Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ (1866-1938) 8

 Συνέχεια από Κυριακή 6. Σεπτεμβρίου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ (1866-1938) 8

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ

Μετάφρασις ἐκ τοῦ ρωσικοῦ ὑπὸ τοῦ ἰδίου τοῦ συγγραφέως καὶ τοῦ Ἱερομ. Ζαχαρίου

Έκδοση όγδοη
Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου
Έσσεξ Αγγλίας, 1999


Γ΄

Η ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ

Εμείς γνωρίσαμε τον Γέροντα κατά αυτή την περίοδο της ζωής του. Είχαν περάσει τα μακρά χρόνια της τιτάνιας μάχης εναντίον των παθών. Τότε ήταν αληθινά μεγάλος στο πνεύμα. Έχοντας μαθητεύσει στα μυστήρια του Θεού και καθοδηγηθεί άνωθεν στον πνευματικό αγώνα, προχωρούσε πλέον με σταθερό βήμα προς την απάθεια.

Εξωτερικά ο Γέροντας ήταν πολύ απλός. Στο ανάστημα ήταν ψηλότερος από τον μέσο άνδρα, αλλά όχι μεγαλόσωμος. Το σώμα του δεν ήταν ούτε ισχνό ούτε πολύσαρκο. Είχε ρωμαλέο κορμό, ισχυρό λαιμό, δυνατά πόδια, ανάλογα προς τον κορμό, με μεγάλα πέλματα· χέρια εργάτη, στιβαρά, μεγάλες παλάμες και ανάλογα δάχτυλα· πρόσωπο και κεφάλι με πολύ αρμονικές αναλογίες.

Είχε ωραίο, μετρίως στρογγυλό μέτωπο, λίγο μεγαλύτερο από το μήκος της μύτης. Η κάτω σιαγόνα ήταν έντονη, δυνατή και αποφασιστική, χωρίς όμως κανένα σημάδι αισθησιασμού ή τραχύτητας. Τα μάτια του ήταν σκουρόχρωμα, όχι μεγάλα· το βλέμμα επιεικές, προσεκτικό, διορατικό, πολλές φορές καταπονημένο από την πολλή αγρυπνία και τα δάκρυα. Τα γένια του ήταν μεγάλα, πυκνά, κατά μέρος γκρίζα. Τα φρύδια χαμηλά και ίσια. Τα μαλλιά της κεφαλής του παρέμειναν μαύρα μέχρι τα γηρατειά και ήταν μάλλον πυκνά.

Έτυχε να τον φωτογραφήσουν, αλλά χωρίς επιτυχία. Τα ισχυρά και ανδρεία χαρακτηριστικά του προσώπου του αποτυπώνονταν στις φωτογραφίες σκληρά, ενώ στην πραγματικότητα είχε όψη πράα και συμπαθητική, με γαλήνιο βλέμμα. Το πρόσωπό του ήταν ωχρό από τον λίγο ύπνο και την πολλή νηστεία, συχνά γεμάτο κατάνυξη, ποτέ όμως τραχύ.

Έτσι ήταν συνήθως· μερικές φορές όμως μεταμορφωνόταν τόσο, ώστε γινόταν αγνώριστος. Το χλωμό και καθαρό πρόσωπό του έπαιρνε μια τόσο φωτισμένη έκφραση και γινόταν τόσο εκπληκτικό, ώστε δεν είχες τη δύναμη να το κοιτάξεις· τα μάτια χαμήλωναν από μόνα τους. Αυθόρμητα ερχόταν στη μνήμη η Αγία Γραφή, που λέει ότι εξαιτίας της δόξας του προσώπου του Μωυσή ο λαός φοβόταν να τον ατενίσει.

Η ζωή του Γέροντα ήταν μετρίως αυστηρή, με πλήρη αδιαφορία για την εξωτερική εμφάνιση και μεγάλη αφροντισιά για το σώμα. Φορούσε χονδροειδή ενδύματα, όπως οι μοναχοί που εργάζονταν χειρωνακτικά, και φορούσε πολλά ρούχα ακόμη και το καλοκαίρι, επειδή στα χρόνια της πλήρους αδιαφορίας για το σώμα του αρρώσταινε συχνά και υπέφερε από ρευματισμούς.

Κατά την παραμονή του στο Παλαιό Ρωσικό είχε κρυολογήσει στο κεφάλι και μαρτυρικοί πονοκέφαλοι τον ανάγκαζαν πολλές φορές να μένει ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Εκείνον τον καιρό, για να έχει μεγαλύτερη απομόνωση, περνούσε τις νύχτες έξω από τα τείχη της κυρίως Μονής, σε μια γωνιά μιας μεγάλης αποθήκης τροφίμων, την οποία διαχειριζόταν.

Τόσο απλό και ταπεινό ήταν το εξωτερικό αυτού του ανθρώπου. Αλλά το να μιλήσουμε για τον χαρακτήρα και την εσωτερική του μορφή είναι «καὶ πρόβλημα εἰς διήγησιν».

Κατά τα χρόνια εκείνα που μας δόθηκε η ευκαιρία να τον παρακολουθήσουμε, παρουσίαζε μια εικόνα εξαιρετικής αρμονίας των ψυχικών και σωματικών δυνάμεων.

Ήταν ολιγογράμματος. Όταν ήταν μικρός, είχε φοιτήσει στο σχολείο του χωριού του μόνο «δύο χειμώνες». Από τη συνεχή όμως ανάγνωση και ακρόαση (Στο Άγιον Όρος, κατά τη διάρκεια των νυχτερινών ακολουθιών και ιδιαίτερα των ολονύκτιων αγρυπνιών, οι οποίες διαρκούν περισσότερο από οκτώ ώρες, διαβάζονται μεγαλόφωνα πολλές διδαχές από τα συγγράμματα των Αγίων Πατέρων) μέσα στον ναό της Αγίας Γραφής και των μεγάλων συγγραμμάτων των Αγίων Πατέρων αναπτύχθηκε πολύ και, όσον αφορά την πνευματική και ασκητική ζωή, έδινε την εντύπωση μορφωμένου ανθρώπου.

Από τη φύση του είχε οξύ και δημιουργικό νου, ενώ η μακρά εμπειρία του πνευματικού αγώνα, της εσωτερικής νοεράς προσευχής, των μεγάλων δοκιμασιών αλλά και των εξαιρετικών θείων επισκέψεων τον είχαν καταστήσει υπεράνθρωπα σοφό και οξυδερκή.

Ο Γέροντας Σιλουανός ήταν άνθρωπος με αληθινά τρυφερή καρδιά, με συγκινητική αγάπη, εξαιρετική λεπτότητα και ευσπλαχνία απέναντι σε κάθε θλίψη και κάθε πόνο, χωρίς καμία νοσηρή ή θηλυπρεπή συναισθηματικότητα. Το συνεχές βαθύ πνευματικό πένθος δεν μετατρεπόταν ποτέ σε συναισθηματικούς κλαυθμούς. Η αδιάκοπη εσωτερική ένταση δεν είχε ούτε σκιά νευρικότητας.

Άξια μεγάλου θαυμασμού ήταν και η μεγάλη σωφροσύνη αυτού του ανθρώπου, παρά το ρωμαλέο σώμα του. Φύλαγε αυστηρά τον εαυτό του ακόμη και από κάθε λογισμό που δεν ήταν ευάρεστος στον Θεό.


Παρ’ όλα αυτά, συμπεριφερόταν και συναναστρεφόταν όλους τους ανθρώπους εντελώς ελεύθερα και φυσικά, με αγάπη και απλότητα, ανεξάρτητα από τη θέση τους και τον τρόπο της ζωής τους. Μέσα του δεν υπήρχε ούτε σκιά αποστροφής ακόμη και για ανθρώπους που ζούσαν μέσα στην ακαθαρσία· αλλά στο βάθος της ψυχής του θλιβόταν για τις πτώσεις τους, όπως ο πατέρας ή η μητέρα θλίβονται για τα παραπτώματα των αγαπημένων τους παιδιών.


Δεχόταν τους πειρασμούς και τους υπέφερε με μεγάλη ανδρεία.


Ήταν άνθρωπος εντελώς άφοβος και ελεύθερος και συγχρόνως δεν υπήρχε μέσα του ούτε ίχνος θρασύτητας. Ενώ ήταν άφοβος, ενώπιον του Θεού ζούσε με φόβο. Πράγματι, φοβόταν μήπως Τον λυπήσει ακόμη και με έναν κακό λογισμό. Ήταν άνθρωπος μεγάλης ανδρείας και συγχρόνως εξαιρετικής πραότητας· ένας σπάνιος και ασυνήθιστα όμορφος συνδυασμός.

Ο Γέροντας ήταν άνθρωπος βαθιάς και γνήσιας ταπείνωσης, τόσο ενώπιον του Θεού όσο και ενώπιον των ανθρώπων.


Αγαπούσε να δίνει το προβάδισμα στους άλλους, αγαπούσε να είναι κατώτερος, να χαιρετά πρώτος, να παίρνει ευλογία από εκείνους που έφεραν ιερατικό βαθμό, ιδιαίτερα από τους επισκόπους και τον ηγούμενο, και όλα αυτά χωρίς καμία ανθρωπαρέσκεια ή κολακεία. Τιμούσε ειλικρινά τους ανθρώπους που είχαν κάποιο αξίωμα ή θέση, καθώς και τους μορφωμένους, αλλά ποτέ δεν υπήρχε μέσα του αίσθημα φθόνου ή μειονεξίας, ίσως επειδή γνώριζε βαθιά πόσο εφήμερη είναι κάθε κοσμική θέση, εξουσία και πλούτος, ακόμη και οι επιστημονικές γνώσεις. Γνώριζε «πόσο πολύ αγαπά ο Κύριος τους ανθρώπους Του» και, από αγάπη προς τον Θεό και τους ανθρώπους, τιμούσε αληθινά και σεβόταν κάθε άνθρωπο.

Η εξωτερική του συμπεριφορά ήταν απλή και συγχρόνως ένα αναμφισβήτητο γνώρισμά του ήταν η εσωτερική ευγένεια, η αριστοκρατία, αν θέλετε, με την υψηλότερη σημασία της λέξης. Όποιος συναναστρεφόταν μαζί του κάτω από διάφορες συνθήκες, ακόμη και αν διέθετε την πιο λεπτή διαίσθηση, δεν μπορούσε να παρατηρήσει σε αυτόν τραχιές κινήσεις της καρδιάς: αντιπάθεια, απροσεξία, περιφρόνηση, προσποίηση και τα παρόμοια. Ήταν άνθρωπος αληθινά ευγενής, όπως μόνο ένας χριστιανός μπορεί να είναι.

Ο Γέροντας ποτέ δεν γελούσε δυνατά. Ποτέ δεν μιλούσε με διφορούμενο τρόπο. Ποτέ δεν ειρωνευόταν και ποτέ δεν αστειευόταν εις βάρος άλλων ανθρώπων. Στο συνήθως σοβαρό και γαλήνιο πρόσωπό του διαγραφόταν μερικές φορές μόλις ένα ελαφρό χαμόγελο, χωρίς να ανοίγουν τα χείλη του, εκτός αν μιλούσε.


Αντιστεκόταν στους πειρασμούς και τους υπέμενε με μεγάλη ανδρεία. Το πάθος του θυμού δεν είχε θέση μέσα του. Αλλά, παρά τη φανερή απλότητά του, τη σπάνια διαλλακτικότητα και την υπακοή του, ήταν απολύτως αντίθετος προς καθετί ψεύτικο, πονηρό και άσχημο. Κατάκριση, χυδαιότητα, μικρότητα και τα παρόμοια δεν υπήρχαν σε αυτόν. Σε αυτά έδειχνε σταθερή ακαμψία, αλλά με τέτοιον τρόπο ώστε να μη θλίβει εκείνον που αμάρτανε· και πρόσεχε να μην τον προσβάλει όχι μόνο εξωτερικά αλλά, το κυριότερο, ούτε με κάποια κίνηση της καρδιάς του, επειδή ο λεπτός άνθρωπος αισθάνεται ακόμη και τις κινήσεις της καρδιάς. Το κατόρθωνε αυτό προσευχόμενος εσωτερικά και παραμένοντας ήρεμος, ανεπηρέαστος από κάθε δύστροπη συμπεριφορά.

Παρατηρούσε κανείς σε αυτόν θέληση σπάνιας δύναμης, χωρίς πείσμα· απλότητα, ελευθερία, αφοβία και ανδρεία μαζί με πραότητα και προσηνότητα· ταπείνωση και υπακοή χωρίς δουλοπρέπεια και ανθρωπαρέσκεια. Ήταν αληθινά άνθρωπος, εικόνα και ομοίωση του Θεού.

Ωραίος είναι ο κόσμος, δημιούργημα του μεγάλου Θεού· αλλά τίποτε δεν είναι θαυμαστότερο από τον άνθρωπο, τον αληθινό άνθρωπο, τον υιό του Θεού!


Ποτέ δεν ενδιαφερθήκαμε ιδιαίτερα για τα γεγονότα της εξωτερικής ζωής του μακαρίου Γέροντα. Ίσως αυτό να αποτελεί σφάλμα από μέρους μας, αλλά δεν μπορούμε πλέον να το διορθώσουμε. Κατά τις συναντήσεις μας με τον Γέροντα η προσοχή μας ήταν ολόκληρη απορροφημένη από τον πόθο να κατανοήσουμε την πνευματική του διδασκαλία, να τη συλλάβουμε με τον νου, να τη συγκρατήσουμε με την καρδιά, να αφομοιώσουμε με την ψυχή τα λόγια του ή, μάλλον, την πνευματική του κατάσταση.

Μερικές φορές μας φαινόταν ότι στον Γέροντα είχε δοθεί η δύναμη να επιδρά με την προσευχή στους συνομιλητές του. Αυτό ήταν απαραίτητο, γιατί ο λόγος του εξωτερικά ήταν απλός, σαν να μην περιείχε τίποτε το «ιδιαίτερο». Στην ουσία όμως ήταν λόγος για μια κατάσταση υπερφυσική και, γι’ αυτό, ήταν αναγκαίο να μεταδίδεται μέσω της προσευχής· διαφορετικά ο λόγος του θα παρέμενε ακατανόητος, ασύλληπτος, κρυμμένος.

Η επικοινωνία με τον Γέροντα είχε χαρακτήρα απλότητας και ελευθερίας από κάθε δισταγμό ή φόβο μήπως κάνεις κάποιο λάθος. Υπήρχε πλήρης εμπιστοσύνη ότι καμία άστοχη ή ακόμη και ανόητη πράξη ή λέξη δεν θα κατέστρεφε την ειρήνη ούτε θα συναντούσε ως απάντηση μομφή ή σκληρή απόρριψη. Συγχρόνως όμως κάποια χορδή στα βάθη της ψυχής σου τεντωνόταν με την ύψιστη ένταση της προσευχής, για να αξιωθείς να αναπνεύσεις εκείνο το πνεύμα από το οποίο ήταν γεμάτος.

Όταν μπαίνετε σε έναν τόπο γεμάτο ευωδία, το στήθος σας αυθόρμητα ανοίγει για να τη δεχθεί με μια βαθιά εισπνοή. Με παρόμοιο τρόπο κινούνταν και η ψυχή κατά την ώρα της επικοινωνίας με τον Γέροντα. Ένας γαλήνιος, ειρηνικός, αλλά συγχρόνως ισχυρός και βαθύς πόθος κυρίευε την ψυχή: να εμποτιστεί από την ευωδία του Πνεύματος του Χριστού.

Τι εξαιρετική και εντελώς ιδιαίτερη πνευματική τέρψη προσφέρει η κοινωνία με έναν τέτοιο άνθρωπο!

Ο Γέροντας μπορούσε να μιλά με απλότητα και χωρίς κενοδοξία για πράγματα που ξεπερνούσαν τα συνηθισμένα ανθρώπινα όρια. Αν ο ακροατής είχε πίστη σε αυτόν, τότε μέσα από αυτή την εξωτερικά απλή συνομιλία δεχόταν, στο μέτρο που ήταν δυνατό γι’ αυτόν, κάτι από εκείνη την υπερφυσική κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο ίδιος ο Γέροντας.


Θυμόμαστε τη διήγησή του για έναν σπουδαίο Ρώσο ασκητή, τον Πατέρα Στρατόνικο, ο οποίος είχε έρθει από τον Καύκασο για να επισκεφθεί το Άγιον Όρος. Ο Πατήρ Στρατόνικος είχε σπάνιο χάρισμα λόγου και προσευχής με δάκρυα. Είχε αναζωογονήσει πολλούς ερημίτες και μοναχούς του Καυκάσου, βγάζοντάς τους από την εξασθένηση και την ακηδία και οδηγώντας τους σε νέους αγώνες, εξηγώντας τους τα μυστήρια του πνευματικού πολέμου.

Και στο Άγιον Όρος ο Πατήρ Στρατόνικος έγινε δεκτός από τον κύκλο των ασκητών με πολλή αγάπη. Ο γεμάτος έμπνευση λόγος του προκάλεσε σε πολλούς βαθιά εντύπωση. Η πλούσια διάκρισή του, ο ωραίος και δυνατός νους, το χάρισμα της αληθινής προσευχής, η μεγάλη του πείρα, όλα αυτά τον καθιστούσαν εξέχουσα μορφή ανάμεσα στους ασκητές.

Έμεινε στο Άγιον Όρος σχεδόν δύο μήνες και είχε αρχίσει ήδη να λυπάται, επειδή πίστευε ότι μάταια είχε υποστεί τον μεγάλο κόπο της μακράς πορείας χάριν «ωφελείας». Οι συναντήσεις του με τους μοναχούς του Άθω δεν είχαν πλουτίσει τις γνώσεις του. Ήρθε λοιπόν στον πνευματικό της Μονής του Αγίου Παντελεήμονος, τον Γέροντα Αγαθόδωρο, και, αφού του διηγήθηκε τη λύπη του, τον παρακάλεσε να του υποδείξει κάποιον από τους πατέρες με τον οποίο θα μπορούσε να συζητήσει για την υπακοή και για τα άλλα έργα του μοναχού.

Ο Γέροντας Αγαθόδωρος του συνέστησε να επισκεφθεί το «Παλαιό Ρωσικό», όπου εκείνον τον καιρό, πριν από τον πόλεμο του 1914, είχαν συγκεντρωθεί μερικοί σπουδαίοι ασκητές από την αδελφότητα της Μονής.


Το Παλαιό Ρωσικό βρίσκεται σε ορεινή περιοχή, σε ύψος περίπου διακοσίων πενήντα μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας, ανατολικά της Μονής, σε απόσταση περίπου μιας ώρας. Εκεί τηρούνταν αυστηρότερο ασκητικό τυπικό από ό,τι στο Μοναστήρι. Ο τόπος είναι έρημος και ήσυχος και γι’ αυτό τον προτιμούσαν οι μοναχοί που επιθυμούσαν μεγαλύτερη απομόνωση για την άσκηση της νοεράς προσευχής. Εκεί ζούσε τότε και ο Πατήρ Σιλουανός.

Ο Πατήρ Στρατόνικος έγινε δεκτός στο Παλαιό Ρωσικό με μεγάλη καλοσύνη. Συνομίλησε πολύ με τους Πατέρες, τόσο κατ’ ιδίαν όσο και σε ομάδες.

Την ημέρα κάποιας εορτής ο Γέροντας Δοσίθεος τον κάλεσε στο κελλί του μαζί με μερικούς άλλους μοναχούς, ανάμεσα στους οποίους ήταν οι Πατέρες Βενιαμίν της Καλλιάγρας, Ονησίφορος και Σιλουανός. Η συνομιλία ήταν πλούσια σε περιεχόμενο. Ο Πατήρ Στρατόνικος είχε την προτεραιότητα όχι μόνο ως φιλοξενούμενος, αλλά και εξαιτίας του χαρίσματος του λόγου, με το οποίο συνάρπαζε τους παρευρισκομένους.

Ο Πατήρ Σιλουανός, ως ο νεότερος από τους παρόντες, καθόταν σε μια γωνιά του κελλιού και σιωπούσε, ακούγοντας προσεκτικά κάθε λόγο του Καυκάσιου ασκητή. Μετά τη συνομιλία, ο Πατήρ Στρατόνικος, ο οποίος δεν είχε ακόμη συναντηθεί ιδιαιτέρως με τον Πατέρα Σιλουανό, του εξέφρασε την επιθυμία να τον επισκεφθεί στην «καλύβη» του (Την καλύβη αυτή την είχε χτίσει ο Γέροντας σε απόσταση πέντε έως έξι λεπτών νοτιοανατολικά από τα κτίσματα των αδελφών, για μεγαλύτερη απομόνωση.). Συμφώνησαν για την τρίτη ώρα της επόμενης ημέρας. Εκείνη τη νύχτα ο Πατήρ Σιλουανός προσευχήθηκε πολύ, ώστε ο Κύριος να ευλογήσει τη συνάντηση και τη συνομιλία τους.

Ο Πατήρ Στρατόνικος ήρθε την ορισμένη ώρα. Η συνομιλία ανάμεσα στους δύο ασκητές άρχισε εύκολα και αμέσως πήρε τον χαρακτήρα που επιθυμούσαν. Και οι δύο, κατά το πνεύμα, κινούνταν συνεχώς προς τον ίδιο σκοπό και ο νους τους ήταν αδιάλειπτα στραμμένος στα ίδια προβλήματα, τα μόνα ουσιώδη γι’ αυτούς.

Την προηγούμενη ημέρα, ακούγοντας προσεκτικά τον Πατέρα Στρατόνικο, ο Σιλουανός είχε παρατηρήσει ότι εκείνος μιλούσε «από τον νου του» και ότι τα λόγια του για τη συνάντηση του ανθρώπινου θελήματος με το θέλημα του Θεού και για την υπακοή ήταν «ασαφή».

Άρχισε λοιπόν τη συνομιλία με τρεις ερωτήσεις:

«Πώς μιλούν οι τέλειοι;»

«Τι σημαίνει να παραδίδεις τον εαυτό σου στο θέλημα του Θεού;»

«Σε τι συνίσταται η ουσία της υπακοής;»


Όπως φαίνεται, εκείνη η θαυμαστή πνευματική ατμόσφαιρα μέσα στην οποία βρισκόταν ο Σιλουανός επέδρασε αμέσως στον Πατέρα Στρατόνικο. Αισθάνθηκε τη σπουδαιότητα και το βάθος των ερωτήσεων και έμεινε σκεπτικός. Ύστερα από μικρή σιωπή είπε:

Αυτό δεν το γνωρίζω... Εσείς να μου πείτε.

Ο Σιλουανός αποκρίθηκε:


– Οι τέλειοι δεν λένε τίποτε από τον εαυτό τους... Λένε μόνο ό,τι τους δίνει το Πνεύμα.

Ο Πατήρ Στρατόνικος, πιθανότατα, εκείνη ακριβώς τη στιγμή έζησε την κατάσταση για την οποία μιλούσε ο Σιλουανός. Του αποκαλύφθηκε ένα νέο μυστήριο της πνευματικής ζωής, μέχρι τότε άγνωστο σε αυτόν: το μυστήριο της γέννησης μέσα στην καρδιά ενός λόγου εμπνευσμένου από τη Θεία χάρη.

Αισθάνθηκε τις ελλείψεις του κατά το παρελθόν και κατάλαβε ότι βρισκόταν ακόμη μακριά από την τελειότητα· σκέψη που δεν του είχε έρθει ύστερα από τόσες συναντήσεις με μοναχούς, κατά τις οποίες ήταν φανερή η υπεροχή του, παρόλο που είχε συναντήσει πολλούς και εξαίρετους ασκητές. Με ευγνωμοσύνη κοίταξε τον Σιλουανό.


Αφού το πρώτο ερώτημα είχε απαντηθεί στο βάθος της ψυχής του μέσω της υπαρξιακής εμπειρίας αυτής της κατάστασης, την οποία έλαβε με την προσευχή του Πατέρα Σιλουανού, η κατανόηση των δύο άλλων ερωτημάτων έγινε πλέον ευκολότερη.


Παρέτειναν τη συζήτηση μιλώντας για την προσευχή. Ο Πατήρ Στρατόνικος έλεγε ότι, αν η προσευχή γίνεται χωρίς δάκρυα, αυτό σημαίνει ότι δεν έχει φτάσει στον σκοπό της και γι’ αυτό παραμένει άκαρπη.

Σε αυτό ο Σιλουανός πρόσθεσε ότι τα δάκρυα κατά την προσευχή, όπως και κάθε άλλη σωματική δύναμη, μπορούν να εξαντληθούν. Τότε ο νους, που έχει εκλεπτυνθεί από το πένθος, περνά σε κάποια λεπτή «αίσθηση» του Θεού και, καθαρός από κάθε λογισμό, μέσα στην ησυχία θεωρεί τον Θεό. Και αυτό μπορεί να είναι πολυτιμότερο ακόμη και από τα δάκρυα.

Ο Πατήρ Στρατόνικος αναχώρησε γεμάτος ευγνωμοσύνη. Αργότερα επισκέφθηκε επανειλημμένα τον Σιλουανό και μέχρι το τέλος της παραμονής του στο Άγιον Όρος διατηρήθηκε ανάμεσά τους μεγάλη αμοιβαία αγάπη.

Σε κάποια από τις επόμενες επισκέψεις του επιβεβαίωσε τον λόγο του Σιλουανού για τα δάκρυα και την προσευχή. Ήταν φανερό ότι ο Θεός τού είχε δώσει να γνωρίσει από προσωπική πείρα και εκείνη την κατάσταση.


Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου