Δευτέρα 10 Αυγούστου 2026

ΦΙΛΑΥΤΙΑ 22 (Η ΦΙΛΑΥΤΙΑ ΠΟΛΛΑΧΩΣ ΛΕΓΟΜΕΝΗ ΚΥΒΕΡΝΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ)

 Συνέχεια από Τετάρτη 5. Αυγούστου 2026

ΦΙΛΑΥΤΙΑ 22
Από την τρυφερότητα προς τον εαυτό έως την αγάπη κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή

IRÉNÉE HAUSHERR S. I.
Καθηγητής στο Ποντιφικό Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών


ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

V. ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ (συνέχεια)

Ή ΜΑΛΛΟΝ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ

Ήδη από το κείμενο αυτό φαίνεται ότι ο όρος μεταστροφή λέει κάπως περισσότερα και λιγότερα απ’ όσα πρέπει. Υπενθυμίζει υπερβολικά την κατάσταση της διαστροφής και δεν αφήνει να ακουστεί αρκετά ότι αυτή η κίνηση προς τον Θεό και μόνον αντιστοιχεί στη φύση και δηλώνει την υγεία της ψυχής.

Το ζήτημα του λεξιλογίου στην ψυχολογία έχει μεγαλύτερη σημασία απ’ ό,τι οπουδήποτε αλλού, επειδή οι πραγματικότητες που πρέπει να δηλωθούν έχουν τόσο δύσκολα προσδιορίσιμα περιγράμματα, ώστε η ακρίβεια των ιδεών εξαρτάται εδώ, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, από τις λέξεις.

Η μεταστροφή σημαίνει αντιστροφή: πράγματι πρόκειται για αντιστροφή του ψυχικού ρεύματος, αλλά από την παρά φύσιν κατεύθυνση προς την κατεύθυνση της φύσεως· μια αναστροφή από το ανάποδο προς το ορθό. Στην ηθική παθολογία αντιστοιχεί μια ηθική θεραπευτική, με σκοπό τη σωτηρία, την ολοκληρωτική υγεία. Θα έπρεπε λοιπόν να μιλάμε για θεραπεία των επιθυμητικών δυνάμεων.

Επειδή όμως εκείνο που επιτελεί την αντιστροφή, ο ειδικός θεραπευτικός παράγοντας, είναι ο λόγος, ο Μάξιμος λέει: «λογίζειν τα πάθη». Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για πνευματοποίηση, επειδή η ενέργεια του λόγου, η οποία ονομάζεται με το ιδιαίτερο όνομά της θεωρία —θεωρία των λόγων ή αιτιών των πραγμάτων— καταλήγει να πνευματοποιεί την ψυχή ή ολόκληρο τον άνθρωπο.

Πρέπει όμως να προσέξουμε να μη δώσουμε στον όρο αυτό την ειρωνική απόχρωση της εξαΰλωσης. Τα πάθη παραμένουν· δεν χάνουν τίποτε από τον δυναμισμό τους επειδή υποτάχθηκαν στη διάνοια, ούτε από την ορμή τους επειδή διαποτίστηκαν από ειρήνη. Συμμετέχουν στην «αεί κινητή στάση» του νοῦ.

Να πώς ο άγιος Μάξιμος βάζει να μιλήσει ο δάσκαλός του, ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, για να εξηγήσει ένα δυσνόητο χωρίο του:
«Όποιος κυριαρχείται από τον πόθο της ηθικής υγείας, δηλαδή της σωτηρίας, αναγκαστικά αφοσιώνεται είτε στην πρᾶξιν είτε στη θεωρίαν. Διότι χωρίς αρετή και γνώση κανείς ποτέ και με κανέναν τρόπο δεν μπόρεσε να φτάσει στην υγεία.

Εάν λοιπόν, λέγει ο άγιος Γρηγόριος, έφτασα να συγκαταλέγομαι μεταξύ εκείνων που μέσω της θεωρίας ζουν ενώπιον του Θεού και απολαμβάνουν το μακάριο κάλλος, κατέχοντας τελείως την ειρήνη και τον αγιασμό, επειδή ενώθηκα με τον Θεό σε μια αδιαίρετη ταυτότητα θελήσεως, και τούτο με το να λογίσω καταλλήλως τις άλογες δυνάμεις της ψυχής, οδηγώντας τες διά του λόγου σε οικεία κοινωνία με τον νου —εννοώ τον θυμό και την επιθυμία (33)—, τότε μετέβαλα τον ένα σε αγάπη και την άλλη σε χαρά.

Διότι ίδιον της χαράς είναι να σκιρτά κατά θεϊκό τρόπο και να αγαλλιά όπως εκείνος που σκίρτησε ήδη μέσα από την κοιλία της μητέρας του, ο Ιωάννης, ο μέγας Πρόδρομος και κήρυκας της αλήθειας, ή όπως ο βασιλεύς του Ισραήλ Δαβίδ κατά την εναπόθεση της Κιβωτού.

Πράγματι, μέσα σε μητρική κοιλία βρισκόμαστε —όσο κι αν αυτός ο τρόπος εκφράσεως φαίνεται παράδοξος, επειδή είναι ασυνήθιστος για τους περισσότερους, είναι ακριβής—, μέσα σε κοιλία βρισκόμαστε εμείς και ο Θεός-Λόγος, ο Δημιουργός και Κύριος των πάντων, στην παρούσα κατάσταση της ζωής.
Εκείνος, σαν μέσα στην κοιλία της μητέρας Του, εμφανίζεται αμυδρά και με μεγάλη δυσκολία σ’ αυτόν τον αισθητό κόσμο, και μάλιστα μόνο σ’ εκείνους που έχουν τα χαρίσματα του Ιωάννη του Βαπτιστή· ενώ οι άνθρωποι, σαν μέσα από την κοιλία του υλικού τους περιβάλλοντος, διακρίνουν κάπως τον λόγο που είναι περικλεισμένος μέσα στα πράγματα» (**).
Θα μιλήσουμε αργότερα για το αποτέλεσμα αυτής της μεταμορφώσεως: την αγάπη και τη χαρά. Προς το παρόν πρέπει να σημειώσουμε μόνο την ίδια την εξύψωση.

4. ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΣΤΩΙΚΩΝ ΠΑΘΩΝ


Οι δύο επιθυμητικές δυνάμεις, το ἐπιθυμητικόν και το θυμοειδές, μπορούν λοιπόν να περάσουν από τη δουλεία της φιλαυτίας στην υπηρεσία της αγάπης.

Τί γίνεται όμως με τα τέσσερα πάθη του στωικισμού: επιθυμία και ηδονή, λύπη και φόβος, τα οποία αποτελούν όλη τη δυστυχία του ανθρώπου, επειδή προέρχονται από εσφαλμένη κρίση και συνίστανται σε μια παράλογη και παρά φύσιν κίνηση της ψυχής —με άλλα λόγια, στην επικράτηση του ενστίκτου, σύμφωνα με τον κλασικό ορισμό;

Δεν είναι άραγε η κατάργησή τους εκείνο που συνιστά την ἀπάθειαν, της οποίας το όνομα ο Μάξιμος γράφει τόσο συχνά;

Ναι, για τον Ζήνωνα και τη σχολή του· όχι, για τους χριστιανούς, ακόμη και για εκείνους που κάποτε φάνηκαν περισσότερο ύποπτοι για πελαγιανισμό και άλλες αιρέσεις εξαιτίας της χρήσεως που κάνουν αυτού του όρου.
Εδώ ασχολούμαστε μόνο με τον Μάξιμο τον Ομολογητή. Αρκεί να τον αφήσουμε να μιλήσει.

Η πρώτη ερώτηση του Θαλάσσιου τον ερωτά ακριβώς πάνω σ’ αυτό το θέμα:
«Είναι τα πάθη κακά καθ’ εαυτά ή γίνονται κακά με την κατάχρηση; Εννοώ την ηδονή και την επιθυμία, τη λύπη και τον φόβο, και όσα ακολουθούν από αυτά».

Έχουμε ήδη διαβάσει την αρχή της απάντησης, αλλά ιδού το δεύτερο μέρος της:
«Άλλωστε, και τα ίδια τα πάθη γίνονται αγαθά στους σπουδαίους ανθρώπους, όταν αυτοί τα αποσπούν με σύνεση από τα υλικά αντικείμενα και τα μεταφέρουν προς την απόκτηση των ουράνιων αγαθών. Έτσι, για παράδειγμα, από την επιθυμία κάνουν μια ορεκτική κίνηση της λογικής τάσεως προς το θείο· από την ηδονή, μια υγιή αγαλλίαση της θελητικής ενέργειας του πνεύματος ενώπιον των θείων χαρισμάτων· από τον φόβο, μια προσεκτική μέριμνα για την αποφυγή της τιμωρίας που επιφυλάσσεται για τα παραπτώματα· από τη λύπη, μια θεραπευτική μετάνοια για ένα παρόν κακό».

Οι διατυπώσεις αυτές βρίσκονται πολύ κοντά στους στωικούς ορισμούς. Ο Μάξιμος συνεχίζει:
«Για να τα συνοψίσουμε όλα σύμφωνα με τη μέθοδο των επιδεξιότερων ιατρών, οι οποίοι χρησιμοποιούν το σώμα ενός βλαβερού ζώου, της οχιάς, για να θεραπεύσουν μια πάθηση που, εξαιτίας μακράς αμελείας, έχει καταντήσει πραγματική λέπρα (α), πρέπει να χρησιμοποιούμε αυτά τα πάθη για να απαλλαγούμε από ένα παρόν ή αναμενόμενο ηθικό κακό. Είναι λοιπόν αγαθά, όπως είπα, χάρη στη χρήση που τους κάνουν εκείνοι οι οποίοι υποτάσσουν κάθε λογισμό στην υπακοή του Χριστού» (26).

5. ΤΟ ΜΑΚΑΡΙΟ ΠΑΘΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Αφού με αυτόν τον τρόπο αποκατέστησε τα επιμέρους πάθη, ο Μάξιμος δεν μπορούσε να σταματήσει στη μέση του δρόμου. Έπρεπε τόσο περισσότερο να φτάσει μέχρι τέλους, αφού είχε μιλήσει επίσης για μια «καλή φιλαυτία».

Αυτή η στοιχειώδης δύναμη, της οποίας η διαστροφή κάνει τις κακίες να πολλαπλασιάζονται, μπορεί και πρέπει και η ίδια να μεταστραφεί και να γίνει το «καλό πάθος της αγάπης», χωρίς να παύσει να είναι φιλαυτία.

«Κατακριτέο πάθος αγάπης είναι εκείνο που δίνει στον νου ως αντικείμενο το υλικό· επαινετό πάθος αγάπης είναι εκείνο που τον προσκολλά στο θείο» (37).

Αυτός ο τρόπος ομιλίας δεν αποτελεί κατάχρηση της γλώσσας. Πρόκειται πράγματι για πάθος, και όχι για κάτι καθαρά διανοητικό, παρότι απαντά μόνο στους τελείους, οι οποίοι ζουν σύμφωνα με τον νου.


Η νοητική δραστηριότητα, ακόμη και η υψηλότερη, η αυθεντική θεωρία, δεν αρκεί, λέγει ο Μάξιμος, εξαιτίας της εγγενούς σκοτεινότητάς της εδώ κάτω. Videmus per speciem et in aenigmate. Για να παρασυρθεί και η βούληση μέχρι τέλους, χρειάζεται κάτι που να αναπληρώνει αυτή την έλλειψη φωτός· κάτι παθητικό, όπως είναι η ίδια η θέωση, με εκείνη την κατεξοχήν ενεργητική παθητικότητα που καθιστά τον νου ακίνητο μέσα σε μια αέναη κίνηση προς τον Θεό·
κάτι, επομένως, που δικαιούται απολύτως το όνομα του πάθους, επειδή είναι μια ὁρμή, σύμφωνα με τον στωικό ορισμό, αλλά μια ορμή υπέρτατα λογική, ακόμη κι όταν εκτινάσσει πέρα από τα όρια της διάνοιας, μέσα στην έκσταση.

Εδώ αρχίζει να διαφαίνεται η θεωρία του διονυσιακού ἔρωτος. Αλλά το αξιοσημείωτο είναι ότι στά Κεφάλαια περί Αγάπης ο Μάξιμος αποφεύγει αυτόν τον όρο. Δεν λέγει «πάθος έρωτος», παρά τη μετάφραση που δόθηκε παραπάνω από τον J. Pegon, αλλά πάθος αγάπης.

Το πρόβλημα «ἔρως και ἀγάπη» είχε λυθεί γι’ αυτόν: η ίδια η αγάπη είναι ένας έρως μέσα μας, όπως είναι και μια φιλαυτία· δεν μπορεί να μην είναι έτσι, όσο ακόμη δεν κατέχει οριστικά το αντικείμενό της. Όταν θα το κατέχει, ο έρως θα γίνει απόλαυση και η φιλαυτία θα ταυτιστεί με την Αγάπη, όπως ακριβώς συμβαίνει στον ίδιο τον Θεό.

«Όπως η απλή σκέψη των ανθρώπινων πραγμάτων δεν οδηγεί αναγκαστικά τον νου στην περιφρόνηση των θείων, έτσι και η απλή γνώση των θείων πραγμάτων δεν τον οδηγεί πραγματικά στην περιφρόνηση των ανθρώπινων, επειδή εδώ κάτω η αλήθεια εμφανίζεται μόνο μέσα σε σκιές και εικόνες. Γι’ αυτό έχει ανάγκη από το μακάριο πάθος της αγίας αγάπης, το οποίο προσδένει τον νου στα αντικείμενα της πνευματικής θεωρίας και τον κάνει να προτιμά το άυλο από το υλικό, το πνευματικό και θείο από το αισθητό» (38).

Το να περνά κανείς από τη φιλαυτία στην αγάπη σημαίνει ότι περνά από μια παθητικότητα σε μια άλλη παθητικότητα· από το υποανθρώπινο και εξευτελιστικό πάθος στο «υπερφυσικό και θεοποιό πάθος».

«Είμαστε ενεργητικοί όσο έχουμε τη λογική δύναμη της φύσεως ενεργώς απασχολημένη στην πράξη των αρετών και τη νοερή δύναμη, δεκτική κάθε γνώσεως, να διαπερνά ακαταμάχητα ολόκληρη τη φύση των γνωστών όντων και να αφήνει πίσω της όλους τους αιώνες.

Είμαστε παθητικοί όταν, έχοντας υπερβεί εντελώς τα κτίσματα που προήλθαν από το μηδέν, φθάνουμε χωρίς γνώση στην αιτία των όντων και, αφήνοντας σε αργία τόσο τα όντα που είναι από τη φύση τους πεπερασμένα όσο και τις δικές μας δυνάμεις, γινόμαστε εκείνο που σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί έργο πραγματοποιούμενο από τη φύση, αφού η φύση δεν έχει την ικανότητα να συλλάβει ό,τι βρίσκεται υπεράνω της φύσεως.
Διότι κανένα κτιστό πράγμα δεν είναι από τη φύση του ενεργό αίτιο της θεώσεως, όπως επίσης κανένα δεν διαθέτει περιεκτική γνώση του Θεού. Στη θεία χάρη και μόνο ανήκει να παρέχει κατά αναλογία στα όντα τη θέωση, κάνοντας τη φύση να λάμπει με φως υπεράνω της φύσεως και ανυψώνοντάς την, μέσα στην υπερβολή της δόξας, πάνω από τα ίδια της τα όρια» (39).

Αυτή η παθητική θέωση θα πραγματοποιηθεί όταν ο παρών χρόνος, που είναι ο χρόνος της ενέργειας, δώσει τη θέση του στην αιωνιότητα (40).

«Όσο κανείς βρίσκεται στην παρούσα ζωή, όσο τέλειος κι αν είναι ως προς την εδώ κατάσταση, και παρότι κατέχει μέσω της πράξεως και της θεωρίας τη μερική γνώση και την προφητεία και τους αρραβώνες του Αγίου Πνεύματος, δεν κατέχει ακόμη την ίδια την πληρότητα…» (¹).

Αυτό σημαίνει αρκετά καθαρά ότι η αγάπη, σε αυτόν τον κόσμο, προχωρεί πιο πέρα από τη γνώση. Και δεν πρέπει άραγε να συμβαίνει έτσι, εφόσον η αγάπη παραμένει στην αιωνιότητα στον βαθμό που θα έχει φτάσει κατά τη στιγμή του θανάτου μας, ενώ η μερική γνώση θα καταργηθεί όταν έλθει η πρόσωπο προς πρόσωπο θεωρία;

Μένει πλέον να δούμε γιατί πρόκειται για ένα μακάριο πάθος. Όπως η tam beata passio (το τόσο μακάριο πάθος) του Χριστού-Σωτήρος, αποτελεί την κατεξοχήν απόδειξή του.

6. ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΗΔΟΝΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΔΥΝΗ


Σημειώσεις:

(33) Σημ. Η μακρά περίοδος αποτελείται μόνο από μετοχές, χωρίς κανένα κύριο ρήμα.
(34) Amb. PG 91, 1665 D κ.ε.
(35) Αυτή είναι η έννοια, παρά τη μετάφραση του Combefis. Η χρήση φαρμάκων που προέρχονται από φίδια αναφέρεται συχνά από τους αρχαίους συγγραφείς, εκκλησιαστικούς και άλλους· πρβλ., για παράδειγμα, ΩΡΙΓΕΝΗΣ, In Num. hom. 17, 1, BAEHRENS II, σ. 154, 24 κ.ε. Όσο για τη λέξη lobosis, η οποία δεν απαντά στα λεξικά, σημαίνει μια δερματική πάθηση.
(36) Πρβλ. Β΄ Κορ. 10, 5· Ad Thal. q. 1, PG 90, 260 BC.
(37) De Car. III, 71.
(38) De Car. III, 67.
(39) Ad Thal. q. 21, PG 90, 320 D κ.ε.
(40) Ibid. C.
(41) Capp. theol. et oec. II, 87, PG 90, 1165 BC.

ΑΣ ΔΟΥΜΕ ΚΑΤΙ ΑΠΟ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ. ΕΠΟΧΗ ΣΤΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΠΡΟΟΔΟΣ. 
Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΠΡΟΟΔΟΣ ΟΝΟΜΑΖΕΤΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ. ΠΩΣ ΟΙΚΕΙΟΠΟΙΕΙΤΑΙ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΠΡΟΟΔΟ ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΛΑΙΚΟ ΑΙΣΘΗΜΑ;  ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΩΝΤΑΣ ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΥΠΟΔΟΥΛΩΣΗ ΜΑΣ ΣΤΟΝ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΕΧΘΡΟ ΜΑΣ; ΜΕ ΤIS SELFIES! ΑΓΚΑΛΙΑΖΟΝΤΑΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου