Συνέχεια απόΤρίτη 11. Αυγούστου 2026
Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΦΥΣΙΚΗ 16
LUIGI SCARAVELLI
ΚΕΦΑΛΑΙΟ III
Η ΑΙΣΘΗΣΗ ΚΑΙ Ο ΒΑΘΜΟΣ
Σημείωση
Επειδή ήδη από την εποχή του Kant το σημείο αυτό παρανοήθηκε αμέσως³*, μου φαίνεται αναγκαίο να παραθέσω μία σελίδα από την Κριτική, στην οποία διευκρινίζεται περαιτέρω αυτός ο μη χωρικός και άχρονος χαρακτήρας της αίσθησης και αντιπαρατίθεται από τον ίδιο τον Kant προς τη μηχανιστική αντίληψη της πραγματικότητας.
Οι λέξεις «ένταση» και «βαθμός», τις οποίες χρησιμοποιεί ο Kant, μας φέρνουν στον νου το πλάτος της ταλάντωσης του ηχητικού ή του φωτεινού κύματος, δηλαδή ένα χωρικό μέγεθος. Έτσι όμως χάνεται ολόκληρη η σημασία που αποδίδει ο Kant σε αυτόν τον βαθμό, εδώ, στην Κριτική. Ο Hegel, λέγοντας ότι «το εντατικό μέγεθος είναι και το ίδιο ουσιωδώς εκτατικό μέγεθος»³", και λέγοντας: «Η θερμότητα έχει έναν ορισμένο βαθμό· ο βαθμός της θερμότητας, για παράδειγμα ο 10ος, ο 20ός κ.λπ., είναι μια απλή αίσθηση, είναι κάτι υποκειμενικό· αυτός όμως ο βαθμός είναι συγχρόνως παρών για εμάς και ως εκτατικό μέγεθος, ως διαστολή ενός υγρού, του υδραργύρου στο θερμόμετρο, του αέρα ή ακόμη του πηλού κ.λπ.· ένας υψηλότερος βαθμός θερμοκρασίας εκφράζεται ως μακρύτερη στήλη υδραργύρου ή ως περισσότερο συσταλμένος κύλινδρος πηλού· θερμαίνει έναν μεγαλύτερο χώρο, με τον ίδιο τρόπο που ένας χαμηλότερος βαθμός θερμαίνει μόνο έναν μικρότερο χώρο»*· λέγοντας αυτά, ο Hegel χάνει αυτή τη μη χωρική ιδιότητα του βαθμού και, παρά τον λίγο πολύ φανταστικό δυναμισμό της φιλοσοφίας του της φύσης, τείνει να επαναφέρει σε μια καρτεσιανή-χωρική αντίληψη αυτή την «αρχή», η οποία, αντιθέτως, σύμφωνα με τον Kant, οδηγεί σε ένα σαφώς αντικαρτεσιανό αποτέλεσμα. Και το πόσο συνειδητά αντικαρτεσιανός είναι ο Kant ως προς τον «βαθμό» του φαίνεται από την εξέταση αυτής της σελίδας 189–190 της Κριτικής (Β 156):
«Σχεδόν όλοι οι φυσικοί, διαπιστώνοντας μια μεγάλη διαφορά στην ποσότητα ύλης διαφορετικού είδους μέσα στον ίδιο όγκο —αφενός ως προς τη ροπή της βαρύτητας ή του βάρους και αφετέρου ως προς τη ροπή της αντίστασης απέναντι σε άλλες ύλες που βρίσκονται σε κίνηση— συμπεραίνουν ομόφωνα ότι αυτός ο όγκος, δηλαδή το εκτατικό μέγεθος του φαινομένου, πρέπει σε όλες τις ύλες, αν και σε διαφορετικό μέτρο, να είναι κενός». «Αλλά ποιος θα πίστευε ότι αυτοί οι φυσικοί, στην πλειονότητά τους μαθηματικοί και μηχανικοί, θεμελίωναν αυτό το συμπέρασμα αποκλειστικά σε μια μεταφυσική υπόθεση, από την οποία εντούτοις διακηρύσσουν τόσο έντονα ότι θέλουν να ξεφύγουν [!]⁴¹, καθόσον δέχονται ότι το πραγματικό μέσα στον χώρο —δεν εννοώ εδώ το αδιαπέραστο ή το βάρος, διότι αυτά είναι εμπειρικές έννοιες⁴²— είναι παντού ενός και του αυτού είδους [η αραίωση των στοιχείων είναι του Kant] και δεν μπορεί να διαφέρει παρά μόνο ως προς την εκτατική ποσότητα, δηλαδή ως προς την αφθονία του. [Και αυτό είναι καθαρός καρτεσιανισμός και νευτωνισμός· νομίζω μάλιστα ότι στα ονόματα αυτά μπορεί να προστεθεί και εκείνο του Galileo]³.
»Σε αυτή την προϋπόθεση, η οποία δεν μπορεί να έχει βάση στην εμπειρία και γι’ αυτό είναι απλώς μεταφυσική, αντιπαραθέτω μια υπερβατολογική απόδειξη· η απόδειξη αυτή ασφαλώς δεν πρόκειται να εξηγήσει τους διάφορους τρόπους με τους οποίους πληρούται ο χώρος [ας σημειωθεί η κριτική επιφυλακτικότητα του Kant], καταστρέφει όμως ολοκληρωτικά την υποτιθέμενη αναγκαιότητα εκείνης της προϋπόθεσης, σύμφωνα με την οποία η προαναφερθείσα διαφορά δεν μπορεί να εξηγηθεί παρά μόνο αν δεχθούμε την ύπαρξη κενών χώρων· έχει δε το πλεονέκτημα ότι αφήνει τουλάχιστον τον νου ελεύθερο να συλλάβει τη διαφορά αυτή και με άλλον τρόπο, αν η φυσική εξήγηση καταστήσει αναγκαία προς τούτο οποιαδήποτε υπόθεση. [Μιλούσα για κριτική επιφυλακτικότητα, με την έννοια ότι ο Kant προσδίδει στην αρχή του αρνητική αξία, δηλαδή την αξία μιας κριτικής της μηχανιστικής αντίληψης, χωρίς να προχωρεί στη θετική χρησιμοποίησή της για την οικοδόμηση —εδώ— μιας πραγματικής φυσικής. Ας σημειωθεί επιπλέον ότι, ενώ στη φράση “αν η φυσική εξήγηση καταστήσει αναγκαία… οποιαδήποτε υπόθεση” υπογραμμίζει την κεντρική θέση που αποδίδει στο πείραμα, ο Kant έχει συγχρόνως επίγνωση ότι η θεωρία του βαθμού παρέχει στον νου την ελευθερία να σκέφτεται και να αναζητεί τις εξηγήσεις τις οποίες ενδέχεται μια μέρα να καταστήσει αναγκαίες η εμπειρία, μέσα σε ένα πεδίο διαφορετικό από το καθαρά χωροχρονικό· ελευθερία που απουσιάζει ολοκληρωτικά από την καρτεσιανή αντίληψη του φυσικού κόσμου].
»Πράγματι, βλέπουμε ότι, μολονότι ίσοι χώροι μπορούν να πληρούνται ολοκληρωτικά από διαφορετικές ύλες, έτσι ώστε σε κανέναν από αυτούς να μην υπάρχει ούτε ένα σημείο στο οποίο να μην είναι παρούσα η ύλη, εντούτοις κάθε πραγματικό στοιχείο της ίδιας ποιότητας έχει έναν βαθμό αυτής της ποιότητας —βαθμό αντίστασης ή βαρύτητας—, ο οποίος, χωρίς να μειώνεται το εκτατικό μέγεθος ή η εκτατική ποσότητα, μπορεί να ελαττώνεται επ’ άπειρον, προτού διαλυθεί και εξαφανιστεί μέσα στο μηδέν. Έτσι, μια διαστολή που πληροί τον χώρο, όπως για παράδειγμα η θερμότητα, και ομοίως κάθε άλλη πραγματικότητα του φαινομένου, χωρίς να αφήνει ούτε το ελάχιστο τμήμα αυτού του χώρου κενό από την παρουσία της, μπορεί να ελαττώνεται επ’ άπειρον ως προς τους βαθμούς της και, παρ’ όλα αυτά, να πληροί τον χώρο με αυτούς τους μικρότερους βαθμούς στον ίδιο βαθμό που τον πληροί ένα άλλο φαινόμενο με μεγαλύτερους βαθμούς. [Το παράδειγμα της θερμότητας είναι εκείνο που παραπλανά, διότι μας κάνει να σκεφθούμε —όπως έκανε και τον Hegel να σκεφθεί— τη χωρική διαστολή· έτσι όμως χάνεται ολόκληρη η σημασία αυτής της δεύτερης καντιανής αρχής, ενώ η χωρική αποτίμηση είναι το αντικείμενο της πρώτης καντιανής αρχής].
»Σκοπός μου δεν είναι να υποστηρίξω ότι αυτή είναι πράγματι η αιτία της διαφοράς του ειδικού βάρους των υλών [και εδώ σημειώνω εκ νέου την κριτική επιφυλακτικότητα του Kant. Κατά βάθος, πρέπει να πούμε ότι είχε επίγνωση της αξίας της αρχής, δεν διέθετε όμως —επειδή η επιστήμη της εποχής δεν του τα προσέφερε— παραδείγματα πραγμάτων που θα απαιτούσαν επιστημονικά μετρήσεις οι οποίες δεν θα εντάσσονταν στον χώρο και στον χρόνο. Οι μελέτες για τη θερμότητα, ακριβώς εκείνη την εποχή, άρχιζαν να εξομοιώνουν τη θερμότητα με τη μηχανική κίνηση —οδηγώντας ίσως τον Hegel να συλλάβει την εντατική ποσότητα ως εκτατική ποσότητα και να χάσει έτσι τον πυρήνα του ζητήματος—· και αν, από τη μία πλευρά, έφθαναν με αυτόν τον τρόπο σε μια “σαφή και διακριτή” ιδέα αυτού του φαινομένου, το οποίο για τον Cartesio ήταν τόσο σκοτεινό —αν και ο Cartesio είχε ήδη υποστηρίξει ότι θα έπρεπε να αναχθεί στην κίνηση—, από την άλλη πλευρά εξακολουθούσαν να εκπαιδεύουν και να κατευθύνουν τη σκέψη στη φυσική προς μια αποκλειστικά κινηματική οδό]· σκοπός μου είναι μόνο να δείξω, ξεκινώντας από μια αρχή του καθαρού νου, ότι η φύση των αντιλήψεών μας καθιστά δυνατή μια τέτοια εξήγηση και ότι εσφαλμένα θεωρείται πως το πραγματικό στοιχείο του φαινομένου είναι ίσο ως προς τον βαθμό και διαφέρει μόνο ως προς τη συνάθροιση και το εκτατικό της μέγεθος· φθάνουν μάλιστα σχεδόν στο σημείο να ισχυρίζονται ότι αυτό μπορεί να διατυπωθεί a priori ως αρχή του νου»⁴.
Βλέπουμε λοιπόν καθαρά ότι ο Kant έχει πλήρη επίγνωση του καινοφανούς χαρακτήρα της αρχής του και της μη χωρικότητας των μετρήσεων του πραγματικού στις οποίες αυτή οδηγεί.
Όσο για την άλλη δυσκολία, η οποία εμποδίζει και εμπόδισε την κατανόηση αυτής της «αρχής» —δυσκολία όχι ιστορικής τάξεως, αλλά τόσο θεωρητικής ή παραστατικής «οπτικοποίησης» όσο και ουσιαστικής σύλληψης—, αναφερθήκαμε ήδη σε αυτήν λίγο παραπάνω, σε μια σημείωση. Καλό είναι, ωστόσο, να υπενθυμίσουμε ότι προηγουμένως λεγόταν πάντοτε πως η αίσθηση δεν καταλαμβάνει ένα διάστημα χρόνου, δεν καταλαμβάνει μια χρονική διάρκεια, ένα τμήμα χρόνου· ποτέ όμως δεν ειπώθηκε ότι δεν βρίσκεται μέσα στον χρόνο. Η διαφορά αυτή, ίσως λεπτή, είναι θεμελιώδης.
Για τον Kant, η αίσθηση συμβαίνει ή αναδύεται μέσα στην εσωτερική δομή της αισθητικότητας· εδώ όμως δεν εκτείνεται μέσα σε μια διάρκεια, δεν αποτελεί —για να χρησιμοποιήσουμε την καντιανή ορολογία— σύνθεση ενός διαδοχικού ή χρονικού πολλαπλού· καταλαμβάνει μόνο μία στιγμή, μόνο ένα σημείο. Και καταλαμβάνει μόνο ένα σημείο του χρόνου, όποια κι αν είναι η τιμή της ποσότητας ή του μεγέθους που χαρακτηρίζει τον βαθμό κάθε επιμέρους αίσθησης. Οι διάφορες ποσότητες ή τα διάφορα μεγέθη του βαθμού της αίσθησης δεν αποτελούν διαφορετικές ποσότητες ή διαφορετικά μεγέθη χρόνου, μολονότι καθεμία από αυτές τις αισθήσεις βρίσκεται μέσα στον χρόνο.
Ακριβώς λοιπόν αυτός ο χαρακτήρας της αίσθησης, αυτή η ιδιότητά της να βρίσκεται μέσα στον χρόνο, ενώ το μέγεθος του ιδιαίτερου βαθμού της δεν είναι χρόνος ούτε, ως μέγεθος βαθμού, βρίσκεται μέσα στον χρόνο, είναι εκείνο που καθιστά δύσκολη τη σύλληψη της εσωτερικής σημασίας του «βαθμού» και την απομόνωση της ιδιαίτερης ποσοτικής του αξίας από την ποσοτική αξία του χρόνου. Διότι είναι δύσκολο να σχηματίσουμε μια εικόνα κάποιου πράγματος που ασκεί την ενέργειά του μέσα στον χρόνο, χωρίς το ίδιο να είναι χρόνος.
Και ακριβώς μέσα στον χρόνο είναι που το άχρονο ποσοτικό μέγεθος του βαθμού εκδηλώνει την αποτελεσματικότητά του. Αν όμως κατορθώσουμε —και αυτό δεν είναι εύκολο— να αφήσουμε κατά μέρος τις εικόνες ή τα πρότυπα και να στραφούμε στις πραγματικές και συγκεκριμένες μετρήσεις, τότε το πρόβλημα της αποτύπωσης μέσα στον χρόνο διαφορών (fy) οι οποίες δεν είναι χρόνος παρουσιάζει μόνο τεχνικές δυσκολίες, σημαντικές βεβαίως, αλλά όχι ανυπέρβλητες. Τα συνηθισμένα, θα λέγαμε, μαθηματικά ασφαλώς δεν επαρκούν πλέον· οι επεξεργασίες τους όμως που πραγματοποιήθηκαν κατά τις τελευταίες δεκαετίες προσφέρουν και έχουν ήδη προσφέρει ακριβώς ό,τι ήταν αναγκαίο για τον σκοπό αυτό, όταν η φυσική, μετά την ανακάλυψη του Planck, χρειάστηκε να υπολογίσει ποσότητες ή μεγέθη που δεν ήταν πλέον χωρικά και χρονικά, διατηρώντας τα εντούτοις σε αμοιβαία χρονική συνάφεια.
Δεν πιστεύω, ωστόσο, ότι η έλλειψη «μαθηματικών εκφραστικών μέσων» υπήρξε η αιτία της δυσκολίας να γίνει αντιληπτή η «αυτονομία» αυτού του στοιχείου που ανέδειξε ο Kant. Η δυσκολία ήταν εγγενής στη θέση που είχε υιοθετήσει ο Kant απέναντι στη φυσική: ούτε ορθολογιστική, όπως εκείνη του Cartesio και, εν μέρει, του Leibniz, ούτε εμπειριστική, όπως εκείνη πολλών οπαδών του Newton. Ο βαθμός, ως εσωτερικό χαρακτηριστικό της αίσθησης —η οποία βρίσκεται μέσα στον χρόνο, δηλαδή μέσα σε ένα a priori συνεχές, και γι’ αυτό ανήκει, τουλάχιστον εν μέρει, στην ορθολογιστική αντίληψη—, αλλά συγχρόνως ως αξία, ποσότητα ή μέγεθος που μπορεί να διαπιστωθεί μόνο a posteriori, είναι πειραματικός και γι’ αυτό ανήκει στην εμπειριστική αντίληψη. Αποκάλυπτε έτσι το καίριο σημείο της καντιανής θεώρησης, το οποίο είναι τόσο δύσκολο να συλληφθεί σε αυτή την επιμέρους περίπτωση, όσο δύσκολο υπήρξε να κατανοηθεί και στη γενική φιλοσοφική του τοποθέτηση.
Έτσι, η Κριτική, αναδεικνύοντας αυτόν τον βαθμό με το μη χωρικό και άχρονο μέγεθός του, φέρνει στο φως μέσα στα φυσικά φαινόμενα, πέρα από τον χώρο και πέρα από τον χρόνο, μια «διάσταση» που ηχεί εντελώς καινούργια και ακατανόητη στα «κλασικά», δηλαδή στα καρτεσιανά αυτιά. Και μολονότι θέλω κι εγώ να διατηρήσω την επιφυλακτικότητα του Kant, την οποία υπογράμμισα, και να μη σπεύσω να δώσω σε αυτό το μέγεθος ή σε αυτή την ποσότητα μια «κβαντική» ερμηνεία —δηλαδή να δω σε αυτή τη μη χωροχρονική ποσότητα εκείνο το «κβάντο δράσης» το οποίο, εισάγοντας στη φυσική τιμές που δεν μπορούσαν να εκφραστούν με χωροχρονικούς όρους, εκθρόνισε την κλασική φυσική—, δεν μπορώ παρά να θυμηθώ ότι, σύμφωνα με τον Kant, η γνώση «του χώρου εν γένει… θα ήταν απολύτως μηδαμινή και θα περιοριζόταν σε τρυφή επάνω σε απλές χίμαιρες, αν ο χώρος δεν έπρεπε να θεωρηθεί ως όρος των φαινομένων που συγκροτούν την ύλη [για την οποία απαιτείται ο βαθμός] της εμπειρίας»*, σε τέτοιο βαθμό ώστε «η αναπαραγωγική φαντασία… καλεί μέσα σε αυτόν [στον χώρο και στον χρόνο] τα αντικείμενα της εμπειρίας, χωρίς τα οποία οι έννοιες αυτές δεν θα είχαν καμία απολύτως αξία»″. Ενθυμούμενος, δηλαδή, ότι για τον Kant χωρίς αυτό το μη χωρικό και άχρονο στοιχείο δεν θα υπήρχε καθόλου πραγματικότητα, δεν μπορώ, αναφορικά με αυτόν τον «βαθμό», παρά να ακούσω να αντηχεί η ήδη παρατεθείσα φράση του de Broglie:
«Η κλασική φυσική [η οποία αγνοούσε τα κβάντα], πιστή στο καρτεσιανό ιδεώδες, μας παρουσίαζε το σύμπαν ως έναν γιγαντιαίο μηχανισμό, επιδεκτικό απόλυτα ακριβούς περιγραφής μέσω του εντοπισμού των μερών του στον χώρο και των μεταβολών τους στον χρόνο· έναν μηχανισμό του οποίου η εξέλιξη μπορούσε, κατ’ αρχήν, να προβλεφθεί με απόλυτη ακρίβεια, εφόσον διαθέταμε έναν ορισμένο αριθμό δεδομένων σχετικά με την αρχική του κατάσταση»″· αλλά «παρά τη σπουδαιότητα και την έκταση της προόδου που πραγματοποίησε η φυσική κατά τους τελευταίους αιώνες, όσο οι φυσικοί αγνοούσαν την ύπαρξη των κβάντων, δεν μπορούσαν να κατανοήσουν τίποτε από την εσωτερική και βαθύτερη φύση των φυσικών φαινομένων, διότι χωρίς κβάντα δεν θα υπήρχε ούτε φως ούτε ύλη· και, αν επιτρέπεται να παραφράσουμε ένα ευαγγελικό χωρίο, μπορούμε να πούμε ότι τίποτε από όσα δημιουργήθηκαν δεν δημιουργήθηκε χωρίς αυτά»″.
Κατά τον ίδιο τρόπο, για τον Kant της Κριτικής, το να πιστεύουμε ότι κατέχουμε τον φυσικό κόσμο επειδή έχουμε μπροστά μας την εικόνα του χωροχρόνου θα αποτελούσε καθαρή ψευδαίσθηση· διότι «θα περιοριζόταν —αξίζει να επαναλάβουμε τα λόγια του Kant— σε τρυφή επάνω σε απλές χίμαιρες, αν ο χώρος δεν έπρεπε να θεωρηθεί ως όρος των φαινομένων που συγκροτούν την ύλη της εξωτερικής εμπειρίας»″. Για να εκφραστεί όμως η παρουσία αυτής της ύλης απαιτείται μια παράμετρος, μια διάσταση που δεν είναι χωροχρονική και δεν μπορεί να αναχθεί σε αυτήν· διότι «ο χώρος και ο χρόνος —το επαναλαμβάνουμε— όσο καθαρές και αν είναι αυτές οι έννοιες από κάθε εμπειρικό στοιχείο… θα στερούνταν αντικειμενικής εγκυρότητας, νοήματος και σημασίας, αν δεν είχε καταδειχθεί η αναγκαία χρήση τους στα αντικείμενα της εμπειρίας· η παράστασή τους, μάλιστα, είναι ένα απλό σχήμα που αναφέρεται πάντοτε στην αναπαραγωγική φαντασία, η οποία καλεί μέσα σε αυτό τα αντικείμενα της εμπειρίας, χωρίς τα οποία οι έννοιες αυτές [του χώρου και του χρόνου] δεν θα είχαν καμία απολύτως αξία»⁵⁰.
Και αυτά τα αντικείμενα, τα οποία καλούνται να εισέλθουν στο χωροχρονικό σχήμα, μπορούν να εισέλθουν και να διατηρήσουν μέσα σε αυτό την παρουσία τους χωρίς να εξαφανιστούν, μετατρεπόμενα σε χωρικές οντότητες —γεωμετρικά σημεία— ή σε χρονικές οντότητες —χρονικές στιγμές—, μόνο εφόσον φέρουν μαζί τους και διατηρούν πάντοτε το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τους: το ότι διαθέτουν ένα δικό τους, ούτε χωρικό ούτε χρονικό, μέγεθος, δηλαδή μια δική τους διάσταση: τους «βαθμούς». Και επειδή χωρίς αυτούς δεν υπάρχει φυσική πραγματικότητα, δεν μου φαίνεται αθέμιτο να επαναλάβουμε για τους βαθμούς ό,τι μόλις είπε ο de Broglie για τα κβάντα: «ότι τίποτε από όσα δημιουργήθηκαν δεν δημιουργήθηκε χωρίς αυτά».
IV Α. Η ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΒΑΘΜΟΥ
Σημειώσεις:
LUIGI SCARAVELLI
ΚΕΦΑΛΑΙΟ III
Η ΑΙΣΘΗΣΗ ΚΑΙ Ο ΒΑΘΜΟΣ
Σημείωση
Επειδή ήδη από την εποχή του Kant το σημείο αυτό παρανοήθηκε αμέσως³*, μου φαίνεται αναγκαίο να παραθέσω μία σελίδα από την Κριτική, στην οποία διευκρινίζεται περαιτέρω αυτός ο μη χωρικός και άχρονος χαρακτήρας της αίσθησης και αντιπαρατίθεται από τον ίδιο τον Kant προς τη μηχανιστική αντίληψη της πραγματικότητας.
Οι λέξεις «ένταση» και «βαθμός», τις οποίες χρησιμοποιεί ο Kant, μας φέρνουν στον νου το πλάτος της ταλάντωσης του ηχητικού ή του φωτεινού κύματος, δηλαδή ένα χωρικό μέγεθος. Έτσι όμως χάνεται ολόκληρη η σημασία που αποδίδει ο Kant σε αυτόν τον βαθμό, εδώ, στην Κριτική. Ο Hegel, λέγοντας ότι «το εντατικό μέγεθος είναι και το ίδιο ουσιωδώς εκτατικό μέγεθος»³", και λέγοντας: «Η θερμότητα έχει έναν ορισμένο βαθμό· ο βαθμός της θερμότητας, για παράδειγμα ο 10ος, ο 20ός κ.λπ., είναι μια απλή αίσθηση, είναι κάτι υποκειμενικό· αυτός όμως ο βαθμός είναι συγχρόνως παρών για εμάς και ως εκτατικό μέγεθος, ως διαστολή ενός υγρού, του υδραργύρου στο θερμόμετρο, του αέρα ή ακόμη του πηλού κ.λπ.· ένας υψηλότερος βαθμός θερμοκρασίας εκφράζεται ως μακρύτερη στήλη υδραργύρου ή ως περισσότερο συσταλμένος κύλινδρος πηλού· θερμαίνει έναν μεγαλύτερο χώρο, με τον ίδιο τρόπο που ένας χαμηλότερος βαθμός θερμαίνει μόνο έναν μικρότερο χώρο»*· λέγοντας αυτά, ο Hegel χάνει αυτή τη μη χωρική ιδιότητα του βαθμού και, παρά τον λίγο πολύ φανταστικό δυναμισμό της φιλοσοφίας του της φύσης, τείνει να επαναφέρει σε μια καρτεσιανή-χωρική αντίληψη αυτή την «αρχή», η οποία, αντιθέτως, σύμφωνα με τον Kant, οδηγεί σε ένα σαφώς αντικαρτεσιανό αποτέλεσμα. Και το πόσο συνειδητά αντικαρτεσιανός είναι ο Kant ως προς τον «βαθμό» του φαίνεται από την εξέταση αυτής της σελίδας 189–190 της Κριτικής (Β 156):
«Σχεδόν όλοι οι φυσικοί, διαπιστώνοντας μια μεγάλη διαφορά στην ποσότητα ύλης διαφορετικού είδους μέσα στον ίδιο όγκο —αφενός ως προς τη ροπή της βαρύτητας ή του βάρους και αφετέρου ως προς τη ροπή της αντίστασης απέναντι σε άλλες ύλες που βρίσκονται σε κίνηση— συμπεραίνουν ομόφωνα ότι αυτός ο όγκος, δηλαδή το εκτατικό μέγεθος του φαινομένου, πρέπει σε όλες τις ύλες, αν και σε διαφορετικό μέτρο, να είναι κενός». «Αλλά ποιος θα πίστευε ότι αυτοί οι φυσικοί, στην πλειονότητά τους μαθηματικοί και μηχανικοί, θεμελίωναν αυτό το συμπέρασμα αποκλειστικά σε μια μεταφυσική υπόθεση, από την οποία εντούτοις διακηρύσσουν τόσο έντονα ότι θέλουν να ξεφύγουν [!]⁴¹, καθόσον δέχονται ότι το πραγματικό μέσα στον χώρο —δεν εννοώ εδώ το αδιαπέραστο ή το βάρος, διότι αυτά είναι εμπειρικές έννοιες⁴²— είναι παντού ενός και του αυτού είδους [η αραίωση των στοιχείων είναι του Kant] και δεν μπορεί να διαφέρει παρά μόνο ως προς την εκτατική ποσότητα, δηλαδή ως προς την αφθονία του. [Και αυτό είναι καθαρός καρτεσιανισμός και νευτωνισμός· νομίζω μάλιστα ότι στα ονόματα αυτά μπορεί να προστεθεί και εκείνο του Galileo]³.
»Σε αυτή την προϋπόθεση, η οποία δεν μπορεί να έχει βάση στην εμπειρία και γι’ αυτό είναι απλώς μεταφυσική, αντιπαραθέτω μια υπερβατολογική απόδειξη· η απόδειξη αυτή ασφαλώς δεν πρόκειται να εξηγήσει τους διάφορους τρόπους με τους οποίους πληρούται ο χώρος [ας σημειωθεί η κριτική επιφυλακτικότητα του Kant], καταστρέφει όμως ολοκληρωτικά την υποτιθέμενη αναγκαιότητα εκείνης της προϋπόθεσης, σύμφωνα με την οποία η προαναφερθείσα διαφορά δεν μπορεί να εξηγηθεί παρά μόνο αν δεχθούμε την ύπαρξη κενών χώρων· έχει δε το πλεονέκτημα ότι αφήνει τουλάχιστον τον νου ελεύθερο να συλλάβει τη διαφορά αυτή και με άλλον τρόπο, αν η φυσική εξήγηση καταστήσει αναγκαία προς τούτο οποιαδήποτε υπόθεση. [Μιλούσα για κριτική επιφυλακτικότητα, με την έννοια ότι ο Kant προσδίδει στην αρχή του αρνητική αξία, δηλαδή την αξία μιας κριτικής της μηχανιστικής αντίληψης, χωρίς να προχωρεί στη θετική χρησιμοποίησή της για την οικοδόμηση —εδώ— μιας πραγματικής φυσικής. Ας σημειωθεί επιπλέον ότι, ενώ στη φράση “αν η φυσική εξήγηση καταστήσει αναγκαία… οποιαδήποτε υπόθεση” υπογραμμίζει την κεντρική θέση που αποδίδει στο πείραμα, ο Kant έχει συγχρόνως επίγνωση ότι η θεωρία του βαθμού παρέχει στον νου την ελευθερία να σκέφτεται και να αναζητεί τις εξηγήσεις τις οποίες ενδέχεται μια μέρα να καταστήσει αναγκαίες η εμπειρία, μέσα σε ένα πεδίο διαφορετικό από το καθαρά χωροχρονικό· ελευθερία που απουσιάζει ολοκληρωτικά από την καρτεσιανή αντίληψη του φυσικού κόσμου].
»Πράγματι, βλέπουμε ότι, μολονότι ίσοι χώροι μπορούν να πληρούνται ολοκληρωτικά από διαφορετικές ύλες, έτσι ώστε σε κανέναν από αυτούς να μην υπάρχει ούτε ένα σημείο στο οποίο να μην είναι παρούσα η ύλη, εντούτοις κάθε πραγματικό στοιχείο της ίδιας ποιότητας έχει έναν βαθμό αυτής της ποιότητας —βαθμό αντίστασης ή βαρύτητας—, ο οποίος, χωρίς να μειώνεται το εκτατικό μέγεθος ή η εκτατική ποσότητα, μπορεί να ελαττώνεται επ’ άπειρον, προτού διαλυθεί και εξαφανιστεί μέσα στο μηδέν. Έτσι, μια διαστολή που πληροί τον χώρο, όπως για παράδειγμα η θερμότητα, και ομοίως κάθε άλλη πραγματικότητα του φαινομένου, χωρίς να αφήνει ούτε το ελάχιστο τμήμα αυτού του χώρου κενό από την παρουσία της, μπορεί να ελαττώνεται επ’ άπειρον ως προς τους βαθμούς της και, παρ’ όλα αυτά, να πληροί τον χώρο με αυτούς τους μικρότερους βαθμούς στον ίδιο βαθμό που τον πληροί ένα άλλο φαινόμενο με μεγαλύτερους βαθμούς. [Το παράδειγμα της θερμότητας είναι εκείνο που παραπλανά, διότι μας κάνει να σκεφθούμε —όπως έκανε και τον Hegel να σκεφθεί— τη χωρική διαστολή· έτσι όμως χάνεται ολόκληρη η σημασία αυτής της δεύτερης καντιανής αρχής, ενώ η χωρική αποτίμηση είναι το αντικείμενο της πρώτης καντιανής αρχής].
»Σκοπός μου δεν είναι να υποστηρίξω ότι αυτή είναι πράγματι η αιτία της διαφοράς του ειδικού βάρους των υλών [και εδώ σημειώνω εκ νέου την κριτική επιφυλακτικότητα του Kant. Κατά βάθος, πρέπει να πούμε ότι είχε επίγνωση της αξίας της αρχής, δεν διέθετε όμως —επειδή η επιστήμη της εποχής δεν του τα προσέφερε— παραδείγματα πραγμάτων που θα απαιτούσαν επιστημονικά μετρήσεις οι οποίες δεν θα εντάσσονταν στον χώρο και στον χρόνο. Οι μελέτες για τη θερμότητα, ακριβώς εκείνη την εποχή, άρχιζαν να εξομοιώνουν τη θερμότητα με τη μηχανική κίνηση —οδηγώντας ίσως τον Hegel να συλλάβει την εντατική ποσότητα ως εκτατική ποσότητα και να χάσει έτσι τον πυρήνα του ζητήματος—· και αν, από τη μία πλευρά, έφθαναν με αυτόν τον τρόπο σε μια “σαφή και διακριτή” ιδέα αυτού του φαινομένου, το οποίο για τον Cartesio ήταν τόσο σκοτεινό —αν και ο Cartesio είχε ήδη υποστηρίξει ότι θα έπρεπε να αναχθεί στην κίνηση—, από την άλλη πλευρά εξακολουθούσαν να εκπαιδεύουν και να κατευθύνουν τη σκέψη στη φυσική προς μια αποκλειστικά κινηματική οδό]· σκοπός μου είναι μόνο να δείξω, ξεκινώντας από μια αρχή του καθαρού νου, ότι η φύση των αντιλήψεών μας καθιστά δυνατή μια τέτοια εξήγηση και ότι εσφαλμένα θεωρείται πως το πραγματικό στοιχείο του φαινομένου είναι ίσο ως προς τον βαθμό και διαφέρει μόνο ως προς τη συνάθροιση και το εκτατικό της μέγεθος· φθάνουν μάλιστα σχεδόν στο σημείο να ισχυρίζονται ότι αυτό μπορεί να διατυπωθεί a priori ως αρχή του νου»⁴.
Βλέπουμε λοιπόν καθαρά ότι ο Kant έχει πλήρη επίγνωση του καινοφανούς χαρακτήρα της αρχής του και της μη χωρικότητας των μετρήσεων του πραγματικού στις οποίες αυτή οδηγεί.
Όσο για την άλλη δυσκολία, η οποία εμποδίζει και εμπόδισε την κατανόηση αυτής της «αρχής» —δυσκολία όχι ιστορικής τάξεως, αλλά τόσο θεωρητικής ή παραστατικής «οπτικοποίησης» όσο και ουσιαστικής σύλληψης—, αναφερθήκαμε ήδη σε αυτήν λίγο παραπάνω, σε μια σημείωση. Καλό είναι, ωστόσο, να υπενθυμίσουμε ότι προηγουμένως λεγόταν πάντοτε πως η αίσθηση δεν καταλαμβάνει ένα διάστημα χρόνου, δεν καταλαμβάνει μια χρονική διάρκεια, ένα τμήμα χρόνου· ποτέ όμως δεν ειπώθηκε ότι δεν βρίσκεται μέσα στον χρόνο. Η διαφορά αυτή, ίσως λεπτή, είναι θεμελιώδης.
Για τον Kant, η αίσθηση συμβαίνει ή αναδύεται μέσα στην εσωτερική δομή της αισθητικότητας· εδώ όμως δεν εκτείνεται μέσα σε μια διάρκεια, δεν αποτελεί —για να χρησιμοποιήσουμε την καντιανή ορολογία— σύνθεση ενός διαδοχικού ή χρονικού πολλαπλού· καταλαμβάνει μόνο μία στιγμή, μόνο ένα σημείο. Και καταλαμβάνει μόνο ένα σημείο του χρόνου, όποια κι αν είναι η τιμή της ποσότητας ή του μεγέθους που χαρακτηρίζει τον βαθμό κάθε επιμέρους αίσθησης. Οι διάφορες ποσότητες ή τα διάφορα μεγέθη του βαθμού της αίσθησης δεν αποτελούν διαφορετικές ποσότητες ή διαφορετικά μεγέθη χρόνου, μολονότι καθεμία από αυτές τις αισθήσεις βρίσκεται μέσα στον χρόνο.
Ακριβώς λοιπόν αυτός ο χαρακτήρας της αίσθησης, αυτή η ιδιότητά της να βρίσκεται μέσα στον χρόνο, ενώ το μέγεθος του ιδιαίτερου βαθμού της δεν είναι χρόνος ούτε, ως μέγεθος βαθμού, βρίσκεται μέσα στον χρόνο, είναι εκείνο που καθιστά δύσκολη τη σύλληψη της εσωτερικής σημασίας του «βαθμού» και την απομόνωση της ιδιαίτερης ποσοτικής του αξίας από την ποσοτική αξία του χρόνου. Διότι είναι δύσκολο να σχηματίσουμε μια εικόνα κάποιου πράγματος που ασκεί την ενέργειά του μέσα στον χρόνο, χωρίς το ίδιο να είναι χρόνος.
Και ακριβώς μέσα στον χρόνο είναι που το άχρονο ποσοτικό μέγεθος του βαθμού εκδηλώνει την αποτελεσματικότητά του. Αν όμως κατορθώσουμε —και αυτό δεν είναι εύκολο— να αφήσουμε κατά μέρος τις εικόνες ή τα πρότυπα και να στραφούμε στις πραγματικές και συγκεκριμένες μετρήσεις, τότε το πρόβλημα της αποτύπωσης μέσα στον χρόνο διαφορών (fy) οι οποίες δεν είναι χρόνος παρουσιάζει μόνο τεχνικές δυσκολίες, σημαντικές βεβαίως, αλλά όχι ανυπέρβλητες. Τα συνηθισμένα, θα λέγαμε, μαθηματικά ασφαλώς δεν επαρκούν πλέον· οι επεξεργασίες τους όμως που πραγματοποιήθηκαν κατά τις τελευταίες δεκαετίες προσφέρουν και έχουν ήδη προσφέρει ακριβώς ό,τι ήταν αναγκαίο για τον σκοπό αυτό, όταν η φυσική, μετά την ανακάλυψη του Planck, χρειάστηκε να υπολογίσει ποσότητες ή μεγέθη που δεν ήταν πλέον χωρικά και χρονικά, διατηρώντας τα εντούτοις σε αμοιβαία χρονική συνάφεια.
Δεν πιστεύω, ωστόσο, ότι η έλλειψη «μαθηματικών εκφραστικών μέσων» υπήρξε η αιτία της δυσκολίας να γίνει αντιληπτή η «αυτονομία» αυτού του στοιχείου που ανέδειξε ο Kant. Η δυσκολία ήταν εγγενής στη θέση που είχε υιοθετήσει ο Kant απέναντι στη φυσική: ούτε ορθολογιστική, όπως εκείνη του Cartesio και, εν μέρει, του Leibniz, ούτε εμπειριστική, όπως εκείνη πολλών οπαδών του Newton. Ο βαθμός, ως εσωτερικό χαρακτηριστικό της αίσθησης —η οποία βρίσκεται μέσα στον χρόνο, δηλαδή μέσα σε ένα a priori συνεχές, και γι’ αυτό ανήκει, τουλάχιστον εν μέρει, στην ορθολογιστική αντίληψη—, αλλά συγχρόνως ως αξία, ποσότητα ή μέγεθος που μπορεί να διαπιστωθεί μόνο a posteriori, είναι πειραματικός και γι’ αυτό ανήκει στην εμπειριστική αντίληψη. Αποκάλυπτε έτσι το καίριο σημείο της καντιανής θεώρησης, το οποίο είναι τόσο δύσκολο να συλληφθεί σε αυτή την επιμέρους περίπτωση, όσο δύσκολο υπήρξε να κατανοηθεί και στη γενική φιλοσοφική του τοποθέτηση.
Έτσι, η Κριτική, αναδεικνύοντας αυτόν τον βαθμό με το μη χωρικό και άχρονο μέγεθός του, φέρνει στο φως μέσα στα φυσικά φαινόμενα, πέρα από τον χώρο και πέρα από τον χρόνο, μια «διάσταση» που ηχεί εντελώς καινούργια και ακατανόητη στα «κλασικά», δηλαδή στα καρτεσιανά αυτιά. Και μολονότι θέλω κι εγώ να διατηρήσω την επιφυλακτικότητα του Kant, την οποία υπογράμμισα, και να μη σπεύσω να δώσω σε αυτό το μέγεθος ή σε αυτή την ποσότητα μια «κβαντική» ερμηνεία —δηλαδή να δω σε αυτή τη μη χωροχρονική ποσότητα εκείνο το «κβάντο δράσης» το οποίο, εισάγοντας στη φυσική τιμές που δεν μπορούσαν να εκφραστούν με χωροχρονικούς όρους, εκθρόνισε την κλασική φυσική—, δεν μπορώ παρά να θυμηθώ ότι, σύμφωνα με τον Kant, η γνώση «του χώρου εν γένει… θα ήταν απολύτως μηδαμινή και θα περιοριζόταν σε τρυφή επάνω σε απλές χίμαιρες, αν ο χώρος δεν έπρεπε να θεωρηθεί ως όρος των φαινομένων που συγκροτούν την ύλη [για την οποία απαιτείται ο βαθμός] της εμπειρίας»*, σε τέτοιο βαθμό ώστε «η αναπαραγωγική φαντασία… καλεί μέσα σε αυτόν [στον χώρο και στον χρόνο] τα αντικείμενα της εμπειρίας, χωρίς τα οποία οι έννοιες αυτές δεν θα είχαν καμία απολύτως αξία»″. Ενθυμούμενος, δηλαδή, ότι για τον Kant χωρίς αυτό το μη χωρικό και άχρονο στοιχείο δεν θα υπήρχε καθόλου πραγματικότητα, δεν μπορώ, αναφορικά με αυτόν τον «βαθμό», παρά να ακούσω να αντηχεί η ήδη παρατεθείσα φράση του de Broglie:
«Η κλασική φυσική [η οποία αγνοούσε τα κβάντα], πιστή στο καρτεσιανό ιδεώδες, μας παρουσίαζε το σύμπαν ως έναν γιγαντιαίο μηχανισμό, επιδεκτικό απόλυτα ακριβούς περιγραφής μέσω του εντοπισμού των μερών του στον χώρο και των μεταβολών τους στον χρόνο· έναν μηχανισμό του οποίου η εξέλιξη μπορούσε, κατ’ αρχήν, να προβλεφθεί με απόλυτη ακρίβεια, εφόσον διαθέταμε έναν ορισμένο αριθμό δεδομένων σχετικά με την αρχική του κατάσταση»″· αλλά «παρά τη σπουδαιότητα και την έκταση της προόδου που πραγματοποίησε η φυσική κατά τους τελευταίους αιώνες, όσο οι φυσικοί αγνοούσαν την ύπαρξη των κβάντων, δεν μπορούσαν να κατανοήσουν τίποτε από την εσωτερική και βαθύτερη φύση των φυσικών φαινομένων, διότι χωρίς κβάντα δεν θα υπήρχε ούτε φως ούτε ύλη· και, αν επιτρέπεται να παραφράσουμε ένα ευαγγελικό χωρίο, μπορούμε να πούμε ότι τίποτε από όσα δημιουργήθηκαν δεν δημιουργήθηκε χωρίς αυτά»″.
Κατά τον ίδιο τρόπο, για τον Kant της Κριτικής, το να πιστεύουμε ότι κατέχουμε τον φυσικό κόσμο επειδή έχουμε μπροστά μας την εικόνα του χωροχρόνου θα αποτελούσε καθαρή ψευδαίσθηση· διότι «θα περιοριζόταν —αξίζει να επαναλάβουμε τα λόγια του Kant— σε τρυφή επάνω σε απλές χίμαιρες, αν ο χώρος δεν έπρεπε να θεωρηθεί ως όρος των φαινομένων που συγκροτούν την ύλη της εξωτερικής εμπειρίας»″. Για να εκφραστεί όμως η παρουσία αυτής της ύλης απαιτείται μια παράμετρος, μια διάσταση που δεν είναι χωροχρονική και δεν μπορεί να αναχθεί σε αυτήν· διότι «ο χώρος και ο χρόνος —το επαναλαμβάνουμε— όσο καθαρές και αν είναι αυτές οι έννοιες από κάθε εμπειρικό στοιχείο… θα στερούνταν αντικειμενικής εγκυρότητας, νοήματος και σημασίας, αν δεν είχε καταδειχθεί η αναγκαία χρήση τους στα αντικείμενα της εμπειρίας· η παράστασή τους, μάλιστα, είναι ένα απλό σχήμα που αναφέρεται πάντοτε στην αναπαραγωγική φαντασία, η οποία καλεί μέσα σε αυτό τα αντικείμενα της εμπειρίας, χωρίς τα οποία οι έννοιες αυτές [του χώρου και του χρόνου] δεν θα είχαν καμία απολύτως αξία»⁵⁰.
Και αυτά τα αντικείμενα, τα οποία καλούνται να εισέλθουν στο χωροχρονικό σχήμα, μπορούν να εισέλθουν και να διατηρήσουν μέσα σε αυτό την παρουσία τους χωρίς να εξαφανιστούν, μετατρεπόμενα σε χωρικές οντότητες —γεωμετρικά σημεία— ή σε χρονικές οντότητες —χρονικές στιγμές—, μόνο εφόσον φέρουν μαζί τους και διατηρούν πάντοτε το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τους: το ότι διαθέτουν ένα δικό τους, ούτε χωρικό ούτε χρονικό, μέγεθος, δηλαδή μια δική τους διάσταση: τους «βαθμούς». Και επειδή χωρίς αυτούς δεν υπάρχει φυσική πραγματικότητα, δεν μου φαίνεται αθέμιτο να επαναλάβουμε για τους βαθμούς ό,τι μόλις είπε ο de Broglie για τα κβάντα: «ότι τίποτε από όσα δημιουργήθηκαν δεν δημιουργήθηκε χωρίς αυτά».
IV Α. Η ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΒΑΘΜΟΥ
Σημειώσεις:
38 Μπορούμε επίσης να πούμε ότι ο ίδιος ο Kant δεν απέτρεψε την παρανόηση, όταν, περνώντας από μια κριτική στάση στη στάση του οικοδόμου ή του συστηματοποιητή μιας φυσικής, προέβη ο ίδιος σε μια καθαρά μηχανική —δηλαδή χωροχρονική— «εφαρμογή» αυτής της «ποσότητάς» του, μολονότι την αποκαλούσε δυναμική, στο έργο Primi principi metafisici della scienza della natura του 1786 και στο Opus postumum.
39 HEGEL, Scienza della logica, ιταλ. μτφρ., Bari, Laterza, 1925, τ. I, σ. 259.
40 HEGEL, ό.π., τ. I, σ. 262. Τροποποίησα τη στίξη.
41 Δεν μπορούμε παρά να βάλουμε εδώ ένα θαυμαστικό· διότι η λέξη «μεταφυσική», όπως χρησιμοποιείται εδώ από τον Kant, έχει υποτιμητική σημασία: δηλώνει μια αντίληψη στερημένη από κριτική, από εκείνη δηλαδή την κριτική που είναι απαραίτητη για τη διερεύνηση των θεωρητικών θεμελίων της δομής της εμπειρίας και της εγκυρότητάς της. Επομένως, η παραδοχή του κενού —στο φιλοσοφικό επίπεδο, εννοείται, δηλαδή ενός «απόλυτου» κενού που συλλαμβάνεται με τον νου, και όχι του κενού ενός σωλήνα του Torricelli ή ενός «υψηλού κενού»— δεν είναι κριτική αλλά δογματική· στερείται θεμελίου, όπως εξίσου στερημένη από κριτική και εξίσου δογματική θα ήταν και η παραδοχή ενός απόλυτου πλήρους, ολόκληρου του ίδιου τύπου, δηλαδή απολύτως ομοιογενούς.
42 Το ενδιαφέρον της καντιανής διαπίστωσης ότι το αδιαπέραστο και το βάρος είναι εμπειρικές έννοιες, τοποθετημένης ακριβώς σε αυτό το σημείο, δεν βρίσκεται τόσο στην ίδια τη διαπίστωση, όσο στο γεγονός ότι αναδεικνύει καθαρά πως η συζήτηση σχετικά με το αν εκείνο που πληροί τον χώρο πρέπει να εξετάζεται αποκλειστικά μέσω εκτατικών μεγεθών ή «ποσοτήτων» —δηλαδή χωροχρονικών— ή αν απαιτεί μη εκτατικές ποσότητες ή μεγέθη, δεν είναι εμπειρική αλλά υπερβατολογική ή εννοιολογική συζήτηση.
43 Ως προς τον Leibniz, το ζήτημα είναι λιγότερο προφανές, διότι στον Leibniz υπάρχει ένας υπαινιγμός για κάτι που δεν εντάσσεται στον χώρο και στον χρόνο. Επειδή όμως αυτό το κάτι γίνεται αμέσως συνειδητή δραστηριότητα, δηλαδή πνεύμα, το οποίο δεν ανήκει στο επίπεδο της φυσικής, νομίζω ότι, σύμφωνα με τον Kant, μπορούμε να τοποθετήσουμε και τον Leibniz μαζί με τους προηγούμενους στοχαστές.
Για να πω την αλήθεια, διστάζω να γράψω το όνομα του Galileo, διότι εκείνος δεν άσκησε «φιλοσοφία» με την ακριβή έννοια με την οποία την άσκησαν ένας Leibniz ή ένας Kant. Παρ’ όλα αυτά, διατηρώ το όνομά του, για να υπογραμμίσω τον καθαρά ομοιογενή και μηχανικό χαρακτήρα που αποδιδόταν σε ό,τι πληροί τον χώρο μέσα στο επιστημονικό και φιλοσοφικό περιβάλλον έως την εποχή του Kant.
44 Critica, σσ. 189–191 (B 156–157).
45 Critica, σ. 177 (B 145).
46 Critica, σ. 176 (B 144).
47 DE BROGLIE, I quanti e la fisica moderna, σ. 12.
48 DE BROGLIE, ό.π., σ. 11.
49 Critica, σ. 177 (B 145).
50 Critica, σ. 176 (B 144).
39 HEGEL, Scienza della logica, ιταλ. μτφρ., Bari, Laterza, 1925, τ. I, σ. 259.
40 HEGEL, ό.π., τ. I, σ. 262. Τροποποίησα τη στίξη.
41 Δεν μπορούμε παρά να βάλουμε εδώ ένα θαυμαστικό· διότι η λέξη «μεταφυσική», όπως χρησιμοποιείται εδώ από τον Kant, έχει υποτιμητική σημασία: δηλώνει μια αντίληψη στερημένη από κριτική, από εκείνη δηλαδή την κριτική που είναι απαραίτητη για τη διερεύνηση των θεωρητικών θεμελίων της δομής της εμπειρίας και της εγκυρότητάς της. Επομένως, η παραδοχή του κενού —στο φιλοσοφικό επίπεδο, εννοείται, δηλαδή ενός «απόλυτου» κενού που συλλαμβάνεται με τον νου, και όχι του κενού ενός σωλήνα του Torricelli ή ενός «υψηλού κενού»— δεν είναι κριτική αλλά δογματική· στερείται θεμελίου, όπως εξίσου στερημένη από κριτική και εξίσου δογματική θα ήταν και η παραδοχή ενός απόλυτου πλήρους, ολόκληρου του ίδιου τύπου, δηλαδή απολύτως ομοιογενούς.
42 Το ενδιαφέρον της καντιανής διαπίστωσης ότι το αδιαπέραστο και το βάρος είναι εμπειρικές έννοιες, τοποθετημένης ακριβώς σε αυτό το σημείο, δεν βρίσκεται τόσο στην ίδια τη διαπίστωση, όσο στο γεγονός ότι αναδεικνύει καθαρά πως η συζήτηση σχετικά με το αν εκείνο που πληροί τον χώρο πρέπει να εξετάζεται αποκλειστικά μέσω εκτατικών μεγεθών ή «ποσοτήτων» —δηλαδή χωροχρονικών— ή αν απαιτεί μη εκτατικές ποσότητες ή μεγέθη, δεν είναι εμπειρική αλλά υπερβατολογική ή εννοιολογική συζήτηση.
43 Ως προς τον Leibniz, το ζήτημα είναι λιγότερο προφανές, διότι στον Leibniz υπάρχει ένας υπαινιγμός για κάτι που δεν εντάσσεται στον χώρο και στον χρόνο. Επειδή όμως αυτό το κάτι γίνεται αμέσως συνειδητή δραστηριότητα, δηλαδή πνεύμα, το οποίο δεν ανήκει στο επίπεδο της φυσικής, νομίζω ότι, σύμφωνα με τον Kant, μπορούμε να τοποθετήσουμε και τον Leibniz μαζί με τους προηγούμενους στοχαστές.
Για να πω την αλήθεια, διστάζω να γράψω το όνομα του Galileo, διότι εκείνος δεν άσκησε «φιλοσοφία» με την ακριβή έννοια με την οποία την άσκησαν ένας Leibniz ή ένας Kant. Παρ’ όλα αυτά, διατηρώ το όνομά του, για να υπογραμμίσω τον καθαρά ομοιογενή και μηχανικό χαρακτήρα που αποδιδόταν σε ό,τι πληροί τον χώρο μέσα στο επιστημονικό και φιλοσοφικό περιβάλλον έως την εποχή του Kant.
44 Critica, σσ. 189–191 (B 156–157).
45 Critica, σ. 177 (B 145).
46 Critica, σ. 176 (B 144).
47 DE BROGLIE, I quanti e la fisica moderna, σ. 12.
48 DE BROGLIE, ό.π., σ. 11.
49 Critica, σ. 177 (B 145).
50 Critica, σ. 176 (B 144).
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου