Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

Giovanni Reale - ΣΩΚΡΑΤΗΣ (9)

 Συνέχεια από: Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

ΚΕΦΑΛΑΙΟN Β΄

Η ΕΠΙΓΡΑΦΗ «ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ» ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΟΨΗ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΤΩΝ ΔΕΛΦΩΝ

ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΕΙΟΥ ΜΗΝΥΜΑΤΟΣ, Η ΑΠΟΔΟΧΗ ΤΟΥ ΚΑΙ Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ

Τὸ «Γνώθι σαὐτόν» ὡς κύριος ἄξονας στὸν στοχασμό τῶν Ἑλλήνων

Προκειμένου να κατανοήσουμε τὴ σπουδαιότητα καὶ τὴν ἱστορική ἀπήχηση τῆς θέσης που υἱοθέτησε ὁ Σωκράτης σχετικῶς μὲ τὸ «Γνώθι σαὐτόν», ὀφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε πολύ καλά δύο πράγματα. Κατά πρώτον, ὅτι ἐξ αἰτίας τοῦ Σωκράτους τὸ ἐν λόγῳ γνωμικό ἐπεβλήθη ὡς κεντρικὴ ἐστία τῆς φιλοσοφικής διανοήσεως. Κατά δεύτερον, ὅτι ἤδη μὲ τὸν Πλάτωνα, καὶ περισσότερο μὲ τοὺς Νεοπλατωνικούς, τὸ γνωμικὸ αὐτὸ ἀπέκτησε μία μεταφυσική-θεολογική διάσταση, ἡ ὁποία υπερβαίνει σαφῶς τὸν σωκρατικό ὁρίζοντα.

Μόνον, ὅμως, ἐὰν ἀντιληφθοῦμε τὴν αἰσθητή διεύρυνση που ἔλαβε τὸ νόημα τοῦ ἀποφθέγματος διὰ μέσου τοῦ Πλάτωνος καὶ τῶν Νεοπλατωνικών και, ὡς ἐκ τούτου, τὸ πολὺ ἐκτενέστερο σημασιολογικό πεδίο τὸ ὁποῖο κάλυψε, θα μπορέσουμε νὰ κατανοήσουμε καλλίτερα καὶ ἀκριβέστερα τη θέση τοῦ Σωκράτους, θέση ἡ ὁποία εὑρίσκεται ἐγγύτερα στὴν ἀρχική σημασία τῆς δελφικῆς λατρείας.

Ὁ Πλάτων στὸν ᾿Αλκιβιάδη, ἀφοῦ ἐκφράζει τὴν ἰδιάζουσα διανόηση τοῦ Σωκράτους, στις ἑπόμενες σελίδες ἐπανεξετάζει σε βάθος τὴν ἐν λόγῳ διδασκαλία καὶ ἀποκαλύπτει μία νέα καὶ εὐρείας ἀπήχησης διάσταση τοῦ «Γνώθι σαυτόν».

Ἡ θεωρία τὴν ὁποία ἀναπτύσσει ὁ Πλάτων σχετικῶς μπορεῖ νὰ συνοψιστεῖ ὡς ἑξῆς: Προκειμένου νὰ γνωρίσουμε καλὰ τὸν ἑαυτό μας, ὀφείλουμε να στραφούμε πρὸς τὸ θεῖο ποὺ ὑπάρχει μέσα μας. Ἐν ὀλίγοις, ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει τὸν ἑαυτό του, μόνον ἐὰν τεθεῖ ἐνώπιος ἐνωπίῳ μὲ τὸ θεῖο ποὺ ἐνυπάρχει στην ψυχή του, προσπαθώντας να ἰσοσταθμίσει τὸν ἑαυτό του μαζί του.

Ο Πλάτων, ξεκινώντας μὲ τὴ μεταφορὰ τῆς όρασης, ἀναλύει τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ὁ ὀφθαλμός μας, γιὰ νὰ δεῖ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του, πρέπει νὰ παρατηρήσει τὸν ὀφθαλμὸ τοῦ ἄλλου, στὴν κόρη τοῦ ὁποίου ἐμφανίζεται ἀνακλώμενος ὡς ἡ εἰκόνα στὸν καθρέπτη. ᾿Αλλιῶς: ὁ ὀφθαλμός, γιὰ νὰ δεῖ τὸν ἑαυτό του, πρέπει νὰ παρατηρήσει ὅ,τι εἶναι ὅμοιό του, καὶ ἰδίως τὸ καλλίτερο μέρος, ἐκεῖνο ἀπὸ τὸ ὁποῖο γεννιέται ἡ ἴδια ἡ δύναμη τῆς ὅρασης. Ἐὰν κοιτάζει ἀλλοῦ, τότε δὲν βλέπει τὸν ἑαυτό του.

Παρομοίως, ἐὰν ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἡ ψυχή του, καὶ ἐὰν ἡ ψυχή θε λει νὰ γνωρίσει τὸν ἑαυτό της, θα πρέπει νὰ κοιτάζει το καλλίτερο μέρος τοῦ ἑαυτοῦ της, δηλαδὴ τὴν εὐφυΐα, ποὺ εἶναι τὸ πιὸ θεῖο μέρος, ἤτοι τὸ θεῖο μέσα μας:

ΣΩΚΡ. Άραγε λοιπόν, ἀγαπητέ μου ᾿Αλκιβιάδη, καὶ ἡ ψυχή έαν πρόκειται νὰ γνωρίσῃ τὸν ἑαυτὸν της, πρέπει νὰ κυττάξῃ μέσα εἰς (ἄλλην) ψυχήν, καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο αὐτῆς, εἰς τὸ ὁποῖον ἐνυπάρχει ἡ ἀρετὴ τῆς ψυχῆς, δηλαδὴ ἡ σοφία, καὶ εἰς ἄλλο κανένα (μέρος) πρὸς τὸ ὁποῖον αὐτὸ τυχαίνει νὰ εἶναι ὅμοιον;

ΑΛΚ. Τὴν ἴδια γνώμη ἔχω κ' ἐγώ, Σωκράτη.

ΣΩΚΡ. Ἡμποροῦμε λοιπὸν νὰ εἰποῦμε, ποῖον μέρος τῆς ψυχῆς εἶναι νοερώτερον ἀπ᾿ αὐτό, κοντὰ στὸ ὁποῖον ὑπάρχουν ἡ γνῶσις καὶ ἡ φρόνησις;

ΑΛΚ. Ὄχι, δὲν ἡμποροῦμε.

ΣΩΚΡ. Αὐτὸ λοιπὸν τὸ μέρος τῆς ψυχῆς ὁμοιάζει πρὸς τὴν θεότητα, καὶ ὅποιος, κυττάζοντας μέσα σ' αὐτό, καὶ γνωρίζοντας τὴν ὅλην θεότητα, δηλαδὴ τὸν θεὸν καὶ τὴν φρόνησιν, θὰ ἡμποροῦσε ἔτσι νὰ γνωρίσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν καλύτερα καὶ τὸν ἑαυτόν του 38.

Ο Πλωτίνος, προχωρώντας ἀκόμη περισσότερο, γράφει στην πέμπτη Εννεάδα:

᾿Αλλὰ τὸν θεὸν θεωρεῖ, εἶποιμεν ἄν. ᾿Αλλ' εἰ τὸν θεὸν γινώσκειν αὐτὸν τις ὁμολογήσει, καὶ ταύτῃ συγχωρεῖν ἀναγκασθήσεται καὶ ἑαυτὸν γινώσκειν. Καὶ γὰρ ὅσα ἔχει παρ' ἐκείνου γνώσεται, καὶ ἃ ἔδωκε, καὶ ἃ δύναται ἐκεῖνος. Ταῦτα δὲ μαθὼν καὶ γνοὺς καὶ ταύτῃ ἑαυτὸν γνώσεται καὶ γὰρ ἓν τι τῶν δοθέντων αὐτός, μᾶλλον δὲ πάντα τὰ δοθέντα αὐτὸς. Εἰ μὲν οὖν κἀκεῖνο γνώσεται κατὰ τὰς δυνάμεις αὐτοῦ μαθών, καὶ ἑαυτὸν γνώσεται ἐκεῖθεν γενόμενος καὶ ἃ δύναται κομισάμενος· εἰ δὲ ἀδυνατήσει ἰδεῖν σαφῶς ἐκεῖνον, ἐπειδὴ τὸ ἰδεῖν ἴσως αὐτὸ ἐστι το δρώμενον. Ταύτη μάλιστα λείποιτ᾿ ἂν αὐτῷ ἰδεῖν ἑαυτὸν καὶ εἰδέναι, εἰ τὸ ἰδεῖν τοῦ τὸ ἐστι τὸ αὐτὸ εἶναι τὸ ὁρώμενον 39.

Μὲ τὴ σειρά του ὁ Πορφύριος, στὸ ἔργο του Αφορμαὶ πρὸς τὰ νοητά, τονίζει:

Εἰ δ᾽ ἡμεῖς ἐπεφύκειμεν ἰδρῦσθαι ἐν τῇ αὐτῶν οὐσίᾳ καὶ πλουτεῖν ἀφ' ἑαυτῶν καὶ μὴ ἀπέρχεσθαι πρὸς ὁ μὴ ἡμὲν καὶ πένεσθαι ἑαυτῶν καὶ διὰ τοῦτο πάλιν τῇ πενία συνεῖναι καίπερ παρόντος κόρου, καὶ ἀπὸ τοῦ ὄντος οὐ τόπῳ, οὐκ οὐσίᾳ κεχωρισμένοι οὐδ᾽ ἄλλῳ τινὶ ἀποτετμημένοι τῇ πρὸς τὸ μὴ ὂν στροφῇ χωριζόμεθα, δίκην ἄρα ταύτην ἀποτίννυμεν τῇ τοῦ ὄντος ἀποστροφῇ αὐτοὺς ἀποστρεφόμενοι καὶ ἀγνοοῦντες, καίτοι πάλιν ἐν τῇ αὐτῶν φιλία ἑαυτοὺς τὸ ἀπολαμβάνοντες καὶ τῷ θεῷ συναπτόμενοι 40.

Οἱ ὕστεροι Νεοπλατωνικοὶ ἐπέβαλαν ὡς βασικό κείμενο γιὰ τὴν εἰσαγωγὴ στὴ φιλοσοφία τὸν ᾿Αλκιβιάδη. Ο Πρόκλος, σχολιάζοντας τὸν διάλογο αὐτό, ὑποστηρίζει ὅτι ἡ ἀρχὴ κάθε φιλοσοφίας ἔγκειται «στην καθαρή καὶ αὐθεντική γνώση αὐτῆς τῆς ἰδίας» 41 καὶ ὅτι ὁ ἐξαγνισμός, ὅπως καὶ ἡ αὐτο-ολοκλήρωση, δὲν μποροῦν νὰ ξεκινήσουν παρὰ μόνον ἀπὸ «αὐτὸ ποὺ ὁρίζει ὁ ἐν Δελφοῖς θεός» 42.

Το «Γνῶθι σαὐτόν» στὸ ἔργο τοῦ ᾿Αριστοτέλους, Περί Φιλοσοφίας

Στὸ ἔργο του Περί Φιλοσοφίας ὁ ᾿Αριστοτέλης πραγματεύεται τὴ γένεση καὶ τὴν ἐξέλιξη τῆς γνώσης, ἀπὸ τοὺς Αἰγυπτίους καὶ τοὺς ἀρχαίους Πέρσες μάγους μέχρι καὶ τὴν πρώιμη καὶ ἀρχαιότερη σοφία τῶν Ἑλλήνων, δηλαδὴ τῶν θεολόγων, τῶν Ὀρφικῶν καὶ τῶν Ἑπτὰ Σοφῶν, φθάνοντας μέχρι καὶ τὴν ἐξέλιξη ποὺ ἐπετεύχθη μέσω τῆς φιλοσοφίας τῆς ἐποχῆς του.

᾿Αναφορικὰ μὲ τὴ γένεση τοῦ «Γνώθι σαὐτόν», ὁ Σταγειρίτης θεωρεῖ ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἀναχθεῖ στὸν Χίλωνα καὶ στοὺς Επτά Σοφούς, δηλαδή, ὅπως ἔπεσημάναμε παραπάνω, στὴν περίοδο τῆς ἀνοικοδομήσεως τοῦ πέτρινου ἱεροῦ τῶν Δελφῶν. Ὁ ᾿Αριστοτέλης, συνεπώς, θεωρεῖ τὸ «Γνῶθι σαὐτόν» ὡς ἀποκάλυψη τοῦ ᾿Απόλλωνος μέσω τῆς Πυθίας.

Ἐπὶ πλέον, ὁ ᾿Αριστοτέλης συνδέει φανερὰ τὸ ἐν λόγῳ γνωμικό μὲ τὴ φιλοσοφία τοῦ Σωκράτους καὶ τολμᾶ νὰ ὑποστηρίξει ὅτι ὁ φιλόσοφος εἶχε μεταβεῖ αὐτοπροσώπως στοὺς Δελφούς. Η πληροφορία αὐτή μᾶς παρέχεται ἀπὸ τὸν Διογένη Λαέρτιο, ὁ ὁποῖος τὴν ἀντλεῖ ἀπὸ τὰ ᾿Απομνημονεύματα τοῦ Φαβωρίνου, ὁ ὁποῖος, μὲ τὴ σειρά του, πιθανὸν ἀντλεῖ ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦ ᾿Αριστοτέλους 43. Μολοντοῦτο, οἱ μαρτυρίες τοῦ Πλάτωνος διαψεύδουν ρητῶς τὴν ἀλήθεια τῆς ἐν λόγῳ πληροφορίας.

Μπορεῖ νὰ εἰκάσει κανείς, μαζὶ μὲ ὁρισμένους μελετητές, ὅτι ὁ ᾿Αριστοτέλης, στὸν ὑπαινιγμό του γιὰ τὸ ταξίδι τοῦ Σωκράτους στούς Δελφούς, ἀναφερόταν στὸν περίφημο χρησμὸ τῆς Πυθίας, σύμφωνα με τὸν ὁποῖο ὁ Σωκράτης ἦταν ὁ σοφώτερος τῶν Ἑλλήνων. Ὁ χρησμός αὐτός, ὅμως, δὲν ἐδόθη στὸν ἴδιο τὸν Σωκράτη, ἀλλὰ στὸν φίλο του Χαιρεφώντα. Ἐξ ἄλλου, δὲν ἀποκλείεται νὰ ἐπρόκειτο γιὰ σφάλμα τοῦ Φαβωρίνου. Ἐν πάση περιπτώσει, καθοριστικός παραμένει ὁ συσχετισμός τοῦ γνωμικοῦ μὲ τὴ φιλοσοφία τοῦ Σωκράτους.

Ὑπενθυμίζουμε, ἐπίσης, ὅτι ὁ ᾿Αριστοτέλης (ὅπως ἐξ ἄλλου καὶ ὁ Πλάτων) θεωροῦσε ὅτι περιοδικῶς, ἐξ αἰτίας τῶν κατακλυσμῶν καὶ τῶν καταστροφῶν ποὺ προκαλοῦσε ή φωτιά, οἱ ἄνθρωποι κατά μεγάλο ποσοστό ἀφανίζονταν καὶ ἔχαναν όλες τις γνώσεις τους – ἐκτὸς ἀπὸ κάποια πρωταρχικά σπέρματα – γνώσεις τις ὁποῖες ἐπανακτοῦσαν συστηματικά σε μεταγενέστερα στάδια μὲ διεργασίες ἀνάλογες μέαὐτὲς ποὺ ἐπαληθεύτηκαν στις προγενέστερες φάσεις.

O Werner Jaeger, ὁ πρῶτος μελετητής ποὺ κατήρτισε έναν συστηματικό πίνακα τοῦ ἀριστοτελικοῦ ἔργου βάσει τῶν ἀποσπασμάτων ποὺ ἔχουν περιέλθει ὡς ἐμᾶς, γράφει σχετικῶς μὲ τὸ πρόβλημα που μᾶς ἀπασχολεῖ: «Η σχέση που δημιουργεῖται ἐδῶ μεταξὺ τοῦ ἀρχαίου δελφικοῦ ρητοῦ καὶ τῆς γένεσης τοῦ νέου σωκρατικού προσανατολισμοῦ ἠθικῆς ἀναζήτησης, ταιριάζει στὸν διάλογό μας περισσότερο απ' ὁτιδήποτε ἄλλο. Πρόκειται ὄντως γιὰ ἕνα παράδειγμα ποὺ ἔρχεται να ὑποστηρίξει τὴ θεωρία τῆς ἀέναης ἐπανάληψης ὅλων τῶν φιλοσοφικών ἀντιλήψεων στὴν πορεία τῆς ἱστορίας. Ο Σωκράτης γίνεται ὁ ἀνακαινιστὴς τῆς ἠθικῆς ἀρχῆς τῆς ἀπολλώνειας λατρείας καί, ὅπως καὶ ὁ Αριστοτέλης, προσπαθεῖ μᾶλλον νὰ ἀποδείξει μὲ τὴν ἐπίσκεψή του στοὺς Δελφούς ὅτι ἔλαβε, ἀκριβῶς ἀπὸ τὴν ἔδρα τοῦ ἀρχαίου μαντείου, τὴν ἐξωτερική ώθηση για τις ἀναζητήσεις του, καὶ συγκεκριμένα για τὴν ἀνάλυση τῶν ἠθικῶν ἀναγκῶν τῆς ἐποχῆς του. Η συνάφεια θρησκείας καὶ φιλοσοφίας, ἡ ὁποῖα ἐδῶ εἶναι πλέον προφανής, ἐπεκτείνεται σὲ ὅλο τὸν διάλογο. Ἡ ἀπολλώνεια ἀποστολὴ τοῦ Σωκράτους εἶχε ἤδη ἀναφερθεῖ ἀπὸ τὸν Πλάτωνα στὴν ᾿Απολογία στο πλαίσιο αὐτῆς, ἡ θεωρία τῶν περιοδικῶν ἐπιστροφῶν ἑρμηνεύεται βαθύτερα, ὡς ἀναγέννηση τῆς δελφικῆς σοφίας». Τὰ συμπεράσματα στὰ ὁποῖα καταλήγει ὁ μελετητής ἐπιβεβαιώνονται μὲ ἔμφαση: «Ἡ ἀπολλώνεια ἠθικὴ καὶ ἡ σωκρατικὴ ἠθικὴ ἀποτελοῦν τις δύο εστίες τῆς ἠθικῆς ἐξέλιξης τοῦ Ἑλληνισμοῦ» 44.

Ὁ Πλούταρχος καὶ ἡ ἀναβίωση τῆς ἀρχαίας ἔννοιας τοῦ ἀποφθέγματος ἀπὸ μεταφυσικῆς ἀπόψεως

Στὸ ἔργο του Περὶ τοῦ Εἰ τοῦ ἐν Δελφοῖς ὁ Πλούταρχος ύποστηρίζει μία θέση ἡ ὁποία ἐν μέρει διαφέρει ἀπὸ αὐτὴ τοῦ Πλάτωνος καὶ τῶν Νεοπλατωνικών.

Γνωρίζουμε ὅτι στὴν πρόσοψη τοῦ ἀπολλώνειου ναοῦ τῶν Δελφῶν ἦταν ἀναρτημένο ένα μεγάλο «Ε». ᾿Αρχικῶς αὐτὸ ἦταν κατασκευασμένο ἀπὸ ξύλο, στη συνέχεια, ὅμως, κατασκευάστηκε ἕνα δεύτερο ἀπὸ σίδηρο καί, τέλος, ἕνα τρίτο ἀπὸ χρυσό, κατόπιν ἐπιθυμίας τῆς συζύγου τοῦ αὐτοκράτορα Καίσαρα Αὐγούστου.

Γράφει ὁ Πλούταρχος:
Γνοίη τις ἂν ἀκούσας τῶν κατὰ τὸ ἱερὸν τὸ μὲν χρυσοῦν εἶ Λιβίας τῆς Καίσαρος γυναικὸς ὀνομαζόντων, τὸ δὲ χαλκοῦν ᾿Αθηναίων· τὸ δὲ πρῶτον καὶ παλαιότατον τῆ δ᾽ οὐσίᾳ ξύλινον ἔτι νῦν τῶν σοφῶν καλοῦσιν45.

Οἱ νεώτεροι καὶ οἱ σύγχρονοι ἀρχαιολόγοι ἀπέχουν πολὺ ἀπὸ τὸ νὰ προσκομίσουν πειστικές ερμηνείες σχετικά μὲ αὐτὸ τὸ «Ε».

Ἡ ἑρμηνεία που παρέχει ὁ Πλούταρχος εἶναι ἡ πλέον ἰσχυρὴ καὶ πειστική, παρ' ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβής: το «Ε» δηλώνει πιθανῶς τὸ ρῆμα «εἶ», τὸ ὁποῖο σημαίνει «ἐσὺ εἶσαι», καὶ ὑποδεικνύει μᾶλλον τὸν πλέον κατάλληλο τρόπο προσφώνησης τοῦ θεοῦ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο προ-τοῦ εἰσέλθει στὸν ναὸ καὶ ἀφοῦ ἔχει διαβάσει τὴν ἐπιγραφή «Γνώθι σαὐτόν». Ἡ ἀπάντηση στὸ ἀπόφθεγμα «Γνώθι σαὐτόν» θὰ πρέπει, συνεπῶς, νὰ σήμαινε τὸ ἑξῆς: ἐσὺ εἶσαι ὁ Ὢν, ὁ ἀθάνατος, ἐνῶ ἐμεῖς εἶμαστε μόνον φαινόμενο τοῦ εἶναι.

Ἰδοὺ τὸ κείμενο:

᾿Αλλ' ἔστιν αὐτοτελὴς τοῦ θεοῦ προσαγόρευσις καὶ προσφώνησις ἅμα τῷ ῥήματι τὸν φθεγγόμενον εἰς ἔννοιαν καθιστᾶσα τῆς τοῦ θεοῦ δυνάμεως, ὁ μὲν γὰρ θεὸς ἕκαστον [ἡμῶν] τῶν ἐνταῦθα προσιόντων οἷον ἀσπαζόμενος προσαγορεύει τὸ «γνῶθι σαὐτόν», ὁ τοῦ χαῖρε δήπουθεν οὐδὲν μεῖόν ἐστιν· ἡμεῖς δὲ πάλιν ἀμειβόμενοι τὸν θεὸν «εἰ» φαμέν, ὡς ἀληθῆ καὶ ἀψευδὴ καὶ μόνην μόνῳ προσήκουσαν τὴν τοῦ εἶναι προσαγόρευσιν ἀποδιδόντες.

Ἡμῖν μὲν γὰρ ὄντως τοῦ εἶναι μέτεστιν οὐδέν, ἀλλὰ πᾶσα θνητή φύσις ἐν μέσῳ γενέσεως καὶ φθορᾶς γενομένη φάσμα παρέχει καὶ δόκησιν ἀμυδρὰν καὶ ἀβέβαιον αὐτῆς· ἂν δὲν τὴν διάνοιαν ἐπερείσῃς λαβέσθαι βουλόμενος, ὥσπερ ἡ σφοδρὰ περίδραξις ὕδατος τῷ πιέζειν καὶ εἰς ταὐτὸ συνάγειν διαρρέον ἀπόλλυσι τὸ περιλαμβανόμενον 46.

Είπαμε προηγουμένως ὅτι πρόκειται μᾶλλον γιὰ μία πολὺ ὀξυδερκή ἑρμηνεία παρὰ γιὰ μία ἀντικειμενική καί, συνεπῶς, ἱστορικῶς ἐξακριβωμένη πληροφορία σχετικὰ μὲ τὴν ἀρχική σημασία τοῦ «Ε». ᾿Από φιλοσοφικῆς ἄποψης, ὅμως, ή πληροφορία αὐτὴ εἶναι ἐξαιρετικά σημαντική, καθώς μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἐξάγουμε συμπεράσματα, ἐπιστρέφοντας στον Σωκράτη καὶ στὴ δομική σχέση που διατηρεῖ ἡ διανόησή του μὲ τὸ δελφικό ἀπόφθεγμα.


Σημειώσεις

38. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Αλκιβιάδης, 133 b-c.
39. ΠΛΩΤΙΝΟΥ, Εννεάδες, Paris, Collection des Universités de France, 1931. 5,3-7.
40. ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ, Αφορμαὶ πρὸς τὰ νοητά, Ε. Lamberz (έπιμ.), Leipzig, 1975.
41. ΠΡΟΚΛΟΥ. Πρόκλου Διαδόχου εἰς τὸν Πλάτωνος Πρώτον ᾿Αλκιβιάδην, 11,12.
42. Αὐτόθι, 4, 19-5, 3.
43. ΔΙΟΓΕΝΟΥΣ ΛΑΕΡΤΙΟΥ, Βίοι Φιλοσόφων, ΙΙ, 5, 23.
44. W. JAEGER, Aristotele. Prime linee di una storia della sua evoluzione spiri tuale, ἶταλ. ἔκδ., Firenze, La Nuova Italia, 1935, σ. 171.
45. ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ, Περὶ τοῦ Εἰ τοῦ ἐν Δελφοῖς, 385 F-386 A.
46. Αὐτόθι, 392 A-B. [Μετάφραση: «Αλλά πρόκειται για αυτοτελή προσφώνηση και χαιρετισμό του θεού, ο οποίος, ταυτόχρονα με τη λέξη που εκφωνείται, οδηγεί εκείνον που τη λέει στη σύλληψη της δύναμης του θεού. Διότι ο θεός, καθώς υποδέχεται σαν να χαιρετά καθέναν από εμάς που προσέρχεται εδώ, τον προσφωνεί με το “γνώθι σαυτόν”, το οποίο βέβαια δεν είναι σε τίποτε κατώτερο από το “χαῖρε”. Εμείς πάλι, ανταποδίδοντας τον χαιρετισμό στον θεό, λέμε “εἶ”, αποδίδοντάς του ως αληθινή, αψευδή και τη μόνη που αρμόζει αποκλειστικά σε Αυτόν την προσφώνηση του είναι.

Διότι σε εμάς, κατά κυριολεξία, δεν μετέχει τίποτε από το είναι· αλλά κάθε θνητή φύση, ευρισκόμενη ανάμεσα στη γένεση και τη φθορά, δεν προσφέρει παρά ένα φάσμα (είδωλο, φάντασμα), μια αμυδρή και αβέβαιη δοξασία περί του εαυτού της· και αν επιχειρήσεις να την συλλάβεις, στηρίζοντας επάνω της τη διάνοιά σου, τότε, όπως το νερό που, όταν το σφίγγεις δυνατά και προσπαθείς να το συγκρατήσεις ενωμένο, διαρρέει και χάνεται, έτσι και εκείνο που προσπαθείς να περιλάβεις σου διαφεύγει και αφανίζεται.»]

Δεν υπάρχουν σχόλια: