Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

Η ζωή του πνεύματος-Η βούληση 3

Συνέχεια από Σάββατο 14. Φεβρουαρίου 2026

Η ζωή του πνεύματος-Η βούληση 3

Hannah Arendt, Piper Verlag GmbH, München 2024

Κεφάλαιο 1: Οι φιλόσοφοι και η βούληση


Είναι κάπως σημαντικό να επισημανθεί ότι αυτό το παράδοξο τυφλό σημείο στην ελληνική φιλοσοφία — «το γεγονός ότι ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης [πράξεις της βουλήσεως] στις συχνές και διεξοδικές πραγματείες τους περί ψυχής και περί των απαρχών της συμπεριφοράς δεν τις μνημονεύουν ποτέ»[438] και ότι συνεπώς δεν μπορεί κανείς «να ισχυρισθεί σοβαρά πως το πρόβλημα της ελευθερίας έγινε ποτέ αντικείμενο συζήτησης στη φιλοσοφία του Σωκράτη, του Πλάτωνος και του Αριστοτέλους»[439] — ότι αυτό το τυφλό σημείο αντιστοιχεί απολύτως στην αρχαία αντίληψη του χρόνου, για την οποία η χρονικότητα συνίστατο στις κυκλικές κινήσεις των ουρανίων σωμάτων και στην εξίσου κυκλική υφή της ζωής επί της γης: στην αέναη εναλλαγή ημέρας και νύκτας, θέρους και χειμώνος, στην αδιάκοπη ανανέωση των ειδών μέσω γεννήσεως και θανάτου.[ΤΟ ΕΓΩ ΔΕΝ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΕΙ ΣΤΟΝ ΝΟΥ. ΔΕΝ ΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΟΝ. Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΤΟ ΟΝΟΜΑΖΕΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑΥΤΟΝ ΜΕ ΤΟ ΕΝ.--
Εάν στην θέση του Ελληνικού όν , θέσουμε το ΕΓΩ -μία αντικατάσταση με πολύ μεγάλη εσωτερική σημασία και ιστορική σπουδαιότητα, διότι η ίδια η σκέψη την πραγματοποίησε ξεκινώντας από τον Καρτέσιο, δεδομένου ότι σ’αυτόν πρώτα, το υποκείμενο σαν υπόστρωμα, ανυψώνεται σε ΕΓΩ- αυτή η φράση εκφράζει παραδειγματικά την ψυχική μας στάση απέναντι στο ΕΓΩ και σε κάθε άλλη κορυφαία έννοια.

Όταν ο Αριστοτέλης υποστηρίζει ότι «η γένεση προϋποθέτει κατ’ ανάγκην την προγενέστερη ύπαρξη κάποιου πράγματος που είναι δυνάμει, αλλά όχι ἐνεργείᾳ»[440], τότε εφαρμόζει την κυκλική κίνηση, μέσα στην οποία εντάσσεται κάθε έμβιο ον — όπου πράγματι κάθε τέλος είναι μια αρχή και κάθε αρχή ένα τέλος, ώστε «η γένεση δεν παύει, μολονότι τα πράγματα φθείρονται αδιάκοπα»[441] — στις ανθρώπινες υποθέσεις, και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό ώστε να μπορεί να ειπεί όχι μόνο για τα γεγονότα αλλά ακόμη και για τις γνώμες (doxai) ότι «δεν επανέρχονται μία ή δύο ή λίγες φορές … μεταξύ των ανθρώπων, αλλά αμέτρητες φορές»[442].[ΚΑΘΟΤΙ ΠΗΓΑΖΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΤΗΡΙΩΝ]

Αυτή η παράδοξη θεώρηση των ανθρώπινων πραγμάτων δεν περιοριζόταν στη φιλοσοφική εικασία. Η αξίωση του Θουκυδίδη ότι άφησε στην ανθρωπότητα ένα ktēma es aei — ένα κτήμα ες αεί, δηλαδή ένα διαρκώς χρήσιμο πρότυπο για την έρευνα του μέλλοντος μέσω της σαφούς γνώσεως του μέγιστου γεγονότος της μέχρι τότε ιστορίας — στηριζόταν σιωπηρά στην ίδια μεταφορά ενός επαναλαμβανόμενου ρου των ανθρώπινων πραγμάτων.

Σε εμάς, που σκεπτόμαστε με μια γραμμική έννοια του χρόνου, η οποία τονίζει τη μοναδικότητα της «ιστορικής στιγμής», ο προφιλοσοφικός ελληνικός έπαινος του μεγαλείου και η έμφαση στο εξαιρετικό — το οποίο, «είτε προς το κακό είτε προς το καλό» (Θουκυδίδης), αξίζει να αποσπασθεί από τη λήθη πέρα από κάθε ηθική εκτίμηση — εμφανίζονται ως ασύμβατα προς την ελληνική κυκλική αντίληψη του χρόνου.

Ωστόσο, έως ότου οι φιλόσοφοι ανακάλυψαν το Είναι ως αιώνιο και απαλλαγμένο από γέννηση και θάνατο, ο χρόνος και η μεταβολή μέσα στον χρόνο δεν αποτελούσαν πρόβλημα. Τα «κυκλούμενα έτη» του Ομήρου ήταν απλώς το υπόβαθρο ενώπιον του οποίου εκτυλισσόταν και αφηγούνταν η αξιομνημόνευτη ιστορία.

Ίχνη αυτής της πρώιμης, μη θεωρητικής αντίληψης απαντούν σε ολόκληρη την ελληνική γραμματεία· έτσι και ο ίδιος ο Αριστοτέλης, όταν πραγματεύεται την εὐδαιμονία (στα Ἠθικὰ Νικομάχεια), σκέπτεται ομηρικά, όταν αναφέρεται στις διακυμάνσεις, στις συμπτώσεις (tychai), που «περιστρέφονται πολλαπλώς γύρω από τον ίδιο άνθρωπο», ενώ η εὐδαιμονία του είναι μονιμότερη, επειδή ενυπάρχει σε ορισμένες δραστηριότητες (energeiai kat’ aretēn) οι οποίες, λόγω της υψηλής ποιότητάς τους, είναι αξιομνημόνευτες και επομένως «δεν περιπίπτουν στη λήθη» (genesthai)[443].

Όποιες κι αν είναι οι ιστορικές καταβολές και επιδράσεις — βαβυλωνιακές, περσικές, αιγυπτιακές — που μπορεί να ανιχνεύσει κανείς στην κυκλική αντίληψη του χρόνου, αυτή κατέστη σχεδόν λογικά αναπόφευκτη τη στιγμή που οι φιλόσοφοι ανακάλυψαν ένα αιώνιο Είναι χωρίς γέννηση και θάνατο, μέσα στο πλαίσιο του οποίου όφειλαν πλέον να εξηγήσουν την κίνηση, τη μεταβολή, το αδιάκοπο έρχεσθαι και παρέρχεσθαι των έμβιων όντων.

Ο Αριστοτέλης έδωσε σαφώς προτεραιότητα στην παραδοχή «ότι ολόκληρος ο ουρανός ούτε εγεννήθη ούτε δύναται να φθαρεί, όπως νομίζουν ορισμένοι, αλλά ότι είναι ένας και αιώνιος, και καθ’ όλη τη διάρκειά του δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος, και εμπεριέχει και περιλαμβάνει μέσα του τον άπειρο χρόνο»[444].

«Ότι τα πάντα επανέρχονται», είναι πράγματι, όπως παρατηρεί ο Nietzsche, «η ακραία προσέγγιση ενός κόσμου του γίγνεσθαι προς εκείνον του Είναι»[445].

Δεν προκαλεί λοιπόν έκπληξη ότι οι Έλληνες δεν είχαν καμία παράσταση μιας δύναμης της βούλησης — του πνευματικού μας οργάνου για ένα μέλλον που είναι κατ’ αρχήν απροσδιόριστο και συνεπώς ικανό να φέρει το νέο. Ιδιαιτέρως εκπληκτική είναι όμως η έντονη ροπή να απορρίπτεται η βούληση ως πλάσμα φαντασίας ή ως εντελώς περιττή υπόθεση, αφού το ιουδαιο-χριστιανικό δόγμα μιας θείας αρχής — «ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν» — είχε καταστεί δογματική προϋπόθεση της φιλοσοφίας.

Και μάλιστα, ενώ αυτή η νέα πίστη διακήρυσσε επίσης ότι ο άνθρωπος, ως το μόνο δημιούργημα πλασμένο κατ’ εικόνα Θεού, είναι προικισμένος με αντίστοιχη δύναμη του άρχεσθαι, του αρχίζειν. Κι όμως, από όλους τους χριστιανούς στοχαστές, φαίνεται πως μόνον ο Αυγουστίνος εξήγαγε το συμπέρασμα:

«[Initium] ut esset, creatus est homo»
(«ἵνα ᾖ ἀρχή, ἐκτίσθη ὁ ἄνθρωπος»)[446].

Η απροθυμία να αναγνωρισθεί η βούληση ως ιδιαίτερη, αυτοτελής πνευματική δύναμη διατηρήθηκε επί μακρούς αιώνες μέσα στη χριστιανική φιλοσοφία, στους οποίους θα επανέλθουμε αργότερα λεπτομερέστερα. Όσο κι αν αυτή όφειλε στην ελληνική φιλοσοφία και ιδίως στον Αριστοτέλη, όφειλε nonetheless να διαρρήξει με την κυκλική αντίληψη του χρόνου της αρχαιότητας και με την ιδέα της αιώνιας επαναφοράς.

Η πορεία που αρχίζει με την εκδίωξη του Αδάμ από τον Παράδεισο και καταλήγει στον θάνατο και την Ανάσταση του Χριστού είναι ιστορία μοναδικών, ανεπανάληπτων γεγονότων: «Απαξ ἀπέθανεν ὁ Χριστὸς ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν· ἀναστὰς δὲ ἐκ νεκρῶν, οὐκέτι ἀποθνήσκει»[447].

Η εξέλιξη αυτής της ιστορίας προϋποθέτει μια γραμμική έννοια του χρόνου· έχει μια καθορισμένη αρχή, ένα σημείο καμπής — το έτος ένα της χρονολογήσεώς μας[448] — και ένα καθορισμένο τέλος.

Και αυτή η ιστορία είχε ύψιστη σημασία για τον χριστιανό, μολονότι ελάχιστα σχετιζόταν με την πορεία των συνηθισμένων, εγκόσμιων πραγμάτων: βασίλεια θα εξακολουθούσαν να αναφύονται και να καταρρέουν όπως πριν. Και επειδή για τη μέλλουσα ζωή του χριστιανού αποφασιζόταν όσο ακόμη ήταν «οδοιπόρος επί της γης», διέθετε ο ίδιος ένα μέλλον πέρα από το δεδομένο, αναγκαίο τέλος της ζωής του· και σε στενή συνάφεια με την προετοιμασία για μια μέλλουσα ζωή, η βούληση και η αναγκαία ελευθερία της ανακαλύφθηκαν, μέσα σε όλη την πολυπλοκότητά τους, πρώτα από τον Παύλο.

Μία από τις δυσχέρειες του θέματος που εξετάζουμε είναι, λοιπόν, ότι η «ιστορική του απαρχή» εντοπίζεται στη θεολογία και όχι σε μια αδιάσπαστη παράδοση φιλοσοφικής σκέψης[449].

Διότι, όποια κι αν υπήρξαν τα πλεονεκτήματα των μεταγενέστερων της αρχαιότητας αντιλήψεων σχετικά με την εγκατάσταση της ανθρώπινης ελευθερίας στο ἐγώ-θέλω, είναι βέβαιο ότι, κατά το πνεύμα της προχριστιανικής σκέψης, η ελευθερία εθεωρείτο εγκατεστημένη στο ἐγώ-μπορώ· η ελευθερία ήταν μια αντικειμενική κατάσταση του σώματος, όχι ένα δεδομένο της συνειδήσεως ή του πνεύματος.

Ελευθερία σήμαινε ότι μπορούσε κανείς να πράττει ό,τι ήθελε, ότι δεν ήταν υποκείμενος σε καταναγκασμό — είτε από τις διαταγές ενός κυρίου, είτε από τη φυσική αναγκαιότητα της μισθωτής εργασίας που απαιτούνταν για τη συντήρηση του σώματος, είτε από σωματική αναπηρία, όπως ασθένεια ή παράλυση των μελών.

Κατά την ελληνική ετυμολογία, δηλαδή κατά την ελληνική αυτοερμηνεία, η λέξη για την ελευθερία, «ἐλευθερία», έχει ρίζα το «ἐλευθεῖν ὅπως ἐρῶ», δηλαδή να ενεργεί κανείς όπως θέλει[450]· και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτή η θεμελιώδης ελευθερία κατανοείτο ως χωρική ελευθερία κινήσεως.

Κανείς ήταν ελεύθερος όταν μπορούσε να κινείται όπως ήθελε· το ἐγώ-μπορώ, όχι το ἐγώ-θέλω, ήταν το κριτήριο.

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΧΑΡΙ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΔΕΝ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ ΟΥΤΕ ΣΗΜΕΡΑ. ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΥΣ ΠΕΙΡΑΣΜΟΥΣ.

Σημειώσεις:
[438] Gilbert Ryle, The Concept of Mind, New York, 1949, σ. 65.

[439] Henry Herbert Williams, λήμμα περί της βουλήσεως (will) στην Encyclopaedia Britannica, 11η έκδ.

[440] Περὶ γενέσεως καὶ φθορᾶς, Βιβλ. Α΄, κεφ. 3, 317b 16–18.

[441] Ὅ.π., 318a25–27 και 319a23–29.

[442] Μετεωρολογικά, 339b27.

[443] Βιβλ. Α΄, 1100a33–1100b18.

[444] Περὶ οὐρανοῦ, 283b26–31.

[445] Der Wille zur Macht, αρ. 617.

[446] De civitate Dei (Η Πολιτεία του Θεού), Βιβλ. 12, κεφ. 20.

[447] Ὅ.π., κεφ. 13.

[448] Το σημερινό μας ημερολόγιο, το οποίο λαμβάνει ως σημείο καμπής τη γέννηση του Χριστού, από το οποίο ο χρόνος μετράται προς τα πίσω και προς τα εμπρός, εισήχθη στα τέλη του 18ου αιώνα. Σύμφωνα με τα εγχειρίδια, η μεταρρύθμιση προέκυψε από την επιστημονική ανάγκη ενοποιήσεως της χρονολογήσεως στην Αρχαία Ιστορία. Ο Hegel — απ’ όσο γνωρίζω ο μόνος φιλόσοφος που στοχάστηκε αυτή την αιφνίδια και αξιοσημείωτη μεταβολή — είδε σε αυτήν ένα σαφές σημείο μιας πράγματι χριστιανικής χρονολογήσεως, διότι πλέον η γέννηση του Χριστού κατέστη σημείο καμπής της παγκόσμιας ιστορίας. Σημαντικότερο ίσως είναι ότι, με το νέο σύστημα, μπορεί κανείς να μετρά τόσο προς τα πίσω όσο και προς τα εμπρός, έτσι ώστε το παρελθόν αλλά και το μέλλον να εκτείνονται στο άπειρο. Αυτή η διπλή απειρότητα καταργεί κάθε παράσταση περί αρχής και τέλους και ανυψώνει, κατά κάποιον τρόπο, την ανθρωπότητα σε μια δυνητικά αιώνια πραγματικότητα επί της γης. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη επισήμανση ότι τίποτε δεν θα μπορούσε να είναι ξενότερο προς τη χριστιανική σκέψη από την ιδέα μιας επίγειας αθανασίας της ανθρωπότητας και του κόσμου της.

[449] Βλ. σημ. 441.

[450] Βλ. Dieter Nestle, Eleutheria. Μέρος 1: Μελέτες περί της ουσίας της ελευθερίας στους Έλληνες και στην Καινή Διαθήκη, Tübingen, 1967, σ. 6 κ.ε. Αξιοσημείωτο φαίνεται ότι η νεότερη ετυμολογία τείνει να ανάγει τη λέξη «eleutheria» σε μια ινδοευρωπαϊκή ρίζα που σημαίνει λαό ή φυλή, σύμφωνα με την οποία μόνον τα μέλη του ίδιου λαού ή της ίδιας φυλής μπορούν να αναγνωρίζονται ως «ελεύθερα» από τους ομοφύλους τους. Δεν ομοιάζει άραγε επικίνδυνα αυτό το προϊόν λογιοσύνης προς τις αντιλήψεις της γερμανικής επιστήμης κατά τη δεκαετία του 1930, δηλαδή την εποχή της γενέσεώς του;

Συνεχίζεται με:

2. Η βούληση και οι Νεώτεροι Χρόνοι

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου