Πέμπτη 13 Αυγούστου 2026

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ— ΟΡΓΑΝΟΝ 12

Συνέχεια από Σάββατο 1η. Αυγούστου 2026

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ— ΟΡΓΑΝΟΝ 12

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ – ΠΕΡΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ – ΠΡΩΤΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ
ΔΕΥΤΕΡΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ – ΤΟΠΙΚΑ – ΣΟΦΙΣΤΙΚΕΣ ΕΛΕΓΧΟΙ


Γενικός συντονισμός
του Maurizio Migliori

Ελληνικό κείμενο αντικριστά
Εκδόσεις Bompiani, Milano 2016


Κατηγορίες
Εισαγωγικό δοκίμιο, μετάφραση και σημειώσεις
της Marina Bernardini

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΔΟΚΙΜΙΟ ΣΤΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

2. ΔΟΜΗ, ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ


2.1. Συνοπτική παρουσίαση των περιεχομένων

Στην ενότητα αυτή θα εξεταστεί συνοπτικά η δομή των Κατηγοριών· όσον αφορά τα αναλυτικά περιεχόμενα και τις βασικές έννοιες αναφοράς, τα οποία, για λόγους χώρου, δεν είναι δυνατόν να παρουσιαστούν εδώ παρά μόνο με εξαιρετικά συνοπτικό τρόπο, παραπέμπουμε στις περιλήψεις των επιμέρους κεφαλαίων, στις σημειώσεις του κειμένου, στο Γλωσσάριο και στο αναλυτικό Ευρετήριο των εννοιών.

Οι Κατηγορίες έχουν παραδοθεί σε εμάς διαιρεμένες παραδοσιακά σε δεκαπέντε κεφάλαια. Όπως είναι γνωστό, η διαίρεση αυτή δεν ανήκε στο αρχικό κείμενο· γι’ αυτό και η εννοιολογική διάρθρωση δεν μπορεί πάντοτε να συμπίπτει απολύτως με τα κεφάλαια που επιβλήθηκαν στο σύγγραμμα. Σε κάθε περίπτωση, από την άποψη του περιεχομένου, το έργο μπορεί να διαιρεθεί σε τρία μέρη.

Ένα πρώτο μέρος αποτελείται από τα κεφ. 1–3, τα λεγόμενα antepraedicamenta («προκατηγορήματα»), τα οποία δεν έχουν τίποτε το εισαγωγικό ή εκλαϊκευτικό, αλλά παρουσιάζουν μάλλον πυκνή και ελλειπτική ανάπτυξη. Πράγματι, το κείμενο στερείται εισαγωγής και προγραμματικού προλόγου και αρχίζει με τη διατύπωση μιας τριπλής διακρίσεως.

Στο κεφάλαιο 1 εξηγείται τι είναι τα ὁμώνυμα: πράγματα που έχουν κοινό μόνο το όνομα, ενώ ο λόγος της ουσίας τους είναι διαφορετικός (Κατ. 1, 1a1–6)· τα συνώνυμα: πράγματα που έχουν κοινό τόσο το όνομα όσο και τον λόγο της ουσίας (Κατ. 1, 1a6–12)· και τα παράγωγα ή, σύμφωνα με την παραδοσιακή μετάφραση, παρώνυμα: πράγματα που λαμβάνουν την ονομασία τους από κάτι άλλο, από το οποίο όμως διαφέρουν ως προς την κατάληξη (Κατ. 1, 1a12–15).
Η διάκριση αυτή, η οποία εκ πρώτης όψεως φαίνεται «ασύνδετη»¹, είναι ωστόσο καλά οργανωμένη και παρουσιάζει ταξινομήσεις οι οποίες, κατά κάποιον τρόπο, προπαρασκευάζουν για την κατανόηση όσων θα εισαχθούν στη συνέχεια. Ίσως πρόκειται για θεμελιώδεις διακρίσεις ήδη γνωστές στο κοινό στο οποίο απευθύνεται το έργο, τις οποίες χρειαζόταν απλώς να κατανοήσει και να απομνημονεύσει κανείς ή ακόμη και να συμβουλεύεται ως μια «λίστα»²· αυτό θα εξηγούσε και τη βραχυλογία του ύφους.

Στο κεφάλαιο 2 τίθεται μια διάκριση ανάμεσα στα λεγόμενα που λέγονται με σύνδεση (κατὰ συμπλοκήν), όπως, για παράδειγμα, «ὁ ἄνθρωπος τρέχει» ή «ὁ ἄνθρωπος νικᾷ», και σε εκείνα που λέγονται χωρίς σύνδεση (ἄνευ συμπλοκῆς), όπως «ἄνθρωπος», «βοῦς», «τρέχει», «νικᾷ» (Κατ. 2, 1a16–19).
Παρουσιάζεται επίσης μια διαίρεση των όντων (τὰ ὄντα) σε τέσσερις ομάδες, οι οποίες προκύπτουν από τον συνδυασμό δύο θεμελιωδών τρόπων συνδέσεως των όρων μέσω συμπλοκῆς: το λέγεσθαι καθ’ ὑποκειμένου και το εἶναι ἐν ὑποκειμένῳ, τα οποία εξηγούν αντίστοιχα την ενδοκατηγορική και τη διακατηγορική κατηγόρηση.
Ειδικότερα, το λέγεσθαι καθ’ ὑποκειμένου είναι η κατηγόρηση που εκφράζει κάτι το οποίο ανήκει κατ’ ανάγκην στην ουσία του υποκειμένου και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον ορισμό του· το εἶναι ἐν ὑποκειμένῳ δηλώνει την ενύπαρξη, κάτι δηλαδή που βρίσκεται μέσα σε ένα υποκείμενο και δεν θα μπορούσε να υπάρχει χωριστά από εκείνο στο οποίο ενυπάρχει.


Από αυτά προκύπτουν τέσσερις τάξεις πραγματικοτήτων:
Εκείνα που λέγονται καθ’ υποκειμένου, αλλά δεν είναι σε κανένα υποκείμενο: ο «άνθρωπος», για παράδειγμα, λέγεται για ένα υποκείμενο, δηλαδή για έναν συγκεκριμένο άνθρωπο (ο Σωκράτης είναι άνθρωπος, δηλαδή ανήκει αναγκαίως και κατ’ ουσίαν στο ανθρώπινο είδος), αλλά δεν είναι σε κανένα υποκείμενο, διότι ο άνθρωπος δεν εξαντλείται σε ένα μεμονωμένο άτομο, αλλά κατηγορείται για περισσότερα υποκείμενα, δηλαδή για όλους τους ανθρώπους, και επομένως είναι χωριστός από το μεμονωμένο υποκείμενο, επειδή αποτελεί κοινό κατηγορούμενο (Κατ. 2, 1a20–22).
Εκείνα που είναι σε ένα υποκείμενο, αλλά δεν λέγονται για κανένα υποκείμενο (Κατ. 2, 1a23–30): μια συγκεκριμένη γραμματική γνώση, για παράδειγμα, είναι σε ένα υποκείμενο, δηλαδή στην ψυχή, διότι δεν θα μπορούσε να χωριστεί από αυτήν χωρίς να πάψει να υπάρχει· δεν λέγεται όμως για κανένα υποκείμενο, επειδή δεν αποτελεί κοινό κατηγορούμενο αλλά δηλώνει μια εξατομίκευση της επιστήμης.
Εκείνα που λέγονται για ένα υποκείμενο και είναι σε ένα υποκείμενο (Κατ. 2, 1b1–2): η επιστήμη, για παράδειγμα, είναι σε ένα υποκείμενο, δηλαδή στην ψυχή, διότι δεν θα μπορούσε να υπάρξει επιστήμη εάν δεν υπήρχε κάποιο υπόστρωμα που να τη φέρει· και λέγεται για ένα άλλο υποκείμενο, για παράδειγμα για τη γραμματική· η γραμματική γνώση, πράγματι, αποτελεί μια ειδικότερη μορφή της επιστήμης.
Εκείνα που ούτε λέγονται για κανένα υποκείμενο ούτε είναι σε κανένα υποκείμενο (Κατ. 2, 1b3–5): πρόκειται για τις πρώτες ουσίες, όπως ένας συγκεκριμένος άνθρωπος ή ένα συγκεκριμένο άλογο.


Στο κεφάλαιο 3 υπογραμμίζονται ορισμένες όψεις της κατηγορήσεως:
Όταν κάτι κατηγορείται για ένα υποκείμενο, όλα όσα λέγονται για το κατηγορούμενο λέγονται επίσης και για το υποκείμενο (πρβλ. Κατ. 3, 1b10–15). Στη συνέχεια παρουσιάζονται οι σχέσεις που υπάρχουν ανάμεσα στο γένος, στα είδη και στις διαφορές: εάν τα γένη και τα υπογένη είναι διαφορετικά, δηλαδή ετερογενή, και δεν υπάγονται το ένα στο άλλο, τότε διαφορετικές είναι και οι ειδοποιές διαφορές που τα αφορούν· εάν, αντίθετα, έχουμε ένα ή περισσότερα υπογένη υπαγόμενα στο ίδιο γένος, οι ειδοποιές διαφορές μπορούν να είναι οι ίδιες.

Με το κεφάλαιο 4 αρχίζει το δεύτερο μέρος, το λεγόμενο των praedicamenta, που αποτελείται από τα κεφάλαια 4–9. Τα πράγματα που λέγονται χωρίς σύνδεση δηλώνουν είτε μια ουσία, είτε μια ορισμένη ποσότητα, είτε μια ορισμένη ποιότητα, είτε ένα προς τι, είτε ένα πού, είτε ένα πότε, είτε ένα κεῖσθαι, είτε ένα ἔχειν, είτε ένα ποιεῖν είτε ένα πάσχειν (Κατ. 4, 1b25–2a4)· ανάγονται δηλαδή σε μία από τις δέκα κατηγορίες.

Στο προηγούμενο κεφάλαιο είχε δειχθεί πώς η σχέση «υποκείμενο–κατηγορούμενο» αντιστοιχεί στη σχέση «είδος–γένος» και πώς είδη και γένη υπάγονται το ένα στο άλλο μέχρι να φθάσουμε στα ανώτατα γένη. Τα τελευταία, ακριβώς επειδή είναι ανώτατα, μπορούν να λειτουργούν μόνο ως κατηγορούμενα· είναι επομένως τα κατηγορούμενα κατεξοχήν, οι κατηγορίες, αφού η ελληνική λέξη κατηγορία δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά κατηγορούμενο.

Στη συνέχεια αναλύονται με συστηματικό τρόπο η ουσία (κεφάλαιο 5), με τη διάκριση ανάμεσα στην «πρώτη ουσία» —το άτομο— και στις «δεύτερες ουσίες» —το γένος και το είδος—, η ποσότητα (κεφάλαιο 6), τα πρός τι (κεφάλαιο 7), η ποιότητα (κεφάλαιο 8), το ποιεῖν και το πάσχειν (κεφάλαιο 9). Αντίθετα, οι κατηγορίες του κεῖσθαι, του πότε, του ποῦ και του ἔχειν απλώς μνημονεύονται, καθώς δηλώνονται τόσο σαφείς ώστε να μη χρειάζονται περαιτέρω πραγμάτευση (Κατ. 9, 11b10–16).

Το τρίτο μέρος, το λεγόμενο των postpraedicamenta, που αποτελείται από τα κεφάλαια 10–15, παρουσιάζει μια μελέτη των διαφορετικών τρόπων με τους οποίους λέγονται έξι έννοιες: η ἀντίθεσις (κεφάλαιο 10), η ἐναντιότης (κεφάλαιο 11), το πρότερον (κεφάλαιο 12), το ἅμα (κεφάλαιο 13), η μεταβολή (κεφάλαιο 14), το ἔχειν (κεφάλαιο 15).

Στο διάγραμμα που αναπαράγεται στην επόμενη σελίδα συνοψίζονται σύντομα τα περιεχόμενα που περιγράφηκαν παραπάνω.

Ο οργανικός χαρακτήρας και η ενότητα της πραγματεύσεως δεν είναι βεβαίως από μόνα τους προφανή. Ειδικότερα, αυτή η διάρθρωση «[…] τείνει να υπογραμμίσει την ύπαρξη μιας τομής κυρίως ανάμεσα στις δύο πρώτες ενότητες από κοινού, οι οποίες περιέχουν την παρουσίαση των κατηγοριών —των praedicamenta, έστω και όχι όλων, δηλαδή της ουσίας, της ποσότητας, της σχέσεως, της ποιότητας, του ποιεῖν και του πάσχειν— και εκείνων των προκαταρκτικών εννοιών που χρησιμεύουν ως εισαγωγή σε αυτές —όπως, για παράδειγμα, η ομωνυμία, η συνωνυμία, η κατηγόρηση κ.ο.κ.—, και στην τρίτη ενότητα, της οποίας ο χαρακτήρας ως “προσθήκης” είχε υπογραμμιστεί ήδη από την αρχαιότητα.

Και πράγματι, εάν σήμερα ορισμένοι μελετητές θεωρούν ότι μπορούν να διατυπώσουν υποψίες περί μη γνησιότητας σε σχέση με τις Κατηγορίες, τείνουν να αναφέρονται κυρίως στο τελικό μέρος, δηλαδή ακριβώς στα postpraedicamenta, σαν να μπορούσε να διαπιστωθεί μια τέλεια συνοχή ανάμεσα στα antepraedicamenta και τα praedicamenta από κοινού και, επομένως, σαν τα κεφάλαια 1–9 να συγκροτούσαν ένα συμπαγές όλον»60.

Πρέπει, επομένως, να αξιολογηθεί καταρχάς κατά πόσον το πρώτο μέρος μπορεί να θεωρηθεί χρήσιμο για την κατανόηση του υπόλοιπου συγγράμματος και, στη συνέχεια, να εξεταστεί αν το τρίτο μέρος έχει έναν ιδιαίτερο λόγο να βρίσκεται μετά την αναλυτική πραγμάτευση των κατηγοριών, στο πλαίσιο μιας ολοκληρωμένης προοπτικής και μιας ενιαίας αναγνώσεως του κειμένου.

2.2. Η φύση του κειμένου και η εσωτερική του ενότητα

Σημειώσεις:

50 Μολονότι έχουμε επίγνωση ότι διακόπτουμε μια παγιωμένη παράδοση, για λόγους σαφήνειας επιλέξαμε, στο παρόν κείμενο και στα Τοπικά, να αποδίδουμε τα παρώνυμα [τὰ] (paronyma [ta]) ως «παράγωγα». Πρβλ. το αναλυτικό Ευρετήριο των εννοιών. Ο όρος «παράγωγο» έχει το μειονέκτημα ότι μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση πως γίνεται αναφορά αποκλειστικά στις λέξεις και όχι στα πράγματα (πρβλ. J. Owens, The Doctrine of Being in the Aristotelian Metaphysics: a Study in the Greek Background of Mediaeval Thought, με πρόλογο του Étienne Gilson, Pontifical Institute of Mediaeval Studies, Toronto 1951, σ. 330), αποφεύγει όμως τη σύγχυση με τη σύγχρονη σημασία της παρωνυμίας, ενός είδους συνωνύμου του «μαλαπροπισμού» (malapropism) —όρου που προέρχεται από το αγγλικό malapropos (το οποίο με τη σειρά του προέρχεται από το γαλλικό mal à propos), «ακατάλληλος», «ακατάλληλα»— και συνίσταται στην εκούσια ή ακούσια αντικατάσταση λέξεων που μοιάζουν ως προς τη μορφή αλλά διαφέρουν ως προς τη σημασία. Πρβλ. G. Basile, Le parole nella mente: relazioni semantiche e struttura del lessico, πρόλογος Tullio De Mauro, Franco Angeli, Milano 2001, σ. 68.

51 Το ζήτημα που προέκυψε γύρω από το παράξενο incipit των Κατηγοριών έχει μακρότατη ιστορία, η οποία ανάγεται ήδη στους αρχαίους σχολιαστές· πρβλ. Σιμπλίκιο, In Cat., 21,1 κ.ε.

52 Πρόκειται δηλαδή για μια δομή συγγενή προς εκείνη της πραγματείας που μας παραδόθηκε με τον τίτλο Διαιρέσεις από τουλάχιστον τρία χειρόγραφα, τα οποία την αποδίδουν στον Αριστοτέλη. Για το έργο αυτό ο E. Berti, Presentazione, στο Aristotele e altri Autori, Divisioni..., σ. 11, γράφει: «Πρέπει πάντως να έχουμε κατά νου ότι ο σκοπός ενός εγχειριδίου διαιρέσεων, όπως ακριβώς είναι το εν λόγω έργο, ήταν πρωτίστως να προσφέρει έναν κατάλογο (check-list, όπως έχει γράψει επανειλημμένα ο Mansfeld), από τον οποίο θα μπορούσε κανείς να αντλήσει χρήσιμες διακρίσεις τόσο για μια διαλεκτική συζήτηση όσο και για μια επιστημονική πραγματεία και, τέλος, για έναν ρητορικό λόγο που αποβλέπει στην πειθώ δικαστών και πολιτικών».

53 Για την έννοια της «ενυπάρξεως» πρβλ. G.E.L. Owen, Inherence, «Phronesis» 10 (1965), σ. 97–105· J. Duerlinger, Predication and Inherence in Aristotle’s Categories, «Phronesis» 15 (1970), σ. 179–203.

54 Ο Αριστοτέλης εξηγεί στις Κατηγορίες 2, 1a24–26: «λέγω ότι κάτι είναι ἐν ὑποκειμένῳ, όταν, ενώ ανήκει σε κάτι, όχι όμως ως μέρος αυτού, δεν μπορεί να υπάρχει χωριστά από εκείνο μέσα στο οποίο είναι».

55 Όπως υπογραμμίζει ο M. Mignucci, La teoria aristotelica della scienza, Sansoni, Firenze 1965, σ. 227: «Όλοι συμφωνούν ότι αυτή η τελευταία περίπτωση της ταξινομήσεως δηλώνει τον τρόπο υπάρξεως που προσιδιάζει στην πρώτη οὐσία, δηλαδή στην ατομική, συγκεκριμένη ουσία, η οποία ορίζεται τόσο στις Κατηγορίες όσο και αλλού από αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά».

56 Για τη διευκρίνιση αυτών των εννοιών, όπως και εκείνων που θα ακολουθήσουν, παραπέμπουμε στην αναλυτική πραγμάτευση που περιέχεται στις περιλήψεις κάθε κεφαλαίου και στις σημειώσεις του κειμένου.

57 Δεν είναι σε όλα τα χωρία του Corpus Aristotelicum οι κατηγορίες δέκα: στα Μεταφυσικά V, 1017a22–27, για παράδειγμα, απαριθμούνται μόνο οκτώ. Για τη διακύμανση του αριθμού των κατηγοριών πρβλ. τον πίνακα των χωρίων στα οποία αυτές απαριθμούνται στον Prantl, Geschichte der Logik im Abendlande, τ. 1: Die Entwicklung der Logik im Altertum, σ. 207 σημ. 356· O. Apelt, Die Kategorienlehre des Aristoteles, στο Beiträge zur Geschichte der griechischen Philosophie, B.G. Teubner, Leipzig 1891, σ. 140 κ.ε.· πρβλ. επίσης F. Brentano, Von der mannigfachen Bedeutung des Seienden nach Aristoteles, Freiburg im Breisgau 1862, ανατ. Darmstadt 1960 και Hildesheim 1963· ιταλ. μτφρ. S. Tognoli, Sui molteplici significati dell’essere secondo Aristotele, πρόλογος, εισαγωγή, μετάφραση των ελληνικών κειμένων, εκδοτικός σχεδιασμός και επιμέλεια G. Reale, Vita e Pensiero, Milano 1995, σ. 91–93· J.M.E. Moravcsik, Aristotle’s Theory of Categories, στο J.M.E. Moravcsik (επιμ.), Aristotle: A Collection of Critical Essays, Doubleday & Co., New York 1967, σ. 125–148.

58 D. Pesce, Aristotele, Le categorie, εισαγωγή και σχόλια D. Pesce, Liviana, Padova 1966, σ. 31.

59 Για περαιτέρω ενδείξεις σχετικά με αυτά τα κεφάλαια παραπέμπουμε, εκτός από τις αναλυτικές περιλήψεις και τις σημειώσεις στο αριστοτελικό κείμενο, και στην παράγραφο με τίτλο «Αξία και λειτουργία των κεφ. 10–15», κατωτέρω, σ. 35–40.

60 C. Rossitto, Aristotele, Categorie, 10. Gli “opposti” e la loro classificazione, στο M. Bonelli – F. Guadalupe Masi (επιμ.), Studi sulle Categorie di Aristotele, Adolf M. Hakkert, Amsterdam 2011, σ. 249–264, εδώ σ. 250.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου