▼
▼

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2026

Τι είναι Διαφωτισμός; 2 IMMANUEL KANT

  Συνέχεια από: Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026

Τι είναι Διαφωτισμός; 2

IMMANUEL KANT

Immanuel Kant, «Beantwortung der Frage: Was ist Aufklärung?», Berlinische Monatsschrift, Bd. 4, Zwölftes Stück, Dezember 1784, σ.481–494· επανέκδοση στο Kants gesammelte Schriften, Akademie-Ausgabe, Bd. VIII, Berlin 1923, σ.35–42.

«Νὰ σωθεῖ ὁ ἄνθρωπος, ποὺ θὰ πεῖ: νὰ γίνει σῶος, ὁλόκληρος, νὰ πραγματώσει ἀκέραια τὴ δυνατότητα τῆς ὕπαρξης καὶ τῆς ζωῆς πέρα ἀπὸ τὸν χῶρο, τὸν χρόνο καὶ τὶς συμβατικὲς σχέσεις — νὰ νικήσει τὸν θάνατο».

Χρήστος Γιανναράς, Η ελευθερία του ήθους, 3η αναθεωρημένη έκδοση, Ίκαρος, Αθήνα 2002· επανέκδοση 2011, κεφ. 1, §3 «Η ελευθερία του ήθους», σ.13.

...ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ είναι η έξοδος του ανθρώπου από την ανωριμότητα για την οποία ευθύνεται ο ίδιος. Ανωριμότητα είναι η ανικανότητα να χρησιμοποιεί κανείς τη διάνοια του χωρίς την καθοδήγηση κάποιου άλλου. Ο ίδιος ευθύνεται γι’ αυτή την ανωριμότητα, όταν η αιτία της δεν βρίσκεται στην έλλειψη της διάνοιας, αλλά στην έλλειψη απόφασης και θάρρους να τήν χρησιμοποιήσει χωρίς την καθοδήγηση κάποιου άλλου. Sapere aude! Έχε το θάρρος να χρησιμοποιείς τη δική σου διάνοια! Αυτό είναι, επομένως, το σύνθημα του Διαφωτισμού.[ ΠΕΛΑΓΙΑΝΙΣΜΟΣ]

Δεν θα έπρεπε, όμως, μια ένωση κληρικών, λόγου χάρη μια εκκλησιαστική σύνοδος ή μια σεβάσμια Classis —όπως αυτοαποκαλείται μεταξύ των Ολλανδών— να έχει το δικαίωμα να δεσμευτεί αμοιβαία και ενόρκως σε ένα ορισμένο και αμετάβλητο Σύμβολο Πίστεως, ώστε να ασκεί έτσι μια αδιάκοπη υπέρτατη κηδεμονία επάνω σε καθένα από τα μέλη της και, μέσω αυτών, επάνω στον λαό, και μάλιστα να τη διαιωνίσει; Απαντώ: αυτό είναι εντελώς αδύνατο. Μια τέτοια σύμβαση, η οποία θα συναπτόταν για να εμποδίσει για πάντα κάθε περαιτέρω Διαφωτισμό του ανθρώπινου γένους, είναι απολύτως άκυρη και ανίσχυρη· ακόμη και αν είχε επικυρωθεί από την ανώτατη εξουσία, από αυτοκρατορικές συνελεύσεις και από τις επισημότερες συνθήκες ειρήνης.

Μια εποχή δεν μπορεί να συνενωθεί και να συνωμοτήσει με σκοπό να θέσει την επόμενη σε μια κατάσταση μέσα στην οποία θα της είναι αδύνατο να διευρύνει τις γνώσεις της —προπάντων εκείνες που έχουν γι’ αυτήν τόσο μεγάλη σημασία—, να τις απαλλάξει από πλάνες και γενικά να προχωρήσει περισσότερο στον Διαφωτισμό. Αυτό θα αποτελούσε έγκλημα εναντίον της ανθρώπινης φύσης, της οποίας ο πρωταρχικός προορισμός συνίσταται ακριβώς σε αυτή την πρόοδο· και επομένως οι απόγονοι έχουν πλήρες δικαίωμα να απορρίψουν εκείνες τις αποφάσεις ως ληφθείσες κατά τρόπο αναρμόδιο και εγκληματικό.

Η λυδία λίθος για καθετί που μπορεί να θεσπιστεί ως νόμος για έναν λαό βρίσκεται στο ερώτημα: θα μπορούσε άραγε ένας λαός να επιβάλει ο ίδιος στον εαυτό του έναν τέτοιο νόμο; Αυτό θα ήταν ίσως δυνατό για ένα ορισμένο σύντομο χρονικό διάστημα, σαν να αναμενόταν κάτι καλύτερο, προκειμένου να εισαχθεί κάποια τάξη· υπό τον όρο ότι συγχρόνως θα αφηνόταν ελεύθερος κάθε πολίτης, και προπάντων ο κληρικός, να διατυπώνει δημοσίως, υπό την ιδιότητα του λογίου, δηλαδή μέσω συγγραμμάτων, τις παρατηρήσεις του σχετικά με τα ελαττώματα της υφιστάμενης οργάνωσης, ενώ η θεσπισμένη τάξη θα εξακολουθούσε ακόμη να διατηρείται. Αυτό θα συνεχιζόταν έως ότου η κατανόηση της φύσης αυτών των ζητημάτων θα είχε προχωρήσει και επιβεβαιωθεί δημοσίως σε τέτοιον βαθμό, ώστε, με την ένωση των ψήφων τους —έστω και όχι όλων—, οι πολίτες θα μπορούσαν να υποβάλουν στον θρόνο μια πρόταση για την προστασία εκείνων των εκκλησιαστικών κοινοτήτων που θα είχαν ίσως συμφωνήσει, σύμφωνα με τις αντιλήψεις τους περί πληρέστερης γνώσης, σε μια μεταρρυθμισμένη θρησκευτική οργάνωση, χωρίς όμως να εμποδίζονται εκείνες που θα ήθελαν να παραμείνουν στην παλαιά.

Είναι, όμως, απολύτως ανεπίτρεπτο να συμφωνήσουν, ακόμη και μόνο για τη διάρκεια της ζωής ενός ανθρώπου, σε μια πάγια θρησκευτική οργάνωση, την οποία κανείς δεν θα επιτρέπεται να αμφισβητήσει δημοσίως, και με αυτόν τον τρόπο να εκμηδενίσουν, τρόπον τινά, μια χρονική περίοδο στην πορεία της ανθρωπότητας προς τη βελτίωση, καθιστώντας την άκαρπη και, ενδεχομένως, ακόμη και επιζήμια για τους απογόνους.

Ένας άνθρωπος μπορεί βέβαια, για τον εαυτό του και μόνο για κάποιο χρονικό διάστημα, να αναβάλει τον Διαφωτισμό ως προς εκείνα που οφείλει να γνωρίζει· το να παραιτηθεί, όμως, από αυτόν, είτε για τον εαυτό του είτε, πολύ περισσότερο, για τους απογόνους, σημαίνει ότι παραβιάζει και καταπατά τα ιερά δικαιώματα της ανθρωπότητας.

Αυτό, όμως, που ούτε ένας λαός επιτρέπεται να αποφασίσει για τον ίδιο του τον εαυτό, ακόμη λιγότερο επιτρέπεται να το αποφασίσει ένας μονάρχης για τον λαό· διότι το νομοθετικό κύρος του στηρίζεται ακριβώς στο ότι ενώνει μέσα στη δική του βούληση τη συνολική βούληση του λαού. Εάν φροντίζει μόνο ώστε κάθε πραγματική ή υποτιθέμενη βελτίωση να συνυπάρχει με την πολιτική τάξη, τότε κατά τα άλλα μπορεί να αφήσει τους υπηκόους του να πράττουν μόνοι τους όσα θεωρούν αναγκαία για τη σωτηρία της ψυχής τους· αυτό δεν τον αφορά. Τον αφορά, όμως, να εμποδίζει τον έναν να παρεμποδίζει βίαια τον άλλον από το να εργάζεται, με όλες του τις δυνάμεις, για τον προσδιορισμό και την προαγωγή αυτής της σωτηρίας.

Βλάπτει μάλιστα την ίδια του τη μεγαλειότητα, όταν αναμειγνύεται σε αυτά τα ζητήματα, θεωρώντας τα συγγράμματα μέσω των οποίων οι υπήκοοί του επιχειρούν να διασαφηνίσουν τις αντιλήψεις τους άξια της κυβερνητικής του εποπτείας· είτε το πράττει από τη δική του ύψιστη κρίση —οπότε εκτίθεται στη μομφή: Caesar non est supra grammaticos («ο Καίσαρας δεν βρίσκεται υπεράνω των γραμματικών»)— είτε, και πολύ περισσότερο, όταν υποβιβάζει την ανώτατη εξουσία του σε τέτοιον βαθμό, ώστε να υποστηρίζει μέσα στο κράτος του τον πνευματικό δεσποτισμό ορισμένων τυράννων εναντίον των υπόλοιπων υπηκόων του.

Αν, λοιπόν, τεθεί τώρα το ερώτημα: ζούμε σήμερα σε μια διαφωτισμένη εποχή; η απάντηση είναι: Όχι, αλλά ασφαλώς σε μια εποχή Διαφωτισμού. Απέχουμε ακόμη πολύ από το σημείο στο οποίο οι άνθρωποι, όπως έχουν σήμερα τα πράγματα, θα ήταν ήδη, στο σύνολό τους, ικανοί —ή θα μπορούσαν έστω να καταστούν ικανοί— να χρησιμοποιούν με ασφάλεια και ορθότητα τη δική τους διάνοια στα θρησκευτικά ζητήματα, χωρίς την καθοδήγηση κάποιου άλλου. Έχουμε, όμως, σαφείς ενδείξεις ότι τώρα ανοίγεται μπροστά τους το πεδίο για να εργαστούν ελεύθερα προς αυτή την κατεύθυνση και ότι τα εμπόδια στον γενικό Διαφωτισμό, ή στην έξοδο από την ανωριμότητα για την οποία ευθύνονται οι ίδιοι, γίνονται σταδιακά λιγότερα. Από αυτή την άποψη, η εποχή αυτή είναι η εποχή του Διαφωτισμού ή ο αιώνας του Friedrich.

Ένας ηγεμόνας που δεν θεωρεί ανάξιό του να δηλώσει ότι πιστεύει πως έχει καθήκον να μην υπαγορεύει τίποτε στους ανθρώπους σχετικά με τα θρησκευτικά ζητήματα, αλλά να τους αφήνει ως προς αυτά πλήρη ελευθερία, και ο οποίος, επομένως, αποκρούει ακόμη και την υπεροπτική ονομασία της ανεκτικότητας, είναι ο ίδιος διαφωτισμένος και αξίζει να εγκωμιάζεται από τον ευγνώμονα σύγχρονο και μεταγενέστερο κόσμο ως εκείνος που πρώτος απάλλαξε το ανθρώπινο γένος από την ανωριμότητα —τουλάχιστον από την πλευρά της κυβέρνησης— και άφησε τον καθένα ελεύθερο να χρησιμοποιεί τον δικό του Λόγο σε καθετί που αποτελεί ζήτημα συνείδησης.

Υπό τη διακυβέρνησή του, σεβάσμιοι κληρικοί μπορούν, χωρίς να παραβλάπτεται το υπηρεσιακό τους καθήκον, να εκθέτουν ελεύθερα και δημόσια στον κόσμο προς εξέταση, υπό την ιδιότητα των λογίων, τις κρίσεις και τις απόψεις τους που αποκλίνουν σε ορισμένα σημεία από το αποδεκτό Σύμβολο Πίστεως· πολύ περισσότερο μπορεί να το κάνει κάθε άλλος που δεν περιορίζεται από κάποιο υπηρεσιακό καθήκον.

Αυτό το πνεύμα ελευθερίας εξαπλώνεται και προς τα έξω, ακόμη και εκεί όπου πρέπει να αγωνιστεί ενάντια στα εξωτερικά εμπόδια μιας κυβέρνησης που παρανοεί τον ίδιο της τον εαυτό. Διότι μπροστά σε μια τέτοια κυβέρνηση λάμπει ως παράδειγμα το γεγονός ότι, όταν επικρατεί ελευθερία, δεν υπάρχει ο παραμικρός λόγος ανησυχίας για τη δημόσια ηρεμία και την ενότητα της πολιτείας. Οι άνθρωποι βγαίνουν από μόνοι τους, λίγο λίγο, από την κατάσταση της αγριότητας, αρκεί να μην επινοούνται σκόπιμα τεχνάσματα για να διατηρηθούν μέσα σε αυτήν.

Έθεσα το κύριο σημείο του Διαφωτισμού —δηλαδή της εξόδου των ανθρώπων από την ανωριμότητα για την οποία ευθύνονται οι ίδιοι— προπάντων στα θρησκευτικά ζητήματα, επειδή, όσον αφορά τις τέχνες και τις επιστήμες, οι κυβερνήτες μας δεν έχουν κανένα συμφέρον να παριστάνουν τους κηδεμόνες των υπηκόων τους· επιπλέον, η ανωριμότητα εκείνη είναι όχι μόνο η πιο επιζήμια, αλλά και η πιο ατιμωτική από όλες.

Ο τρόπος σκέψης, όμως, ενός αρχηγού του κράτους ο οποίος ευνοεί αυτή την πρώτη ελευθερία προχωρεί ακόμη περισσότερο και αντιλαμβάνεται ότι, ακόμη και όσον αφορά τη νομοθεσία του, δεν ενέχει κίνδυνο να επιτρέπει στους υπηκόους του να κάνουν δημόσια χρήση του δικού τους Λόγου και να εκθέτουν δημοσίως στον κόσμο τις σκέψεις τους σχετικά με μια καλύτερη διατύπωση της νομοθεσίας, ακόμη και ασκώντας ειλικρινή κριτική στην ήδη ισχύουσα. Ως προς αυτό έχουμε ένα λαμπρό παράδειγμα, στο οποίο κανένας μονάρχης δεν ξεπέρασε εκείνον που τιμούμε.

Αλλά μόνο εκείνος που, όντας ο ίδιος διαφωτισμένος, δεν φοβάται τις σκιές και συγχρόνως διαθέτει έναν πολυάριθμο και καλά πειθαρχημένο στρατό ως εγγυητή της δημόσιας ηρεμίας, μπορεί να πει εκείνο που ένα ελεύθερο κράτος δεν θα τολμούσε να πει: Συλλογίζεστε όσο θέλετε και για ό,τι θέλετε· μόνο να υπακούετε!

Εδώ φανερώνεται μια παράξενη και απροσδόκητη πορεία των ανθρώπινων πραγμάτων· όπως και σε άλλες περιπτώσεις, όταν την εξετάζει κανείς σε μεγάλη κλίμακα, σχεδόν τα πάντα μέσα σε αυτήν είναι παράδοξα. Ένας μεγαλύτερος βαθμός πολιτικής ελευθερίας φαίνεται ευνοϊκός για την ελευθερία του πνεύματος του λαού και, εντούτοις, της θέτει ανυπέρβλητα όρια· αντίθετα, ένας μικρότερος βαθμός πολιτικής ελευθερίας προσφέρει στο πνεύμα χώρο για να αναπτυχθεί σύμφωνα με όλες του τις δυνατότητες.

Όταν, λοιπόν, η φύση αναπτύξει κάτω από αυτό το σκληρό περίβλημα το σπέρμα για το οποίο φροντίζει με τη μεγαλύτερη τρυφερότητα, δηλαδή την κλίση και την αποστολή προς την ελεύθερη σκέψη, τότε αυτό επιδρά σταδιακά με τη σειρά του στον τρόπο αντίληψης του λαού —μέσω του οποίου ο λαός γίνεται λίγο λίγο περισσότερο ικανός για την ελευθερία του πράττειν— και τελικά ακόμη και στις αρχές της κυβέρνησης, η οποία θεωρεί ότι είναι προς το δικό της συμφέρον να μεταχειρίζεται τον άνθρωπο, ο οποίος είναι πλέον κάτι περισσότερο από μηχανή, σύμφωνα με την αξιοπρέπειά του.¹

Königsberg της Πρωσίας, 30 Σεπτεμβρίου 1784

1 Στις Büschingsche wöchentliche Nachrichten της 13ης Σεπτεμβρίου διαβάζω σήμερα, στις 30 του ίδιου μήνα, την αναγγελία του τεύχους αυτού του μήνα του Berlinische Monatsschrift, στην οποία αναφέρεται η απάντηση του κυρίου Mendelssohn στο ίδιο ακριβώς ερώτημα. Δεν έχει φτάσει ακόμη στα χέρια μου· διαφορετικά, θα είχε αναστείλει τη δημοσίευση της παρούσας απάντησης, η οποία τώρα μπορεί να παρουσιαστεί απλώς ως δοκιμή για το κατά πόσον η σύμπτωση μπορεί να επιφέρει συμφωνία των σκέψεων.

ΒΟΥΛΗΣΗ ΣΚΕΨΗ ΓΝΩΜΗ. ΑΡΝΟΥΝΤΑΙ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ ΤΗΝ ΕΛΛΕΙΨΗ ΝΟΥ ΚΑΙ ΝΟΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΣΤΗΝ ΑΤΟΜΙΚΟΤΗΤΑ, ΣΤΗΝ ΔΑΙΜΟΝΙΚΗ ΦΙΛΑΥΤΙΑ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου