ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ Β
ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ
Γνωρίζεις τον εαυτό σου;
Πανόραμα Θεσσαλονίκης, Γ΄ έκδοση
Η ιδεατή εικόνα
Ἡ ἰδεατή εἰκόνα πρέπει να πεθάνει
Το θέμα μας εἶναι ἡ ἰδεατή εἰκόνα, γιὰ τὴν ὁποία τόσο λόγο κάναμε φέτος.
Αὐτή ἡ ἰδεατή εἰκόνα πρέπει να πεθάνει. Ἐάν δὲν πεθάνει ἡ ἰδεατή εἰκόνα μέσα μας, νά μή μιλάμε γιά τόν Σταυρό, γιά τό πάθος τοῦ Χριστοῦ, νὰ μὴν πιστεύουμε ὅτι γιορτάζουμε Μεγάλη Εβδομάδα, Σταύρωση καί Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, διότι μέσα μας κάποιο θεριό ζεῖ, τό ὁποῖο ἔπρεπε και πρέπει να πεθάνει.1
Ἡ ἰδεατή εἰκόνα, λέγαμε την περασμένη Κυριακή, φθάνει μέχρι τοῦ σημείου νὰ μᾶς ξεγελάει. Τήν ὥρα, π.χ., πού ἐμπιστευόμαστε κάποιον ἄνθρωπο, τὴν ὥρα πού τόν βλέπουμε ὡς ἅγιο καί τόν πιστεύουμε καί τόν ἀκολουθοῦμε ὡς ἅγιο καί στηρίζουμε, τρόπον τινά, τὴν ὕπαρξή μας σ' αὐτόν, μᾶς ξεγελάει ἡ ἰδεατή εἰκόνα. Διότι ὁ ἄνθρωπος αὐτός μπορεῖ νὰ εἶναι ἕνας κοινός ἄνθρωπος. Μπορεῖ βέβαια κάτι νά εἶναι, κάτι νὰ ἔχει, ἀλλά να μήν ἔχει καθόλου ἁγιότητα, ὅπως νομίζουμε. Ἐμεῖς ὅμως δέν μποροῦμε νά τό δοῦμε αὐτό, δέν μποροῦμε νὰ το καταλάβουμε.
Πόσες φορές μερικές ψυχές ἀποροῦν: «Γιατί νὰ μὴν το καταλάβω; Γιατί νὰ μὴν τὸ δῶ; Πῶς ἔπεσα ἔξω;» Ἔπεσες ἔξω, δέν τό κατάλαβες, εἶχες κλει-στα τὰ μάτια σου, διότι μετέφερες στόν ἄνθρωπο αὐτόν τη δική σου ἰδεατή εἰκόνα. Ἐπειδή δέν ἄντεχε ὁ ἑαυτός σου νὰ ἔχεις μέσα σου τή φοβερή αὐτὴ ἰδεατή εἰκόνα, καθώς δέν μποροῦσες πολύ-πολύ νὰ τὰ συμβιβάσεις αὐτά τά πράγματα –τή φοβερή δηλαδή ἰδεατή εἰκόνα πού ἔχεις καί αὐτό πού εἶσαι στην πραγματικότητα- γι' αὐτό, αὐτή τὴν ἰδεατή εἰκόνα τὴν ἔβαλες ἐπάνω σ' αὐτόν τόν ἄνθρωπο. Καί τώρα τον βλέπεις ὅπως ἀκριβῶς δεί-χνει αὐτή ἡ εἰκόνα πού ἔχεις φτιάξει, καί ὄχι ὅπως εἶναι αὐτός στήν πραγματικότητα, καί προσκολ-λᾶσαι καί στηρίζεσαι σ' αὐτόν κατά ἕναν τρόπο πού εἶναι ἐπιβλαβής καί γιά σένα καί γιά κεῖνον.
Μᾶς ἀποξενώνει ἀπό τὸν πραγματικό ἑαυτό μας
Ἡ ἰδεατή εἰκόνα κάνει κάτι ἀκόμη χειρότερο: ἀποξενώνει τὸν ἄνθρωπο ἀπό τόν ἑαυτό του. Δηλαδή, ἐφόσον κανείς ταυτίζεται μέ τήν ἰδεατή εἰκόνα, παύει νά εἶναι μέ τόν πραγματικό ἑαυτό του καί εἶναι μ' ἕναν φανταστικό, μ' ἕναν πλαστό ἑαυτό. Γι' αὐτό, φθάνει στο σημεῖο νά μήν καταλαβαίνει καλά-καλά τί τοῦ συμβαίνει, νά μήν καταλαβαίνει τί αἰσθάνεται, τί θέλει, τί ζητεῖ, τί ἐπιδιώκει.
Δέν εἶναι λίγες οἱ ψυχές πού παθαίνουν κάτι τέτοιο. Φθάνουν μάλιστα μέχρι τοῦ σημείου νά μήν ἔχουν κανένα ἐνδιαφέρον γιά τή ζωή. Καθώς ἔχουν ἀποξενωθεῖ ἀπό τὸν πραγματικό ἑαυτό τους, ἐν τῷ μεταξύ όμως συναντούν την πραγματικότητα καθημερινά μέσα στη ζωή, δέν ἔχουν κανένα ενδιαφέρον για τη ζωή, δέν μπορούν κάν να πάρουν άποφάσεις, να κάνουν τοῦτο ἤ ἐκεῖνο.
Καί τό ἀκόμη χειρότερο εἶναι ὅτι, καθώς ἐπιδεινώνονται τα πράγματα μέσα στή ζωή, φθάνουν μέχρι τοῦ σημείου να δημιουργείται μέσα τους μιά τέτοια κατάσταση, σάν να βρίσκονται στὴν ἀνυπαρξία. Δηλαδή, σάν νά μήν ὑπάρχουν, καὶ σαν να εἶναι κάποιος ἄλλος αὐτός ὁ ἄνθρωπος –ὁ ἑαυτός τους- πού ζεῖ καί κάνει τοῦτο, κάνει ἐκεῖνο. Εἶναι μιά φοβερή κατάσταση, καί δυστυχῶς ἀρκετές ψυ-χές φθάνουν σ' αὐτό τό σημεῖο καί δυσκολεύονται πάρα πολύ.
Ἕνας ἄρρωστος ἔλεγε κάποτε: «Θά ἤμουν πάρα πολύ θαυμάσια, θα περνοῦσα πάρα πολύ καλά, θὰ ἤμουν μιά χαρά, ἐάν δέν ὑπῆρχε ἡ πραγ-ματικότητα». Ἡ πραγματικότητα, φαίνεται, κάνει τὸν ἄνθρωπο να βρίσκεται συνεχῶς σε μια σύγκρουση. Ἄν λοιπόν δέν ὑπῆρχε ἡ καθημερινή πραγ-ματικότητα μέσα στή ζωή, αὐτός ὁ ἄνθρωπος θά ἔνιωθε πάρα πολύ καλά. Καί αὐτό συμβαίνει, ἀκριβῶς διότι ζεῖ στα σύννεφα.
Ὅταν δὲν ἀντέχουμε τὸν ἑαυτό μας ἔτσι ὅπως εἶναι...
Καί κάτι ἀκόμη: ὁ ἄνθρωπος πού φτιάχνει μια ἰδεατή εἰκόνα, το κάνει αὐτό, μόνο καί μόνο διότι δὲν ἀντέχει τὸν ἑαυτό του ἔτσι ὅπως εἶναι. Δέν μπορεῖ δηλαδή να συμφωνήσει, δέν μπορεῖ νὰ συμ-βιώσει μὲ τὸν πραγματικό ἑαυτό του.
Μπορεῖ νὰ ἀρχίσει κανείς ἀπό μικρό παιδί να παθαίνει κάτι τέτοιο. Βλέπει τόν ἑαυτό του ὅπως εἶναι στην πραγματικότητα, καί κουράζεται. Ὄχι ἁπλῶς κουράζεται δέν μπορεῖ νὰ τὸν ἀντέξει. Δέν μπορεῖ νὰ βλέπει τὸν ἑαυτό του ἔτσι ὅπως εἶναι, καὶ δημιουργεῖ τὴν ἰδεατή εἰκόνα. Αλλά ὅταν φτιάχνει κανείς μιά ἰδεατή εἰκόνα καὶ ταυτίζεται μὲ αὐτήν, μπορεῖ βέβαια νὰ ἔχει ξεχάσει τόν ἑαυτό του, ωστόσο ὅμως ὁ ἑαυτός του ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχει πλάι-πλάι μὲ αὐτή τήν ἰδεατή εἰκόνα.
Αὐτό τί σημαίνει; Αὐτό σημαίνει ὅτι, ἀπό ἐκεῖ χαμηλά πού ἦταν ὁ ἑαυτός του –ὅπως ἔβλεπε αὐτός την πραγματικότητά του- τώρα, τρόπον τινά, τόν βλέπει ψηλά, ἐκεῖ ποὺ ἔχει τὴν ἰδεατή εἰκόνα. Καί καταλαβαίνετε τί δημιουργεῖται. Ἐκεῖ πού ἤθελε να τον ποδοπατεῖ τὸν ἑαυτό του, τώρα τόν καμα-ρώνει ψηλά. Καί δημιουργεῖται μιά φοβερή πάλη, μιά σύγκρουση. Διότι ναί μέν εἶναι κανείς πιασμένος ἀπό τήν ἰδεατή εἰκόνα, ἀλλά ἐκεῖ δίπλα στην ἰδεατή εἰκόνα βλέπει καί τόν βρωμερό ἑαυτό του, ὅπως θα τολμοῦσε ἴσως νὰ τὸν χαρακτηρίσει. Τόν ὁποῖο τὸν ἀντιπαθεῖ, δὲν τὸν θέλει, δὲν τὸν ἀνέχεται, ὅμως τον βλέπει καί αὐτόν νὰ εἶναι ἐκεῖ.
Τι γίνεται τώρα; Καί ἀρχίζει το μεγάλο δράμα. Ἀπό τό ἕνα μέρος αὐτολατρεύεται, διότι ταυτίζε-ται μὲ τὴν ἰδεατή εἰκόνα. Ἀπό τὸ ἄλλο μέρος ὅμως βλέπει το χάλι τοῦ ἑαυτοῦ του καί ζεῖ μὲ μιὰ διαρ κὴ αὐτοπεριφρόνηση, μέ μιά διαρκή καταδίκη τοῦ ἑαυτοῦ του, με το να τρώγεται συνεχῶς μὲ τὰ ρούχα του. Καί μερικοί νομίζουν ὅτι αὐτό -ἡ αὐτο-περιφρόνηση, ἡ καταδίκη τοῦ ἑαυτοῦ τους- εἶναι χριστιανικό, εἶναι ἀρετή. Καμιά φορά μάλιστα, καθώς βλέπουν καί στούς πατέρες κάτι τέτοια, νομίζουν πώς ζοῦν ἀκριβῶς ὅπως οἱ πατέρες. Ὅμως δὲν εἶναι ἔτσι. Οἱ πατέρες δὲν ἄφηναν οὔτε λεπτό τόν ἑαυτό τους να βγεῖ ἀπό τήν πραγματικότητα. Δέν τούς ξέφευγε ποτέ ἀπό τά μάτια ὁ πραγματι-κός ἑαυτός τους, καί δέν ἄφηναν οὔτε λεπτό τόν ἑαυτό τους να περάσει σε μιά ἰδεατή εἰκόνα.
Ἄλλη λοιπόν εἶναι ἡ σκέψη τῶν πατέρων, ἄλλη εἶναι ἡ νοοτροπία τους, ἀλλιῶς κινοῦνται καί λει-τουργοῦν οἱ ψυχές τους. Ἐμεῖς ἁπλῶς παίρνουμε μερικές φράσεις τους, γιά νά δικαιολογήσουμε τή δική μας ἄσχημη κατάσταση.
Μιά δικτατορία μέσα στόν ἄνθρωπο
Βλέπει κανείς μερικές ψυχές, ἀπό τὸ ἕνα μέρος νὰ ζοῦν μὲ μιὰ ἀγωνία να κρατήσουν αὐτή τήν ἰδεατή εἰκόνα, καί ἀπό τὸ ἄλλο μέρος να ζοῦν ἕνα μαρτύριο, καθώς βλέπουν τόν ἑαυτό τους, τόν πραγματικό ἑαυτό τους, νά ἔχει καὶ τὸ ἕνα καί τό ἄλλο καί τό ἄλλο: ὅλα τά πάθη, ὅλα τά ἐλαττώμα-τα, ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δέν ἀνέχεται καί δέν ὑπο-φέρει ἡ ψυχή να τα βλέπει, καί ὅμως τα κουβαλά-ει κανείς μαζί του. Καί ἔτσι τελικά δημιουργείται μέσα στόν ἄνθρωπο μιά φοβερή σύγκρουση.
Ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος ὑπάρχουν οἱ πρῶτες ἐπιθυ-μίες, οἱ πρῶτες τάσεις, πού δέν εἶναι πάντοτε πρός μια κατεύθυνση, ἀλλά μπορεῖ νὰ εἶναι καί πρός διαφορετικές κατευθύνσεις, οἱ ὁποῖες τάσεις δημιουργοῦν τὴν πρώτη σύγκρουση καί κάνουν τον ἄνθρωπο νά δημιουργήσει τήν ἰδεατή εἰκόνα. Ἀπό τὸ ἄλλο μέρος, ἀκριβῶς διότι συμβαίνει αὐτή ἡ σύγκρουση τῆς ἰδεατῆς εἰκόνας μέ τόν πραγματικό μας ἑαυτό, δημιουργεῖται ἕνα εἶδος δικτατορίας μέσα στὸν ἄνθρωπο, καί δέν το καταλαβαίνουμε.
Ἡ Κάρεν Χόρνεῦ, ἡ ὁποία ἔχει ἀσχοληθεῖ ἰδι-αίτερα μέ τά θέματα αὐτά, λέει ὅτι συμβαίνει καί σ' αὐτή τή δικτατορία ὅ,τι καί στίς πολιτικές δι-κτατορίες. Ἐκεῖ, ἤ ταυτίζεται κανείς μέ τή δικτατορία ἤ προσπαθεῖ νὰ φθάσει στο σημεῖο ἐκεῖνο που θα γίνει ἀρεστός ἤ γίνεται ἐπαναστάτης.
Ἔτσι καί ἐδῶ. Η ταυτίζεται κανείς μέ τή δι-κτατορία αὐτή πού δημιουργεῖ ἡ ἰδεατή εἰκόνα μέσα στόν ἄνθρωπο, ὁπότε ὁ ἄνθρωπος γίνεται ναρκισσιστικός –αὐτολατρεύεται, αὐτο-ίκανοποιείται, αὐτο-εὐχαριστεῖται- ἤ ζεῖ μὲ μιά συνεχή δρα-στηριότητα, μέ μιά συνεχή προσπάθεια, ἀρρωστημένη ὅμως –μέ ἕνα ἀγκομαχητό, μέ ἕνα ἄγχος πού δέν τὸν ἀφήνει να ἡσυχάσει- προκειμένου να φθά-σει σ' αὐτή τήν ἰδεατή εἰκόνα πού ἔχει φτιάξει, ἤ βρίσκεται κανείς σε μια κατάσταση ἐπαναστάσεως. Δηλαδή, καθώς βλέπει τήν ἰδεατή εἰκόνα πού ἔχει θρονιαστεῖ μέσα του, διαρκῶς ἐπαναστατεῖ ἐναντίον της -μή σᾶς παραξενεύει αὐτό- ἀλλά αὐτή εἶναι πιά θρονιασμένη.
Να προσθέσω ὅτι, σε κάποιον πού ἔχει ἰδεατή εἰκόνα, μπορεῖ νὰ ἐμφανισθοῦν καὶ οἱ τρεῖς παρα-πάνω στάσεις ἀπέναντι αὐτῆς, σὲ ἄλλον μπορεῖ νὰ ἐμφανισθοῦν οἱ δύο καί σέ ἄλλον μόνο ἡ μία Νά μή μᾶς παραξενεύει αὐτό. Ὑπάρχουν ψυχές, οἱ ὁποῖες γιὰ ἕνα διάστημα δέν κοιμούνται, δὲν ἡσυχάζουν, δέν ἀναπαύονται, δέν ἀφήνουν κήρυγμα για κήρυγμα, ἄν θέλετε νὰ πῶ ἔτσι -θὰ πᾶνε σὲ ὅλα τὰ κηρύγματα καί σέ ὅποια ἄλλη ἐκδήλωση γίνεται- καὶ ἐπὶ-σης ὑποτάσσονται, προσκολλώνται, προκειμένου να φθάσουν στην τελειότητα, καθώς είναι συνεπαρμέ-νες ἀπό τήν ἰδεατή εἰκόνα. Καθόλου βέβαια δέν προχωροῦν κατά ὁμαλό καί σωστό τρόπο. Μόλις ὅμως δοῦν ὅτι δέν γίνεται αὐτό τό ὁποῖο θέλησαν, ἀλλάζουν στάση ἀπέναντι τῆς ἰδεατῆς εἰκόνας ἐπαναστατοῦν καὶ ἀνθίστανται σ' αὐτήν. Καὶ θὰ τοὺς δεῖτε, ἐκεῖ πού δέν κοιμούνταν καθόλου, τώρα να μὴν ξυπνοῦν καθόλου. Ἐκεῖ πού ἦταν αὐστηρότατοι ὡς πρὸς τὴν ἠθική, ὡς πρός τή νηστεία, ὡς πρός τήν ὑπακοή, ὡς πρός τόν ἐκκλησιασμό καὶ ὡς πρὸς ἄλλα θέματα, τώρα να παίρνουν τὴν ἐντελῶς ἀντίθετη στάση, σάν να θέλουν, τρόπον τινά, νὰ ἐκδικηθοῦν τὴν ἰδεατή εἰκόνα. Μιά λοιπόν κανείς παίρνει τη μιά στάση ἀπέναντι τῆς ἰδεατῆς εἰκόνας, μιὰ τὴν ἄλλη, καί τό μόνο πού δέν κάνει εἶναι τὸ νὰ πάρει τή σωστή στάση.
Ἐμπόδιο στην πνευματική ζωή
Ὅλα αὐτά γιὰ τὰ ὁποῖα ἔχουμε μιλήσει μέχρι τώρα εἶναι σάν ἕνα τεῖχος, τὸ ὁποῖο ἐμποδίζει τὸν ἄνθρωπο νὰ προχωρήσει ὁμαλά καὶ νὰ ἔχει μια ὁμαλὴ ἐξέλιξη καί μια πραγματική πρόοδο στην πνευματική ζωή. Ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος εἶναι κυρι-ευμένος καί ταυτισμένος, κατά κάποιον τρόπο, μέτὴν ἰδεατή εἰκόνα, συνεχώς προσπαθεῖ νὰ φθάσει σε κάποια, τέλος πάντων, καλή πνευματική κατάσταση καί ποτέ, μα ποτέ, δὲν ἐπιτυγχάνει ἀπολύτως τίποτε, διότι εἶναι τὸ τεῖχος αὐτό, ποὺ δὲν τὸν ἀφήνει νὰ ἔχει καμία πρόοδο.
Ἐκεῖνο λοιπόν που χρειάζεται εἶναι νὰ προσέ-ξει κανείς ἰδιαιτέρως και να συνειδητοποιήσει την πλαστή, τη φανταστική, τήν ἰδεατή αὐτή εἰκόνα ποὺ ἔχει φτιάξει. Καὶ νὰ τὴν ψάξει ἀπό δῶ, νὰ τὴν ψάξει ἀπό κεῖ, νὰ τὴ δεῖ στη μια της λεπτομέρεια, νὰ τὴ δεῖ στὴν ἄλλη της λεπτομέρεια καὶ νὰ καταλάβει καλά-καλά ὅτι, ὅταν ἔχει αὐτὴ τὴν εἰκόνα καί ἐφόσον ἔχει αὐτὴ τὴν εἰκόνα, ὅλοι οἱ κόποι του, ὅλες οἱ προσπάθειές του γιαά πνευματική πρόοδο καί ὅλα τά ξενύχτια του πᾶνε χαμένα.
Δυστυχῶς δὲν τὸ καταλαβαίνει εὔκολα κανείς αὐτό. Κάνει ἕνα σωρό σφάλματα καί δὲν τὰ βλέπει, δὲν τὰ καταλαβαίνει, καθώς εἶναι τυλιγμένα μέτὴν ἰδεατή εἰκόνα. Επομένως, δέν μπορεῖ καὶ νὰ προχωρήσει. Ὅταν ὅμως το καταλάβει κανείς αὐτό, ὅτι ὅλα εἶναι χαμένα, ἐφόσον ἔχει μέσα του τὴν ἰδεατή εἰκόνα, ἴσως ἀποφασίσει, με τη βοήθεια βέβαια τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ ὅσον ἀφορᾶ ἐμᾶς τούς χριστιανούς- να θανατώσει αὐτὴ τὴν εἰκόνα.
Θέλουμε νὰ εἴμαστε χριστιανοί χωρίς ὅμως να πεθάνουμε πάνω στον Σταυρό τοῦ Χριστοῦ
Μιλήσαμε στην ἀρχὴ γιὰ τὸν θάνατο καὶ τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ. Πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ παθαίνουμε, γιατί δέν θέλουμε να σταυρωθοῦμε μὲ τὸν Χριστό. Ὅλα αὐτά τά παθαίνουμε, γιατί, ὅπως λέγαμε κάποτε, θέλουμε να είμαστε χριστιανοί, χωρίς ὅμως να πεθάνουμε πάνω στον Σταυρό τοῦ Χριστοῦ μαζί μὲ τὸν Χριστό, γιὰ νὰ προχωρήσουμε στὴν Ἀνάσταση. Θέλουμε να είμαστε χριστιανοί και συγχρόνως νὰ εἴμαστε ὅπως βγήκαμε ἀπὸ τὸν Ἀδάμ. Αὐτὸ δὲν γίνεται.
Πρέπει να πάψουμε νὰ εἴμαστε παιδιά τοῦ Ἀδάμ. Να γίνουμε πλέον παιδιά τοῦ Χριστοῦ. Καὶ παιδί τοῦ Χριστοῦ γίνεται κανείς, ὅταν πεθάνει ὡς πρός την προτέρα του κατάσταση. Ὅταν δηλαδή ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ πάψει νὰ εἶναι παιδί τοῦ Ἀδάμ, τότε γίνεται παιδί τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλὰ αὐτὸ πάλι για να γίνει, το να θανατωθεί δηλαδή ἡ ἰδεατή εἰκόνα, δὲν εἶναι κάτι εὔκολο. Εύκολο είναι να πά-ρει κανείς ἕνα μαχαίρι καὶ νὰ κόψει κάτι, ἀλλά ἐδῶ δὲν εἶναι τόσο εύκολα τα πράγματα.
Πρέπει κανείς να μπορέσει να καταλάβει ἀπό ποῦ ξεκίνησε, ἀπό ποῦ ἄρχισε ἡ δημιουργία αὐτῆς τῆς ἰδεατῆς εἰκόνας. Καὶ ἂν καλοσκεφθούμε, ἄν καλοεξετάσουμε τα πράγματα, θὰ δοῦμε ὅτι ἴσως ἄρχισε ἀπὸ τὰ παιδικά μας ἀκόμη χρόνια. Βέβαια, βαπτιζόμαστε, ὅταν είμαστε μικρά παιδιά, ἀλλά τί γίνεται ἀπό κεῖ καὶ πέρα; Εἴτε διότι δὲν μᾶς προσέχουν οἱ γονεῖς μας ἢ οἱ ἱερεῖς, εἴτε διότι ἡ κοινωνία εἶναι τέτοια πού εἶναι, καί ἔτσι δέν ζοῦμε μέσα σε γνήσιο χριστιανικό περιβάλλον, εἴτε γιατί καιροφυλακτεῖ μέσα μας το κακό εἴτε γιὰ ἄλλους λόγους, ἀπό μικρά παιδιά, ἄλλος ἔτσι, ἄλλος ἔτσι, ἀποφεύγουμε αὐτόν τον θάνατο.
Ὁ θάνατος αὐτός συντελεῖται στο βάπτισμα. Ἀλλὰ μπορεῖ νὰ συμβεῖ στὸν βαπτισμένο κάτι ἀνάλογο μὲ αὐτό πού γίνεται στο δένδρο πού μπολιά-ζεται. Το ἄγριο δένδρο πού μπολιάζουμε μπορεῖ νὰ γίνει ἥμερο, καινούργιο δένδρο, ἀλλά, ἂν τὸ ἐγκα-ταλείψει κανείς, πάλι μπορεῖ νὰ ζωντανέψει το ἄγριο δένδρο ἀπό τήν παλιά ρίζα· νὰ βγοῦν δηλαδὴ ἀπό αὐτήν πέντε ἕξι βλαστάρια, καί το μπόλι, το κλαράκι το ἥμερο πού ἔβαλε κανείς γιά νά μπολιάσει το δένδρο, νά φυτοζωεῖ. Ἔτσι καί ὁ χριστιανός, ἂν δὲν ζήσει σύμφωνα μέ τό βάπτισμα, θά εἶναι σὰν νὰ μὴν πέθανε, βαπτιζόμενος, μαζί μέ τόν Χριστό, καί θά ζωντανέψει ὁ παλαιός ἄνθρωπος.
Χρειάζεται λοιπόν κανείς, διά τῆς ἐπιστροφῆς, διά τῆς μετανοίας, διά τῆς ταπεινώσεως, δι' ὅλων τῶν ἄλλων μέσων καί διά τῶν μυστηρίων, να θα-νατωθεῖ ὡς παλαιός ἄνθρωπος καί συνεχῶς νὰ θανατώνεται, νὰ ζεῖ συνεχῶς τὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ ζήσει καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ἐάν κάνουμε αὐτό, μιά φορά θα πονέσουμε, ἐάν ἐπιτρέπεται να πῶ, και θα τελειώσει. Ἐάν ὅμως δέν κάνουμε ἔτσι καί ἀποφύγουμε αὐτόν τον θάνα-το ἢ ἀφήσουμε μέσα μας να ζωντανέψει αὐτό πού πρέπει νὰ εἶναι νεκρό, τότε συνεχῶς θά πονάμε, συνεχῶς θὰ ὑποφέρουμε, συνεχῶς θά δημιουργοῦνται προβλήματα ἄλυτα, χωρίς κανένα ἀποτέλεσμα. Ἐνῶ, ὅταν ταυτίσει κανείς τὸν ἑαυτό του μέτον Χριστό, ὅταν συσταυρωθεῖ μέ τόν Χριστό καί συμπάθει μὲ τὸν Χριστό καί μείνει σ' αὐτὸν τὸν θάνατο, μείνει στο πάθος αὐτό τοῦ Χριστοῦ, μια φορά κανείς πονάει, μιά φορά πεθαίνει, μιά φορά συσταυρώνεται μέ τόν Χριστό. Μιά φορά ἀλλά για πάντα, δηλαδή σέ ὅλη του τή ζωή.
Καί βέβαια δέν γίνεται κανείς ἀμέσως ἅγιος, δέν γίνεται ἀμέσως τέλειος, δέν φθάνει ἀμέσως στο τέλος τοῦ δρόμου, δέν γίνεται ἀμέσως -τὴν ἴδια μέρα, τὸν ἴδιο χρόνο- αὐτό πού λέει ὁ Κύριος: «Ἔσεσθε ὑμεῖς τέλειοι, ὥσπερ ὁ Πατήρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειός ἐστιν». Εἶναι ὅμως στὸν δρόμο αὐτόν –σήμερα λίγο, αύριο περισσότερο, την ἄλλη μέρα λίγο περισσσότερο. Καί προχωρεῖ κανείς.
...κι ἐμεῖς κοντεύουμε να ντροπιαστούμε!
Ἀκόμη μιά φορά, παρακαλῶ, να σκεφθούμε μήπως τυχόν δέν πήραμε σωστά τον δρόμο, μήπως δέν σκεφτόμαστε σωστά, μήπως τυχόν δὲν εἴμαστε χριστιανοί κατά σωστό καί γνήσιο τρόπο, ἐνῶ νομίζουμε ὅτι εἴμαστε, καί μήπως τελικά θὰ εἴμαστε «ἐλεεινότεροι πάντων ἀνθρώπων», οἱ πιὸ ἀξιοθρή νητοι ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους, ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος.
Πιστέψαμε πού πιστέψαμε στον Χριστό. Τόν γνωρίσαμε πού τόν γνωρίσαμε. Ἄς κάνουμε μιά ἀναθεώρηση. Ἄς ξανακοιτάξουμε τα πράγματα -μήπως τυχόν πέσαμε ἔξω- γιά νά βροῦμε τόν σω-στο δρόμο. Τόσοι, πιό μπροστά ἀπό μᾶς, πῆραν ἀληθινά τον δρόμο καί ἔφθασαν στο τέλος, κι ἐμεῖς κοντεύουμε να ντροπιαστοῦμε. Καί ἐνώπιον τοῦ ἑαυτοῦ μας καί ἐνώπιον τοῦ κόσμου, μέσα στὸν ὁποῖο ζοῦμε καί πρέπει να δώσουμε μιά μαρ-τυρία, κοντεύουμε να ντροπιαστοῦμε.
Ποιός μπορεῖ νά βεβαιώσει, πρῶτα τόν ἑαυτό του καί στη συνέχεια να πείσει μέ τήν πραγματικότητα τῆς ὑπάρξεώς του καί τούς ἄλλους, ὅτι ὄντως βρῆκε τὴν ἀλήθεια, βρῆκε τήν ἁγιότητα, βρῆκε τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ; Ὅτι ὄντως βρῆκε αὐτό πού κάθε ἄνθρωπος πρέπει νά βρεῖ καί νά δεχθεῖ, γιά να γίνει ἀληθινός ἄνθρωπος καί νά σωθεῖ;
Κοντεύουμε να μετανιώσουμε πού εἴμαστε χριστιανοί. Κοντεύουμε νά ἀρχίσουμε νά ἀμφιβάλλου-με ἐσωτερικά: «Μήπως δέν κάνουμε καλά; Μήπως πέφτουμε ἔξω; Μήπως οἱ ἄλλοι ἔχουν τήν ἀλήθεια;» Μήπως δηλαδή κάνουν πιο καλά ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν πιστεύουν, οἱ ὁποῖοι δέν δίνουν σημα-σία στον Θεό. Αὐτό εἶναι φοβερό, ἀλλά εἶναι μιά πραγματικότητα. Νομίζω ὅτι δέν εἶμαι ἔξω ἀπό τά πράγματα, ὅταν τό λέω αὐτό καί τό τονίζω.
Δέν φοβάται ἡ Ἐκκλησία. Δέν πρέπει να φοβᾶται ἕνας χριστιανός. Ἐάν ἡ Ἐκκλησία στο σύνολό της καί οἱ χριστιανοί –ὁ καθένας μας χωριστά- ζοῦμε τὸν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ καὶ ἔχουμε μέσα μας αὐτή τή ζωή πού δίνει ὁ Χριστός στον καθένα πού πεθαίνει μαζί του, κι ἄν τίποτε δὲν ἔχουμε ἀπό τά ἄλλα, οὔτε θά στενοχωρηθούμε οὔτε θα παραπονεθοῦμε οὔτε θα κλάψουμε γι' αὐτό οὔτε θά μετανιώσουμε πού ἀκολουθοῦμε τόν Χριστό. Ἀλλά αὐτό, ὅτι κάτι ἔχουμε ἐμεῖς μέσα μας πού δέν τὸ ἔχουν οἱ ἄλλοι, θά τό δοῦν καὶ οἱ ἄλλοι ὅτι τὸ ἔχουμε. Καί αὐτή θά εἶναι ἡ μαρτυρία πού θα δώσουμε στον σύγχρονο κόσμο ὡς Ἐκκλησία.
Καί, ὅσοι εἶναι καλῆς διαθέσεως ἄνθρωποι καί κα-λοπροαίρετοι, θα πιστέψουν καὶ θὰ γίνουν κι ἐκεῖνοι ὁπαδοί τοῦ Χριστοῦ.
Βέβαια, θα πιστέψουν ὅσοι θέλουν να πιστέψουν. Ὅσοι δέν θέλουν, δέν θέλουν. Ὁ Χριστός δέν ἔφερε διά τῆς βίας κανέναν κοντά του· ἐμεῖς θά φέρουμε;
26-3-1972
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου