Συνέχεια από Τρίτη 4. Αυγούστου 2026
Πλάτων. Αναζητώντας τη μυστική σοφία 2

Giovanni Reale
2019, Εκδόσεις La nave di Teseo, Μιλάνο
Ορισμένες εισαγωγικές παρατηρήσεις
Μια επανάσταση κοσμοϊστορικής εμβέλειας στον ελληνικό πολιτισμό
Ο Πλάτων στην τελική φάση της συγκρούσεως του νέου πολιτισμού της γραφής με την παραδοσιακή κουλτούρα της προφορικότητας
Η κυριαρχία της προφορικότητας στον ελληνικό πολιτισμό έως τον πέμπτο αιώνα και η αποφασιστική μεταβολή της τεχνικής της επικοινωνίας κατά το πρώτο μισό του τέταρτου αιώνα
Ο ελληνικός πολιτισμός, όπως είναι γνωστό, στις διάφορες εκφάνσεις του, με πρώτη την ποίηση, από την ομηρική εποχή έως τον πέμπτο αιώνα π.Χ., στηρίχθηκε κατά κύριο λόγο στην προφορικότητα, τόσο όσον αφορά την παρουσίαση του μηνύματος στο κοινό όσο και όσον αφορά τη μετάδοσή του και, συνεπώς, τη διατήρησή του.
Η εισαγωγή της αλφαβητικής γραφής και η χρήση της από τους Έλληνες ανάγονται στον όγδοο αιώνα π.Χ. Ωστόσο, η γραφή χρησιμοποιήθηκε αρχικά σχεδόν αποκλειστικά για πρακτικούς σκοπούς: για κείμενα νόμων και διαταγμάτων, για καταλόγους, για επιγραφές σε τάφους και για στοιχεία χαραγμένα σε ταφικά μνημεία, καθώς και για διαθήκες. Μόνο σε ένα δεύτερο στάδιο αποκρυσταλλώθηκε στη μορφή του βιβλίου.
Η μετάβαση από έναν αναλφάβητο πολιτισμό σε έναν εγγράμματο πολιτισμό δεν πραγματοποιήθηκε παρά μόνο αργά και με πολύ σύνθετο τρόπο: στην αρχή έμαθαν να γράφουν και να διαβάζουν λίγοι μόνο άνθρωποι για επαγγελματικούς λόγους, και έτσι εμφανίστηκε εκείνο που θα μπορούσε εύλογα να θεωρηθεί μια μορφή συντεχνιακού αλφαβητισμού. Στη συνέχεια άρχισαν να μαθαίνουν γραφή και ανάγνωση ορισμένοι από τους περισσότερο μορφωμένους, και δημιουργήθηκε έτσι μια κατάσταση ημι-αλφαβητισμού. Τέλος, από το τελευταίο τρίτο του πέμπτου αιώνα και, κυρίως, κατά το πρώτο μισό του τέταρτου αιώνα π.Χ., μπορεί να ειπωθεί ότι ο ελληνικός πολιτισμός είχε πλέον καταστεί σε μεγάλο βαθμό εγγράμματος.
Τα πρώτα κείμενα που καταγράφηκαν γραπτώς ήταν τα ποιητικά, αρχίζοντας από εκείνα του Ομήρου, πιθανώς μεταξύ του 700 και του 650 π.Χ. Αλλά αυτά τα γραπτά κείμενα ήταν αρχικά βοηθήματα της προφορικότητας, δηλαδή εργαλεία τα οποία χρησιμοποιούσαν οι ραψωδοί για να τα απομνημονεύουν και κατόπιν να τα απαγγέλλουν· επομένως, απείχαν πολύ από το να απευθύνονται σε αναγνωστικό κοινό.
Οι μελετητές διαφωνούν αρκετά τόσο ως προς τον χρόνο όσο και ως προς τον τρόπο με τον οποίο ο πολιτισμός της γραφής κατέκτησε τις αποφασιστικές του νίκες.
Πράγματι, όπως έχει ορθώς επισημανθεί, ο σημερινός μελετητής δυσκολεύεται να αξιολογήσει τη βαρύτητα και την εμβέλεια ορισμένων τεκμηρίων και μαρτυριών, επειδή τα κρίνει με μια νοοτροπία που γεννήθηκε και αναπτύχθηκε μέσα στον πολιτισμό της γραφής. Έτσι, έχει την τάση να αποδίδει στις ανακαλύψεις γραπτών τεκμηρίων ή εργαλείων γραφής όχι τη βαρύτητα που μπορούσαν να έχουν μέσα σε έναν πολιτισμό στον οποίο εξακολουθούσε να κυριαρχεί η προφορικότητα, αλλά τη βαρύτητα και τη σημασία που μπορούν να έχουν μέσα σε έναν ήδη εδραιωμένο και καλά παγιωμένο πολιτισμό της γραφής.
Ο Havelock διευκρίνισε ορθώς:
«Το κλειδί ολόκληρου του προβλήματος δεν βρίσκεται στη χρήση των γραπτών χαρακτήρων και των εργαλείων γραφής, στα οποία επικεντρώθηκε η προσοχή των μελετητών, αλλά στον αριθμό των διαθέσιμων αναγνωστών, ο οποίος εξαρτιόταν από τη διάδοση του αλφαβητισμού. Το “σοκ της ανάγνωσης”, για να χρησιμοποιήσουμε έναν σύγχρονο όρο, έπρεπε να επέλθει στο πρωτοβάθμιο επίπεδο της εκπαίδευσης και όχι στο δευτεροβάθμιο.
Κατά τη γνώμη μας, ακόμη και κατά το πρώτο μισό του πέμπτου αιώνα οι μαρτυρίες τείνουν να δείχνουν ότι οι Αθηναίοι μάθαιναν να διαβάζουν, όταν μάθαιναν, στην εφηβική ηλικία. Η γνώση της ανάγνωσης και της γραφής ερχόταν να προστεθεί επάνω σε μια προγενέστερη προφορική εκπαίδευση, και ίσως εκείνο που μάθαινε κανείς να γράφει δεν ήταν πολύ περισσότερο από την ίδια του την υπογραφή —που είναι φυσικά το πρώτο πράγμα που επιθυμεί κανείς να μάθει—, και ακόμη και τότε η ορθογραφία και ο χωρισμός των λέξεων ήταν αυθαίρετα.
Ένα χωρίο από τις Νεφέλες, που ανάγεται στο 423 π.Χ. ή σε μεταγενέστερη εποχή, περιγράφει το σχολείο των παιδιών υπό την εποπτεία του κιθαριστή. Απουσιάζει κάθε αναφορά στη γραφή, ενώ τονίζεται η σημασία της προφορικής απαγγελίας. Πρόκειται για ένα χωρίο γραμμένο με νοσταλγική διάθεση και, εάν συγκριθεί με τη δήλωση στον Πρωταγόρα, σύμφωνα με την οποία τα παιδιά μάθαιναν να γράφουν στο σχολείο, επιτρέπει το συμπέρασμα ότι στα σχολεία της Αττικής η εισαγωγή της γραφής στο πρωτοβάθμιο επίπεδο άρχισε να γίνεται καθολική πρακτική στις αρχές του τελευταίου τρίτου του πέμπτου αιώνα.
Το συμπέρασμα αυτό συμφωνεί με τη γενική διάδοση του αλφαβητισμού προς το τέλος του Πελοποννησιακού Πολέμου, κατάσταση που αποκαλύπτεται στους Βατράχους, το 405.
Πράγματι, αυτή η τελευταία μαρτυρία θα έπρεπε να μας προειδοποιεί ότι όχι σπάνια η Αρχαία Κωμωδία, όταν εισάγει σε κάποια σκηνική κατάσταση τη χρήση γραπτών εγγράφων, τείνει να τα αντιμετωπίζει ως κάτι νέο και κωμικό ή ακόμη και ύποπτο· και στην Τραγωδία υπάρχουν χωρία που αφήνουν να διαφανούν οι ίδιες αποχρώσεις».
Σε αρκετά από αυτά τα τεκμήρια θα χρειαστεί να επανέλθουμε παρακάτω, διότι, όπως θα δούμε, ο Πλάτων κάνει σε αυτά συγκεκριμένες αναφορές. Εκείνο που μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα να τονίσουμε ήδη από τώρα είναι η θέση στην οποία αναφερθήκαμε προηγουμένως και την οποία θα επαναλαμβάνουμε σταδιακά, δηλαδή ότι ακριβώς στην εποχή του Πλάτωνα έφθανε στην ολοκλήρωσή της εκείνη η πολιτισμική μεταμόρφωση που άλλαξε την ιστορία της Δύσης· και αυτή πρέπει να γίνει καλά κατανοητή, εάν θέλουμε να κατανοήσουμε σωστά και τον ίδιο τον Πλάτωνα.
Αρκετοί μελετητές θα έτειναν, τουλάχιστον από μια ορισμένη άποψη, να τοποθετήσουν αυτή την επανάσταση σε προγενέστερη εποχή· αλλά, όπως ήδη είπα παραπάνω, αξιολογούν ορισμένα στοιχεία μέσα από λανθασμένη οπτική και, ειδικότερα, δεν λαμβάνουν υπόψη το πολύ σημαντικό γεγονός ότι, για μια ορισμένη χρονική περίοδο, οι δύο πολιτισμοί διαπλέκονταν μεταξύ τους με ποικίλους τρόπους και ότι η προφορική νοοτροπία εξακολούθησε για πολύ καιρό να επιβιώνει και να επικαλύπτει τον πολιτισμό της γραφής.
Ο Oddone Longo επισημαίνει ορθώς τα ακόλουθα:
«Ακόμη και αν δεχθούμε, όπως κάνουν ορισμένοι, ένα αρκετά υψηλό επίπεδο αλφαβητισμού, ιδίως σε ορισμένες αστικές περιοχές, παραμένει πάντως βέβαιο ότι για κάθε γραπτή επικοινωνία απαιτείται, από τη μία πλευρά, ένας αποστολέας που να διαθέτει επαρκή ικανότητα γραφής και, από την άλλη, ένας παραλήπτης ικανός να διαβάζει χωρίς υπερβολικές δυσκολίες· μια σύμπτωση που ασφαλώς δεν θα συνέβαινε στις περισσότερες περιπτώσεις.
Θα πρέπει επομένως να δεχθούμε, παράλληλα με έναν περιορισμένο κύκλο γραπτής επικοινωνίας, ο οποίος λειτουργούσε μόνο σε περιορισμένους κοινωνικούς και γεωγραφικούς χώρους, την επιβίωση και την αναπαραγωγή των τεχνικών μεταδόσεως που ήταν χαρακτηριστικές της προφορικότητας, με αποτέλεσμα να δημιουργείται μια πραγματική διαστρωμάτωση και, ταυτόχρονα, να παράγεται μια ιδεολογία η οποία, μέσα στην εσωτερική της προβληματικότητα και αντιφατικότητα, αποτελεί σαφές σύμπτωμα μιας συνολικά άνισης κοινωνικής και πολιτισμικής αναπτύξεως.
Ο μέσος Αθηναίος, ελάχιστα εξοικειωμένος με τη χρήση της γραφής, θα εξακολουθήσει για πολύ καιρό να αναγνωρίζει στην προφορική μνήμη το δικό του εργαλείο γνώσεως και επικοινωνίας· αυτό φαίνεται με ιδιαίτερη σαφήνεια σε ένα απόσπασμα του Κρατίνου (122 K.):
“Όχι, μα τον Δία, δεν γνωρίζω τα γράμματα και δεν ξέρω να γράφω· θα σου το πω προφορικά, γιατί το έχω καλά στη μνήμη μου.”
Η κατάσταση που διαμορφώνεται, λοιπόν, μέσα σε ένα πολιτισμικό σύνολο όπως το ελληνικό, είναι εκείνη της συνυπάρξεως των δύο τεχνικών, οι οποίες άλλοτε βρίσκονται σε ανταγωνισμό και άλλοτε λειτουργούν συνεργατικά.
Η μετάδοση ειδήσεων μέσω γραπτών μηνυμάτων μπορεί να υποκαταστήσει την προφορική μετάδοση, μπορεί όμως και να λειτουργήσει παράλληλα με αυτήν· όχι σπάνια συμβαίνει, για μεγαλύτερη ασφάλεια, η μετάδοση να πραγματοποιείται ταυτόχρονα και από τα δύο κανάλια.
Η συνύπαρξη ή η συνεργασία των δύο τεχνολογιών αποτελεί μία από τις πιθανές εκβάσεις της μεταξύ τους αντιπαραθέσεως· στην περίπτωση αυτή υπάρχει μια σχέση επικουρικότητας της μιας τεχνικής προς την άλλη —και μπορούμε να έχουμε τόσο μια γραφή επικουρική προς την προφορικότητα όσο και μια προφορικότητα συμπληρωματική προς τη γραφή.»
Υπενθυμίζουμε ότι μόνο γύρω στα μέσα του πέμπτου αιώνα π.Χ. εισάγεται στην Αθήνα, από τον Αναξαγόρα, το επιστημονικό-φιλοσοφικό βιβλίο σε πεζό λόγο, και ότι ακριβώς εκείνο το βιβλίο εγκαινίασε την ιστορία της αγοράς φιλοσοφικών βιβλίων: ο Πλάτων μάς μαρτυρεί ότι μπορούσε μάλιστα να αγοραστεί στην αγορά σε αρκετά χαμηλή τιμή.
Ήταν κυρίως οι Σοφιστές και οι Ρήτορες εκείνοι που διέδωσαν την πρακτική της δημοσιεύσεως των συγγραμμάτων τους, αρχικά με τον Πρωταγόρα και, κυρίως, κατά τρόπο οριστικό, με τον Ισοκράτη.
Ο Turner γράφει:
«Κατά πάσα πιθανότητα ο Ισοκράτης ακολούθησε το παράδειγμα του Πρωταγόρα και χρησιμοποιούσε τη φωνή κάποιου μαθητή, δεδομένου ότι, όπως επαναλαμβάνει πολλές φορές, ο ίδιος στερούνταν ουσιωδών προσόντων, όπως η ικανότητα εκφοράς του λόγου και η δυναμικότητα.
Αλλά αυτοί οι lógoi τίθενται επίσης σε κυκλοφορία σε διάφορα αντίγραφα, βάσει ενός καταλόγου διανομής: diadidónai είναι η λέξη που χρησιμοποιεί ο Ισοκράτης. Για τον λόγο του Κατά των Σοφιστών, από τον οποίο παραθέτει αποσπάσματα στην Ἀντίδοσιν, λέγει: “αφού τον έγραψα, τον διένειμα”.
Η πληρέστερη διατύπωση εμφανίζεται περισσότερες από μία φορές και αλλού: “να διανέμει μεταξύ των ενδιαφερομένων”.
Η διαδικασία παρουσιάζει κάποια ομοιότητα με εκείνη ενός σύγχρονου μελετητή που αποστέλλει αντίτυπα των ανατύπων του, και ούτε το κίνητρο είναι διαφορετικό. Ο Ισοκράτης, αναφερόμενος στην αρχική δημοσίευση των έργων του, λέγει: “όταν αυτά τα έργα γράφτηκαν και τέθηκαν σε κυκλοφορία, απέκτησα μεγάλη φήμη και προσέλκυσα πολλούς μαθητές”.
Αλλού αναφέρεται ότι ορισμένα έργα του διαβάζονταν στη Σπάρτη.»
Πρέπει πάντως να έχουμε κατά νου ότι ο προφορικός πολιτισμός, μαζί με τη σχετική τεχνική που στηριζόταν κυρίως στη μνήμη, δεν ξεπεράστηκε παρά μόνο αργά· πολλοί πατέρες, πράγματι, εξακολούθησαν να επιβάλλουν στα παιδιά τους την υποχρέωση να μαθαίνουν από μνήμης τα ποιήματα του Ομήρου, όπως μας επιτρέπει να κατανοήσουμε πολύ καλά το ακόλουθο χωρίο του Ξενοφώντα:
«— Και εσύ, Νικήρατε, για ποια γνώση αισθάνεσαι υπερήφανος;
— Ο πατέρας μου, απάντησε, ο οποίος φροντίζει να με κάνει ενάρετο άνθρωπο, με ανάγκασε να μάθω από μνήμης όλους τους στίχους του Ομήρου· και ακόμη και τώρα θα ήμουν σε θέση να απαγγείλω από μνήμης ολόκληρη την Ιλιάδα και την Οδύσσεια.
— Ίσως ξεχνάς, είπε ο Αντισθένης, ότι και όλοι οι ραψωδοί γνωρίζουν αυτούς τους στίχους από μνήμης.
— Και πώς θα μπορούσα να το ξεχάσω, αφού πηγαίνω κάθε μέρα να τους ακούσω;
— Και γνωρίζεις κάποιο γένος ανθρώπων πιο κενό από εκείνο των ραψωδών;
— Όχι βέβαια, απάντησε ο Νικήρατος, δεν νομίζω ότι γνωρίζω.
— Ο λόγος είναι φανερός, παρατήρησε ο Σωκράτης. Αυτοί δεν κατανοούν το νόημα των όσων απαγγέλλουν. Εσύ, αντίθετα, έδωσες πολλά χρήματα στον Στησίμβροτο, στον Αναξίμανδρο και σε πολλούς άλλους, ώστε να μη σου διαφύγει τίποτε από όσα είναι σημαντικά μέσα σε εκείνα τα ποιήματα.»5
Σημειώσεις:
1 E.A. Havelock, Preface to Plato, Cambridge, Massachusetts, Harvard University Press, 1963· ιταλική μετάφραση με τον τίτλο: Cultura orale e civiltà della scrittura da Omero a Platone, εισαγωγή B. Gentili, μετάφραση M. Carpitella, Roma-Bari, Laterza, «Biblioteca di Cultura Moderna», 1973· επανέκδοση στη σειρά «Biblioteca Universale Laterza», 1983· 1995², σσ. 38–39. (Ο τόμος αυτός θα παραπέμπεται στις επόμενες σημειώσεις με τη συντομογραφία Cultura orale...). Τα χωρία του Αριστοφάνη στα οποία γίνεται αναφορά είναι: Νεφέλες, στ. 961 κ.ε., και Βάτραχοι, 1114· το χωρίο του Πρωταγόρα που παρατίθεται είναι 325 E κ.ε. Για τα χωρία των κωμικών και των τραγικών πρβλ. Havelock, σ. 270, σημ. 14 και 15.
2 O. Longo, Tecniche della comunicazione nella Grecia antica, Napoli, Liguori Editore, 1981, σσ. 59–60.
3 Ἀπολογία Σωκράτους, 26 D–E.
4 E.G. Turner, «I libri nell’Atene del V e del IV secolo a.C.», στο G. Cavallo, Libri, editori e pubblico nel mondo antico. Guida storica e critica, Roma-Bari, Laterza, «Universale Laterza», 1975· επανέκδοση στη σειρά «Biblioteca Universale Laterza», 1989· 1992². Το παρατιθέμενο χωρίο βρίσκεται στη σ. 20. Για τον Ισοκράτη πρβλ. Ἀντίδοσις, 87 και Παναθηναϊκός, από το 200 έως το τέλος.
5 Ξενοφών, Συμπόσιον, III 5–6.
Συνεχίζεται
2019, Εκδόσεις La nave di Teseo, Μιλάνο
Ορισμένες εισαγωγικές παρατηρήσεις
Μια επανάσταση κοσμοϊστορικής εμβέλειας στον ελληνικό πολιτισμό
Ο Πλάτων στην τελική φάση της συγκρούσεως του νέου πολιτισμού της γραφής με την παραδοσιακή κουλτούρα της προφορικότητας
Η κυριαρχία της προφορικότητας στον ελληνικό πολιτισμό έως τον πέμπτο αιώνα και η αποφασιστική μεταβολή της τεχνικής της επικοινωνίας κατά το πρώτο μισό του τέταρτου αιώνα
Ο ελληνικός πολιτισμός, όπως είναι γνωστό, στις διάφορες εκφάνσεις του, με πρώτη την ποίηση, από την ομηρική εποχή έως τον πέμπτο αιώνα π.Χ., στηρίχθηκε κατά κύριο λόγο στην προφορικότητα, τόσο όσον αφορά την παρουσίαση του μηνύματος στο κοινό όσο και όσον αφορά τη μετάδοσή του και, συνεπώς, τη διατήρησή του.
Η εισαγωγή της αλφαβητικής γραφής και η χρήση της από τους Έλληνες ανάγονται στον όγδοο αιώνα π.Χ. Ωστόσο, η γραφή χρησιμοποιήθηκε αρχικά σχεδόν αποκλειστικά για πρακτικούς σκοπούς: για κείμενα νόμων και διαταγμάτων, για καταλόγους, για επιγραφές σε τάφους και για στοιχεία χαραγμένα σε ταφικά μνημεία, καθώς και για διαθήκες. Μόνο σε ένα δεύτερο στάδιο αποκρυσταλλώθηκε στη μορφή του βιβλίου.
Η μετάβαση από έναν αναλφάβητο πολιτισμό σε έναν εγγράμματο πολιτισμό δεν πραγματοποιήθηκε παρά μόνο αργά και με πολύ σύνθετο τρόπο: στην αρχή έμαθαν να γράφουν και να διαβάζουν λίγοι μόνο άνθρωποι για επαγγελματικούς λόγους, και έτσι εμφανίστηκε εκείνο που θα μπορούσε εύλογα να θεωρηθεί μια μορφή συντεχνιακού αλφαβητισμού. Στη συνέχεια άρχισαν να μαθαίνουν γραφή και ανάγνωση ορισμένοι από τους περισσότερο μορφωμένους, και δημιουργήθηκε έτσι μια κατάσταση ημι-αλφαβητισμού. Τέλος, από το τελευταίο τρίτο του πέμπτου αιώνα και, κυρίως, κατά το πρώτο μισό του τέταρτου αιώνα π.Χ., μπορεί να ειπωθεί ότι ο ελληνικός πολιτισμός είχε πλέον καταστεί σε μεγάλο βαθμό εγγράμματος.
Τα πρώτα κείμενα που καταγράφηκαν γραπτώς ήταν τα ποιητικά, αρχίζοντας από εκείνα του Ομήρου, πιθανώς μεταξύ του 700 και του 650 π.Χ. Αλλά αυτά τα γραπτά κείμενα ήταν αρχικά βοηθήματα της προφορικότητας, δηλαδή εργαλεία τα οποία χρησιμοποιούσαν οι ραψωδοί για να τα απομνημονεύουν και κατόπιν να τα απαγγέλλουν· επομένως, απείχαν πολύ από το να απευθύνονται σε αναγνωστικό κοινό.
Οι μελετητές διαφωνούν αρκετά τόσο ως προς τον χρόνο όσο και ως προς τον τρόπο με τον οποίο ο πολιτισμός της γραφής κατέκτησε τις αποφασιστικές του νίκες.
Πράγματι, όπως έχει ορθώς επισημανθεί, ο σημερινός μελετητής δυσκολεύεται να αξιολογήσει τη βαρύτητα και την εμβέλεια ορισμένων τεκμηρίων και μαρτυριών, επειδή τα κρίνει με μια νοοτροπία που γεννήθηκε και αναπτύχθηκε μέσα στον πολιτισμό της γραφής. Έτσι, έχει την τάση να αποδίδει στις ανακαλύψεις γραπτών τεκμηρίων ή εργαλείων γραφής όχι τη βαρύτητα που μπορούσαν να έχουν μέσα σε έναν πολιτισμό στον οποίο εξακολουθούσε να κυριαρχεί η προφορικότητα, αλλά τη βαρύτητα και τη σημασία που μπορούν να έχουν μέσα σε έναν ήδη εδραιωμένο και καλά παγιωμένο πολιτισμό της γραφής.
Ο Havelock διευκρίνισε ορθώς:
«Το κλειδί ολόκληρου του προβλήματος δεν βρίσκεται στη χρήση των γραπτών χαρακτήρων και των εργαλείων γραφής, στα οποία επικεντρώθηκε η προσοχή των μελετητών, αλλά στον αριθμό των διαθέσιμων αναγνωστών, ο οποίος εξαρτιόταν από τη διάδοση του αλφαβητισμού. Το “σοκ της ανάγνωσης”, για να χρησιμοποιήσουμε έναν σύγχρονο όρο, έπρεπε να επέλθει στο πρωτοβάθμιο επίπεδο της εκπαίδευσης και όχι στο δευτεροβάθμιο.
Κατά τη γνώμη μας, ακόμη και κατά το πρώτο μισό του πέμπτου αιώνα οι μαρτυρίες τείνουν να δείχνουν ότι οι Αθηναίοι μάθαιναν να διαβάζουν, όταν μάθαιναν, στην εφηβική ηλικία. Η γνώση της ανάγνωσης και της γραφής ερχόταν να προστεθεί επάνω σε μια προγενέστερη προφορική εκπαίδευση, και ίσως εκείνο που μάθαινε κανείς να γράφει δεν ήταν πολύ περισσότερο από την ίδια του την υπογραφή —που είναι φυσικά το πρώτο πράγμα που επιθυμεί κανείς να μάθει—, και ακόμη και τότε η ορθογραφία και ο χωρισμός των λέξεων ήταν αυθαίρετα.
Ένα χωρίο από τις Νεφέλες, που ανάγεται στο 423 π.Χ. ή σε μεταγενέστερη εποχή, περιγράφει το σχολείο των παιδιών υπό την εποπτεία του κιθαριστή. Απουσιάζει κάθε αναφορά στη γραφή, ενώ τονίζεται η σημασία της προφορικής απαγγελίας. Πρόκειται για ένα χωρίο γραμμένο με νοσταλγική διάθεση και, εάν συγκριθεί με τη δήλωση στον Πρωταγόρα, σύμφωνα με την οποία τα παιδιά μάθαιναν να γράφουν στο σχολείο, επιτρέπει το συμπέρασμα ότι στα σχολεία της Αττικής η εισαγωγή της γραφής στο πρωτοβάθμιο επίπεδο άρχισε να γίνεται καθολική πρακτική στις αρχές του τελευταίου τρίτου του πέμπτου αιώνα.
Το συμπέρασμα αυτό συμφωνεί με τη γενική διάδοση του αλφαβητισμού προς το τέλος του Πελοποννησιακού Πολέμου, κατάσταση που αποκαλύπτεται στους Βατράχους, το 405.
Πράγματι, αυτή η τελευταία μαρτυρία θα έπρεπε να μας προειδοποιεί ότι όχι σπάνια η Αρχαία Κωμωδία, όταν εισάγει σε κάποια σκηνική κατάσταση τη χρήση γραπτών εγγράφων, τείνει να τα αντιμετωπίζει ως κάτι νέο και κωμικό ή ακόμη και ύποπτο· και στην Τραγωδία υπάρχουν χωρία που αφήνουν να διαφανούν οι ίδιες αποχρώσεις».
Σε αρκετά από αυτά τα τεκμήρια θα χρειαστεί να επανέλθουμε παρακάτω, διότι, όπως θα δούμε, ο Πλάτων κάνει σε αυτά συγκεκριμένες αναφορές. Εκείνο που μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα να τονίσουμε ήδη από τώρα είναι η θέση στην οποία αναφερθήκαμε προηγουμένως και την οποία θα επαναλαμβάνουμε σταδιακά, δηλαδή ότι ακριβώς στην εποχή του Πλάτωνα έφθανε στην ολοκλήρωσή της εκείνη η πολιτισμική μεταμόρφωση που άλλαξε την ιστορία της Δύσης· και αυτή πρέπει να γίνει καλά κατανοητή, εάν θέλουμε να κατανοήσουμε σωστά και τον ίδιο τον Πλάτωνα.
Αρκετοί μελετητές θα έτειναν, τουλάχιστον από μια ορισμένη άποψη, να τοποθετήσουν αυτή την επανάσταση σε προγενέστερη εποχή· αλλά, όπως ήδη είπα παραπάνω, αξιολογούν ορισμένα στοιχεία μέσα από λανθασμένη οπτική και, ειδικότερα, δεν λαμβάνουν υπόψη το πολύ σημαντικό γεγονός ότι, για μια ορισμένη χρονική περίοδο, οι δύο πολιτισμοί διαπλέκονταν μεταξύ τους με ποικίλους τρόπους και ότι η προφορική νοοτροπία εξακολούθησε για πολύ καιρό να επιβιώνει και να επικαλύπτει τον πολιτισμό της γραφής.
Ο Oddone Longo επισημαίνει ορθώς τα ακόλουθα:
«Ακόμη και αν δεχθούμε, όπως κάνουν ορισμένοι, ένα αρκετά υψηλό επίπεδο αλφαβητισμού, ιδίως σε ορισμένες αστικές περιοχές, παραμένει πάντως βέβαιο ότι για κάθε γραπτή επικοινωνία απαιτείται, από τη μία πλευρά, ένας αποστολέας που να διαθέτει επαρκή ικανότητα γραφής και, από την άλλη, ένας παραλήπτης ικανός να διαβάζει χωρίς υπερβολικές δυσκολίες· μια σύμπτωση που ασφαλώς δεν θα συνέβαινε στις περισσότερες περιπτώσεις.
Θα πρέπει επομένως να δεχθούμε, παράλληλα με έναν περιορισμένο κύκλο γραπτής επικοινωνίας, ο οποίος λειτουργούσε μόνο σε περιορισμένους κοινωνικούς και γεωγραφικούς χώρους, την επιβίωση και την αναπαραγωγή των τεχνικών μεταδόσεως που ήταν χαρακτηριστικές της προφορικότητας, με αποτέλεσμα να δημιουργείται μια πραγματική διαστρωμάτωση και, ταυτόχρονα, να παράγεται μια ιδεολογία η οποία, μέσα στην εσωτερική της προβληματικότητα και αντιφατικότητα, αποτελεί σαφές σύμπτωμα μιας συνολικά άνισης κοινωνικής και πολιτισμικής αναπτύξεως.
Ο μέσος Αθηναίος, ελάχιστα εξοικειωμένος με τη χρήση της γραφής, θα εξακολουθήσει για πολύ καιρό να αναγνωρίζει στην προφορική μνήμη το δικό του εργαλείο γνώσεως και επικοινωνίας· αυτό φαίνεται με ιδιαίτερη σαφήνεια σε ένα απόσπασμα του Κρατίνου (122 K.):
“Όχι, μα τον Δία, δεν γνωρίζω τα γράμματα και δεν ξέρω να γράφω· θα σου το πω προφορικά, γιατί το έχω καλά στη μνήμη μου.”
Η κατάσταση που διαμορφώνεται, λοιπόν, μέσα σε ένα πολιτισμικό σύνολο όπως το ελληνικό, είναι εκείνη της συνυπάρξεως των δύο τεχνικών, οι οποίες άλλοτε βρίσκονται σε ανταγωνισμό και άλλοτε λειτουργούν συνεργατικά.
Η μετάδοση ειδήσεων μέσω γραπτών μηνυμάτων μπορεί να υποκαταστήσει την προφορική μετάδοση, μπορεί όμως και να λειτουργήσει παράλληλα με αυτήν· όχι σπάνια συμβαίνει, για μεγαλύτερη ασφάλεια, η μετάδοση να πραγματοποιείται ταυτόχρονα και από τα δύο κανάλια.
Η συνύπαρξη ή η συνεργασία των δύο τεχνολογιών αποτελεί μία από τις πιθανές εκβάσεις της μεταξύ τους αντιπαραθέσεως· στην περίπτωση αυτή υπάρχει μια σχέση επικουρικότητας της μιας τεχνικής προς την άλλη —και μπορούμε να έχουμε τόσο μια γραφή επικουρική προς την προφορικότητα όσο και μια προφορικότητα συμπληρωματική προς τη γραφή.»
Υπενθυμίζουμε ότι μόνο γύρω στα μέσα του πέμπτου αιώνα π.Χ. εισάγεται στην Αθήνα, από τον Αναξαγόρα, το επιστημονικό-φιλοσοφικό βιβλίο σε πεζό λόγο, και ότι ακριβώς εκείνο το βιβλίο εγκαινίασε την ιστορία της αγοράς φιλοσοφικών βιβλίων: ο Πλάτων μάς μαρτυρεί ότι μπορούσε μάλιστα να αγοραστεί στην αγορά σε αρκετά χαμηλή τιμή.
Ήταν κυρίως οι Σοφιστές και οι Ρήτορες εκείνοι που διέδωσαν την πρακτική της δημοσιεύσεως των συγγραμμάτων τους, αρχικά με τον Πρωταγόρα και, κυρίως, κατά τρόπο οριστικό, με τον Ισοκράτη.
Ο Turner γράφει:
«Κατά πάσα πιθανότητα ο Ισοκράτης ακολούθησε το παράδειγμα του Πρωταγόρα και χρησιμοποιούσε τη φωνή κάποιου μαθητή, δεδομένου ότι, όπως επαναλαμβάνει πολλές φορές, ο ίδιος στερούνταν ουσιωδών προσόντων, όπως η ικανότητα εκφοράς του λόγου και η δυναμικότητα.
Αλλά αυτοί οι lógoi τίθενται επίσης σε κυκλοφορία σε διάφορα αντίγραφα, βάσει ενός καταλόγου διανομής: diadidónai είναι η λέξη που χρησιμοποιεί ο Ισοκράτης. Για τον λόγο του Κατά των Σοφιστών, από τον οποίο παραθέτει αποσπάσματα στην Ἀντίδοσιν, λέγει: “αφού τον έγραψα, τον διένειμα”.
Η πληρέστερη διατύπωση εμφανίζεται περισσότερες από μία φορές και αλλού: “να διανέμει μεταξύ των ενδιαφερομένων”.
Η διαδικασία παρουσιάζει κάποια ομοιότητα με εκείνη ενός σύγχρονου μελετητή που αποστέλλει αντίτυπα των ανατύπων του, και ούτε το κίνητρο είναι διαφορετικό. Ο Ισοκράτης, αναφερόμενος στην αρχική δημοσίευση των έργων του, λέγει: “όταν αυτά τα έργα γράφτηκαν και τέθηκαν σε κυκλοφορία, απέκτησα μεγάλη φήμη και προσέλκυσα πολλούς μαθητές”.
Αλλού αναφέρεται ότι ορισμένα έργα του διαβάζονταν στη Σπάρτη.»
Πρέπει πάντως να έχουμε κατά νου ότι ο προφορικός πολιτισμός, μαζί με τη σχετική τεχνική που στηριζόταν κυρίως στη μνήμη, δεν ξεπεράστηκε παρά μόνο αργά· πολλοί πατέρες, πράγματι, εξακολούθησαν να επιβάλλουν στα παιδιά τους την υποχρέωση να μαθαίνουν από μνήμης τα ποιήματα του Ομήρου, όπως μας επιτρέπει να κατανοήσουμε πολύ καλά το ακόλουθο χωρίο του Ξενοφώντα:
«— Και εσύ, Νικήρατε, για ποια γνώση αισθάνεσαι υπερήφανος;
— Ο πατέρας μου, απάντησε, ο οποίος φροντίζει να με κάνει ενάρετο άνθρωπο, με ανάγκασε να μάθω από μνήμης όλους τους στίχους του Ομήρου· και ακόμη και τώρα θα ήμουν σε θέση να απαγγείλω από μνήμης ολόκληρη την Ιλιάδα και την Οδύσσεια.
— Ίσως ξεχνάς, είπε ο Αντισθένης, ότι και όλοι οι ραψωδοί γνωρίζουν αυτούς τους στίχους από μνήμης.
— Και πώς θα μπορούσα να το ξεχάσω, αφού πηγαίνω κάθε μέρα να τους ακούσω;
— Και γνωρίζεις κάποιο γένος ανθρώπων πιο κενό από εκείνο των ραψωδών;
— Όχι βέβαια, απάντησε ο Νικήρατος, δεν νομίζω ότι γνωρίζω.
— Ο λόγος είναι φανερός, παρατήρησε ο Σωκράτης. Αυτοί δεν κατανοούν το νόημα των όσων απαγγέλλουν. Εσύ, αντίθετα, έδωσες πολλά χρήματα στον Στησίμβροτο, στον Αναξίμανδρο και σε πολλούς άλλους, ώστε να μη σου διαφύγει τίποτε από όσα είναι σημαντικά μέσα σε εκείνα τα ποιήματα.»5
Σημειώσεις:
1 E.A. Havelock, Preface to Plato, Cambridge, Massachusetts, Harvard University Press, 1963· ιταλική μετάφραση με τον τίτλο: Cultura orale e civiltà della scrittura da Omero a Platone, εισαγωγή B. Gentili, μετάφραση M. Carpitella, Roma-Bari, Laterza, «Biblioteca di Cultura Moderna», 1973· επανέκδοση στη σειρά «Biblioteca Universale Laterza», 1983· 1995², σσ. 38–39. (Ο τόμος αυτός θα παραπέμπεται στις επόμενες σημειώσεις με τη συντομογραφία Cultura orale...). Τα χωρία του Αριστοφάνη στα οποία γίνεται αναφορά είναι: Νεφέλες, στ. 961 κ.ε., και Βάτραχοι, 1114· το χωρίο του Πρωταγόρα που παρατίθεται είναι 325 E κ.ε. Για τα χωρία των κωμικών και των τραγικών πρβλ. Havelock, σ. 270, σημ. 14 και 15.
2 O. Longo, Tecniche della comunicazione nella Grecia antica, Napoli, Liguori Editore, 1981, σσ. 59–60.
3 Ἀπολογία Σωκράτους, 26 D–E.
4 E.G. Turner, «I libri nell’Atene del V e del IV secolo a.C.», στο G. Cavallo, Libri, editori e pubblico nel mondo antico. Guida storica e critica, Roma-Bari, Laterza, «Universale Laterza», 1975· επανέκδοση στη σειρά «Biblioteca Universale Laterza», 1989· 1992². Το παρατιθέμενο χωρίο βρίσκεται στη σ. 20. Για τον Ισοκράτη πρβλ. Ἀντίδοσις, 87 και Παναθηναϊκός, από το 200 έως το τέλος.
5 Ξενοφών, Συμπόσιον, III 5–6.
Συνεχίζεται
Η ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ ΣΤΗΡΙΧΘΗΚΕ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΣΤΗΝ ΠΡΟΦΟΡΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου