Συνέχεια από Σάββατο 1η. Αυγούστου 2026
Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΕΞΑΡΤΗΣΕΩΝ 15
Να γεμίσουμε το κενό στον καιρό του μηδενισμού
ROBERTO PECCHIOLI
Εκδόσεις IMPRIMERE, 2026
ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI
ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ, Η ΜΗΤΕΡΑ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΕΞΑΡΤΗΣΕΩΝ
«Δεν υπάρχει κανένα καλό που μπορεί να προσφέρει το ναρκωτικό και δεν μπορεί να το προσφέρει η ζωή».
Ανώνυμος Ισπανός
§ 4 Τα ναρκωτικά είναι κομφορμισμός
Τα ναρκωτικά κυκλοφορούν σε κάθε κοινωνικό περιβάλλον και υπερβαίνουν τα όρια των γενεών. Σκόνες, χάπια και τοξικά μίγματα προκαλούν για λίγο ευφορία. Έπειτα η επίδραση εξαφανίζεται, ο άνθρωπος αισθάνεται άσχημα και πρέπει να επαναλάβει την εμπειρία. Με κάθε τίμημα, χωρίς σεβασμό προς τον εαυτό του, προς τους άλλους, προς την αξιοπρέπεια.
Μερικές φορές σκοτώνουν· σχεδόν πάντοτε αλλάζουν τον άνθρωπο προς το χειρότερο. Δεν έχει σημασία: εμείς ζούμε στο παρόν, θέλουμε να δοκιμάζουμε «συγκινήσεις», να αναπτύσσουμε «ενέργεια», να φθάνουμε στα άκρα, όπως ο Vasco Rossi, ο οποίος ήθελε «μια ριψοκίνδυνη ζωή»¹⁹⁴.
Ποιος νοιάζεται για το αύριο, για τους άλλους, για τις συνέπειες; Άλλωστε, εγώ είμαι καλά, τα έχω όλα υπό έλεγχο, μπορώ να σταματήσω όποτε θέλω. Στη χειρότερη περίπτωση, υπάρχουν χάπια, προϊόντα ή σκευάσματα για να συνέλθω. Μια πίστη αλλόκοτη και απατηλή, μια «ναρκωτική» —η κατάλληλη λέξη…— όψη της θρησκείας της επιστήμης. Θα αρκούσε να διαπιστώσει κανείς τις καταστροφικές επιπτώσεις της ηρωίνης στο σώμα, στην ψυχή, στη νοημοσύνη και στην αυτοεκτίμηση, για να καταρρίψει την παράλογη πεποίθηση ότι είναι δυνατόν να ελέγχει προσωπικά την κατανάλωση τοξικών ουσιών. Αυτές είναι οι ισχυρότερες· πώς όμως να το εξηγήσεις σε εκείνον που έχει πειστεί ότι τα ναρκωτικά τον κάνουν «να αισθάνεται καλά»;
Χωρίς αυτή την παράλογη πεποίθηση, καρπό του εξαπλούμενου κομφορμισμού, δεν θα είχαν τη διάδοση που έχουν. Ιδίως μπροστά σε μια καθημερινή πραγματικότητα η οποία απέχει έτη φωτός από τα λαμπερά πρότυπα που διαδίδει το σύστημα, πρότυπα που, ελλείψει συζητήσεως και εναλλακτικών λύσεων, γίνονται πιστευτά, ποθητά, επιδιωκόμενα και διεκδικούμενα ως δικαιώματα. Αν στο παρελθόν το ναρκωτικό αποτελούσε φυγή από το σύστημα, σήμερα αποτελεί ενέχυρο προσχωρήσεως σε αυτό. Με τον τρόπο τους, οι τοξικοεξαρτημένοι του χθες ήταν επαναστάτες· σήμερα είναι οι καλύτεροι μικροί στρατιώτες της αγοράς, του ανταγωνισμού, του ατομικισμού και του καταναλωτισμού. Μια ακόμη τραγική νίκη της μοναδικής φιλελεύθερης-ελευθεριακής σκέψεως: όλοι έτσι κάνουν.
Ας συνεννοηθούμε: σε κάθε εποχή υπήρχαν ναρκωτικά, παραισθησιογόνες ουσίες και προϊόντα που καταναλώνονταν για να προκαλέσουν νάρκωση, για να λησμονηθούν τα προβλήματα ή για να αποκτήσει κανείς δύναμη. Ας σκεφτούμε τη Λήθη, την πηγή της λησμονιάς στην ελληνική μυθολογία. Ο Σέρλοκ Χολμς, ο μεγαλοφυής ερευνητής του Conan Doyle, συνήθιζε να κάνει ενέσεις μορφίνης όταν δεν είχε εγκλήματα να εξιχνιάσει. Έπειτα, ο φίλος του Watson αναλάμβανε να φροντίσει την ψυχοσωματική κατάθλιψη που ακολουθούσε.
Η τεράστια διαφορά είναι ότι ποτέ η τοξικοεξάρτηση —η οποία επιδεινώθηκε από την πρόοδο της χημείας, που είναι ικανή να συνθέτει διαρκώς νέες ουσίες— δεν αποτέλεσε μαζικό φαινόμενο. Κυρίως, συνοδευόταν από τη λαϊκή αποδοκιμασία και τη νομική κύρωση. Ο δυτικός άνθρωπος δεν θέλει ηθικούς περιορισμούς και μισεί να κρίνεται: ό,τι κάνω με τον εαυτό μου, σκέφτεται, είναι αποκλειστικά δική μου υπόθεση. Ψευδές, λόγω των τεράστιων κοινωνικών, ηθικών, οικονομικών και συμπεριφορικών συνεπειών των εξαρτήσεων.
Στη δεκαετία του 1970, όταν άρχιζαν να εκδηλώνονται τα φαινόμενα που σήμερα έχουν εκραγεί, πάρα πολλοί δυσαρεστημένοι νέοι έλκονταν ακαταμάχητα από τα παραισθησιογόνα. Διαδόθηκε ο όρος «ψυχεδελικό» για να δηλώσει εκείνο που φέρνει στο φως τις κρυφές πτυχές του νου: ορισμένα ναρκωτικά επιτρέπουν σε όσους τα λαμβάνουν να εξερευνούν καταστάσεις συνειδήσεως οι οποίες κανονικά είναι απρόσιτες. Φυγή, αναζήτηση του εαυτού, η οποία αμέσως ματαιώνεται από την εξάρτηση, την εξάντληση και την ανικανότητα να ξαναπιάσει κανείς το νήμα της πραγματικότητας.
Νίκησαν: αφού κατατροπώθηκε κάθε αναστολή, η κοινωνία έγινε τοξική. Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί το ecstasy. Ανακαλύφθηκε το 1966 και άρχισε την άνοδό του στη δεκαετία του 1980, ως το ναρκωτικό των ανερχόμενων γενεών που είχαν κατηχηθεί στον ηδονισμό. Έκσταση, τι ωραίο όνομα! «Το κατεξοχήν ναρκωτικό της ντισκοτέκ, υπερδιεγερτικό της σεξουαλικότητας, καταλληλότατο για αγχωμένους μάνατζερ που αναζητούν ένα συναρπαστικό και αναζωογονητικό Σαββατοκύριακο»¹⁹⁵.
Σύμφωνα με τον ανακαλύψαντα την ουσία, η οποία είναι μεθαμφεταμίνη, το ecstasy έχει τη δύναμη να επαναφέρει τον άνθρωπο στην πρωταρχική του κατάσταση, στην Εδέμ από την οποία αποσπάστηκε, προκαλώντας ευφορία και αίσθημα ευεξίας. Η χρήση του διαφημίστηκε με θετικούς όρους, με τον ψευδή ισχυρισμό ότι δεν είχε αρνητικές επιπτώσεις και ότι βελτίωνε τις επαγγελματικές επιδόσεις. Ένα ακόμη ψεύδος της εξουσίας, το οποίο «έκαψε» τη γενιά της απογοητεύσεως, της αναδιπλώσεως στην ιδιωτική ζωή ύστερα από τις μεθύσεις των προηγούμενων ετών.
Το ecstasy εκφυλίζει τις απολήξεις και τις διακλαδώσεις του νευρικού συστήματος, τις αναγκάζει να αναγεννώνται με ανώμαλο τρόπο, εμποδίζοντας την επανασύνδεσή τους με ορισμένες περιοχές του εγκεφάλου, και προκαλεί γνωστικές, συναισθηματικές, μαθησιακές και μνημονικές διαταραχές. Τα ναρκωτικά που η εξουσία εισήγαγε, διαφήμισε και κατέστησε εύκολα διαθέσιμα σταθεροποίησαν τον καπιταλισμό, τον πλούτισαν και έγιναν το δραματικό τίμημα της προσαρμογής στο κυρίαρχο σύστημα.
Οι ανθρώπινες απώλειες, οι νεκροί, οι κατεστραμμένες ζωές, οι κοινωνικές βλάβες, η μετατροπή ολόκληρων περιοχών των πόλεων σε εδάφη ανομίας, οι φόβοι της υπόλοιπης κοινωνίας και τα ανθρώπινα δράματα δεν είναι παρά παράπλευρες απώλειες, όπως τα άμαχα θύματα στη γλώσσα των πολεμάρχων.
Σήμερα οι άνθρωποι «φτιάχνονται» από πλήξη, για να αποτελέσουν μέρος μιας ομάδας, για να βελτιώσουν —ή να πιστεύουν ότι βελτιώνουν— τις επαγγελματικές, διανοητικές και σεξουαλικές τους επιδόσεις, για να αντέξουν τον ρυθμό εξαντλητικών επαγγελμάτων. Μια απανθρωποποίηση που προκαλεί κατάπληξη και απέναντι στην οποία δεν γνωρίζουμε πλέον ποιες αρχές ή αξίες να αντιτάξουμε. Ούτε καν η επίκληση της υγείας έχει αποτέλεσμα. Πρέπει να ζούμε το παρόν, σκέφτονται πολλοί, με την πεποίθηση ότι η λήψη αντιδότων ή φαρμάκων θα καταστήσει τη χρήση ναρκωτικών ακίνδυνη. Η ιατρικοποίηση της ζωής ως κοινωνική μεθαδόνη¹⁹⁶.
Εκείνος που βρίσκεται στο έλεος των εξαρτήσεων δεν διαθέτει πλέον τη θέληση, τη δύναμη ή τη φαντασία να αντιταχθεί στο σύστημα, ούτε καν να το κρίνει. Αφήνεται να ζει μέσα στην υπαρξιακή επισφάλεια, στο αξιακό κενό και στην αδιαφορία, ζητώντας από τις «ουσίες» να τον καταστήσουν αποδοτικότερο, ικανότερο να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό, το άγχος και τη ζούγκλα της ζωής. Η αποτρελαμένη πυξίδα είναι μια παράλογη ελευθερία, η κακοποίηση του εαυτού και των άλλων, η υποβάθμιση των ανθρώπων σε αναλώσιμα αντικείμενα.
Κάποιος πλουτίζει και χλευάζει. Εκατομμύρια άνθρωποι εξουδετερώνονται, ενώ ένας ποταμός χρημάτων εισρέει σε ορισμένες τσέπες. Σε ποιες τσέπες; Ποτέ δεν μας έπεισε η άποψη ότι κυρίαρχος της οικονομίας των ναρκωτικών είναι το οργανωμένο έγκλημα. Είναι ασφαλώς πανίσχυρο· στη σημερινή κοινωνία της επιτηρήσεως όμως, όπου κάποιος είναι σε θέση, χωρίς κανέναν ενδοιασμό, να γνωρίζει τα πάντα για τους πάντες, αν υπήρχε η βούληση να εξαλειφθεί το φαινόμενο, το πρόβλημα θα είχε επιλυθεί προ πολλού. Δεν συμβαίνει αυτό, επειδή η κατάσταση συμφέρει κάποιους.
Αν μπορούσαμε να ανιχνεύσουμε τις συναλλαγές των φορολογικών παραδείσων, τις μετακινήσεις χρημάτων μέσα από το «dark web»¹⁹⁷, τη σκοτεινή όψη του διαδικτύου, και αν ήταν σαφής η κυκλοφορία εναλλακτικών μέσων πληρωμής —διαμαντιών, χρυσού και άλλων ορυκτών, κρυπτονομισμάτων¹⁹⁸—, θα γινόταν φανερό ότι οι άρχοντες των ναρκωτικών δεν αποτελούν την κορυφή ενός φαινομένου υπερβολικά μεγάλου για να εξηγηθεί αποκλειστικά με όρους εγκληματικότητας.
Follow the money, ακολούθησε το χρήμα: αυτό είναι το κλειδί για την εξήγηση του ανεξήγητου. Μια διαλυμένη κοινωνία, προσβεβλημένη από μαζικές εξαρτήσεις, αποφεύγει το αποφασιστικό ερώτημα: αν κάποιος εξαρτάται από κάτι, εξαρτάται αναπόφευκτα και από κάποιον, από την αλυσίδα που του το προμηθεύει. Ποιος είναι αυτός; Ποιοι είναι; Τα καρτέλ, οι μαφίες, οι διακινητές; Ας μην αστειευόμαστε, στην εποχή της βιοεξουσίας, της βιοκρατίας και της ψηφιακής επιτηρήσεως.
Κανείς δεν είναι περισσότερο δούλος από εκείνον που έχει ανάγκη το χάπι, τη δόση, τη σκόνη, το δηλητηριασμένο υγρό με το οποίο θα γεμίσει τη σύριγγα. Ο τοξικομανής είναι ένας δούλος που έχει αφέντη. Η τοξική, ναρκωτική και ναρκωμένη κοινωνία είναι το Ελντοράντο των παγκόσμιων κυριάρχων. Είναι δυνατόν να μην έχουν καμία σχέση με τα ναρκωτικά και τις εξαρτήσεις; Είναι άραγε εύλογο οι κύριοι του χρήματος και οι παγκόσμιοι κάτοχοι των δεδομένων —οι Διόσκουροι του ψηφιακού Μεγάλου Αδελφού— να αγνοούν την προέλευση και τον προορισμό τεράστιων χρηματοοικονομικών ροών;
§ 5 Απαγορευτισμός, αντιαπαγορευτισμός, προπαγάνδα
Έχουμε επανειλημμένα θίξει το ζήτημα της περιορισμένης επίσημης ανησυχίας γύρω από τα ναρκωτικά. Επίσημης και θεσμικής, διότι διαφορετική είναι η άποψη που εξακολουθεί —άραγε;— να επικρατεί μεταξύ των ανθρώπων. Με την πάροδο του χρόνου διαδόθηκε ο λεγόμενος αντιαπαγορευτισμός, δηλαδή η τάση νομιμοποίησης της κατανάλωσης τοξικών ουσιών, ιδίως μέσω της διάκρισης ανάμεσα σε σκληρά και μαλακά ναρκωτικά.
Παρά τις πολλές έγκυρες απόψεις που αμφισβητούν το όριο μεταξύ «μαλακού» και «σκληρού», καθώς και παρά το γεγονός ότι συχνά η χρήση «χόρτου» και άλλων κανναβινοειδών αποτελεί βήμα προς σοβαρότερες εξαρτήσεις, ο αντιαπαγορευτισμός κερδίζει έδαφος στις ατομικιστικές δυτικές κοινωνίες, οι οποίες είναι πεπεισμένες ότι ακόμη και η χρήση ναρκωτικών αποτελεί πράξη ελευθερίας που δεν επιδέχεται κρίση.
«Ο σύγχρονος άνθρωπος είναι ένας φυλακισμένος που πιστεύει ότι είναι ελεύθερος, επειδή αποφεύγει να αγγίζει τους τοίχους του κελιού του»¹⁹⁹.
Έτσι, η νομιμοποίηση των λεγόμενων «μαλακών» ναρκωτικών έγινε ιδεολογική σημαία, η οποία στηρίζεται από έναν μηχανισμό νεογλώσσας, όπου και οι δύο όροι —«νομιμοποίηση» και «μαλακά»— τίθενται στην υπηρεσία μιας υπερατομικιστικής θεώρησης της ζωής.
Στην Ιταλία, κύριος υπέρμαχός της υπήρξε το Ριζοσπαστικό Κόμμα, μια μικρή αλλά επιθετική ομάδα, η οποία με την πάροδο του χρόνου έλαβε γενναίες χρηματοδοτήσεις από οργανώσεις όπως το πάμπλουτο ίδρυμα του δισεκατομμυριούχου George Soros, το Open Society. Ο ίδιος μεγιστάνας, τον οποίο σήμερα έχει διαδεχθεί ο γιος του Alexander, είναι ο σημαντικότερος προστάτης των αντιαπαγορευτικών οργανώσεων σε ολόκληρο τον κόσμο και κατέχει μεγάλες εκτάσεις γης στην Κολομβία, τη σημαντικότερη περιοχή παραγωγής κοκαΐνης²⁰⁰.
Η γνωστική ασυμφωνία²⁰¹ στην οποία έχουμε προσαρμοστεί συνίσταται στην ιδέα ότι η χρήση ναρκωτικών και η λήψη ορισμένων ουσιών δεν πρέπει να τιμωρούνται, παρά τις προφανείς κοινωνικές και προσωπικές βλάβες, ενώ εξακολουθεί να απαγορεύεται η παραγωγή, η εισαγωγή, η διανομή και η πώληση αυτών των ουσιών.
Είναι προφανής ο ρόλος της σύγχρονης μαζικής κουλτούρας, η οποία μεταδίδει —με τεράστιο κέρδος για εκείνους που την ελέγχουν και την επιβάλλουν— πολιτισμικά πρότυπα μέσα στα οποία το σύστημα των ναρκωτικών ευτελίζεται, όταν δεν εξυμνείται ανοιχτά. Επανέρχεται το μάθημα του Edward Bernays:
«Ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως αγελαίο ον, ακόμη και όταν βρίσκεται ολομόναχος στο δωμάτιό του με τις κουρτίνες κλειστές. Ο νους του διατηρεί τα σχήματα και τα πρότυπα που έχουν εντυπωθεί μέσα του από την επιρροή της ομάδας»²⁰².
Και, συγκεκριμένα, από τους κυρίους της κυρίαρχης αφήγησης, οι οποίοι γνωρίζουν ότι ο συλλογικός νους δεν σκέπτεται με την αυστηρή έννοια του όρου. Στη θέση των σκέψεων έχει παρορμήσεις, συνήθειες και συναισθήματα.
Ο Christopher Lasch έγραψε ότι οι πνευματικές καταστάσεις του φιλελεύθερου-ελευθεριακού ατόμου —της επιτομής της Δύσης στο τελικό της στάδιο— είναι η δυσαρέσκεια και το χρόνιο άγχος. Αυτός ο ανθρώπινος τύπος, προνομιακός στόχος του συστήματος των εξαρτήσεων,«για να παραμένει εντός του κανόνα πρέπει διαρκώς να φαντάζεται τον εαυτό του σαν να βρίσκεται στο περιθώριο· είναι αναγκαίο να πιστεύει ότι ζει μέσα στην παράβαση, στην ακολασία, στην επικούρεια ηδυπάθεια, ενώ στην πραγματικότητα είναι μια αξιοθρήνητη μαριονέτα που σπαρταρά σπασμωδικά μέσα στο ανιαρό, τυραννικό και πουριτανικό σύμπαν της υποχρεωτικής κατανάλωσης και των αδιάκοπων αλλαγών»²⁰³.
Σε αυτό διαδραματίζει ρόλο η διάσταση της υποχρεωτικής διασκέδασης, η οποία βιώνεται ως φυγή και λήθη της ομοιομορφίας της ζωής, που πρέπει να υπερνικηθεί μέσω της αντιστάθμισης των εξαρτήσεων. Το να αφήνεται κανείς να τον διασκεδάζουν: μια μικρόψυχη, αγελαία και παθητική ψυχική κατάσταση, το ακριβώς αντίθετο της παιγνιώδους διάστασης.
Γιατί, λοιπόν, να μην αποδεχθούμε πρόθυμα, ακόμη και να μην χειροκροτήσουμε, τη σταδιακή νομιμοποίηση κάθε ουσίας και κάθε συμπεριφοράς; Αυτό απαιτεί με δυνατή φωνή το Ελάχιστο Εγώ του μαζικοποιημένου ατομικισμού, λησμονώντας ακόμη και την ίδια του την υγεία: ψυχική, σωματική και ηθική.
Το κεκλιμένο επίπεδο του αντιαπαγορευτισμού οδηγεί γρήγορα από την ελευθεριακή και «απελευθερωτική» προπαγάνδα στον κομφορμισμό και από εκεί στην κοινωνία των εξαρτήσεων. Καμία προειδοποίηση, στατιστική ή συγκεκριμένο παράδειγμα δεν θεραπεύει τον ασθενή που είναι πεπεισμένος ότι δεν είναι ασθενής, ενώ αναζητεί τη δόση, τη σκόνη, τη σύριγγα.
Η αμορφωσιά γύρω από τα ναρκωτικά νικά με τη συγκατάθεση των θυμάτων και με την εγκατάλειψη του καλού αγώνα από τους αντιπάλους της.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII
ΒΑΚΧΟΣ, ΚΑΠΝΟΣ ΚΑΙ ΑΦΡΟΔΙΤΗ
Μόνο τρία πράγματα μου είναι ευχάριστα,
κι όμως δεν μπορώ να τα απολαμβάνω όσο θα ήθελα:
η γυναίκα, η ταβέρνα και το ζάρι·
αυτά κάνουν την καρδιά μου να αισθάνεται χαρά.
Cecco Angiolieri
Σημειώσεις:
195 E. Perucchietti – G. Marletta, La fabbrica della manipolazione, Arianna Editrice, 2014, σ. 63
196 Η μεθαδόνη είναι ένα συνθετικό οπιοειδές, το οποίο χρησιμοποιείται ως αναλγητικό στην παρηγορητική φροντίδα και για τη μείωση της εξάρτησης κατά τη θεραπεία του εθισμού σε ναρκωτικές ουσίες
197 Το dark web («σκοτεινό διαδίκτυο») είναι ένα σκόπιμα αποκρυμμένο τμήμα του διαδικτύου, προσβάσιμο μόνο μέσω κρυπτογραφημένων συνδέσεων, το οποίο δεν εμφανίζεται στις συνήθεις μηχανές αναζήτησης
198 Το κρυπτονόμισμα είναι ένα ψηφιακό νόμισμα που δεν εκδίδεται από το κράτος ή από κάποια κεντρική τράπεζα. Η αξία του βασίζεται σε ένα σύστημα εμπιστοσύνης, χάρη στην τεχνολογία blockchain («αλυσίδα συστοιχιών»), ένα ψηφιακό μητρώο που αποθηκεύει τις συναλλαγές με τρόπο που δεν επιδέχεται τροποποίηση
199 Nicolás Gómez Dávila, Tra poche parole, εκδ. Adelphi, 2007, σ. 81
200 Για τις χρηματοδοτήσεις του Soros προς το Ιταλικό Ριζοσπαστικό Κόμμα και προς τις αντιαπαγορευτικές οργανώσεις σε ολόκληρο τον κόσμο, πρβλ. Roberto Pecchioli, George Soros e l’Open Society, Arianna Editrice, 2022
201 Η γνωστική ασυμφωνία είναι θεωρία της κοινωνικής ψυχολογίας· περιγράφει την κατάσταση κατά την οποία πεποιθήσεις, αντιλήψεις και απόψεις που εκφράζονται ταυτόχρονα για το ίδιο θέμα βρίσκονται σε αντίθεση μεταξύ τους
202 E. Bernays, Propaganda, Shake Edizioni, 2026, σ. 55
203 C. Lasch, Contro la cultura di massa, Eleuthera, 2022, σ. 92–93
Να γεμίσουμε το κενό στον καιρό του μηδενισμού
ROBERTO PECCHIOLI
Εκδόσεις IMPRIMERE, 2026
ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI
ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ, Η ΜΗΤΕΡΑ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΕΞΑΡΤΗΣΕΩΝ
«Δεν υπάρχει κανένα καλό που μπορεί να προσφέρει το ναρκωτικό και δεν μπορεί να το προσφέρει η ζωή».
Ανώνυμος Ισπανός
§ 4 Τα ναρκωτικά είναι κομφορμισμός
Τα ναρκωτικά κυκλοφορούν σε κάθε κοινωνικό περιβάλλον και υπερβαίνουν τα όρια των γενεών. Σκόνες, χάπια και τοξικά μίγματα προκαλούν για λίγο ευφορία. Έπειτα η επίδραση εξαφανίζεται, ο άνθρωπος αισθάνεται άσχημα και πρέπει να επαναλάβει την εμπειρία. Με κάθε τίμημα, χωρίς σεβασμό προς τον εαυτό του, προς τους άλλους, προς την αξιοπρέπεια.
Μερικές φορές σκοτώνουν· σχεδόν πάντοτε αλλάζουν τον άνθρωπο προς το χειρότερο. Δεν έχει σημασία: εμείς ζούμε στο παρόν, θέλουμε να δοκιμάζουμε «συγκινήσεις», να αναπτύσσουμε «ενέργεια», να φθάνουμε στα άκρα, όπως ο Vasco Rossi, ο οποίος ήθελε «μια ριψοκίνδυνη ζωή»¹⁹⁴.
Ποιος νοιάζεται για το αύριο, για τους άλλους, για τις συνέπειες; Άλλωστε, εγώ είμαι καλά, τα έχω όλα υπό έλεγχο, μπορώ να σταματήσω όποτε θέλω. Στη χειρότερη περίπτωση, υπάρχουν χάπια, προϊόντα ή σκευάσματα για να συνέλθω. Μια πίστη αλλόκοτη και απατηλή, μια «ναρκωτική» —η κατάλληλη λέξη…— όψη της θρησκείας της επιστήμης. Θα αρκούσε να διαπιστώσει κανείς τις καταστροφικές επιπτώσεις της ηρωίνης στο σώμα, στην ψυχή, στη νοημοσύνη και στην αυτοεκτίμηση, για να καταρρίψει την παράλογη πεποίθηση ότι είναι δυνατόν να ελέγχει προσωπικά την κατανάλωση τοξικών ουσιών. Αυτές είναι οι ισχυρότερες· πώς όμως να το εξηγήσεις σε εκείνον που έχει πειστεί ότι τα ναρκωτικά τον κάνουν «να αισθάνεται καλά»;
Χωρίς αυτή την παράλογη πεποίθηση, καρπό του εξαπλούμενου κομφορμισμού, δεν θα είχαν τη διάδοση που έχουν. Ιδίως μπροστά σε μια καθημερινή πραγματικότητα η οποία απέχει έτη φωτός από τα λαμπερά πρότυπα που διαδίδει το σύστημα, πρότυπα που, ελλείψει συζητήσεως και εναλλακτικών λύσεων, γίνονται πιστευτά, ποθητά, επιδιωκόμενα και διεκδικούμενα ως δικαιώματα. Αν στο παρελθόν το ναρκωτικό αποτελούσε φυγή από το σύστημα, σήμερα αποτελεί ενέχυρο προσχωρήσεως σε αυτό. Με τον τρόπο τους, οι τοξικοεξαρτημένοι του χθες ήταν επαναστάτες· σήμερα είναι οι καλύτεροι μικροί στρατιώτες της αγοράς, του ανταγωνισμού, του ατομικισμού και του καταναλωτισμού. Μια ακόμη τραγική νίκη της μοναδικής φιλελεύθερης-ελευθεριακής σκέψεως: όλοι έτσι κάνουν.
Ας συνεννοηθούμε: σε κάθε εποχή υπήρχαν ναρκωτικά, παραισθησιογόνες ουσίες και προϊόντα που καταναλώνονταν για να προκαλέσουν νάρκωση, για να λησμονηθούν τα προβλήματα ή για να αποκτήσει κανείς δύναμη. Ας σκεφτούμε τη Λήθη, την πηγή της λησμονιάς στην ελληνική μυθολογία. Ο Σέρλοκ Χολμς, ο μεγαλοφυής ερευνητής του Conan Doyle, συνήθιζε να κάνει ενέσεις μορφίνης όταν δεν είχε εγκλήματα να εξιχνιάσει. Έπειτα, ο φίλος του Watson αναλάμβανε να φροντίσει την ψυχοσωματική κατάθλιψη που ακολουθούσε.
Η τεράστια διαφορά είναι ότι ποτέ η τοξικοεξάρτηση —η οποία επιδεινώθηκε από την πρόοδο της χημείας, που είναι ικανή να συνθέτει διαρκώς νέες ουσίες— δεν αποτέλεσε μαζικό φαινόμενο. Κυρίως, συνοδευόταν από τη λαϊκή αποδοκιμασία και τη νομική κύρωση. Ο δυτικός άνθρωπος δεν θέλει ηθικούς περιορισμούς και μισεί να κρίνεται: ό,τι κάνω με τον εαυτό μου, σκέφτεται, είναι αποκλειστικά δική μου υπόθεση. Ψευδές, λόγω των τεράστιων κοινωνικών, ηθικών, οικονομικών και συμπεριφορικών συνεπειών των εξαρτήσεων.
Στη δεκαετία του 1970, όταν άρχιζαν να εκδηλώνονται τα φαινόμενα που σήμερα έχουν εκραγεί, πάρα πολλοί δυσαρεστημένοι νέοι έλκονταν ακαταμάχητα από τα παραισθησιογόνα. Διαδόθηκε ο όρος «ψυχεδελικό» για να δηλώσει εκείνο που φέρνει στο φως τις κρυφές πτυχές του νου: ορισμένα ναρκωτικά επιτρέπουν σε όσους τα λαμβάνουν να εξερευνούν καταστάσεις συνειδήσεως οι οποίες κανονικά είναι απρόσιτες. Φυγή, αναζήτηση του εαυτού, η οποία αμέσως ματαιώνεται από την εξάρτηση, την εξάντληση και την ανικανότητα να ξαναπιάσει κανείς το νήμα της πραγματικότητας.
Νίκησαν: αφού κατατροπώθηκε κάθε αναστολή, η κοινωνία έγινε τοξική. Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί το ecstasy. Ανακαλύφθηκε το 1966 και άρχισε την άνοδό του στη δεκαετία του 1980, ως το ναρκωτικό των ανερχόμενων γενεών που είχαν κατηχηθεί στον ηδονισμό. Έκσταση, τι ωραίο όνομα! «Το κατεξοχήν ναρκωτικό της ντισκοτέκ, υπερδιεγερτικό της σεξουαλικότητας, καταλληλότατο για αγχωμένους μάνατζερ που αναζητούν ένα συναρπαστικό και αναζωογονητικό Σαββατοκύριακο»¹⁹⁵.
Σύμφωνα με τον ανακαλύψαντα την ουσία, η οποία είναι μεθαμφεταμίνη, το ecstasy έχει τη δύναμη να επαναφέρει τον άνθρωπο στην πρωταρχική του κατάσταση, στην Εδέμ από την οποία αποσπάστηκε, προκαλώντας ευφορία και αίσθημα ευεξίας. Η χρήση του διαφημίστηκε με θετικούς όρους, με τον ψευδή ισχυρισμό ότι δεν είχε αρνητικές επιπτώσεις και ότι βελτίωνε τις επαγγελματικές επιδόσεις. Ένα ακόμη ψεύδος της εξουσίας, το οποίο «έκαψε» τη γενιά της απογοητεύσεως, της αναδιπλώσεως στην ιδιωτική ζωή ύστερα από τις μεθύσεις των προηγούμενων ετών.
Το ecstasy εκφυλίζει τις απολήξεις και τις διακλαδώσεις του νευρικού συστήματος, τις αναγκάζει να αναγεννώνται με ανώμαλο τρόπο, εμποδίζοντας την επανασύνδεσή τους με ορισμένες περιοχές του εγκεφάλου, και προκαλεί γνωστικές, συναισθηματικές, μαθησιακές και μνημονικές διαταραχές. Τα ναρκωτικά που η εξουσία εισήγαγε, διαφήμισε και κατέστησε εύκολα διαθέσιμα σταθεροποίησαν τον καπιταλισμό, τον πλούτισαν και έγιναν το δραματικό τίμημα της προσαρμογής στο κυρίαρχο σύστημα.
Οι ανθρώπινες απώλειες, οι νεκροί, οι κατεστραμμένες ζωές, οι κοινωνικές βλάβες, η μετατροπή ολόκληρων περιοχών των πόλεων σε εδάφη ανομίας, οι φόβοι της υπόλοιπης κοινωνίας και τα ανθρώπινα δράματα δεν είναι παρά παράπλευρες απώλειες, όπως τα άμαχα θύματα στη γλώσσα των πολεμάρχων.
Σήμερα οι άνθρωποι «φτιάχνονται» από πλήξη, για να αποτελέσουν μέρος μιας ομάδας, για να βελτιώσουν —ή να πιστεύουν ότι βελτιώνουν— τις επαγγελματικές, διανοητικές και σεξουαλικές τους επιδόσεις, για να αντέξουν τον ρυθμό εξαντλητικών επαγγελμάτων. Μια απανθρωποποίηση που προκαλεί κατάπληξη και απέναντι στην οποία δεν γνωρίζουμε πλέον ποιες αρχές ή αξίες να αντιτάξουμε. Ούτε καν η επίκληση της υγείας έχει αποτέλεσμα. Πρέπει να ζούμε το παρόν, σκέφτονται πολλοί, με την πεποίθηση ότι η λήψη αντιδότων ή φαρμάκων θα καταστήσει τη χρήση ναρκωτικών ακίνδυνη. Η ιατρικοποίηση της ζωής ως κοινωνική μεθαδόνη¹⁹⁶.
Εκείνος που βρίσκεται στο έλεος των εξαρτήσεων δεν διαθέτει πλέον τη θέληση, τη δύναμη ή τη φαντασία να αντιταχθεί στο σύστημα, ούτε καν να το κρίνει. Αφήνεται να ζει μέσα στην υπαρξιακή επισφάλεια, στο αξιακό κενό και στην αδιαφορία, ζητώντας από τις «ουσίες» να τον καταστήσουν αποδοτικότερο, ικανότερο να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό, το άγχος και τη ζούγκλα της ζωής. Η αποτρελαμένη πυξίδα είναι μια παράλογη ελευθερία, η κακοποίηση του εαυτού και των άλλων, η υποβάθμιση των ανθρώπων σε αναλώσιμα αντικείμενα.
Κάποιος πλουτίζει και χλευάζει. Εκατομμύρια άνθρωποι εξουδετερώνονται, ενώ ένας ποταμός χρημάτων εισρέει σε ορισμένες τσέπες. Σε ποιες τσέπες; Ποτέ δεν μας έπεισε η άποψη ότι κυρίαρχος της οικονομίας των ναρκωτικών είναι το οργανωμένο έγκλημα. Είναι ασφαλώς πανίσχυρο· στη σημερινή κοινωνία της επιτηρήσεως όμως, όπου κάποιος είναι σε θέση, χωρίς κανέναν ενδοιασμό, να γνωρίζει τα πάντα για τους πάντες, αν υπήρχε η βούληση να εξαλειφθεί το φαινόμενο, το πρόβλημα θα είχε επιλυθεί προ πολλού. Δεν συμβαίνει αυτό, επειδή η κατάσταση συμφέρει κάποιους.
Αν μπορούσαμε να ανιχνεύσουμε τις συναλλαγές των φορολογικών παραδείσων, τις μετακινήσεις χρημάτων μέσα από το «dark web»¹⁹⁷, τη σκοτεινή όψη του διαδικτύου, και αν ήταν σαφής η κυκλοφορία εναλλακτικών μέσων πληρωμής —διαμαντιών, χρυσού και άλλων ορυκτών, κρυπτονομισμάτων¹⁹⁸—, θα γινόταν φανερό ότι οι άρχοντες των ναρκωτικών δεν αποτελούν την κορυφή ενός φαινομένου υπερβολικά μεγάλου για να εξηγηθεί αποκλειστικά με όρους εγκληματικότητας.
Follow the money, ακολούθησε το χρήμα: αυτό είναι το κλειδί για την εξήγηση του ανεξήγητου. Μια διαλυμένη κοινωνία, προσβεβλημένη από μαζικές εξαρτήσεις, αποφεύγει το αποφασιστικό ερώτημα: αν κάποιος εξαρτάται από κάτι, εξαρτάται αναπόφευκτα και από κάποιον, από την αλυσίδα που του το προμηθεύει. Ποιος είναι αυτός; Ποιοι είναι; Τα καρτέλ, οι μαφίες, οι διακινητές; Ας μην αστειευόμαστε, στην εποχή της βιοεξουσίας, της βιοκρατίας και της ψηφιακής επιτηρήσεως.
Κανείς δεν είναι περισσότερο δούλος από εκείνον που έχει ανάγκη το χάπι, τη δόση, τη σκόνη, το δηλητηριασμένο υγρό με το οποίο θα γεμίσει τη σύριγγα. Ο τοξικομανής είναι ένας δούλος που έχει αφέντη. Η τοξική, ναρκωτική και ναρκωμένη κοινωνία είναι το Ελντοράντο των παγκόσμιων κυριάρχων. Είναι δυνατόν να μην έχουν καμία σχέση με τα ναρκωτικά και τις εξαρτήσεις; Είναι άραγε εύλογο οι κύριοι του χρήματος και οι παγκόσμιοι κάτοχοι των δεδομένων —οι Διόσκουροι του ψηφιακού Μεγάλου Αδελφού— να αγνοούν την προέλευση και τον προορισμό τεράστιων χρηματοοικονομικών ροών;
§ 5 Απαγορευτισμός, αντιαπαγορευτισμός, προπαγάνδα
Έχουμε επανειλημμένα θίξει το ζήτημα της περιορισμένης επίσημης ανησυχίας γύρω από τα ναρκωτικά. Επίσημης και θεσμικής, διότι διαφορετική είναι η άποψη που εξακολουθεί —άραγε;— να επικρατεί μεταξύ των ανθρώπων. Με την πάροδο του χρόνου διαδόθηκε ο λεγόμενος αντιαπαγορευτισμός, δηλαδή η τάση νομιμοποίησης της κατανάλωσης τοξικών ουσιών, ιδίως μέσω της διάκρισης ανάμεσα σε σκληρά και μαλακά ναρκωτικά.
Παρά τις πολλές έγκυρες απόψεις που αμφισβητούν το όριο μεταξύ «μαλακού» και «σκληρού», καθώς και παρά το γεγονός ότι συχνά η χρήση «χόρτου» και άλλων κανναβινοειδών αποτελεί βήμα προς σοβαρότερες εξαρτήσεις, ο αντιαπαγορευτισμός κερδίζει έδαφος στις ατομικιστικές δυτικές κοινωνίες, οι οποίες είναι πεπεισμένες ότι ακόμη και η χρήση ναρκωτικών αποτελεί πράξη ελευθερίας που δεν επιδέχεται κρίση.
«Ο σύγχρονος άνθρωπος είναι ένας φυλακισμένος που πιστεύει ότι είναι ελεύθερος, επειδή αποφεύγει να αγγίζει τους τοίχους του κελιού του»¹⁹⁹.
Έτσι, η νομιμοποίηση των λεγόμενων «μαλακών» ναρκωτικών έγινε ιδεολογική σημαία, η οποία στηρίζεται από έναν μηχανισμό νεογλώσσας, όπου και οι δύο όροι —«νομιμοποίηση» και «μαλακά»— τίθενται στην υπηρεσία μιας υπερατομικιστικής θεώρησης της ζωής.
Στην Ιταλία, κύριος υπέρμαχός της υπήρξε το Ριζοσπαστικό Κόμμα, μια μικρή αλλά επιθετική ομάδα, η οποία με την πάροδο του χρόνου έλαβε γενναίες χρηματοδοτήσεις από οργανώσεις όπως το πάμπλουτο ίδρυμα του δισεκατομμυριούχου George Soros, το Open Society. Ο ίδιος μεγιστάνας, τον οποίο σήμερα έχει διαδεχθεί ο γιος του Alexander, είναι ο σημαντικότερος προστάτης των αντιαπαγορευτικών οργανώσεων σε ολόκληρο τον κόσμο και κατέχει μεγάλες εκτάσεις γης στην Κολομβία, τη σημαντικότερη περιοχή παραγωγής κοκαΐνης²⁰⁰.
Η γνωστική ασυμφωνία²⁰¹ στην οποία έχουμε προσαρμοστεί συνίσταται στην ιδέα ότι η χρήση ναρκωτικών και η λήψη ορισμένων ουσιών δεν πρέπει να τιμωρούνται, παρά τις προφανείς κοινωνικές και προσωπικές βλάβες, ενώ εξακολουθεί να απαγορεύεται η παραγωγή, η εισαγωγή, η διανομή και η πώληση αυτών των ουσιών.
Είναι προφανής ο ρόλος της σύγχρονης μαζικής κουλτούρας, η οποία μεταδίδει —με τεράστιο κέρδος για εκείνους που την ελέγχουν και την επιβάλλουν— πολιτισμικά πρότυπα μέσα στα οποία το σύστημα των ναρκωτικών ευτελίζεται, όταν δεν εξυμνείται ανοιχτά. Επανέρχεται το μάθημα του Edward Bernays:
«Ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως αγελαίο ον, ακόμη και όταν βρίσκεται ολομόναχος στο δωμάτιό του με τις κουρτίνες κλειστές. Ο νους του διατηρεί τα σχήματα και τα πρότυπα που έχουν εντυπωθεί μέσα του από την επιρροή της ομάδας»²⁰².
Και, συγκεκριμένα, από τους κυρίους της κυρίαρχης αφήγησης, οι οποίοι γνωρίζουν ότι ο συλλογικός νους δεν σκέπτεται με την αυστηρή έννοια του όρου. Στη θέση των σκέψεων έχει παρορμήσεις, συνήθειες και συναισθήματα.
Ο Christopher Lasch έγραψε ότι οι πνευματικές καταστάσεις του φιλελεύθερου-ελευθεριακού ατόμου —της επιτομής της Δύσης στο τελικό της στάδιο— είναι η δυσαρέσκεια και το χρόνιο άγχος. Αυτός ο ανθρώπινος τύπος, προνομιακός στόχος του συστήματος των εξαρτήσεων,«για να παραμένει εντός του κανόνα πρέπει διαρκώς να φαντάζεται τον εαυτό του σαν να βρίσκεται στο περιθώριο· είναι αναγκαίο να πιστεύει ότι ζει μέσα στην παράβαση, στην ακολασία, στην επικούρεια ηδυπάθεια, ενώ στην πραγματικότητα είναι μια αξιοθρήνητη μαριονέτα που σπαρταρά σπασμωδικά μέσα στο ανιαρό, τυραννικό και πουριτανικό σύμπαν της υποχρεωτικής κατανάλωσης και των αδιάκοπων αλλαγών»²⁰³.
Σε αυτό διαδραματίζει ρόλο η διάσταση της υποχρεωτικής διασκέδασης, η οποία βιώνεται ως φυγή και λήθη της ομοιομορφίας της ζωής, που πρέπει να υπερνικηθεί μέσω της αντιστάθμισης των εξαρτήσεων. Το να αφήνεται κανείς να τον διασκεδάζουν: μια μικρόψυχη, αγελαία και παθητική ψυχική κατάσταση, το ακριβώς αντίθετο της παιγνιώδους διάστασης.
Γιατί, λοιπόν, να μην αποδεχθούμε πρόθυμα, ακόμη και να μην χειροκροτήσουμε, τη σταδιακή νομιμοποίηση κάθε ουσίας και κάθε συμπεριφοράς; Αυτό απαιτεί με δυνατή φωνή το Ελάχιστο Εγώ του μαζικοποιημένου ατομικισμού, λησμονώντας ακόμη και την ίδια του την υγεία: ψυχική, σωματική και ηθική.
Το κεκλιμένο επίπεδο του αντιαπαγορευτισμού οδηγεί γρήγορα από την ελευθεριακή και «απελευθερωτική» προπαγάνδα στον κομφορμισμό και από εκεί στην κοινωνία των εξαρτήσεων. Καμία προειδοποίηση, στατιστική ή συγκεκριμένο παράδειγμα δεν θεραπεύει τον ασθενή που είναι πεπεισμένος ότι δεν είναι ασθενής, ενώ αναζητεί τη δόση, τη σκόνη, τη σύριγγα.
Η αμορφωσιά γύρω από τα ναρκωτικά νικά με τη συγκατάθεση των θυμάτων και με την εγκατάλειψη του καλού αγώνα από τους αντιπάλους της.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII
ΒΑΚΧΟΣ, ΚΑΠΝΟΣ ΚΑΙ ΑΦΡΟΔΙΤΗ
Μόνο τρία πράγματα μου είναι ευχάριστα,
κι όμως δεν μπορώ να τα απολαμβάνω όσο θα ήθελα:
η γυναίκα, η ταβέρνα και το ζάρι·
αυτά κάνουν την καρδιά μου να αισθάνεται χαρά.
Cecco Angiolieri
Σημειώσεις:
195 E. Perucchietti – G. Marletta, La fabbrica della manipolazione, Arianna Editrice, 2014, σ. 63
196 Η μεθαδόνη είναι ένα συνθετικό οπιοειδές, το οποίο χρησιμοποιείται ως αναλγητικό στην παρηγορητική φροντίδα και για τη μείωση της εξάρτησης κατά τη θεραπεία του εθισμού σε ναρκωτικές ουσίες
197 Το dark web («σκοτεινό διαδίκτυο») είναι ένα σκόπιμα αποκρυμμένο τμήμα του διαδικτύου, προσβάσιμο μόνο μέσω κρυπτογραφημένων συνδέσεων, το οποίο δεν εμφανίζεται στις συνήθεις μηχανές αναζήτησης
198 Το κρυπτονόμισμα είναι ένα ψηφιακό νόμισμα που δεν εκδίδεται από το κράτος ή από κάποια κεντρική τράπεζα. Η αξία του βασίζεται σε ένα σύστημα εμπιστοσύνης, χάρη στην τεχνολογία blockchain («αλυσίδα συστοιχιών»), ένα ψηφιακό μητρώο που αποθηκεύει τις συναλλαγές με τρόπο που δεν επιδέχεται τροποποίηση
199 Nicolás Gómez Dávila, Tra poche parole, εκδ. Adelphi, 2007, σ. 81
200 Για τις χρηματοδοτήσεις του Soros προς το Ιταλικό Ριζοσπαστικό Κόμμα και προς τις αντιαπαγορευτικές οργανώσεις σε ολόκληρο τον κόσμο, πρβλ. Roberto Pecchioli, George Soros e l’Open Society, Arianna Editrice, 2022
201 Η γνωστική ασυμφωνία είναι θεωρία της κοινωνικής ψυχολογίας· περιγράφει την κατάσταση κατά την οποία πεποιθήσεις, αντιλήψεις και απόψεις που εκφράζονται ταυτόχρονα για το ίδιο θέμα βρίσκονται σε αντίθεση μεταξύ τους
202 E. Bernays, Propaganda, Shake Edizioni, 2026, σ. 55
203 C. Lasch, Contro la cultura di massa, Eleuthera, 2022, σ. 92–93
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου