Συνέχεια από Δευτέρα 11. Μαΐου 2026
Η νέα Εκκλησία του Karl Rahner 8
Ο θεολόγος;;; που δίδαξε την παράδοση στον κόσμο
Του Stefano Fontana, Εκδόσεις Fede & Cultura 2017
Τα δόγματα και τα αγάλματα του Δαιδάλου
Το δόγμα είναι ένας ορισμός, σε εννοιολογική μορφή, μιας αλήθειας της πίστης, τον οποίο διατυπώνει το διδακτικό αξίωμα της Εκκλησίας. Συχνά, αν και όχι πάντοτε, τα δόγματα ορίζονται αφού μια αίρεση έχει αρνηθεί ορισμένες αλήθειες της πίστης. Η αίρεση είναι η άρνηση μιας θεμελιώδους αλήθειας της πίστης από κάποιον ο οποίος, παρ’ όλα αυτά, είναι βαπτισμένος και ομολογεί ότι ανήκει σε εκείνη την πίστη.
Το δόγμα που ορίζεται από το διδακτικό αξίωμα είναι το «ρητά διατυπωμένο» δόγμα. Όμως το ίδιο αυτό δόγμα υπήρχε και πριν από τον τυπικό ορισμό του από το διδακτικό αξίωμα, καθότι ήταν πάντοτε πιστευόμενο από την Εκκλησία, αντικείμενο της παραδοσιακής πίστης. Το δόγμα της Αμώμου Συλλήψεως;;;;; διακηρύχθηκε από τον Πίο Θ΄ το 1854, αλλά ήταν πάντοτε παρόν στο περιεχόμενο της πίστης της Εκκλησίας, παρόλο που το γράμμα των Ευαγγελίων αναφέρεται σε αυτό μόνο σε ελάχιστα σημεία.
Άλλωστε, για το δόγμα της Αναλήψεως της Μαρίας η Γραφή δεν μιλά ούτε καν. Για την καθολική πίστη, διαφορετικά από την προτεσταντική, η Γραφή και η Παράδοση είναι αμφότερες πηγές της αποκάλυψης. Η Παράδοση μάλιστα προηγήθηκε της Γραφής της Καινής Διαθήκης και του ίδιου του καθορισμού των κανονικών γραπτών. Η Β΄ Σύνοδος του Βατικανού, στο Σύνταγμα περί θείας αποκαλύψεως Dei Verbum, το είπε καθαρά, παρότι έκανε σημαντικές παραχωρήσεις στους Προτεστάντες σχετικά με τη Γραφή για ποιμαντικούς λόγους.
Ο πάπας Πίος Ι΄ αντιμετώπισε αυτές τις προβληματικές στην εγκύκλιο Pascendi του 1907, και το Άγιο Γραφείο στο διάταγμα Lamentabili, που είχε προηγηθεί λίγο. Έτσι καταδικάζονταν δύο θέσεις των μοντερνιστών: ότι τα δόγματα υφίστανται μια εξέλιξη μέσα στην ιστορία και ότι η αποκάλυψη συμβαίνει μέσα στην «πιστεύουσα αυτοσυνείδηση» της Εκκλησίας, δηλαδή μέσα στην προοδευτική απόκτηση συνείδησης της σχέσης του ανθρώπου με τον Θεό.
Τα δύο σημεία συνδέονται μεταξύ τους: το δόγμα, σύμφωνα με τους μοντερνιστές, θα εξελισσόταν ακριβώς επειδή η αποκάλυψη συμβαίνει σαν μέσα σε μια συνείδηση που βρίσκεται πάντοτε σε μεταβολή. Η αναφορά στην εγελιανή θεώρηση είναι εμφανής.
Εκτός από το ότι η Pascendi καταδίκασε αυτές τις μοντερνιστικές ιδέες περί εξέλιξης του δόγματος, το διάταγμα Lamentabili, καταδικάζοντας ως ψευδή την ακόλουθη πρόταση: «Η Αποκάλυψη, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της καθολικής Πίστης, δεν ολοκληρώθηκε με τους Αποστόλους», δηλώνει ότι η αποκάλυψη του Χριστού πρέπει να θεωρείται ολοκληρωμένη με τον θάνατο του τελευταίου αποστόλου;;;.[ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΠΛΕΟΝ ΑΓΙΟΥΣ]
Από εκεί και πέρα απομένει μόνο να διαφυλαχθεί και να μεταδοθεί. Αυτό είναι κυρίως το έργο του διδακτικού αξιώματος της Εκκλησίας και ιδίως του Πέτρου. Το διδακτικό αξίωμα, από τη μία πλευρά, συμβάλλει, μαζί με τη Γραφή και την Παράδοση, στη συγκρότηση της παρακαταθήκης της πίστης· από την άλλη έχει το καθήκον να τη μεταδίδει ακέραιη. Με απλά λόγια: οι πιστοί του σήμερα περιμένουν από τον Πάπα να τους επιβεβαιώσει ότι αυτό στο οποίο η Εκκλησία τούς προτείνει να πιστεύουν είναι το ίδιο με αυτό στο οποίο πίστευαν οι απόστολοι.
Το διδακτικό αξίωμα μπορεί να διευκρινίζει και να ορίζει, και επίσης να καθορίζει «νέα» δόγματα· τέτοια όμως μόνο ως ρητά διατυπωμένα, ενώ είναι «αρχαία» αν θεωρηθούν ως άρρητα περιεχόμενα στην πίστη της Εκκλησίας όλων των εποχών, δηλαδή περιεχόμενα στο depositum fidei.
Στο περίφημο βιβλίο του Νόημα και τέλος της ιστορίας, ο Karl Löwith αναρωτήθηκε αν σήμερα η Εκκλησία μπορεί να πει ότι πιστεύει περισσότερο και καλύτερα από ό,τι η αποστολική Εκκλησία. Η απάντηση είναι όχι: αυτό στο οποίο πιστεύει σήμερα η Εκκλησία είναι το ίδιο με αυτό που πίστευε τότε η Εκκλησία, έστω και αν ορισμένα δογματικά στοιχεία στο μεταξύ διατυπώθηκαν ρητά από το διδακτικό αξίωμα. Η Εκκλησία πρέπει να αποκτά μια ολοένα πιο συνειδητή επίγνωση των περιεχομένων των δογμάτων, των οποίων η δυναμικότητα είναι άπειρη· αλλά δεν είναι αυτή η συνείδησή της που καθορίζει το περιεχόμενό τους, όπως αντιθέτως θεωρεί ο μοντερνισμός.
Όμως στη δεκαετία του ’60, ακριβώς στα ίχνη της νέας θεολογικής τοποθέτησης του Karl Rahner, όλα αυτά ανατράπηκαν και ειπώθηκε ότι το δόγμα υφίσταται ιστορική εξέλιξη. Το πράγμα ήταν εντελώς νέο. Ο μεγάλος θωμιστής θεολόγος Réginald Garrigou-Lagrange, για παράδειγμα, είχε υποστηρίξει ακριβώς το αντίθετο: ότι πρέπει να ξεκινά κανείς από το δόγμα ακόμη και για να γνωρίσει καλύτερα την υπαρξιακή μας κατάσταση και τις απαιτήσεις της, συμπεριλαμβανομένων και των ίδιων των αναγκών μας, τις οποίες το δόγμα δεν καλύπτει σκοτίζοντάς τες, αλλά τις φωτίζει και τις κάνει να αναπτυχθούν. Υπό το φως του δόγματος ανακαλύπτουμε βαθύτερα ακόμη και τις ίδιες μας τις ανάγκες. Αν όμως ακολουθήσει κανείς την αντίστροφη οδό, από τις ανάγκες προς το δόγμα, καταλήγει να αποδυναμώνει όχι μόνο το δόγμα αλλά και τις ανάγκες μας, διολισθαίνοντας ολοένα χαμηλότερα και στην κατανόησή τους.
Αυτή η αλλαγή προοπτικής έφερε στο προσκήνιο την ερμηνεία, υποστηρίζοντας ότι το ερμηνεύειν είναι συστατικό μέρος της ερμηνευόμενης αλήθειας. Δεν υπάρχει μια αντικειμενική δογματική αλήθεια, αποκαλυμμένη σε εμάς από τον Θεό και αποκτημένη από την Εκκλησία ως γνώση· υπάρχει μια ιστορία μέσα στην οποία η Εκκλησία, υπό την ώθηση αυτού που θα ονομαστεί αμφίσημα «σημεία των καιρών», ερμηνεύει τον Λόγο, και αυτό συνιστά τη δογματική.
Γι’ αυτό σήμερα στα σεμινάρια δεν μελετάται πλέον αυτό που διδάσκει το διδακτικό αξίωμα, δηλαδή η βέβαιη διδασκαλία, αλλά οι ερμηνείες των θεολόγων, οι οποίες συνήθως είναι ερμηνείες άλλων ερμηνειών.
Σύμφωνα με τον Karl Rahner, η περίπτωση της διακήρυξης του δόγματος της Κοιμήσεως/Αναλήψεως της Θεοτόκου αποτελεί παράδειγμα εξέλιξης του δόγματος. Αλλά δεν είναι έτσι, διότι ο φέρων πυρήνας από τον οποίο προέρχεται ο ορισμός εκείνου του δόγματος ήταν ήδη πιστευόμενος, και η πίστη έχει μέσα της μια δική της «λογική» της αλήθειας που επιτρέπει να διατυπώνεται ρητά ό,τι προηγουμένως ήταν άρρητο.
Σύμφωνα όμως με τον Rahner, η ιστορία της εξέλιξης του δόγματος είναι η ιστορία της προοδευτικής του αποκάλυψης. Αυτό όμως συνεπάγεται την αποδοχή της μοντερνιστικής αρχής σύμφωνα με την οποία η αποκάλυψη συμβαίνει στη συνάντηση ανάμεσα στη συνείδηση και την ιστορία· πράγμα που άλλωστε προβλέπεται από ολόκληρη τη φιλοσοφική και θεολογική δομή του Rahner, όπως είδαμε.
Η ανθρώπινη λέξη, υποστηρίζει ο Rahner, δεν μπορεί ποτέ να εκφράσει επαρκώς το αποκαλυμμένο δεδομένο. Για την ανθρώπινη λέξη αυτό είναι αληθές. Αλλά ο λόγος της Εκκλησίας δεν είναι μόνο ανθρώπινος λόγος· στηρίζεται από το ίδιο Πνεύμα που ενέπνευσε τον συγγραφέα της Γραφής.
Ο Rahner φαίνεται να παραδέχεται ότι δεν μπορεί να υπάρχει πρόοδος στο δόγμα και ότι δεν συμβαίνει η Εκκλησία να γίνεται προοδευτικά σοφότερη· θεωρεί όμως ότι η θεολογία —και ακόμη και ένας δογματικός ορισμός από μέρους του διδακτικού αξιώματος είναι θεολογία— δεν μπορεί ποτέ να καλύψει πλήρως το μυστήριο. Αυτό είναι αληθές· ωστόσο, όσα ο Χριστός αποκάλυψε και εμπιστεύθηκε στην Εκκλησία δεν είναι ολόκληρο το μυστήριο, αλλά είναι ασφαλώς αληθινά και οριστικά.
Η αποκάλυψη, λέει ο Rahner, δεν είναι η κοινοποίηση ενός ορισμένου αριθμού προτάσεων, αλλά ένας ιστορικός διάλογος ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο. Δεν πρόκειται βέβαια για το ότι λάβαμε έναν κατάλογο προτάσεων, αλλά για το ότι δεχθήκαμε μια αλήθεια που παραλήφθηκε από τον ίδιο τον Χριστό, υπό την αρωγή του Πνεύματος και ως ανάγνωση μέσα στην πίστη μιας ιστορίας που είχε στον Χριστό την ολοκλήρωσή της· έπειτα από αυτό δεν υπήρξε ούτε θα υπάρξει πλέον καμία πραγματική και ουσιαστική καινοτομία.[ΚΡΙΜΑ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΟΥΤΕ ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ ΟΥΤΕ ΑΓΙΑΣΜΟ ΟΥΤΕ ΣΩΤΗΡΙΑ ΟΥΤΕ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟ ΦΙΛΙΟΚΒΕ ΤΟΥΣ ΔΙΕΛΥΣΕ.]
Ούτε από τα ιστορικά γεγονότα ούτε από τις παραστάσεις της συνείδησής μας μπορεί να προέλθει κάποια καινοτομία που να μην ήταν ήδη περιεχόμενη σε όσα αποκαλύφθηκαν στον Χριστό. Ο Rahner, αντίθετα, μιλά για «προοδευτική αυτοσυνείδηση μέσα στην πίστη», σύμφωνα με μια αντίληψη της αποκάλυψης την οποία μπορούμε να ανάγουμε στον Hegel.
Με λίγα λόγια, τα δόγματα χορεύουν όπως οι βεβαιότητες του Ευθύφρονα στον ομώνυμο διάλογο του Πλάτωνα.
Karl Rahner και Walter Kasper
Ήδη στη δεκαετία του ’60 η νέα τοποθέτηση του Rahner είχε δημιουργήσει σχολή. Είναι εμφανής σε πολλά θεολογικά ρεύματα, όπως θα δούμε, αλλά ιδιαίτερα σε εκείνο του Walter Kasper. Εκείνα τα χρόνια αυτός ο νεαρός θεολόγος δημοσίευσε ορισμένα δοκίμια —Για μια ανανέωση της θεολογικής μεθόδου, Το δόγμα υπό τον Λόγο του Θεού, Εισαγωγή στην πίστη— με σαφή ρανεριανή τοποθέτηση. Το επισημαίνω λόγω της σημασίας που ο Kasper απέκτησε προοδευτικά και στη διακυβέρνηση της καθολικής Εκκλησίας.
Από τον Rahner λαμβάνεται η ιστορική τοποθέτηση της χριστιανικής ζωής και της θεολογίας, με την κεντρικότητα να δίνεται στην ερμηνεία μάλλον παρά στη μεταφυσική· και πάνω σε αυτό ζητείται μια βαθιά ανανέωση της θεολογικής μεθόδου. Αυτή δεν πρέπει πλέον να ξεκινά από τα δόγματα ή τις διδασκαλίες της Εκκλησίας, θεωρούμενες ως κάτι οριστικό, αλλά πρέπει να βλέπει το δόγμα ως ενδιάμεσο ανάμεσα στον Λόγο του Θεού και στη βιωμένη κατάσταση της χριστιανικής κοινότητας.
Ο Λόγος του Θεού είναι ευρύτερος από το δόγμα, το οποίο είναι πάντοτε μια ερμηνεία του Λόγου, διεξαγόμενη με αφετηρία μια συγκεκριμένη ιστορική κατάσταση. Το δόγμα βρίσκεται στη συμβολή δύο ερμηνειών: της ερμηνείας του Λόγου του Θεού και της ερμηνείας της βιωμένης κατάστασης με τις ανάγκες της. Είναι λοιπόν προορισμένο να εξελίσσεται, επειδή οι ιστορικές καταστάσεις αλλάζουν και επειδή ο Λόγος του Θεού θα αποκαλύπτει πάντοτε νέες αποχρώσεις, μέχρι τότε άγνωστες.
Το δόγμα έχει μια «διακονική» λειτουργία· είναι λειτουργία της Εκκλησίας, η οποία ανανεώνει πάντοτε τη δογματική συνείδηση της πίστης της σε επαφή, από τη μία πλευρά, με τις πηγές και, από την άλλη, με την κατάσταση.
Η Εκκλησία του δόγματος ήταν μια Εκκλησία «απολιθωμένη μέσα στην ορθοδοξία της», μακριά από τη συγκεκριμένη ζωή, ποιμαντικά στείρα. Αντιθέτως, για τον Kasper η ιστορία είναι ο έσχατος ορίζοντας κάθε πραγματικότητας· η αλήθεια έχει πάντοτε το ζωτικό της πεδίο μέσα στα κοινωνιολογικά γεγονότα· η θεωρία και η πράξη δεν μπορούν ποτέ να χωριστούν εντελώς· και πρέπει να ενισχυθεί η προσπάθεια της σύγχρονης φιλοσοφίας να κατανοήσει το είναι ως χρόνο και τον χρόνο ως είναι. Ο εξελληνισμός του χριστιανισμού υπήρξε μια ιστορική διαδικασία τότε αναγκαία —και πράγματι, αν υιοθετήσει κανείς την ιστορικιστική προοπτική, πώς μπορεί να πει ότι η ιστορία σφάλλει;—, αλλά πλέον ξεπερασμένη.
Μία από τις κύριες συνέπειες αυτής της ρανεριανο-κασπεριανής τοποθέτησης είναι η ανάδυση της Γραφής πάνω από την Παράδοση. Και οι δύο το λένε καθαρά, και είναι δύσκολο να μη δει κανείς εδώ μια παραχώρηση προς την προτεσταντική Μεταρρύθμιση και προς την ιδέα του Λουθήρου ότι η Εκκλησία δεν πρέπει να ιδιοποιείται τον Λόγο. Αυτή η ελευθερία του Λόγου έναντι της Εκκλησίας θα απαιτούσε να δοθεί προτεραιότητα στη Γραφή έναντι της Παράδοσης και να επανεξεταστεί ιστορικά, σε σχέση με την εξέλιξη της συνείδησης, η ανάπτυξη των δογμάτων. Αλλά έτσι, η επαφή ανάμεσα στον προτεσταντισμό και τον καθολικισμό γίνεται πολύ στενή, μέχρι του σημείου να εξαλείφονται οι δύο ταυτότητες μέσα στην αδιακρισία.
Ο Karl Rahner στη Σύνοδο για την Οικογένεια
Κατά τη μακρά συνοδική περίοδο για την οικογένεια, η οποία χαρακτηρίστηκε από την Έκτακτη Σύνοδο του Οκτωβρίου 2014 και από την Τακτική Σύνοδο του Οκτωβρίου 2015, μπόρεσαν να διαπιστωθούν πολλά στοιχεία που προέρχονταν από μια ρανεριανή τοποθέτηση των πραγμάτων. Με άλλα λόγια, ο Rahner, παρότι είχε πεθάνει το 1984, ήταν παρών στη Σύνοδο. Θα μπορούσε επίσης να ειπωθεί ότι οι σημαντικές αντιπαραθέσεις που αναδύθηκαν κατά τις δύο Συνόδους προέρχονται από τη σύγκρουση ανάμεσα στον χώρο της ρανεριανής θεολογίας και στην αντίπαλη πλευρά.
Έντονα ρανεριανά στοιχεία είχαν ήδη αναδυθεί στην εισαγωγική διάλεξη για τη Σύνοδο, την οποία εκφώνησε ενώπιον των καρδιναλίων ο καρδινάλιος Walter Kasper τον Φεβρουάριο του 2014. Ας σκεφτούμε, για παράδειγμα, την ιδέα ότι δεν μπορεί ποτέ να γνωσθεί μια αντικειμενική και δημόσια κατάσταση αμαρτίας, όπως ακριβώς είναι εκείνη των διαζευγμένων που έχουν ξαναπαντρευτεί. Η θέση που διατύπωσε ο Kasper ήταν ότι δεν υπάρχουν οι διαζευγμένοι ξαναπαντρεμένοι, αλλά αυτός, εκείνος, ο άλλος διαζευγμένος ξαναπαντρεμένος. Η πραγματικότητα, επομένως, δεν δείχνει φέρουσες και καθολικές δομές, αλλά μόνο μοναδικές ατομικές καταστάσεις.
Αυτός ο τρόπος θεώρησης έχει νομιναλιστική καταγωγή, δεδομένου ότι ακριβώς αυτό έλεγε ο Γουλιέλμος του Όκκαμ τον 14ο αιώνα, και έγινε επίσης ο τρόπος θεώρησης του Λουθήρου και της προτεσταντικής φιλοσοφίας γενικά, καθότι είναι ο καλύτερος τρόπος για να χωριστεί η λογική από την πίστη. Αν στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν καθολικές δομές τις οποίες η λογική μπορεί να γνωρίσει με τις δικές της δυνάμεις, τότε αυτή δεν θα μπορεί να ανέβει φυσικά από τα πράγματα προς τον Θεό, ούτε η αποκάλυψη θα μπορεί να χρησιμοποιήσει τη γλώσσα της λογικής για να γίνει κατανοητή από όλους.
Η λογική θα είναι νομιναλιστική, δηλαδή θα μπορεί να έχει εμπειρία επιμέρους πραγμάτων στα οποία, λόγω ομοιότητας μεταξύ τους, θα μπορεί έπειτα να αποδώσει και ένα κοινό όνομα, αλλά μόνο ένα όνομα που δεν αναφέρεται σε καμία πραγματικότητα πέρα από τα επιμέρους πράγματα. Η πίστη θα είναι φιντεϊστική. Ο Θεός είναι παντοδύναμος, είναι ο τελείως Άλλος, είναι βούληση και όχι αλήθεια. Η Veritatis splendor του Ιωάννη Παύλου Β΄ λέει το αντίθετο από όσα υποστήριξε ο Kasper, αλλά εκείνη η εγκύκλιος είχε πίσω της μια διαφορετική φιλοσοφία.
Και για τον Rahner υπάρχουν μόνο επιμέρους περιπτώσεις που πρέπει να αντιμετωπίζονται μία προς μία, επειδή η πραγματικότητα του κόσμου είναι πολύπλοκη· δεν υπάρχει μια διδασκαλία που να μπορεί να εφαρμοστεί σε αυτήν, και δεν μπορεί ποτέ να γνωσθεί αν βρισκόμαστε ή όχι μπροστά σε μια κατάσταση αμαρτίας. Μπροστά σε ένα ζευγάρι διαζευγμένων που έχουν ξαναπαντρευτεί, η Εκκλησία πρέπει να κατανοήσει, να δεχθεί και να συνοδεύσει, με μια πορεία που γίνεται κατά περίπτωση και χρησιμοποιώντας τη μη σαφώς προσδιορισμένη διάκριση. Αυτό ακριβώς πρότεινε ο καρδινάλιος Kasper.
Κατά τη συνοδική συζήτηση πολλοί επίσκοποι είπαν ότι ακόμη και σε μια ομοφυλοφιλική σχέση είναι παρούσα η χάρη του Χριστού. Πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τη Σύνοδο, πολλοί επίσκοποι και καρδινάλιοι τάχθηκαν υπέρ του να ανατίθενται εκκλησιαστικά καθήκοντα σε ομοφυλοφίλους, ακόμη και αν επιμένουν στη σχέση τους, και υπέρ του να υποστηριχθεί η αναγνώριση των πολιτικών ενώσεων μεταξύ ομοφυλοφίλων από την πολιτική αρχή.
Είναι προφανές ότι αυτές οι τοποθετήσεις συνεπάγονται την κατάργηση του φυσικού δικαίου και του φυσικού ηθικού νόμου, και δεν λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη να γίνεται σεβαστή η φύση και οι νόμοι της, αν θέλει κανείς να αρέσει στην υπερφύση και στη χάρη. Το να λέγεται ότι η χάρη είναι παρούσα ακόμη και σε μια ομοφυλοφιλική σχέση σημαίνει να λέγεται, μαζί με τον Karl Rahner, ότι η χάρη δίνεται πάντοτε σε όλους, επειδή δίνεται στον κόσμο, όπου δεν υπάρχουν καταστάσεις έξω από τη χάρη του Θεού.
Αν το δούμε προσεκτικά, ακόμη και η πρόσκληση σε παρρησία που έγινε προς τους συνοδικούς Πατέρες παρουσιάζει μια ρανεριανή έμφαση. Σημαίνει την αποδοχή του πλουραλισμού μέσα στην Εκκλησία, με την έννοια της σύγχρονης ελευθερίας έκφρασης. Αυτή η αντίληψη της ελευθερίας έκφρασης είναι όμως διαφορετική από την ελευθερία με καθολική έννοια. Η παρρησία συνίσταται στο θάρρος να αναγγέλλεται η αλήθεια, χωρίς ανθρώπινους ή σεβαστικούς φόβους, ή χωρίς την έγνοια να σωθεί ό,τι σώζεται. Δεν μπορεί να σημαίνει την ελευθερία να εκφράζονται, σε μια τόσο σημαντική εκκλησιαστική σύναξη όπως μια Σύνοδος, ιδέες σκανδαλώδεις για τους πιστούς ή συγκλονιστικές ή που υποβάλλουν αμφιβολίες για θεμελιώδεις αλήθειες της ομολογούμενης πίστης. Ο κόσμος είναι ασφαλώς πλουραλιστικός, αλλά η Εκκλησία δεν μπορεί να είναι. Αν όμως η Εκκλησία αποτελεί μέρος του κόσμου, τότε και αυτή θα είναι πλουραλιστική, όπως υποστηρίζει συνεχώς ο Rahner.
Ωστόσο, το κύριο σημείο της παρουσίας της ρανεριανής θεολογίας στην πρόσφατη Σύνοδο για την οικογένεια αφορά την πρόσβαση στη Θεία Κοινωνία των διαζευγμένων που έχουν ξαναπαντρευτεί, δηλαδή προσώπων σε κατάσταση δημόσιας και αντικειμενικής αμαρτίας. Αν η αμαρτία ιδωθεί ως οντολογικός θάνατος —δηλαδή θάνατος του ίδιου του είναι— της ψυχής, τότε δεν μπορεί να σκεφτεί κανείς ότι είναι δυνατόν να λάβει τη Θεία Κοινωνία, αν προηγουμένως η ψυχή δεν αναγεννηθεί μέσω του μυστηρίου της εξομολόγησης.
Αν όμως το πράγμα ιδωθεί όχι με οντολογική αλλά με υπαρξιακή έννοια, τότε όλα είναι αναστρέψιμα μέσα στην ύπαρξη· και επομένως είναι δυνατό να προβλεφθούν υπαρξιακές πορείες μέσω των οποίων κάποιος μπορεί να προσέλθει στη Θεία Κοινωνία, παραμένοντας όμως στην αντικειμενική κατάσταση αμαρτίας. Εδώ δεν υπάρχει πλέον η σαφής διάκριση ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο, ανάμεσα στο καλό και στο κακό, ανάμεσα στη χάρη και στην αμαρτία, ανάμεσα στο δόγμα και στην αίρεση· υπάρχει μια υπαρξιακή κατάσταση, αντικείμενο της προσωπικής και εκκλησιαστικής μας διάκρισης. Μέσα στην ύπαρξη όλα είναι μετατρέψιμα, τίποτε δεν είναι αμετάκλητο. Λαμβανομένων υπόψη και όσων ήδη ειπώθηκαν, δηλαδή της αδυναμίας, για τον Rahner, να γνωρίσει κανείς τόσο τις αντικειμενικές και δημόσιες καταστάσεις αμαρτίας όσο και τις προσωπικές. Για εκείνον υπάρχουν οι νόμοι του Θεού, αλλά ο Θεός —λέει— δεν είναι ο Θεός των νόμων.
Δεν μπορούμε έπειτα να ξεχάσουμε ότι από τη Σύνοδο για την οικογένεια δεν προέκυψε καμία υπόδειξη περί αγνότητας ούτε καμία υπόδειξη για το αν η άσκηση της σεξουαλικότητας έξω από τον γάμο είναι αμαρτία. Ο Ιωάννης Παύλος Β΄ αναφέρθηκε εκτενώς, αλλά δεν αναφέρθηκε σε δύο ιδίως σημεία: στην απαγόρευση πρόσβασης στην Ευχαριστία για τους διαζευγμένους που έχουν ξαναπαντρευτεί και στην άσκηση της σεξουαλικότητας έξω από τον γάμο· σημείο στο οποίο αποφασίζεται αν θα γίνει δεκτή ή θα απορριφθεί η κληρονομιά της Humanae Vitae του Παύλου ΣΤ΄.
Ο Karl Rahner είναι από τους κυριότερους επικριτές εκείνης της εγκυκλίου του Παύλου ΣΤ΄, αν και ασφαλώς όχι ο μόνος· και γι’ αυτό καταλαβαίνει κανείς ότι στη Σύνοδο για την οικογένεια του 2014 και 2015 αυτή η πολυδεκαετής αντίθεση στην σεξουαλική ηθική της εγκυκλίου του Παύλου ΣΤ΄ βρήκε ένα σημαντικό σημείο συμπύκνωσης.
Σύμφωνα με τον Rahner, η Εκκλησία δεν πρέπει να «ηθικολογεί», δηλαδή δεν πρέπει να δίνει προτάγματα, κανόνες, αρχές, ρυθμίσεις, αλλά πρέπει να διαμορφώνει τις συνειδήσεις. Το ότι πρέπει να διαμορφώνει τις συνειδήσεις είναι ασφαλώς αληθές· αλλά οι εντολές του Θεού είναι γλυκές και ο ζυγός του είναι ελαφρύς, δηλαδή οι νόμοι του Θεού εκφράζουν το αγαθό του ανθρώπου και δεν αντιτίθενται στη συνείδηση. Οι εντολές του Θεού δεν είναι αφηρημένες, ώστε η συνείδηση να πρέπει να τις μεσολαβήσει προς το συγκεκριμένο. Η εντολή και η συνείδηση αντιστοιχούν μεταξύ τους. Η ηθική θεολογία του Rahner είναι διαφορετική από εκείνη της Veritatis splendor του Ιωάννη Παύλου Β΄, και στη Σύνοδο για την οικογένεια αυτό αναδύθηκε με σαφήνεια.
Συνεχίζεται
Ο θεολόγος;;; που δίδαξε την παράδοση στον κόσμο
Του Stefano Fontana, Εκδόσεις Fede & Cultura 2017
Τα δόγματα και τα αγάλματα του Δαιδάλου
Το δόγμα είναι ένας ορισμός, σε εννοιολογική μορφή, μιας αλήθειας της πίστης, τον οποίο διατυπώνει το διδακτικό αξίωμα της Εκκλησίας. Συχνά, αν και όχι πάντοτε, τα δόγματα ορίζονται αφού μια αίρεση έχει αρνηθεί ορισμένες αλήθειες της πίστης. Η αίρεση είναι η άρνηση μιας θεμελιώδους αλήθειας της πίστης από κάποιον ο οποίος, παρ’ όλα αυτά, είναι βαπτισμένος και ομολογεί ότι ανήκει σε εκείνη την πίστη.
Το δόγμα που ορίζεται από το διδακτικό αξίωμα είναι το «ρητά διατυπωμένο» δόγμα. Όμως το ίδιο αυτό δόγμα υπήρχε και πριν από τον τυπικό ορισμό του από το διδακτικό αξίωμα, καθότι ήταν πάντοτε πιστευόμενο από την Εκκλησία, αντικείμενο της παραδοσιακής πίστης. Το δόγμα της Αμώμου Συλλήψεως;;;;; διακηρύχθηκε από τον Πίο Θ΄ το 1854, αλλά ήταν πάντοτε παρόν στο περιεχόμενο της πίστης της Εκκλησίας, παρόλο που το γράμμα των Ευαγγελίων αναφέρεται σε αυτό μόνο σε ελάχιστα σημεία.
Άλλωστε, για το δόγμα της Αναλήψεως της Μαρίας η Γραφή δεν μιλά ούτε καν. Για την καθολική πίστη, διαφορετικά από την προτεσταντική, η Γραφή και η Παράδοση είναι αμφότερες πηγές της αποκάλυψης. Η Παράδοση μάλιστα προηγήθηκε της Γραφής της Καινής Διαθήκης και του ίδιου του καθορισμού των κανονικών γραπτών. Η Β΄ Σύνοδος του Βατικανού, στο Σύνταγμα περί θείας αποκαλύψεως Dei Verbum, το είπε καθαρά, παρότι έκανε σημαντικές παραχωρήσεις στους Προτεστάντες σχετικά με τη Γραφή για ποιμαντικούς λόγους.
Ο πάπας Πίος Ι΄ αντιμετώπισε αυτές τις προβληματικές στην εγκύκλιο Pascendi του 1907, και το Άγιο Γραφείο στο διάταγμα Lamentabili, που είχε προηγηθεί λίγο. Έτσι καταδικάζονταν δύο θέσεις των μοντερνιστών: ότι τα δόγματα υφίστανται μια εξέλιξη μέσα στην ιστορία και ότι η αποκάλυψη συμβαίνει μέσα στην «πιστεύουσα αυτοσυνείδηση» της Εκκλησίας, δηλαδή μέσα στην προοδευτική απόκτηση συνείδησης της σχέσης του ανθρώπου με τον Θεό.
Τα δύο σημεία συνδέονται μεταξύ τους: το δόγμα, σύμφωνα με τους μοντερνιστές, θα εξελισσόταν ακριβώς επειδή η αποκάλυψη συμβαίνει σαν μέσα σε μια συνείδηση που βρίσκεται πάντοτε σε μεταβολή. Η αναφορά στην εγελιανή θεώρηση είναι εμφανής.
Εκτός από το ότι η Pascendi καταδίκασε αυτές τις μοντερνιστικές ιδέες περί εξέλιξης του δόγματος, το διάταγμα Lamentabili, καταδικάζοντας ως ψευδή την ακόλουθη πρόταση: «Η Αποκάλυψη, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της καθολικής Πίστης, δεν ολοκληρώθηκε με τους Αποστόλους», δηλώνει ότι η αποκάλυψη του Χριστού πρέπει να θεωρείται ολοκληρωμένη με τον θάνατο του τελευταίου αποστόλου;;;.[ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΠΛΕΟΝ ΑΓΙΟΥΣ]
Από εκεί και πέρα απομένει μόνο να διαφυλαχθεί και να μεταδοθεί. Αυτό είναι κυρίως το έργο του διδακτικού αξιώματος της Εκκλησίας και ιδίως του Πέτρου. Το διδακτικό αξίωμα, από τη μία πλευρά, συμβάλλει, μαζί με τη Γραφή και την Παράδοση, στη συγκρότηση της παρακαταθήκης της πίστης· από την άλλη έχει το καθήκον να τη μεταδίδει ακέραιη. Με απλά λόγια: οι πιστοί του σήμερα περιμένουν από τον Πάπα να τους επιβεβαιώσει ότι αυτό στο οποίο η Εκκλησία τούς προτείνει να πιστεύουν είναι το ίδιο με αυτό στο οποίο πίστευαν οι απόστολοι.
Το διδακτικό αξίωμα μπορεί να διευκρινίζει και να ορίζει, και επίσης να καθορίζει «νέα» δόγματα· τέτοια όμως μόνο ως ρητά διατυπωμένα, ενώ είναι «αρχαία» αν θεωρηθούν ως άρρητα περιεχόμενα στην πίστη της Εκκλησίας όλων των εποχών, δηλαδή περιεχόμενα στο depositum fidei.
Στο περίφημο βιβλίο του Νόημα και τέλος της ιστορίας, ο Karl Löwith αναρωτήθηκε αν σήμερα η Εκκλησία μπορεί να πει ότι πιστεύει περισσότερο και καλύτερα από ό,τι η αποστολική Εκκλησία. Η απάντηση είναι όχι: αυτό στο οποίο πιστεύει σήμερα η Εκκλησία είναι το ίδιο με αυτό που πίστευε τότε η Εκκλησία, έστω και αν ορισμένα δογματικά στοιχεία στο μεταξύ διατυπώθηκαν ρητά από το διδακτικό αξίωμα. Η Εκκλησία πρέπει να αποκτά μια ολοένα πιο συνειδητή επίγνωση των περιεχομένων των δογμάτων, των οποίων η δυναμικότητα είναι άπειρη· αλλά δεν είναι αυτή η συνείδησή της που καθορίζει το περιεχόμενό τους, όπως αντιθέτως θεωρεί ο μοντερνισμός.
Όμως στη δεκαετία του ’60, ακριβώς στα ίχνη της νέας θεολογικής τοποθέτησης του Karl Rahner, όλα αυτά ανατράπηκαν και ειπώθηκε ότι το δόγμα υφίσταται ιστορική εξέλιξη. Το πράγμα ήταν εντελώς νέο. Ο μεγάλος θωμιστής θεολόγος Réginald Garrigou-Lagrange, για παράδειγμα, είχε υποστηρίξει ακριβώς το αντίθετο: ότι πρέπει να ξεκινά κανείς από το δόγμα ακόμη και για να γνωρίσει καλύτερα την υπαρξιακή μας κατάσταση και τις απαιτήσεις της, συμπεριλαμβανομένων και των ίδιων των αναγκών μας, τις οποίες το δόγμα δεν καλύπτει σκοτίζοντάς τες, αλλά τις φωτίζει και τις κάνει να αναπτυχθούν. Υπό το φως του δόγματος ανακαλύπτουμε βαθύτερα ακόμη και τις ίδιες μας τις ανάγκες. Αν όμως ακολουθήσει κανείς την αντίστροφη οδό, από τις ανάγκες προς το δόγμα, καταλήγει να αποδυναμώνει όχι μόνο το δόγμα αλλά και τις ανάγκες μας, διολισθαίνοντας ολοένα χαμηλότερα και στην κατανόησή τους.
Αυτή η αλλαγή προοπτικής έφερε στο προσκήνιο την ερμηνεία, υποστηρίζοντας ότι το ερμηνεύειν είναι συστατικό μέρος της ερμηνευόμενης αλήθειας. Δεν υπάρχει μια αντικειμενική δογματική αλήθεια, αποκαλυμμένη σε εμάς από τον Θεό και αποκτημένη από την Εκκλησία ως γνώση· υπάρχει μια ιστορία μέσα στην οποία η Εκκλησία, υπό την ώθηση αυτού που θα ονομαστεί αμφίσημα «σημεία των καιρών», ερμηνεύει τον Λόγο, και αυτό συνιστά τη δογματική.
Γι’ αυτό σήμερα στα σεμινάρια δεν μελετάται πλέον αυτό που διδάσκει το διδακτικό αξίωμα, δηλαδή η βέβαιη διδασκαλία, αλλά οι ερμηνείες των θεολόγων, οι οποίες συνήθως είναι ερμηνείες άλλων ερμηνειών.
Σύμφωνα με τον Karl Rahner, η περίπτωση της διακήρυξης του δόγματος της Κοιμήσεως/Αναλήψεως της Θεοτόκου αποτελεί παράδειγμα εξέλιξης του δόγματος. Αλλά δεν είναι έτσι, διότι ο φέρων πυρήνας από τον οποίο προέρχεται ο ορισμός εκείνου του δόγματος ήταν ήδη πιστευόμενος, και η πίστη έχει μέσα της μια δική της «λογική» της αλήθειας που επιτρέπει να διατυπώνεται ρητά ό,τι προηγουμένως ήταν άρρητο.
Σύμφωνα όμως με τον Rahner, η ιστορία της εξέλιξης του δόγματος είναι η ιστορία της προοδευτικής του αποκάλυψης. Αυτό όμως συνεπάγεται την αποδοχή της μοντερνιστικής αρχής σύμφωνα με την οποία η αποκάλυψη συμβαίνει στη συνάντηση ανάμεσα στη συνείδηση και την ιστορία· πράγμα που άλλωστε προβλέπεται από ολόκληρη τη φιλοσοφική και θεολογική δομή του Rahner, όπως είδαμε.
Η ανθρώπινη λέξη, υποστηρίζει ο Rahner, δεν μπορεί ποτέ να εκφράσει επαρκώς το αποκαλυμμένο δεδομένο. Για την ανθρώπινη λέξη αυτό είναι αληθές. Αλλά ο λόγος της Εκκλησίας δεν είναι μόνο ανθρώπινος λόγος· στηρίζεται από το ίδιο Πνεύμα που ενέπνευσε τον συγγραφέα της Γραφής.
Ο Rahner φαίνεται να παραδέχεται ότι δεν μπορεί να υπάρχει πρόοδος στο δόγμα και ότι δεν συμβαίνει η Εκκλησία να γίνεται προοδευτικά σοφότερη· θεωρεί όμως ότι η θεολογία —και ακόμη και ένας δογματικός ορισμός από μέρους του διδακτικού αξιώματος είναι θεολογία— δεν μπορεί ποτέ να καλύψει πλήρως το μυστήριο. Αυτό είναι αληθές· ωστόσο, όσα ο Χριστός αποκάλυψε και εμπιστεύθηκε στην Εκκλησία δεν είναι ολόκληρο το μυστήριο, αλλά είναι ασφαλώς αληθινά και οριστικά.
Η αποκάλυψη, λέει ο Rahner, δεν είναι η κοινοποίηση ενός ορισμένου αριθμού προτάσεων, αλλά ένας ιστορικός διάλογος ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο. Δεν πρόκειται βέβαια για το ότι λάβαμε έναν κατάλογο προτάσεων, αλλά για το ότι δεχθήκαμε μια αλήθεια που παραλήφθηκε από τον ίδιο τον Χριστό, υπό την αρωγή του Πνεύματος και ως ανάγνωση μέσα στην πίστη μιας ιστορίας που είχε στον Χριστό την ολοκλήρωσή της· έπειτα από αυτό δεν υπήρξε ούτε θα υπάρξει πλέον καμία πραγματική και ουσιαστική καινοτομία.[ΚΡΙΜΑ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΟΥΤΕ ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ ΟΥΤΕ ΑΓΙΑΣΜΟ ΟΥΤΕ ΣΩΤΗΡΙΑ ΟΥΤΕ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟ ΦΙΛΙΟΚΒΕ ΤΟΥΣ ΔΙΕΛΥΣΕ.]
Ούτε από τα ιστορικά γεγονότα ούτε από τις παραστάσεις της συνείδησής μας μπορεί να προέλθει κάποια καινοτομία που να μην ήταν ήδη περιεχόμενη σε όσα αποκαλύφθηκαν στον Χριστό. Ο Rahner, αντίθετα, μιλά για «προοδευτική αυτοσυνείδηση μέσα στην πίστη», σύμφωνα με μια αντίληψη της αποκάλυψης την οποία μπορούμε να ανάγουμε στον Hegel.
Με λίγα λόγια, τα δόγματα χορεύουν όπως οι βεβαιότητες του Ευθύφρονα στον ομώνυμο διάλογο του Πλάτωνα.
Karl Rahner και Walter Kasper
Ήδη στη δεκαετία του ’60 η νέα τοποθέτηση του Rahner είχε δημιουργήσει σχολή. Είναι εμφανής σε πολλά θεολογικά ρεύματα, όπως θα δούμε, αλλά ιδιαίτερα σε εκείνο του Walter Kasper. Εκείνα τα χρόνια αυτός ο νεαρός θεολόγος δημοσίευσε ορισμένα δοκίμια —Για μια ανανέωση της θεολογικής μεθόδου, Το δόγμα υπό τον Λόγο του Θεού, Εισαγωγή στην πίστη— με σαφή ρανεριανή τοποθέτηση. Το επισημαίνω λόγω της σημασίας που ο Kasper απέκτησε προοδευτικά και στη διακυβέρνηση της καθολικής Εκκλησίας.
Από τον Rahner λαμβάνεται η ιστορική τοποθέτηση της χριστιανικής ζωής και της θεολογίας, με την κεντρικότητα να δίνεται στην ερμηνεία μάλλον παρά στη μεταφυσική· και πάνω σε αυτό ζητείται μια βαθιά ανανέωση της θεολογικής μεθόδου. Αυτή δεν πρέπει πλέον να ξεκινά από τα δόγματα ή τις διδασκαλίες της Εκκλησίας, θεωρούμενες ως κάτι οριστικό, αλλά πρέπει να βλέπει το δόγμα ως ενδιάμεσο ανάμεσα στον Λόγο του Θεού και στη βιωμένη κατάσταση της χριστιανικής κοινότητας.
Ο Λόγος του Θεού είναι ευρύτερος από το δόγμα, το οποίο είναι πάντοτε μια ερμηνεία του Λόγου, διεξαγόμενη με αφετηρία μια συγκεκριμένη ιστορική κατάσταση. Το δόγμα βρίσκεται στη συμβολή δύο ερμηνειών: της ερμηνείας του Λόγου του Θεού και της ερμηνείας της βιωμένης κατάστασης με τις ανάγκες της. Είναι λοιπόν προορισμένο να εξελίσσεται, επειδή οι ιστορικές καταστάσεις αλλάζουν και επειδή ο Λόγος του Θεού θα αποκαλύπτει πάντοτε νέες αποχρώσεις, μέχρι τότε άγνωστες.
Το δόγμα έχει μια «διακονική» λειτουργία· είναι λειτουργία της Εκκλησίας, η οποία ανανεώνει πάντοτε τη δογματική συνείδηση της πίστης της σε επαφή, από τη μία πλευρά, με τις πηγές και, από την άλλη, με την κατάσταση.
Η Εκκλησία του δόγματος ήταν μια Εκκλησία «απολιθωμένη μέσα στην ορθοδοξία της», μακριά από τη συγκεκριμένη ζωή, ποιμαντικά στείρα. Αντιθέτως, για τον Kasper η ιστορία είναι ο έσχατος ορίζοντας κάθε πραγματικότητας· η αλήθεια έχει πάντοτε το ζωτικό της πεδίο μέσα στα κοινωνιολογικά γεγονότα· η θεωρία και η πράξη δεν μπορούν ποτέ να χωριστούν εντελώς· και πρέπει να ενισχυθεί η προσπάθεια της σύγχρονης φιλοσοφίας να κατανοήσει το είναι ως χρόνο και τον χρόνο ως είναι. Ο εξελληνισμός του χριστιανισμού υπήρξε μια ιστορική διαδικασία τότε αναγκαία —και πράγματι, αν υιοθετήσει κανείς την ιστορικιστική προοπτική, πώς μπορεί να πει ότι η ιστορία σφάλλει;—, αλλά πλέον ξεπερασμένη.
Μία από τις κύριες συνέπειες αυτής της ρανεριανο-κασπεριανής τοποθέτησης είναι η ανάδυση της Γραφής πάνω από την Παράδοση. Και οι δύο το λένε καθαρά, και είναι δύσκολο να μη δει κανείς εδώ μια παραχώρηση προς την προτεσταντική Μεταρρύθμιση και προς την ιδέα του Λουθήρου ότι η Εκκλησία δεν πρέπει να ιδιοποιείται τον Λόγο. Αυτή η ελευθερία του Λόγου έναντι της Εκκλησίας θα απαιτούσε να δοθεί προτεραιότητα στη Γραφή έναντι της Παράδοσης και να επανεξεταστεί ιστορικά, σε σχέση με την εξέλιξη της συνείδησης, η ανάπτυξη των δογμάτων. Αλλά έτσι, η επαφή ανάμεσα στον προτεσταντισμό και τον καθολικισμό γίνεται πολύ στενή, μέχρι του σημείου να εξαλείφονται οι δύο ταυτότητες μέσα στην αδιακρισία.
Ο Karl Rahner στη Σύνοδο για την Οικογένεια
Κατά τη μακρά συνοδική περίοδο για την οικογένεια, η οποία χαρακτηρίστηκε από την Έκτακτη Σύνοδο του Οκτωβρίου 2014 και από την Τακτική Σύνοδο του Οκτωβρίου 2015, μπόρεσαν να διαπιστωθούν πολλά στοιχεία που προέρχονταν από μια ρανεριανή τοποθέτηση των πραγμάτων. Με άλλα λόγια, ο Rahner, παρότι είχε πεθάνει το 1984, ήταν παρών στη Σύνοδο. Θα μπορούσε επίσης να ειπωθεί ότι οι σημαντικές αντιπαραθέσεις που αναδύθηκαν κατά τις δύο Συνόδους προέρχονται από τη σύγκρουση ανάμεσα στον χώρο της ρανεριανής θεολογίας και στην αντίπαλη πλευρά.
Έντονα ρανεριανά στοιχεία είχαν ήδη αναδυθεί στην εισαγωγική διάλεξη για τη Σύνοδο, την οποία εκφώνησε ενώπιον των καρδιναλίων ο καρδινάλιος Walter Kasper τον Φεβρουάριο του 2014. Ας σκεφτούμε, για παράδειγμα, την ιδέα ότι δεν μπορεί ποτέ να γνωσθεί μια αντικειμενική και δημόσια κατάσταση αμαρτίας, όπως ακριβώς είναι εκείνη των διαζευγμένων που έχουν ξαναπαντρευτεί. Η θέση που διατύπωσε ο Kasper ήταν ότι δεν υπάρχουν οι διαζευγμένοι ξαναπαντρεμένοι, αλλά αυτός, εκείνος, ο άλλος διαζευγμένος ξαναπαντρεμένος. Η πραγματικότητα, επομένως, δεν δείχνει φέρουσες και καθολικές δομές, αλλά μόνο μοναδικές ατομικές καταστάσεις.
Αυτός ο τρόπος θεώρησης έχει νομιναλιστική καταγωγή, δεδομένου ότι ακριβώς αυτό έλεγε ο Γουλιέλμος του Όκκαμ τον 14ο αιώνα, και έγινε επίσης ο τρόπος θεώρησης του Λουθήρου και της προτεσταντικής φιλοσοφίας γενικά, καθότι είναι ο καλύτερος τρόπος για να χωριστεί η λογική από την πίστη. Αν στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν καθολικές δομές τις οποίες η λογική μπορεί να γνωρίσει με τις δικές της δυνάμεις, τότε αυτή δεν θα μπορεί να ανέβει φυσικά από τα πράγματα προς τον Θεό, ούτε η αποκάλυψη θα μπορεί να χρησιμοποιήσει τη γλώσσα της λογικής για να γίνει κατανοητή από όλους.
Η λογική θα είναι νομιναλιστική, δηλαδή θα μπορεί να έχει εμπειρία επιμέρους πραγμάτων στα οποία, λόγω ομοιότητας μεταξύ τους, θα μπορεί έπειτα να αποδώσει και ένα κοινό όνομα, αλλά μόνο ένα όνομα που δεν αναφέρεται σε καμία πραγματικότητα πέρα από τα επιμέρους πράγματα. Η πίστη θα είναι φιντεϊστική. Ο Θεός είναι παντοδύναμος, είναι ο τελείως Άλλος, είναι βούληση και όχι αλήθεια. Η Veritatis splendor του Ιωάννη Παύλου Β΄ λέει το αντίθετο από όσα υποστήριξε ο Kasper, αλλά εκείνη η εγκύκλιος είχε πίσω της μια διαφορετική φιλοσοφία.
Και για τον Rahner υπάρχουν μόνο επιμέρους περιπτώσεις που πρέπει να αντιμετωπίζονται μία προς μία, επειδή η πραγματικότητα του κόσμου είναι πολύπλοκη· δεν υπάρχει μια διδασκαλία που να μπορεί να εφαρμοστεί σε αυτήν, και δεν μπορεί ποτέ να γνωσθεί αν βρισκόμαστε ή όχι μπροστά σε μια κατάσταση αμαρτίας. Μπροστά σε ένα ζευγάρι διαζευγμένων που έχουν ξαναπαντρευτεί, η Εκκλησία πρέπει να κατανοήσει, να δεχθεί και να συνοδεύσει, με μια πορεία που γίνεται κατά περίπτωση και χρησιμοποιώντας τη μη σαφώς προσδιορισμένη διάκριση. Αυτό ακριβώς πρότεινε ο καρδινάλιος Kasper.
Κατά τη συνοδική συζήτηση πολλοί επίσκοποι είπαν ότι ακόμη και σε μια ομοφυλοφιλική σχέση είναι παρούσα η χάρη του Χριστού. Πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τη Σύνοδο, πολλοί επίσκοποι και καρδινάλιοι τάχθηκαν υπέρ του να ανατίθενται εκκλησιαστικά καθήκοντα σε ομοφυλοφίλους, ακόμη και αν επιμένουν στη σχέση τους, και υπέρ του να υποστηριχθεί η αναγνώριση των πολιτικών ενώσεων μεταξύ ομοφυλοφίλων από την πολιτική αρχή.
Είναι προφανές ότι αυτές οι τοποθετήσεις συνεπάγονται την κατάργηση του φυσικού δικαίου και του φυσικού ηθικού νόμου, και δεν λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη να γίνεται σεβαστή η φύση και οι νόμοι της, αν θέλει κανείς να αρέσει στην υπερφύση και στη χάρη. Το να λέγεται ότι η χάρη είναι παρούσα ακόμη και σε μια ομοφυλοφιλική σχέση σημαίνει να λέγεται, μαζί με τον Karl Rahner, ότι η χάρη δίνεται πάντοτε σε όλους, επειδή δίνεται στον κόσμο, όπου δεν υπάρχουν καταστάσεις έξω από τη χάρη του Θεού.
Αν το δούμε προσεκτικά, ακόμη και η πρόσκληση σε παρρησία που έγινε προς τους συνοδικούς Πατέρες παρουσιάζει μια ρανεριανή έμφαση. Σημαίνει την αποδοχή του πλουραλισμού μέσα στην Εκκλησία, με την έννοια της σύγχρονης ελευθερίας έκφρασης. Αυτή η αντίληψη της ελευθερίας έκφρασης είναι όμως διαφορετική από την ελευθερία με καθολική έννοια. Η παρρησία συνίσταται στο θάρρος να αναγγέλλεται η αλήθεια, χωρίς ανθρώπινους ή σεβαστικούς φόβους, ή χωρίς την έγνοια να σωθεί ό,τι σώζεται. Δεν μπορεί να σημαίνει την ελευθερία να εκφράζονται, σε μια τόσο σημαντική εκκλησιαστική σύναξη όπως μια Σύνοδος, ιδέες σκανδαλώδεις για τους πιστούς ή συγκλονιστικές ή που υποβάλλουν αμφιβολίες για θεμελιώδεις αλήθειες της ομολογούμενης πίστης. Ο κόσμος είναι ασφαλώς πλουραλιστικός, αλλά η Εκκλησία δεν μπορεί να είναι. Αν όμως η Εκκλησία αποτελεί μέρος του κόσμου, τότε και αυτή θα είναι πλουραλιστική, όπως υποστηρίζει συνεχώς ο Rahner.
Ωστόσο, το κύριο σημείο της παρουσίας της ρανεριανής θεολογίας στην πρόσφατη Σύνοδο για την οικογένεια αφορά την πρόσβαση στη Θεία Κοινωνία των διαζευγμένων που έχουν ξαναπαντρευτεί, δηλαδή προσώπων σε κατάσταση δημόσιας και αντικειμενικής αμαρτίας. Αν η αμαρτία ιδωθεί ως οντολογικός θάνατος —δηλαδή θάνατος του ίδιου του είναι— της ψυχής, τότε δεν μπορεί να σκεφτεί κανείς ότι είναι δυνατόν να λάβει τη Θεία Κοινωνία, αν προηγουμένως η ψυχή δεν αναγεννηθεί μέσω του μυστηρίου της εξομολόγησης.
Αν όμως το πράγμα ιδωθεί όχι με οντολογική αλλά με υπαρξιακή έννοια, τότε όλα είναι αναστρέψιμα μέσα στην ύπαρξη· και επομένως είναι δυνατό να προβλεφθούν υπαρξιακές πορείες μέσω των οποίων κάποιος μπορεί να προσέλθει στη Θεία Κοινωνία, παραμένοντας όμως στην αντικειμενική κατάσταση αμαρτίας. Εδώ δεν υπάρχει πλέον η σαφής διάκριση ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο, ανάμεσα στο καλό και στο κακό, ανάμεσα στη χάρη και στην αμαρτία, ανάμεσα στο δόγμα και στην αίρεση· υπάρχει μια υπαρξιακή κατάσταση, αντικείμενο της προσωπικής και εκκλησιαστικής μας διάκρισης. Μέσα στην ύπαρξη όλα είναι μετατρέψιμα, τίποτε δεν είναι αμετάκλητο. Λαμβανομένων υπόψη και όσων ήδη ειπώθηκαν, δηλαδή της αδυναμίας, για τον Rahner, να γνωρίσει κανείς τόσο τις αντικειμενικές και δημόσιες καταστάσεις αμαρτίας όσο και τις προσωπικές. Για εκείνον υπάρχουν οι νόμοι του Θεού, αλλά ο Θεός —λέει— δεν είναι ο Θεός των νόμων.
Δεν μπορούμε έπειτα να ξεχάσουμε ότι από τη Σύνοδο για την οικογένεια δεν προέκυψε καμία υπόδειξη περί αγνότητας ούτε καμία υπόδειξη για το αν η άσκηση της σεξουαλικότητας έξω από τον γάμο είναι αμαρτία. Ο Ιωάννης Παύλος Β΄ αναφέρθηκε εκτενώς, αλλά δεν αναφέρθηκε σε δύο ιδίως σημεία: στην απαγόρευση πρόσβασης στην Ευχαριστία για τους διαζευγμένους που έχουν ξαναπαντρευτεί και στην άσκηση της σεξουαλικότητας έξω από τον γάμο· σημείο στο οποίο αποφασίζεται αν θα γίνει δεκτή ή θα απορριφθεί η κληρονομιά της Humanae Vitae του Παύλου ΣΤ΄.
Ο Karl Rahner είναι από τους κυριότερους επικριτές εκείνης της εγκυκλίου του Παύλου ΣΤ΄, αν και ασφαλώς όχι ο μόνος· και γι’ αυτό καταλαβαίνει κανείς ότι στη Σύνοδο για την οικογένεια του 2014 και 2015 αυτή η πολυδεκαετής αντίθεση στην σεξουαλική ηθική της εγκυκλίου του Παύλου ΣΤ΄ βρήκε ένα σημαντικό σημείο συμπύκνωσης.
Σύμφωνα με τον Rahner, η Εκκλησία δεν πρέπει να «ηθικολογεί», δηλαδή δεν πρέπει να δίνει προτάγματα, κανόνες, αρχές, ρυθμίσεις, αλλά πρέπει να διαμορφώνει τις συνειδήσεις. Το ότι πρέπει να διαμορφώνει τις συνειδήσεις είναι ασφαλώς αληθές· αλλά οι εντολές του Θεού είναι γλυκές και ο ζυγός του είναι ελαφρύς, δηλαδή οι νόμοι του Θεού εκφράζουν το αγαθό του ανθρώπου και δεν αντιτίθενται στη συνείδηση. Οι εντολές του Θεού δεν είναι αφηρημένες, ώστε η συνείδηση να πρέπει να τις μεσολαβήσει προς το συγκεκριμένο. Η εντολή και η συνείδηση αντιστοιχούν μεταξύ τους. Η ηθική θεολογία του Rahner είναι διαφορετική από εκείνη της Veritatis splendor του Ιωάννη Παύλου Β΄, και στη Σύνοδο για την οικογένεια αυτό αναδύθηκε με σαφήνεια.
Συνεχίζεται
Walter Kasper
Ο ΘΕΟΣ ΤΩΝ ΕΝΩΜΕΝΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ.
Τό βασικό κείμενο του Κάσπερ: «Ιησούς ο Χριστός». Jesus der Christus. Matthias-Grünewald-Verlag, Mainz 1974.
«Μπορούμε να μιλήσουμε για μία πίστη του Ιησού; Στην πρός Εβραίους 12,2 έχουμε ένα κείμενο το οποίο μιλά ξεκάθαρα για μία πίστη του Ιησού. Γνωρίζουμε όλοι μας μία πίστη η οποία μετακινεί βουνά, ότι ο Ιησούς προσευχήθηκε για μας. Ο Ιησούς είναι απολύτως βέβαιος πώς ο Θεός τον ακούει και αυτή του η πίστη μετέχει της παντοδυναμίας του Θεού, αυτή η πίστη είναι η ύπαρξη του Θεού σε μας. Είναι μία μετοχή λοιπόν στον Θεό, η πίστη. Αυτός ο Ιησούς δέν είναι τίποτε καθ’εαυτός, αλλά είναι το πάν από τον Θεό και για τον Θεό. Είναι λοιπόν η κενή μορφή, ο ανοιχτός χώρος της αγάπης του Θεού που μεταδίδεται. Η δωρεά του Ιησού στον Πατέρα προϋποθέτει την μετάδοση του Πατρός στον Ιησού. Η Χριστολογία που ακολούθησε δέν είναι τίποτε άλλο από την ερμηνεία και την μετάφραση αυτού που βρίσκεται κρυμμένο στην υπακοή και στην υιϊκή προσφορά του Ιησού. Αυτό που έζησε ο Ιησούς πρίν το πάσχα, εκφράστηκε στην συνέχεια οντολογικά μετά το πάσχα».
Πρός Τιτον 1,10: Διότι υπάρχουν πολλοί ανυπότακτοι, ματαιολόγοι και συσκοτισταί του νού. Μάλιστα εκείνοι που προέρχονται απο Ιουδαίους, οι οποίοι πρέπει να αποστομώνονται.
«Τα θαύματα, συνεχίζει ο Κάσπερ, είναι ανιστορικές διηγήσεις. Είναι δομημένα, στα Ευαγγέλια, με ανάλογο τρόπο με εκείνων της αρχαιότητος. Και τονίζει δέ, πώς πολλά θαύματα μπορούν να ερμηνευθούν σαν έργα του Δαίμονος».
ΟΙ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΠΑΡΑΔΙΔΟΝΤΑΙ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΩΝ ΕΒΡΑΙΩΝ.
Είναι περίεργο επίσης για τον Κάσπερ, ότι κανένα Ευαγγέλιο της Κ.Δ. δέν αναφέρει ότι κάποιος είδε τον Χριστό να ανασταίνεται. Οι ομολογίες των Ευαγγελίων είναι μαρτυρίες που δημιουργήθηκαν απο λαό που πίστευε.
Δέν υπήρξε επίσης ποτέ και καμμία Ανάληψη, λέει ο σύγχρονος Καϊάφας, καθότι δέν υπήρξε ποτέ κάποια κάθοδος ή ενσάρκωση.
Και το καλύτερο! Σύμφωνα με τις σύγχρονες έρευνες της Ιστορικής Θεολογίας, μπορούμε ελεύθερα να αποκαταστήσουμε τον Νεστόριο. Ο οποίος αρνήθηκε την Θεία κυοφορία τής Παναγίας και το Αειπάρθενο της γεννήσεως του Κυρίου, όπως ακριβώς και ο δικός μας Γιανναράς, ο οποίος υπολογίζεται ακόμη σαν Χριστιανός απο τους μοντέρνους οπαδούς του!
Ο Θεός φανερώθηκε και επικοινώνησε με καθοριστικό και απόλυτο τρόπο στην ιστορία του Ιησού. Δηλαδή ο Χριστός δέν είναι ο Υιός του Θεού όπως και η Καθολική Εκκλησία δέν είναι η Εκκλησία του Κυρίου αλλά εκφράζει στην ιστορία της, την ιδέα του Χριστού για την Εκκλησία, δηλαδή για την συνέχιση του έργου του.
Εν’ολίγοις ο οικουμενισμός του Βατικανού διαφοροποιείται πλήρως απο την Καθολική Εκκλησία. Το ίδιο συμβαίνει σήμερα και με τα Ορθόδοξα πατριαρχεία. Ο Βαρθολομαίος πήρε στα χέρια του το μέλλον της Εκκλησίας. Η Κωσταντινούπολη με την Αγιά Σοφιά και την Θεολογική σχολή της Χάλκης, και με τον ναό των Ιεροσολύμων,καί τό Βατικανό, θα αποτελούν την Ιστορική Αγία Τριάδα.Τήν Οικουμενική εκκλησία.
Όλες οι Σύνοδοι δηλαδή μέχρι την Βατικάνειο, σκοπό τους είχαν την διατήρηση της Μίας Καθολικής Εκκλησίας και την επιστροφή σ’αυτή των αιρετικών. Αυτό τον σκοπό είχαν και οι σύνοδοι της Λατινικής Εκκλησίας. Οικουμενισμός μέχρι τότε σήμαινε Επιστροφή! Ο Κάσπερ λοιπόν καταργεί ότι ίσχυε μέχρι την στιγμή εκείνη λέγοντας: «Η παλιά έννοια του Οικουμενισμού της επιστροφής άλλαξε, τοποθετώντας στην θέση της, μία κοινή πορεία, η οποία κατευθύνει τους Χριστιανούς πρός το τέλος της Εκκλησιαστικής Ευχαριστίας, της κοινής Ευχαριστίας, που γίνεται κατανοητή σάν ενότης τής διαφορετικότητος, σαν μία ξανα συμβιβασμένη ενότητα της διαφορετικότητος. Ο Οικουμενισμός δέν πραγματοποιείται πλέον με την εγκατάλειψη των παλιών παραδόσεων μας. Καμμία Εκκλησία δέν μπορεί να εγκαταλείψει τις παραδόσεις της. Δέν μπορούμε να πετάξουμε μακρυά εκείνο που διατηρήσαμε και φέραμε μέχρι σήμερα μαζί μας (την Ιστορία μας) και καμμιά Εκκλησία δέν μπορεί να το κάνει.
Χρειάζεται επομένως ένας νέος σχεδιασμός της πίστεως και των μυστηρίων. Ένας νέος σχεδιασμός που θα ενώνει τις διαφορές.
Όπως βλέπουμε καθαρά λοιπόν δέν αντιμετωπίζουμε πλέον ψευδοπροφήτες του Κυρίου, αλλά αληθινούς προφήτες του Αντιχρίστου.
Και φτάνει λοιπόν ο Κάσπερ μέχρι του σημείου να απειλεί τους Χριστιανούς: «όποιος επιθυμεί να επιστρέψει στο παρελθόν, θα εγκαταλείφθεί απο το Άγιο Πνεύμα».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου