Συνέχεια από: Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026
Η ΕΠΙΓΡΑΦΗ «ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ» ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΟΨΗ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΤΩΝ ΔΕΛΦΩΝ
ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΕΙΟΥ ΜΗΝΥΜΑΤΟΣ, Η ΑΠΟΔΟΧΗ ΤΟΥ ΚΑΙ Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ
Μὲ ποιὰν ἔννοιαν ή φιλοσοφική διανόηση τοῦ Σωκράτους ἀποδίδει ἄριστα τὴν ἀρχαία θρησκευτική σημασία τοῦ δελφικοῦ ἀποφθέγματος
Εἶναι ἴσως γνωστὸ ὅτι ἡ ἀπόσταση που παρεμβαλλόταν, κατὰ τὴν ἀρχαία θρησκευτικὴ ἑρμηνεία τοῦ «Γνῶθι σαὐτόν», μεταξὺ τοῦ «ἀθανάτου» θεοῦ καὶ τοῦ «θνητοῦ» ἀνθρώπου καὶ ἡ προειδοποίηση πρὸς τὸν ἄνθρωπο να λάβει σοβαρὰ ὑπ' ὄψιν του τὴ θνητότητά του καὶ νὰ μὴν ὑπερβεῖ τὰ ὅριά του, παρωθούμενος ἀπὸ τὴν ὕβριν, περιγράφονται ἀπὸ τὸν Πλούταρχο ὑπὸ τὸ μεταφυσικὸ πρίσμα τοῦ ἀπολύτου Ὄντος, τὸ ὁποῖο ὑπερβαίνει τὸ Εἶναι ἐν τῷ γίγνεσθαι.Ὑπὸ ποίαν ἔννοια ὁ Σωκράτης μετέφρασε τὸ δελφικό μήνυμα βάσει τῆς δικῆς του φιλοσοφικῆς ὀπτικῆς, ὀπτικὴ ἡ ὁποία προηγεῖται τῆς μεταφυσικῆς;
Μὲ σύγχρονους ὅρους θὰ λέγαμε ὅτι ὁ Σωκράτης τὸ ἑρμήνευσε κυρίως μὲ γνωσιολογικὸ καὶ ἠθικο-ανθρωπολογικό κριτήριο.
Ο Σωκράτης ἀπέδειξε σαφέστατα ὅτι «μόνον ὁ θεὸς εἶναι σοφός» καὶ ἀνεγνώρισε ὅτι ὁ ἴδιος προσωπικῶς κατείχε μόνον «ἀνθρώπινη σοφία», ἡ ὁποία, όμως, εἶναι μή-σοφία, ἢ καλλίτερα εἶναι ἡ γνώση τοῦ μή-γνωρίζειν, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἔχει πολύ λίγη ἢ καμμία ἀξία. Ας διαβάσουμε τὰ δυὸ κύρια σημεῖα τῆς ᾿Απολογίας.
Ἐγὼ λοιπόν, ἄνδρες ᾿Αθηναῖοι, ἀπέκτησα αὐτὸ τὸ ὄνομα ἀπ' τὴ σοφία μου καὶ μόνο. Καὶ ποία εἶναι αὐτὴ ἡ σοφία; Αὐτὴ ποὺ εἶναι, νομίζω, ἡ ἀνθρώπινη σοφία. Πράγματι ἴσως νὰ τὴν κατέχω αὐτὴ τὴ σοφία 47.
Ανδρες, ὁ θεὸς μόνο εἶναι πράγματι σοφὸς καὶ μ᾿ αὐτὸν τὸ χρησμό αὐτὸ λέει, ὅτι ἡ ἀνθρώπινη σοφία ἔχει μικρὴ ἀξία, ἴσως καὶ καμία. Καὶ πιθανὸν νὰ ὑποδεικνύει τὸν Σωκράτη, καὶ νὰ χρησιμοποιεῖ τὸ ὄνομά μου φέρνοντάς με γιὰ παράδειγμα, σὰ νὰ ἤθελε νὰ πεῖ: «Ἐκεῖνος ἀπὸ σᾶς εἶναι, ἄνθρωποι, ὁ σοφότερος πού, σὰν τὸν Σωκράτη, γνωρίζει ὅτι στὴν πραγματικότητα δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι διόλου σοφός» 48.
Νὰ ὑπενθυμίσουμε ὅτι ὁ Σοφοκλῆς ἔγραφε:
Θνητὴν δὲ φύσιν χρὴ θνητὰ φρονεῖν 49.
Προηγουμένως, ὁ Ἡράκλειτος εἶχε γράψει:
Ἦθος γὰρ ἀνθρώπειον μὲν οὐκ ἔχει γνώμας, θεῖον δὲ ἔχει 50.
Μὲ σύγχρονους ὅρους θὰ λέγαμε ὅτι ὁ Σωκράτης τὸ ἑρμήνευσε κυρίως μὲ γνωσιολογικὸ καὶ ἠθικο-ανθρωπολογικό κριτήριο.
Ο Σωκράτης ἀπέδειξε σαφέστατα ὅτι «μόνον ὁ θεὸς εἶναι σοφός» καὶ ἀνεγνώρισε ὅτι ὁ ἴδιος προσωπικῶς κατείχε μόνον «ἀνθρώπινη σοφία», ἡ ὁποία, όμως, εἶναι μή-σοφία, ἢ καλλίτερα εἶναι ἡ γνώση τοῦ μή-γνωρίζειν, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἔχει πολύ λίγη ἢ καμμία ἀξία. Ας διαβάσουμε τὰ δυὸ κύρια σημεῖα τῆς ᾿Απολογίας.
Ἐγὼ λοιπόν, ἄνδρες ᾿Αθηναῖοι, ἀπέκτησα αὐτὸ τὸ ὄνομα ἀπ' τὴ σοφία μου καὶ μόνο. Καὶ ποία εἶναι αὐτὴ ἡ σοφία; Αὐτὴ ποὺ εἶναι, νομίζω, ἡ ἀνθρώπινη σοφία. Πράγματι ἴσως νὰ τὴν κατέχω αὐτὴ τὴ σοφία 47.
Ανδρες, ὁ θεὸς μόνο εἶναι πράγματι σοφὸς καὶ μ᾿ αὐτὸν τὸ χρησμό αὐτὸ λέει, ὅτι ἡ ἀνθρώπινη σοφία ἔχει μικρὴ ἀξία, ἴσως καὶ καμία. Καὶ πιθανὸν νὰ ὑποδεικνύει τὸν Σωκράτη, καὶ νὰ χρησιμοποιεῖ τὸ ὄνομά μου φέρνοντάς με γιὰ παράδειγμα, σὰ νὰ ἤθελε νὰ πεῖ: «Ἐκεῖνος ἀπὸ σᾶς εἶναι, ἄνθρωποι, ὁ σοφότερος πού, σὰν τὸν Σωκράτη, γνωρίζει ὅτι στὴν πραγματικότητα δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι διόλου σοφός» 48.
Νὰ ὑπενθυμίσουμε ὅτι ὁ Σοφοκλῆς ἔγραφε:
Θνητὴν δὲ φύσιν χρὴ θνητὰ φρονεῖν 49.
Προηγουμένως, ὁ Ἡράκλειτος εἶχε γράψει:
Ἦθος γὰρ ἀνθρώπειον μὲν οὐκ ἔχει γνώμας, θεῖον δὲ ἔχει 50.
Προετοιμάζοντας τη μετάφραση τῆς ᾿Απολογίας, εἴχαμε πεισθεῖ γιὰ τὴν ἀξιοσημείωτη ἀντιστοιχία μεταξύ τῆς διανόησης τοῦ Σωκράτους καὶ τοῦ πνεύματος τῆς δελφικῆς παράδοσης. Συμβουλευόμενοι τὴ βιβλιογραφία ἐν ὄψει τοῦ ἀνὰ χείρας ἔργου, διαβάσαμε ἕνα ἄρθρο τοῦ Wolfang Schadewaldt, στὸ ὁποῖο, ἀφοῦ ἀναφέρεται σὲ πολλὰ ἀποσπάσματα ὅπως αὐτὰ ποὺ παρατέθηκαν πιὸ πάνω, ἐκφράζει μὲ ἐξαίσιο τρόπο τὴν ἀκόλουθη διανόηση: ἡ ὁμολογία τῆς γνώσης τῆς ἄγνοιας, «ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα» εἶναι κατ' οὐσίαν δελφική. Ἐξ ἄλλου, ὅπως καὶ ὁ ἄνθρωπος γενικῶς, ἔτσι καὶ ὁ θεὸς διαγράφει ἐδῶ τὴν ἀνθρώπινη γνώση, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀνεπάρκειας καὶ τῆς θνητότητας τοῦ ἴδιου τοῦ ἀνθρώπου. «Εν τούτοις, ἡ μετριόφρων αὐτὴ ὁμολογία τῆς ἀγνοίας τῶν πάντων ἔχει χαρακτήρα Δελφικόν. Ὡς ἐπὶ πασῶν τῶν ἄλλων περιστάσεων, οὕτω καὶ ἐνταῦθα ἐξαίρει ὁ θεὸς τὸν ἐνδεῆ καὶ ἐλλιπῇ χαρακτήρα, τὴν ὀλιγότητα καὶ στενότητα τῆς ἀνθρωπίνης γνώσεως. Παρὰ ταῦτα δύναται ἡ ἀνθρωπίνη γνώσις, ὅπως ἐν τῇ περιοχῇ τῆς ἀληθείας γνώσις τις εἶναι, ἥτις κατ' ἀρχὴν ὡς ἄγνοιαν θεωρεῖ ἑαυτὴν, καὶ ὅπως ἔχῃ περαιτέρω ἐν τῇ περιοχή ταύτη ὕπαρξιν τινά καὶ οὐσίαν. Ἡ ἔμπλεως ἀλαζονείας καὶ αὐθάδους οἰήσεως γνώσις, ὡς καὶ πᾶσα ἄλλῃ ὑπὸ τὸν χαρακτήρα τοῦτον ἐμφανιζόμενη ἀνθρωπίνη ἐνέργεια, πράξις, κατάστασις ἢ ἰδιότης, εἶναι παρὰ τῷ θεῷ τῶν Δελφῶν μισητή ἡ γνῶσις αὐτὴ στερεῖται ἐσωτερικῆς ἀληθείας καὶ συνάπτει ἐν ἑαυτῇ τὸ σκότος μετὰ τῆς "δόξης”. Ἐν τῇ ἀπολογίᾳ αὐτοῦ λέγει ὁ Σωκράτης, ὅτι καὶ οὗτος ἔχει ἴσως “ἀνθρωπίνην" τινά "σοφίαν", ἥτις δηλοῦται κυρίως ἐν τῇ εὐλαβεῖ λατρεία τοῦ θεοῦ» 51.
Πρόκειται γιὰ μία σοφία ποὺ δὲν θέλει ν' ἀγγίζει τὰ οὐράνια καὶ τὰ χθόνια, ἀλλὰ εἶναι «"κατ᾿ ἄνθρωπον" σοφία· ή σοφία αὐτή, [...] ἡ ἀνθρώπινη αὐτὴ σοφία καὶ ἐπιστημοσύνη ἀπεργάζεται τὴν “φιλοσοφίαν" θεμελιοῦται ἡ φιλοσοφία αὐτή, καθὰ ὁ Σωκράτης εὐστόχως ἔγνω καὶ ἀπεφήνατο, ἐπὶ τῆς δελφικῆς ρήσεως: “Γνῶθι σαὐτόν"» 52.
Θὰ ἦταν καλό – γιὰ νὰ ὁλοκληρώσουμε τὸ θέμα αὐτὸ – νὰ διαβάσουμε μία ὑπέροχη ἐπισήμανση τοῦ Kierkegaard, ἡ ὁποία, κατὰ τὴ γνώμη μας, κατέχει τὴν κορυφαία θέση σὲ σχέση μὲ ὅποιαδήποτε ἄλλη ἑρμηνεία: «Ας μὴν ξεχνάμε, ἀλλὰ μήπως τὸ ἤξερε ἢ τὸ διανοήθηκε ποτέ κανείς, ὅτι ἡ ἄγνοια τοῦ Σωκράτους ἦταν κάτι σὰν φόβος θεοῦ καὶ λατρεία, καὶ ὅτι ἡ ἄγνοιά του εἶναι γιὰ τὸν Ἑλληνισμό ὅ,τι γιὰ τὸν Ἰουδαϊσμὸ ὁ λόγος "Αρχή σοφίας φόβος θεοῦ". ῎Ας μὴν ξεχνάμε πὼς ὁ Σωκράτης ἀγνοοῦσε ἀπὸ σεβασμό πρὸς τὸ θεῖο καὶ ὅτι, κατὰ τὸ μέτρο ποὺ μποροῦσε ἕνας παγανιστής, ἐπαγρυπνοῦσε ὡς κριτής πάνω στη διαχωριστική γραμμή θεὸς-ἄνθρωπος φροντίζοντας νὰ γίνεται σεβαστή ἡ μεταξύ τους ποιοτική διαφορά, ὥστε ὁ θεὸς καὶ ὁ ἄνθρωπος νὰ μὴ συγχέονται μὲ τὸν τρόπο τῶν φιλοσόφων καὶ τῶν ποιητῶν. Ἰδοὺ γιατί ὁ Σωκράτης προσέβαλλε τὴν ἄγνοια καὶ γιατί τὸ θεῖο τὸν ἀναγνώριζε ὡς τὸν πλέον σοφό» 53.
Μὲ βάση ὅσα παρακολουθήσαμε στο κεφάλαιο αὐτό, ἀνακύπτει τὸ ἀκόλουθο πρόβλημα: Μεταξύ τῆς θέσης τοῦ Σωκράτους, τῆς θέσης τοῦ οὐδὲν οἶδα, καὶ τῆς ἀπόφασής του νὰ μὴν γράψει τίποτε, ἐπικρατεῖ μία δομική σχέση ἢ μήπως ἡ ἄρνηση τῆς γραφῆς ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἄλλες πιο σύνθετες αἰτίες;
Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι τὸ πρόβλημα ποὺ θὰ πρέπει νὰ ἀντιμετωπίσουμε τώρα, ἐπιχειρώντας νὰ τὸ ἐπιλύσουμε στο μέτρο, βέβαια, τοῦ δυνατοῦ.
Σημειώσεις
47. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Απολογία Σωκράτους, 20 d.
48. Αὐτόθι, 23 a-b.
49. ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ, Nauck, ἀπ. 590.
50. DIELS-KRANZ, Ἡράκλειτος, ἀπ. 8.
51. W. SCHADEWALDT, Ὁ Θεὸς τῶν Δελφῶν καὶ ἡ Ἰδέα τοῦ ᾿Ανθρωπισμού, μτφρ. - ἐπεξ. Κων/νου Ι. Μερεντίτου, Ἐν ᾿Αθήναις, 1965, 1, σ. 35.
52. Αὐτόθι.
53. S. KIERKEGAARD, Ασθένεια πρὸς θάνατον, μτφρ. Κ. Παπαγιώργη, ᾿Αθήνα, Καστανιώτης, 1999, σ. 167.
Πρόκειται γιὰ μία σοφία ποὺ δὲν θέλει ν' ἀγγίζει τὰ οὐράνια καὶ τὰ χθόνια, ἀλλὰ εἶναι «"κατ᾿ ἄνθρωπον" σοφία· ή σοφία αὐτή, [...] ἡ ἀνθρώπινη αὐτὴ σοφία καὶ ἐπιστημοσύνη ἀπεργάζεται τὴν “φιλοσοφίαν" θεμελιοῦται ἡ φιλοσοφία αὐτή, καθὰ ὁ Σωκράτης εὐστόχως ἔγνω καὶ ἀπεφήνατο, ἐπὶ τῆς δελφικῆς ρήσεως: “Γνῶθι σαὐτόν"» 52.
Θὰ ἦταν καλό – γιὰ νὰ ὁλοκληρώσουμε τὸ θέμα αὐτὸ – νὰ διαβάσουμε μία ὑπέροχη ἐπισήμανση τοῦ Kierkegaard, ἡ ὁποία, κατὰ τὴ γνώμη μας, κατέχει τὴν κορυφαία θέση σὲ σχέση μὲ ὅποιαδήποτε ἄλλη ἑρμηνεία: «Ας μὴν ξεχνάμε, ἀλλὰ μήπως τὸ ἤξερε ἢ τὸ διανοήθηκε ποτέ κανείς, ὅτι ἡ ἄγνοια τοῦ Σωκράτους ἦταν κάτι σὰν φόβος θεοῦ καὶ λατρεία, καὶ ὅτι ἡ ἄγνοιά του εἶναι γιὰ τὸν Ἑλληνισμό ὅ,τι γιὰ τὸν Ἰουδαϊσμὸ ὁ λόγος "Αρχή σοφίας φόβος θεοῦ". ῎Ας μὴν ξεχνάμε πὼς ὁ Σωκράτης ἀγνοοῦσε ἀπὸ σεβασμό πρὸς τὸ θεῖο καὶ ὅτι, κατὰ τὸ μέτρο ποὺ μποροῦσε ἕνας παγανιστής, ἐπαγρυπνοῦσε ὡς κριτής πάνω στη διαχωριστική γραμμή θεὸς-ἄνθρωπος φροντίζοντας νὰ γίνεται σεβαστή ἡ μεταξύ τους ποιοτική διαφορά, ὥστε ὁ θεὸς καὶ ὁ ἄνθρωπος νὰ μὴ συγχέονται μὲ τὸν τρόπο τῶν φιλοσόφων καὶ τῶν ποιητῶν. Ἰδοὺ γιατί ὁ Σωκράτης προσέβαλλε τὴν ἄγνοια καὶ γιατί τὸ θεῖο τὸν ἀναγνώριζε ὡς τὸν πλέον σοφό» 53.
Μὲ βάση ὅσα παρακολουθήσαμε στο κεφάλαιο αὐτό, ἀνακύπτει τὸ ἀκόλουθο πρόβλημα: Μεταξύ τῆς θέσης τοῦ Σωκράτους, τῆς θέσης τοῦ οὐδὲν οἶδα, καὶ τῆς ἀπόφασής του νὰ μὴν γράψει τίποτε, ἐπικρατεῖ μία δομική σχέση ἢ μήπως ἡ ἄρνηση τῆς γραφῆς ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἄλλες πιο σύνθετες αἰτίες;
Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι τὸ πρόβλημα ποὺ θὰ πρέπει νὰ ἀντιμετωπίσουμε τώρα, ἐπιχειρώντας νὰ τὸ ἐπιλύσουμε στο μέτρο, βέβαια, τοῦ δυνατοῦ.
47. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Απολογία Σωκράτους, 20 d.
48. Αὐτόθι, 23 a-b.
49. ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ, Nauck, ἀπ. 590.
50. DIELS-KRANZ, Ἡράκλειτος, ἀπ. 8.
51. W. SCHADEWALDT, Ὁ Θεὸς τῶν Δελφῶν καὶ ἡ Ἰδέα τοῦ ᾿Ανθρωπισμού, μτφρ. - ἐπεξ. Κων/νου Ι. Μερεντίτου, Ἐν ᾿Αθήναις, 1965, 1, σ. 35.
52. Αὐτόθι.
53. S. KIERKEGAARD, Ασθένεια πρὸς θάνατον, μτφρ. Κ. Παπαγιώργη, ᾿Αθήνα, Καστανιώτης, 1999, σ. 167.
ΜΑΣ ΔΙΝΕΤΑΙ ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΝΑ ΔΟΥΜΕ ΤΟΝ ΚΑΤΑ ΦΥΣΙΝ ΑΝΘΡΩΠΟ, ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΠΕΠΤΩΚΟΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΤΗΣ ΓΝΩΜΗΣ, Ο ΟΠΟΙΟΣ ΑΠΟΦΑΙΝΕΤΑΙ ΒΑΣΕΙ ΤΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ ΑΙΣΘΗΤΗΡΙΑΚΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ, ΓΙΑ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ ΠΑΝΤΟΣ. Η ΟΠΟΙΑ ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΜΑΤΑΙΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΝΤΥΘΗΚΕ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΕΝΔΥΜΑ. ΚΑΙ ΠΕΘΑΝΕ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ, ΣΑΝ ΝΕΩΤΕΡΙΚΟ ΟΝ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ ΤΗΣ ΕΞΕΛΙΞΕΩΣ, ΜΕ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΖΩΗ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου