Συνέχεια από: Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026
ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ
Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ
Σπουδή στον Ιωάννη της Κλίμακος
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΩΔΩΝΗ, 1971
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ
ΤΟ ΧΑΡΙΣΜΑ ΤΩΝ ΔΑΚΡΥΩΝ«ὁ τῶν δακρύων λόγος παρὰ πολλοῖς τῶν πατέρων σκοτεινὸς καὶ δυσεύρετος
ἐν τοῖς εἰσαγωγικοῖς μάλιστα εἶναι ὁρίζεται»30.
[Μετάφραση: «Ὁ περὶ τῶν δακρύων λόγος ἀπὸ πολλοὺς Πατέρες χαρακτηρίζεται ἀσαφὴς κάπως, σκοτεινὸς καὶ δυσερμήνευτος, καὶ μάλιστα ὅταν πρόκειται γιὰ δάκρυα τῶν ἀρχαρίων.»]
᾿Ακριβῶς ἐπειδὴ πρόκειται γιὰ δώρημα τελειότητος, ἡ κενοδοξία καὶ ἡ οἴηση εἶναι ἕνα ἀδιάκοπο ἐνδεχόμενο καὶ ἡ παρερμηνεία τῶν ἐκδηλώσεων τῆς φύσεως πολὺ πιθανή. Ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ πλανηθῆ καὶ νὰ θεωρήση χαρίσματα τοῦ Πνεύματος τὰ φυσικά
ἰδιώματα ἢ τοῦ δαίμονα τὶς ἐπενέργειες. ᾿Ακόμα καὶ σὲ καταστάσεις αὐθεντικῆς μετανοίας τὸ χάρισμα τῶν δακρύων μπορεῖ νὰ γίνη ἀφορμὴ κενοδοξίας καὶ πτώσεως:
«Πολλάκις τῷ κατὰ Θεὸν πένθειν τὸ τῆς κενοδοξίας συμπέπλεκται δάκρυον τοῦτο δὲ δοκίμως ἐπιγνωσόμεθα, ὁπόταν πενθοῦντας καὶ πονηρευομένους ἑαυτοὺς ἴδωμεν»31.
[Μετάφραση: Πολλὲς φορὲς τὸ κατὰ Θεὸν πένθος ἀναμειγνύεται μὲ τὸ ἄχαρο δάκρυ τῆς κενοδοξίας. Αὐτὸ θὰ τὸ ἀναγνωρίσωμε μὲ τρόπο ἐπιτυχῆ καὶ εὐσεβῆ, ὅταν συλλάβωμε τὸν ἑαυτό μας νὰ πενθῇ καὶ συγχρόνως νὰ ἐνεργῆ μὲ (κακότητα καί) πονηρία].
Ἐκτός, λοιπόν, ἀπὸ τὴ μετάνοια – ἀλλὰ καὶ σὰν καρπὸς τῆς μετάνοιας – εἶναι ἀπαραίτητη ἡ ἐγρήγορση τῆς ταπεινώσεως, ἡ ἑτοιμότητα τῆς αὐταπαρνήσεως, ἡ συνείδηση τῆς ἀνθρώπινης ἀδυναμίας, ἡ ἐγκατάλειψη στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἡ παρουσία τῆς ὑπερηφάνειας, τῆς ὀργῆς καὶ ἄλλων σκοτεινῶν παθῶν, ὅταν συνοδεύη τὰ δάκρυα, εἶναι κριτήριο ἀπουσίας τῆς Χάρης, ἔστω κι ἂν ὁ ἄνθρωπος πιστεύη ὅτι πενθεῖ κατὰ Θεόν:
«Ὁπόταν ἐν τοῖς κατὰ Θεὸν πενθεῖν δοκοῦσιν,
ὀργὴν καὶ ὑπερηφανίαν θεασώμεθα,
τούτων τὰ δάκρυα ἐναντία λογισώμεθα·
ποία γάρ, φησι, κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος;»32.
[Μετάφραση: Ὅταν, σὲ ὅσους φαίνονται ὅτι πενθοῦν κατὰ Θεόν, διακρίνωμε ὀργὴ ἢ ὑπερηφάνεια, ἂς θεωρήσωμε ὅτι τὰ δάκρυά τους προέρχονται ἀπὸ δαιμονικὰ πάθη, διότι «ποία κοινωνία -λέγει ἡ Γραφή- φωτὶ πρὸς σκότος»; (Β´ Κορ. στ´ 14)].
Ἡ σωματική φύση εἶναι ἀχώριστα συνδεδεμένη μὲ τὴν καθολικὴ στάση τοῦ ἀνθρώπου ἀπέναντι στὸ Θεὸ καὶ στὰ δωρήματα τῆς Χάρης, γι' αὐτὸ καὶ μετέχει ἄμεσα τὸ σῶμα στὶς ὁποιεσδήποτε ἀλλοιώσεις καὶ μεταβολὲς τοῦ ἔσω ἀνθρώπου, εἴτε προέρχονται ἀπὸ τὴν κενοδοξία εἶτε ἀπὸ τὸν δαίμονα οἱ ἀλλοιώσεις αὐτές. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος βεβαιώνει ὅτι δὲν εἶναι καθόλου παράδοξο τὰ ἴδια δάκρυα ποὺ δωρήθηκαν σὰν χάρισμα πνευματικὸ νὰ μεταβληθοῦν καὶ νὰ καταλήξουν σὲ πονηρὰ δάκρυα κενοδοξίας:
«Τὸ μὲν ἐξ ἀγαθῶν ἄρξασθαι τοὺς πενθοῦντας δακρύων
καὶ εἰς πονηρὰ καταλήξαι, οὐ θαυμαστόν·
τὰ δὲ ἐξ ἐναντίων ἢ φυσικῶν εἰς πνευματικά μετεγκεντρίσαι
ὡς ἀληθῶς ἀξιέπαινον·
τοῦτο δὲ τὸ πρόβλημα σαφῶς ἐπίστανται
οἱ περὶ τὴν κενοδοξίαν ἐπιρρεπέστερον ἔχόντες»33.
[Μετάφραση: Τὸ νὰ ἀρχίση κάποιος ποὺ πενθεῖ μὲ ἐπαινετὰ δάκρυα
καὶ νὰ καταλήξη σὲ πονηρὰ, δὲν εἶναι καὶ τόσο περίεργο.
Τὸ νὰ ἀρχίση ὅμως μὲ δάκρυα ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὰ πάθη ἢ ἔστω ἀπὸ τὴν φυσικὴ ἰδιοσυγκρασία, καὶ νὰ τὰ μεταποιήση σὲ πνευματικά, εἶναι πράγματι κάτι τὸ ἀξιέπαινο.
Αὐτὸ τὸ ζήτημα τὸ γνωρίζουν πολὺ καλὰ ὅσοι ρέπουν πρὸς τὴν κενοδοξία].
Τὸ «κατὰ Θεὸν πένθος» ἀλλὰ καὶ ἡ κενοδοξία ἔχουν τὴν ἀφετηρία τους ὄχι μόνο στὴν «καρδία» τοῦ ἀνθρώπου – στὴν ἐλεύθερη προσωπική του θέληση καὶ ἀπόφαση, ἀλλὰ καὶ στὸ ἀπρόσωπο θέλημα τῆς φύσεως ποὺ μπορεῖ νὰ ἐκφράζεται μὲ δάκρυα «θεοφιλῆν ἢ μὲ δάκρυα «πονηρά». Χρειάζεται μιὰ διακριτικὴ ἑτοιμότητα, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζητάη τὸ μέτρο καὶ τὸ σημάδι τῆς παρουσίας τῆς Χάρης μέσα ἀπὸ ποικίλες παγίδες, πλάνες καὶ ἀλλοιώσεις. Καὶ ἡ διακριτικὴ ἑτοιμότητα συνοψίζεται στὴν ταπεινοφροσύνη, στὴν προτίμηση τῶν μετριώτερων καὶ στὴν ἀπάρνηση τῶν ὑψηλότερων χαρισμάτων, στὴ βαθύτατη συναίσθηση τῆς ἀναξιότητος τοῦ ἀνθρώπου νὰ δεχθῆ τὰ δῶρα τῆς Χάρης. Εἶναι συμφερώτερο νὰ ζητάη ὁ ἄνθρωπος τὰ δάκρυα τοῦ φόβου καὶ τῆς μετανοίας καὶ ὄχι τὸ χάρισμα τῶν δακρύων τῆς ἀγάπης ποὺ εὐκολώτερα νοθεύεται ἀπὸ τὴν οἴηση καὶ τὴν ὑπερηφάνεια. Ἔτσι συμβουλεύει ἡ Κλίμακα:
«Τὰ μὲν ἐκ φόβου δάκρυα,
αὐτὰ ἐν ἑαυτοῖς τὴν φυλακὴν κέκτηνται·
τὰ δὲ τῆς ἀγάπης, πρὸ τῆς τελείας ἀγάπης
ἴσως ἔν τισιν εὐσύλητα καθέστηκεν·
εἰ μὴ ποὺ γε τὸ ἀείμνηστον πῦρ
ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἐνεργείας πάνυ τὴν καρδίαν ἐξάψειε·
καὶ θαυμαστόν,
πῶς τὸ ταπεινότερον ἀσφαλέστερόν ἐστιν
ἐν καιρῷ αὐτοῦ»34.
[Μετάφραση: Τὰ δάκρυα τοῦ φόβου (τοῦ Θεοῦ) περιέχουν μέσα τους τὸν τρόμο καὶ τὴν προφύλαξι. Τὰ δάκρυα ὅμως τῆς ἀγάπης, πρὶν ἀπὸ τὴν κατάκτησι τῆς τελείας ἀγάπης, εἶναι κάπως ἐκτεθειμένα σὲ κίνδυνο, ἐκτὸς ἐὰν τὸ εὐλογημένο πῦρ τῆς ἀγάπης τὸν καιρὸ τῆς ἐνεργείας του πυρακτώση πολὺ τὴν καρδιά. Εἶναι δὲ ἀξιοθαύμαστο, ὅτι τὰ δάκρυα τοῦ φόβου, ὁ ὁποῖος εἶναι ταπεινότερο καὶ κατώτερο πράγμα, εἶναι ἀσφαλέστερα στὸν καιρό τους ἀπὸ τὰ δάκρυα τῆς ἀγάπης].
Ἔχουμε ἀκόμη νὰ προσέξουμε στὸ χωρίο αὐτὸ ὅτι τὸ χάρισμα τῶν δακρύων εἶναι ἐντεταγμένο σὲ ἕνα «καιρό», ποὺ σημαίνει, σὲ ἕνα συγκεκριμένο χρόνο τῆς πνευματικῆς πορείας τοῦ ἀνθρώπου. Στὸν χῶρο τῆς ζωῆς ποὺ ὁρίζουν τὰ χαρίσματα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐπικίνδυνο κάθε ἄλμα, κάθε περήφανη βιασύνη, ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ ἀρκῆται σὲ ὅ,τι τοῦ δίνεται «ἐν καιρῷ», εἶναι ἀσφαλέστερη ἡ ταπεινὴ αὐτὴ ἀναμονή. Ἐξ ἄλλου τὸ χάρισμα, ὅσο κι ἂν εἶναι πλοῦτος ζωῆς, δὲν εἶναι ὁ στόχος κι ὁ τελικός σκοπός τοῦ ἀνθρώπου, πρωτεύει ἡ ἴαση τοῦ ἀνθρώπου, νὰ ξαναγίνη ὁ ἄν θρωπος πραγματικὸς ἄνθρωπος μὲ τὴν ταπεινοφροσύνη, τὴν παραίτηση ἀπὸ τὴ θανατηφόρα αὐτάρκεια τῆς ἀτομικότητος, ποὺ τὸν φέρνει σὲ κοινωνία μὲ τὸ Θεό. Στὸ πρωτεῖο αὐτὸ ἐπιμένει ἡ Κλίμακα:
«Πέφυκε πολλάκις τοὺς κουφοτέρους αὐτὸ τὸ δάκρυον ἐπαίρειν·
διὸ καὶ τισιν οὐ δίδοται· ἵνα ἐπὶ τῇ τούτου στερήσει ἑαυτοὺς ταλανίζωσι
καὶ καταδικάζωσι στεναγμοῖς καὶ κατηφείᾳ καὶ λύπη ψυχῆς καὶ βαθείᾳ σκυθρωπότητι καὶ ἐξαπορίᾳ ἅπερ ἀναπληροῦν τὸν τοῦ δακρύου τόπον ἀκινδύνως πεφύκασι, εἰ καὶ εἰς οὐδὲν παρ᾿ αὐτοῖς συμφερόντως λογίζονται»35. [Πολλὲς φορές, συνήθως στοὺς πιὸ ἐπιπολαίους, καὶ τὰ δάκρυα προκαλοῦν ἔπαρσι. Γι᾿ αὐτὸ καὶ σὲ μερικοὺς δὲν δίδονται, ὥστε μὲ τὴν στέρησι καὶ τὴν ἀναζήτησί τους νὰ ἐλεεινολογοῦν τοὺς ἑαυτούς των καὶ νὰ τοὺς καταδικάζουν, γεμάτοι στεναγμοὺς καὶ κατήφεια καὶ λύπη ψυχῆς καὶ βαθειὰ σκυθρωπότητα καὶ ἀμηχανία. Καὶ ἔτσι ἀναπληρώνεται χωρὶς κίνδυνο ἡ ἔλλειψις τοῦ πένθους, ἔστω καὶ ἂν αὐτοὶ νομίζουν ὅτι δὲν ἔχουν κανένα συμφέρον ἀπὸ αὐτά.]
Ὄχι, λοιπόν, μόνο τὸ χάρισμα, ἀλλὰ καὶ ἡ στέρηση τοῦ χαρίσματος ὑπηρετεῖ τὸν τελικὸ σκοπὸ τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ταπείνωση καὶ τὴ μετάνοια, τὶς προϋποθέσεις τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. Ἔτσι ὁ Χριστιανὸς μένει ἐλεύθερος καὶ ἀπὸ αὐτὰ τὰ χαρίσματα, δηλαδὴ ἐλεύθερος ἀπὸ κάθε ἀναζήτηση ἀξιομισθίας· μὲ τὸν φωτισμὸ ποὺ τοῦ χαρίζει ἡ διάκριση ἀξιολογεῖ τὰ κρείτονα, τὰ συμφέροντα. Δὲν ἀρνεῖται τὰ χαρίσματα οὔτε παύει νὰ τὰ ἐπιδιώκη, ἡ σωματική μετοχή του στὴν «ἐν Χριστῷ» ζωὴ εἶναι στὰ πλαίσια τοῦ γεγονότος τῆς σωτηρίας· γυμνά ζει ὅμως τὸν ἑαυτό του μὲ φόβο Θεοῦ, ἕτοιμος νὰ ἀρνηθῆ κάθε αὐτάρκεια τῆς ἀτομικῆς του φύσεως, προπάντων τὴ θρησκευτικὴ αὐτάρκεια στὴν ὁποία μποροῦν νὰ τὸν ὁδηγήσουν τὰ φανερὰ χαρίσματα. Τὸ συμπέρασμα τῆς Κλίμακος στὸ κεφάλαιο αὐτὸ τῆς χαρισματικῆς μετοχῆς τῆς φύσεως στὶς Ἐνέργειες τῆς θείας Χάρης εἶναι διατυπωμένο μὲ τὴν ἐνάργεια τῆς ἐμπειρικῆς βεβαιότητος:
«Τούτων ἁπάντων τοὺς τρόπους φόβῳ Θεοῦ γυμνάσαντες,τὰ τῆς ἡμετέρας ἀναλύσεως καθαρὰ καὶ ἄδολα δάκρυα ἑαυτοῖς περιποιησώμεθα· οὐ γὰρ ἐστιν ἐν αὐτοῖς οἴησις ἢ κλοπή κάθαρσις δὲ μᾶλλον καὶ προκοπὴ τῆς εἰς Θεὸν ἀγάπης καὶ ἁμαρτίας ἔκπλυσις καὶ ἀπάθεια»36. [Μὲ φόβο Θεοῦ ἂς δοκιμάσωμε καὶ ἂς διακρίνωμε τὰ ἰδιώματα ὅλων αὐτῶν τῶν δακρύων. Καὶ ἂς φροντίσωμε νὰ καλλιεργοῦμε τὰ καθαρὰ καὶ ἄδολα δάκρυα ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴν μνήμη τοῦ θανάτου μας. Σ᾿ αὐτὰ τὰ δάκρυα δὲν ἔχει θέσι οὔτε ἡ οἴησις οὔτε ἡ κλοπὴ (ἀπὸ τὸν διάβολο), ἀλλὰ μᾶλλον ἡ κάθαρσις, ἡ πρόοδος στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τὸ πλύσιμο ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες καὶ ἡ ἀπάθεια].
Σημειώσεις
30. Ζ΄ λδ΄ 65.
31. Ζ΄ κθ΄ 65.
32. Ζ΄ λβ΄ 65.
33. Ζ΄ λστ΄ 65.
34. Ζ΄ ξλ΄ 69.
35. Ζ΄ μη΄ 66-67.
36. Ζ΄ λε΄ 65.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου