ δὲν διάβαζε τὸν Όμηρο, τὸν Ησίοδο καὶ τοὺς τραγικούς, ἀλλὰ τοὺς «ἄκουγε» μέσῳ τῶν ἀοιδῶν, τῶν ραψωδῶν καὶ τῶν ἡθοποιῶν μὲ διάφορους τρόπους, σε διάφορες εὐκαιρίες καὶ κατ' ἐπανάληψη. Οἱ δάσκαλοι ἀπήγγελλαν τοὺς ποιητές γιὰ νὰ διαπαιδαγωγήσουν τοὺς νέους. Οἱ ραψωδοὶ ἀπήγγελλαν τοὺς ποιητές σὲ συμπόσια καὶ σὲ ἑορτές, σὲ ἰδιωτικές κατοικίες ἀλλὰ καὶ στὴν πλατεία τῆς ἀγορᾶς. Οἱ ἤθοποιοί ἑρμήνευαν τις τραγωδίες καὶ τις κωμωδίες στὰ μεγάλα θέατρα βάσει πολύ συγκεκριμένων χρόνων καὶ ρυθμῶν.
Κύριος άξονας, λοιπόν, αὐτοῦ τοῦ εἴδους πολιτισμού ἦταν ἡ Μνημοσύνη, ἡ θεὰ τῆς Μνήμης, μὲ μία σειρὰ ἀπὸ πολύ συγκεκριμένους κανόνες.
Ο Havelock, ένας ἀπὸ τοὺς πλέον λαμπρούς μελετητές τῆς τεχνολογίας τῆς ἐπικοινωνίας στὸν ἀρχαῖο κόσμο, γράφει: «Η προφορική ποίηση ἦταν τὸ ἐργαλεῖο για μία ἐπιμορφωτική διδασκαλία, τελικό στόχο τῆς ὁποίας ἀποτελοῦσε ἡ διατήρηση τῆς ταυτότητας τῆς ὁμάδας. Η ποίηση ἐπελέγη γιὰ τὸν ρόλο αὐτὸ ἐπειδή, ἐλλείψει γραπτών κειμένων, οἱ ρυθμοί καὶ οἱ διατυπώσεις της παρείχαν έναν μοναδικό μηχανισμό ἀπομνημόνευσης καὶ ἐπανάληψης»4. Ο Havelock διευκρινίζει περαιτέρω ὅτι τὸ διαπλαστικό καὶ ἐποικοδομητικό περιεχόμενο τῆς ποίησης «μποροῦσε νὰ παραμείνει ἀποτελεσματικό, μόνον ἐὰν διατυπωνόταν καὶ αὐτὸ σὲ ἔμμετρο λόγο, ἡ μετρική μορφή καὶ τὸ παραστατικό ύφος τοῦ ὁποίου παρείχαν ἐπαρκεῖς ἐγγυήσεις πώς ὁ λόγος θὰ μεταφερόταν καὶ θὰ διετηρεῖτο στη μνήμη δίχως διαστρε βλώσεις. [...] Τὰ ὑπομνήματα τοῦ πολιτισμοῦ τῶν ἐπικοινωνιῶν, ἀποκλειστικώς προφορικά, εἶναι ἐγγεγραμμένα στοὺς ρυθμούς καὶ στοὺς τύπους ποὺ ἔχουν ἐντυπωθῆ στὴ ζωντανή μνήμης»5.
Ο σημερινός ἄνθρωπος δυσκολεύεται να συνειδητοποιήσει το ἐξῆς: Μολονότι οἱ Ἕλληνες, ὅπως πιστοποιοῦν πολυάριθμες ἐπιγραφὲς που διεσώθησαν, χρησιμοποιοῦσαν τη γραφή ἤδη ἀπὸ τὸν 8ο αἰώνα π.Χ., μποροῦμε νὰ ἰσχυρισθοῦμε ὅτι ἡ προφορική παράδοση ἐκυριάρχησε μέχρι καὶ τὸν 5ο αἰῶνα π.Χ. Πρέπει, ἐπίσης, νὰ ἀναφέρουμε ὅτι οὐκ ὀλίγοι μελετητές, καθώς ἦσαν ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τὸν πολιτισμό τῆς γραφῆς σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖο ἐκπαιδεύθηκαν, ἔδωσαν ὑπερβολική βαρύτητα σε γραπτά κείμενα καὶ μαρτυρίες τὰ ὁποῖα διετηροῦντο ἐπάνω στὰ ὑλικά γραφῆς ποὺ χρησιμοποιοῦσαν. Στην πραγματικότητα, ἐπεκράτησε γιὰ ἕνα μεγάλο χρονικό διάστημα, ὅπως ἔχει ἤδη εἶπωθεῖ, μόνον ἕνας «συντεχνιακός ἀλφαβητισμός». Μάλιστα, κατὰ τὰ πρῶτα δύο τρίτα του 5ου αἰῶνα π.Χ. μποροῦμε νὰ μιλήσουμε μόνον γιὰ «ἡμι-αλφαβητισμό».
Συνεπῶς, ὅλα δείχνουν ὅτι στὰ σχολεῖα τῆς ᾿Αττικῆς σὲ πρωτο βάθμιο ἐπίπεδο ἡ εἰσαγωγὴ τῆς γραφῆς ὡς κοινῆς πρακτικής πραγμα τοποιήθηκε πρὸς τὸ τέλος του 5ου αἰῶνα π.Χ.· ἄρα, ἡ γενική διάδοση τοῦ ἀλφαβητισμοῦ χρονολογεῖται περίπου στο τέλος τοῦ Πελοποννησιακού πολέμου6.
Τὰ συμπεράσματα, λοιπόν, ποὺ ἐξάγει ὁ μελετητής εἶναι τὰ ἀκό λουθα: «Ἐν ὀλίγοις, ἐὰν θέλουμε νὰ ἐξετάσουμε τη διάδοση τῆς γραφῆς σὲ εὐρεῖα δρεία κλίμακα στην πόλη τῶν ᾿Αθηνῶν, θα πρέπει να προϋποθέσουμε τὴν ὕπαρξη μίας φάσης – κατὰ τὰ πρῶτα δύο τρίτα του 5ου αιώνα π.Χ., τὴν ὁποία μποροῦμε νὰ ὀνομάσουμε φάση ἡμι-αλφαβητισμοῦ καὶ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ὁποίας ἡ γραφή, βαθμιαία ἀλλὰ μὲ δυσκολία, ἐδιαδίδετο στὸν πληθυσμό, δίχως όμως νὰ ὑπάρχει μία ἀντίστοιχη ἐξέλιξη στὴν ἀναγνωστικὴ εὐχέρεια. Καὶ ἂν ἐξετάσουμε τὴν κατάσταση ποὺ ἐπικρατοῦσε ὡς τὸ τέλος τοῦ Πελοποννησιακού πολέμου, θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα ὅτι αὐτὸ ἦταν ἀναπόφευκτο: Πράγματι, πῶς ἦταν δυνατόν να προμηθευθεί κανείς μία ἐπαρκή ποσότητα βιβλίων καὶ περιοδικῶν, συνθήκη ἀπαραίτητη γιὰ νὰ καταστεῖ ἐφικτή ἡ ἀναγνωστική εὐχέρεια: Η συνήθεια τῆς ἀνάγνωσης καὶ τῆς γραφῆς δὲν μπορεῖ νὰ καθιερωθεῖ στὸν λαὸ βάσει τῶν ἐπιγραφῶν. [...] Θὰ μποροῦσε νὰ θεωρηθεῖ ἀξιόπιστη ή μαρτυρία τῶν ρητόρων γιὰ νὰ ἀποδειχθεῖ ὅτι γύρω στα μέσα του 4ου αἰῶνα π.Χ. αὐτὴ ἡ ἀθόρυβη ἐπανάσταση εἶχε ἤδη λάβει χώρα καὶ ὅτι οἱ καλλιεργημένες κοινωνικές τάξεις στὴν Ἑλλάδα εἶχαν ἤδη μετατραπεῖ σὲ μία κοινότητα ἀναγνωστών»7.
Εάν, λοιπόν, κατὰ τὰ πρῶτα δύο τρίτα του 5ου αἰῶνα π.Χ. ή ᾿Αθήνα διέρχεται μία φάση «ἡμι-αλφαβητισμού» καὶ ἐὰν μόνον κατά τὸ τελευταῖο τρίτο του 5ου αἰῶνα εἰσάγεται ἡ χρήση τῆς γραφῆς στη βασικὴ ἐκπαίδευση, τότε ὀφείλουμε να συμπεράνουμε ότι κατὰ τὸ πρώτο ἥμισυ της ζωῆς τοῦ Σωκράτους ἐπικρατοῦσε ἐκεῖνο τὸ πολι-τιστικό κλίμα τοῦ ἡμι-αλφαβητισμοῦ καὶ ὅτι μόνον κατὰ τὸ δεύτερο ἥμισυ της ζωῆς του αὐτὸς παρίσταται στὴν εἰσαγωγὴ τῆς γραφῆς στη βασικὴ ἐκπαίδευση. ᾿Αλλὰ μόνον μετὰ τὸν θάνατό του, δηλαδή κατὰ τὰ μισὰ τοῦ 4ου αἰῶνα π.Χ., διεμορφώθη καὶ διεδόθη ή κοινότητα τῶν ἀναγνωστῶν, πρόδρομος τῆς ὁποίας ὑπῆρξε τὸ ἔργο μερικών φιλοσόφων, κυρίως τῶν Σοφιστῶν, καὶ ἡ ὁποία ὁδηγήθηκε στην ωριμότητα μέσα ἀπὸ τοὺς ρήτορες.
Η δραστηριότητα τοῦ Σωκράτους, ὅμως, ἀναπτύχθηκε άκολου θώντας μία παραδοσιακή πορεία, δηλαδή πάντοτε καὶ μόνον στὸ πλαί σιο τῆς προφορικῆς παράδοσης, στὰ συμπόσια, στὰ γυμναστήρια, στὴν πλατεία τῆς ἀγορᾶς, στὰ ἐργαστήρια τῶν τεχνιτών, στοὺς δρόμους τῆς πόλεως.
α) Εἶναι ἀναγκαῖο νὰ ἀποκτήσουμε ὀρθὴ γνώση της τεχνολογίας τῆς ἐπικοινωνίας καὶ τῶν διαδικασιῶν ποὺ χαρακτηρίζουν τη διάδοση καὶ τὴ διατήρηση αὐτοῦ τοῦ πολιτισμού.
β) Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀντιληφθούμε πλήρως τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Σωκράτης ἀνατρέπει μορφὲς καὶ θέματα που χαρακτήριζαν ἐκεῖνον τὸν πολιτισμό, ἐπιφέροντας μὲ ἀκραῖο τρόπο τὴν ἀνατρεπτική μετάβαση ἀπὸ μία μιμητική-διαλεκτική προφορική παράδοση σε μία ἐννοιολογική-διαλεκτική προφορική παράδοση, με μια ολόκληρη σειρά από συνέπειες.
Ας ξεκινήσουμε μὲ ὁρισμένες διασαφηνίσεις ποὺ ἀφοροῦν τὸ πρώτο σημείο, γιὰ νὰ περάσουμε στη συνέχεια, στις επόμενες παραγράφους, στὴν ἀποσαφήνιση τοῦ δευτέρου σημείου, τὸ ὁποῖο εἶναι πολύ πιο πολύπλοκο και, συνεπώς, δυσνόητο.
Μὲ γνώμονα τίς μελέτες ποὺ πραγματοποιήθηκαν κυρίως κατὰ τὸ δεύτερο μισό τοῦ 20οῦ αἰῶνα, ἐντοπίσθηκαν ορισμένα σημεία-κλειδιά σχετικῶς μὲ τὴν τεχνολογία τῆς ἐπικοινωνίας, τὰ ὁποῖα ἔχουν πλέον ἐπιβληθεῖ ὡς μὴ ἀνατρέψιμες κατακτήσεις3.
Η προφορική παράδοση, οὐσιαστικῶς, κυριαρχούσε στὴν Ἑλλάδα τὸ μεγαλύτερο μέρος του 5ου αἰῶνα π.Χ. Μόνον κατὰ τις τρεῖς τελευταίες δεκαετίες τοῦ αἰῶνα αὐτοῦ, καὶ κυρίως κατὰ τὸ πρῶτο ἥμισυ τοῦ 4ου αἰῶνα, ἡ γραφὴ ἐπεβλήθη ὁριστικῶς ὡς μέσον ἐπικοινωνίας.
Τὸ κύριο ἐργαλεῖο ἐπικοινωνίας στο πλαίσιο τοῦ πολιτισμοῦ τῆς προφορικής παράδοσης ἦταν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ή ποίηση, ἡ ὁποία κέρδιζε ἔδαφος ἀπὸ λειτουργικῆς ἄποψης ὡς ἀπαραίτητο μέσον κατάρτισης καὶ πληροφόρησης. Η ποίηση, συνεπῶς, ἐπιτελοῦσε ἕναν ἀξιοσημείωτα διαφορετικό ρόλο σὲ σχέση μὲ αὐτὸν ποὺ διαδραματίζει στον σύγχρονο κόσμο. Ὅπως ὀρθῶς ἔχει λεχθεῖ, ἡ ποίηση ἀποτελοῦσε μία καθ' ἑαυτὴ «ἐγκυκλοπαίδεια», ὄχι μόνον τῆς ἠθικῆς σοφίας ἀλλὰ καὶ τῆς τεχνικῆς γνώσεως, ἐνῶ ἡ γλῶσσα της ἦταν γλῶσσα ἀναφορᾶς τῆς καλλιεργημένης κοινωνίας.
Ἐπὶ πλέον, ἡ σχέση τοῦ ποιητῆ μὲ τὸ κοινὸ δὲν ἦταν ἡ τυπική σχέση του «συγγραφέα» μὲ τὸν «ἀναγνώστη». Τὸ κοινὸ δὲν διάβαζε τὸν Όμηρο, τὸν Ησίοδο καὶ τοὺς τραγικούς, ἀλλὰ τοὺς «ἄκουγε» μέσῳ τῶν ἀοιδῶν, τῶν ραψωδῶν καὶ τῶν ἡθοποιῶν μὲ διάφορους τρόπους, σε διάφορες εὐκαιρίες καὶ κατ' ἐπανάληψη. Οἱ δάσκαλοι ἀπήγγελλαν τοὺς ποιητές γιὰ νὰ διαπαιδαγωγήσουν τοὺς νέους. Οἱ ραψωδοὶ ἀπήγγελλαν τοὺς ποιητές σὲ συμπόσια καὶ σὲ ἑορτές, σὲ ἰδιωτικές κατοικίες ἀλλὰ καὶ στὴν πλατεία τῆς ἀγορᾶς. Οἱ ἤθοποιοί ἑρμήνευαν τις τραγωδίες καὶ τις κωμωδίες στὰ μεγάλα θέατρα βάσει πολύ συγκεκριμένων χρόνων καὶ ρυθμῶν.
Κύριος άξονας, λοιπόν, αὐτοῦ τοῦ εἴδους πολιτισμού ἦταν ἡ Μνημοσύνη, ἡ θεὰ τῆς Μνήμης, μὲ μία σειρὰ ἀπὸ πολύ συγκεκριμένους κανόνες.
Ο Havelock, ένας ἀπὸ τοὺς πλέον λαμπρούς μελετητές τῆς τεχνολογίας τῆς ἐπικοινωνίας στὸν ἀρχαῖο κόσμο, γράφει: «Η προφορική ποίηση ἦταν τὸ ἐργαλεῖο για μία ἐπιμορφωτική διδασκαλία, τελικό στόχο τῆς ὁποίας ἀποτελοῦσε ἡ διατήρηση τῆς ταυτότητας τῆς ὁμάδας. Η ποίηση ἐπελέγη γιὰ τὸν ρόλο αὐτὸ ἐπειδή, ἐλλείψει γραπτών κειμένων, οἱ ρυθμοί καὶ οἱ διατυπώσεις της παρείχαν έναν μοναδικό μηχανισμό ἀπομνημόνευσης καὶ ἐπανάληψης»4. Ο Havelock διευκρινίζει περαιτέρω ὅτι τὸ διαπλαστικό καὶ ἐποικοδομητικό περιεχόμενο τῆς ποίησης «μποροῦσε νὰ παραμείνει ἀποτελεσματικό, μόνον ἐὰν διατυπωνόταν καὶ αὐτὸ σὲ ἔμμετρο λόγο, ἡ μετρική μορφή καὶ τὸ παραστατικό ύφος τοῦ ὁποίου παρείχαν ἐπαρκεῖς ἐγγυήσεις πώς ὁ λόγος θὰ μεταφερόταν καὶ θὰ διετηρεῖτο στη μνήμη δίχως διαστρε βλώσεις. [...] Τὰ ὑπομνήματα τοῦ πολιτισμοῦ τῶν ἐπικοινωνιῶν, ἀποκλειστικώς προφορικά, εἶναι ἐγγεγραμμένα στοὺς ρυθμούς καὶ στοὺς τύπους ποὺ ἔχουν ἐντυπωθῆ στὴ ζωντανή μνήμης»5.
Ο σημερινός ἄνθρωπος δυσκολεύεται να συνειδητοποιήσει το ἐξῆς: Μολονότι οἱ Ἕλληνες, ὅπως πιστοποιοῦν πολυάριθμες ἐπιγραφὲς που διεσώθησαν, χρησιμοποιοῦσαν τη γραφή ἤδη ἀπὸ τὸν 8ο αἰώνα π.Χ., μποροῦμε νὰ ἰσχυρισθοῦμε ὅτι ἡ προφορική παράδοση ἐκυριάρχησε μέχρι καὶ τὸν 5ο αἰῶνα π.Χ. Πρέπει, ἐπίσης, νὰ ἀναφέρουμε ὅτι οὐκ ὀλίγοι μελετητές, καθώς ἦσαν ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τὸν πολιτισμό τῆς γραφῆς σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖο ἐκπαιδεύθηκαν, ἔδωσαν ὑπερβολική βαρύτητα σε γραπτά κείμενα καὶ μαρτυρίες τὰ ὁποῖα διετηροῦντο ἐπάνω στὰ ὑλικά γραφῆς ποὺ χρησιμοποιοῦσαν. Στην πραγματικότητα, ἐπεκράτησε γιὰ ἕνα μεγάλο χρονικό διάστημα, ὅπως ἔχει ἤδη εἶπωθεῖ, μόνον ἕνας «συντεχνιακός ἀλφαβητισμός». Μάλιστα, κατὰ τὰ πρῶτα δύο τρίτα του 5ου αἰῶνα π.Χ. μποροῦμε νὰ μιλήσουμε μόνον γιὰ «ἡμι-αλφαβητισμό».
Συνεπῶς, ὅλα δείχνουν ὅτι στὰ σχολεῖα τῆς ᾿Αττικῆς σὲ πρωτο βάθμιο ἐπίπεδο ἡ εἰσαγωγὴ τῆς γραφῆς ὡς κοινῆς πρακτικής πραγμα τοποιήθηκε πρὸς τὸ τέλος του 5ου αἰῶνα π.Χ.· ἄρα, ἡ γενική διάδοση τοῦ ἀλφαβητισμοῦ χρονολογεῖται περίπου στο τέλος τοῦ Πελοποννησιακού πολέμου6.
Τὰ συμπεράσματα, λοιπόν, ποὺ ἐξάγει ὁ μελετητής εἶναι τὰ ἀκό λουθα: «Ἐν ὀλίγοις, ἐὰν θέλουμε νὰ ἐξετάσουμε τη διάδοση τῆς γραφῆς σὲ εὐρεῖα δρεία κλίμακα στην πόλη τῶν ᾿Αθηνῶν, θα πρέπει να προϋποθέσουμε τὴν ὕπαρξη μίας φάσης – κατὰ τὰ πρῶτα δύο τρίτα του 5ου αιώνα π.Χ., τὴν ὁποία μποροῦμε νὰ ὀνομάσουμε φάση ἡμι-αλφαβητισμοῦ καὶ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ὁποίας ἡ γραφή, βαθμιαία ἀλλὰ μὲ δυσκολία, ἐδιαδίδετο στὸν πληθυσμό, δίχως όμως νὰ ὑπάρχει μία ἀντίστοιχη ἐξέλιξη στὴν ἀναγνωστικὴ εὐχέρεια. Καὶ ἂν ἐξετάσουμε τὴν κατάσταση ποὺ ἐπικρατοῦσε ὡς τὸ τέλος τοῦ Πελοποννησιακού πολέμου, θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα ὅτι αὐτὸ ἦταν ἀναπόφευκτο: Πράγματι, πῶς ἦταν δυνατόν να προμηθευθεί κανείς μία ἐπαρκή ποσότητα βιβλίων καὶ περιοδικῶν, συνθήκη ἀπαραίτητη γιὰ νὰ καταστεῖ ἐφικτή ἡ ἀναγνωστική εὐχέρεια: Η συνήθεια τῆς ἀνάγνωσης καὶ τῆς γραφῆς δὲν μπορεῖ νὰ καθιερωθεῖ στὸν λαὸ βάσει τῶν ἐπιγραφῶν. [...] Θὰ μποροῦσε νὰ θεωρηθεῖ ἀξιόπιστη ή μαρτυρία τῶν ρητόρων γιὰ νὰ ἀποδειχθεῖ ὅτι γύρω στα μέσα του 4ου αἰῶνα π.Χ. αὐτὴ ἡ ἀθόρυβη ἐπανάσταση εἶχε ἤδη λάβει χώρα καὶ ὅτι οἱ καλλιεργημένες κοινωνικές τάξεις στὴν Ἑλλάδα εἶχαν ἤδη μετατραπεῖ σὲ μία κοινότητα ἀναγνωστών»7.
Εάν, λοιπόν, κατὰ τὰ πρῶτα δύο τρίτα του 5ου αἰῶνα π.Χ. ή ᾿Αθήνα διέρχεται μία φάση «ἡμι-αλφαβητισμού» καὶ ἐὰν μόνον κατά τὸ τελευταῖο τρίτο του 5ου αἰῶνα εἰσάγεται ἡ χρήση τῆς γραφῆς στη βασικὴ ἐκπαίδευση, τότε ὀφείλουμε να συμπεράνουμε ότι κατὰ τὸ πρώτο ἥμισυ της ζωῆς τοῦ Σωκράτους ἐπικρατοῦσε ἐκεῖνο τὸ πολι-τιστικό κλίμα τοῦ ἡμι-αλφαβητισμοῦ καὶ ὅτι μόνον κατὰ τὸ δεύτερο ἥμισυ της ζωῆς του αὐτὸς παρίσταται στὴν εἰσαγωγὴ τῆς γραφῆς στη βασικὴ ἐκπαίδευση. ᾿Αλλὰ μόνον μετὰ τὸν θάνατό του, δηλαδή κατὰ τὰ μισὰ τοῦ 4ου αἰῶνα π.Χ., διεμορφώθη καὶ διεδόθη ή κοινότητα τῶν ἀναγνωστῶν, πρόδρομος τῆς ὁποίας ὑπῆρξε τὸ ἔργο μερικών φιλοσόφων, κυρίως τῶν Σοφιστῶν, καὶ ἡ ὁποία ὁδηγήθηκε στην ωριμότητα μέσα ἀπὸ τοὺς ρήτορες.
Η δραστηριότητα τοῦ Σωκράτους, ὅμως, ἀναπτύχθηκε άκολου θώντας μία παραδοσιακή πορεία, δηλαδή πάντοτε καὶ μόνον στὸ πλαί σιο τῆς προφορικῆς παράδοσης, στὰ συμπόσια, στὰ γυμναστήρια, στὴν πλατεία τῆς ἀγορᾶς, στὰ ἐργαστήρια τῶν τεχνιτών, στοὺς δρόμους τῆς πόλεως.
1. E. SANDVOSS, Sokrates und Nietzsche, Leiden, Brill, 1966, σ. 10.
2. Αὐτόθι, σσ. 10-21.
3. Ιδιαιτέρως ἐκκινώντας ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦ Ε.Α. HAVELOCK, Cultura orale e civiltà della scrittura, Roma, Laterza, 1995 (1963).
4. Αὐτόθι, σ. 84.
5. Αὐτόθι, σ. 90.
6. Αὐτόθι, σ. 38.
7. Αὐτόθι, σ. 39.
2. Αὐτόθι, σσ. 10-21.
3. Ιδιαιτέρως ἐκκινώντας ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦ Ε.Α. HAVELOCK, Cultura orale e civiltà della scrittura, Roma, Laterza, 1995 (1963).
4. Αὐτόθι, σ. 84.
5. Αὐτόθι, σ. 90.
6. Αὐτόθι, σ. 38.
7. Αὐτόθι, σ. 39.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου