Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ (248)

Συνέχεια από: Παρασκευή 7. Αυγούστου 2026

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ (248)

Jacob Burckhardt

ΤΟΜΟΣ 4ος

ΜΕΡΟΣ ΕΝΑΤΟ: 
Ο Έλληνας άνθρωπος
στην ιστορική του εξέλιξη


III. Ο αποικιακός και αγωνιστικός άνθρωπος

Και τώρα οι αποικίες των άλλων πόλεων της Μικράς Ασίας και των νησιών που συνδέονταν μαζί τους. Ήδη στις αρχές του 8ου αιώνα η Μίλητος ιδρύει τη Σινώπη, θυγατρική πόλη της οποίας είναι η Τραπεζούντα (756). Από τη στιγμή που έγινε αυτή η αρχή, περίπου την ίδια εποχή κατά την οποία οι Μεγαρείς εγκαθίστανται στον Βόσπορο, αποικίζονται, με αφετηρία και πάλι τη Μίλητο, ο Ελλήσποντος και η Προποντίδα. Εδώ η Κύζικος γίνεται μιλησιακή πόλη και αποικίζεται, γύρω στο 700, η νήσος Προκόννησος· εκεί ιδρύονται η Άβυδος, το Πάριον και η Λάμψακος (652). Και σύντομα ακολουθεί, κατά μήκος των δυτικών και βόρειων ακτών του Εύξεινου Πόντου, ένα ολόκληρο πλήθος μιλησιακών αποικιών: η Οδησσός, οι Τόμοι, η Ίστρος (γύρω στο 656), η Τύρας στις εκβολές του Δνείστερου, η Ολβία στις εκβολές του Δνείπερου, το Παντικάπαιον στην Κριμαία, η Διοσκουριάς στον Καύκασο και πολλές άλλες· λέγεται ότι η Μίλητος εποίκισε τον Πόντο με περισσότερες από εβδομήντα πόλεις.

Και παρ’ όλα αυτά, η πόλη εξακολουθούσε να διαθέτει αρκετή δύναμη ώστε, όταν την ίδια περίπου εποχή —ιδίως από την εποχή του Ψαμμήτιχου και εξής— η Αίγυπτος ανοίχθηκε στους Έλληνες και δέχθηκε την εμπορική τους διείσδυση, να διαδραματίζει εκεί τον πρωταγωνιστικό ρόλο σε τόπους όπως η Κάνωπος και η Ναύκρατις. Έντονες εμπορικές σχέσεις με την ίδια αυτή Αίγυπτο διατηρούσε και η Σάμος. Τι πρέπει όμως να πει κανείς για το γεγονός ότι το στρατιωτικό σώμα που έστειλε ο Καμβύσης από τις Θήβες εναντίον του μαντείου του Άμμωνα συνάντησε, έπειτα από πορεία επτά ημερών από τις Θήβες, στη Μεγάλη Όαση, μια σαμιακή πόλη, οι κάτοικοι της οποίας ανήκαν στην Αισχριωνία φυλή;


Πλοία των ίδιων αυτών Σαμίων παρασύρθηκαν γύρω στο 630 από τον ανατολικό άνεμο πέρα από τις Στήλες του Ηρακλή, έως την Ταρτησσό, απ’ όπου επέστρεψαν με μεγάλο κέρδος. Αλλά ούτε αυτοί υπήρξαν οι τολμηρότεροι· τώρα εμφανίζονται οι Φωκαείς, των οποίων τα ταξίδια αρχίζουν πραγματικά εκεί όπου τελειώνουν τα ταξίδια των άλλων. Οι αποικίες τους στον Πόντο πέρασαν στη Μίλητο· εκείνοι όμως ήταν οι πρώτοι που, διαπλέοντας την Αδριατική πέρα από την Κέρκυρα, ανέβηκαν ως τα ετρουσκικά λιμάνια της Αδρίας και της Σπίνας, και αυτοί είναι που ιδρύουν τώρα αποικίες στη δυτική λεκάνη της Μεσογείου: πρώτα απ’ όλα τη Μασσαλία (γύρω στο 600) και, με αφετηρία αυτή, στην Κυανή Ακτή την Αντίπολη, τη Νίκαια και τον Μόνοικο· στα δυτικά την Αγάθη και, ήδη στην Καταλονία, το Εμπόριον, του οποίου η γειτονική πόλη Ρόδη —ιδρυμένη από τους Ροδίους— περνά επίσης στην κυριαρχία τους.

Στην Κορσική αναγκάζονται βέβαια να εγκαταλείψουν την Αλαλία, την οποία είχαν ιδρύσει για να εξασφαλίσουν την επικοινωνία με τη Μασσαλία, αλλά, ως αντιστάθμισμα, ιδρύουν γύρω στο 553 την Ελέα στις ακτές της Λευκανίας. Τέλος, οι ίδιοι, από κοινού με τους Μασσαλιώτες, ιδρύουν βόρεια του ισπανικού ακρωτηρίου του Αγίου Μαρτίνου το Ημεροσκοπείον και συνάπτουν ακόμη και σχέσεις με τον βασιλιά των Ιβήρων Arganthonios, στις εκβολές του Baetis. Πόσο τεράστια επίδραση πρέπει να άσκησε η παρουσία των Ελλήνων σ’ αυτόν τον δυτικό βαρβαρικό κόσμο, αν αναλογιστούμε μονάχα την επιρροή που άσκησε η Μασσαλία από μόνη της στη γαλατική ενδοχώρα της!

Ολόκληρη αυτή η απέραντη αποικιακή δραστηριότητα, με την οποία το έθνος γεμίζει τον κόσμο, παρουσιάζει μια εικόνα εντελώς διαφορετική από εκείνη του καρχηδονιακού αποικιακού συστήματος. Πρώτα απ’ όλα, αντί μιας τεράστιας και ενιαίας οικονομικής επιχείρησης, βλέπουμε εδώ την ορμητική δράση αναρίθμητων επιμέρους δυνάμεων. Επιπλέον, οι μητροπόλεις δεν ασκούν κυριαρχία στις αποικίες. Εκείνοι που έφευγαν ήταν Έλληνες εξίσου με όσους έμεναν πίσω, και έφευγαν για να παραμείνουν ή για να γίνουν ελεύθεροι. Δεν μπορούσε να γίνει λόγος για επιβολή εξουσίας μέσω μισθοφόρων, όπως δεν μπορούσε να γίνει λόγος και για φορολόγηση προς όφελος μιας αφορολόγητης μητρόπολης.

Γενικά, όπως θα δούμε, μόνο η Κόρινθος επιδίωξε να συνδέσει στενότερα τις αποικίες της μαζί της, πέρα από έναν απλό, φιλικό δεσμό ευλάβειας προς τη μητρόπολη· και αυτό υπήρξε ατυχές παράδειγμα. Κατά τα άλλα, σε αντίθεση προς την Καρχηδόνα, δεν υπήρχε η αξίωση να σχηματιστεί μαζί με τις αποικίες μια ενιαία αυτοκρατορία· έτσι εξέλιπε και κάθε αιτία για να γίνει μισητή η μητρόπολη. Η νέα πόλη μπορούσε να αναπτυχθεί με πλήρη αυτονομία και κανείς δεν είχε αντίρρηση αν γινόταν, όπως η Μασσαλία και το Βυζάντιο, πολύ σημαντικότερη από τη μητρόπολή της.

Τέλος, και το εμπόριο δεν αποτελεί εδώ το μοναδικό, αλλά έναν από τους κύριους σκοπούς. Και επειδή οι άποικοι δεν έφευγαν μόνο για χάρη του εμπορίου, αλλά για να συγκροτήσουν μια πόλη, επέτρεπαν την εισαγωγή ξένων εμπορευμάτων. Όσες πόλεις, τόσα κράτη και τόσοι ελεύθεροι εμπορικοί σταθμοί, ανοιχτοί —με τους συνήθεις δασμούς— σε όλους και εκτεθειμένοι ανά πάσα στιγμή σε κάθε ανταγωνισμό.

Δεν είναι παράξενο που αυτές οι αποικίες απέκτησαν μια εντελώς διαφορετική πολιτισμικοϊστορική δυναμική από τις καρχηδονιακές. Τι κολοσσιαίο ενδιαφέρον αποκτούν χάρη στο γεγονός ότι ο Έλληνας μεταφέρει παντού μαζί του τον ελληνικό τρόπο σκέψης και, μέσω αυτού, φέρνει τα έθνη σε επαφή μεταξύ τους! Με τα εμπορεύματα και τις αντιλήψεις του, με τα υλικά και τα πνευματικά αγαθά, γίνεται ο μεγάλος μεσολαβητής ανάμεσα στους λαούς που προηγουμένως ήταν απομονωμένοι· με την παρυφή ελληνικών πόλεων, την οποία υφαίνει κατά μήκος των βαρβαρικών ακτών, συνδέει ολόκληρο τον κόσμο. Παντού η παράκτια ζώνη είναι η περιοχή όπου καταλαβαίνουν ελληνικά, όπου μπορούν να σχηματιστούν μεικτοί πληθυσμοί και απ’ όπου η ενδοχώρα αντλεί τον ανώτερο πολιτισμό της.

Δεν είναι πάντοτε εύκολο να διαχωριστούν η μετανάστευση και ο αποικισμός, μολονότι ο Θουκυδίδης θέλει να τα διακρίνει αυστηρά. Ο Παυσανίας, για παράδειγμα, διηγείται ήδη την ίδρυση των ιωνικών πόλεων στις δυτικές ακτές της Μικράς Ασίας σαν να επρόκειτο για οργανωμένη αποστολή αποίκων· και θα παραμένει πάντοτε εξαιρετικά αινιγματικό, ιδίως, ποιο μέρος του εξελληνισμού της νότιας ακτής της Μικράς Ασίας και της Κύπρου πρέπει να αποδοθεί στην παλαιότερη και ποιο στη μεταγενέστερη μεταναστευτική κίνηση². Συνολικά μπορούμε να υποθέσουμε ότι συχνά η μία διαδικασία διαπλεκόταν με την άλλη. Για εμάς, όμως, το ζήτημα είναι τώρα να διερευνήσουμε γενικά τους λόγους αυτών των μετακινήσεων. Και εδώ μπορεί να μας καθοδηγήσει κυρίως ένα χωρίο του Seneca¹⁰, ο οποίος αναφέρει ως αιτίες αυτών των «publica exilia» τη φυγή από εχθρούς που κατακτούν την πατρίδα, τις εμφύλιες ταραχές μέσα σ’ αυτήν, τον υπερπληθυσμό της, την πανώλη, τους συχνούς σεισμούς, την ακαρπία του εδάφους και την έλξη που ασκεί η φήμη μιας πιο εύφορης γης. Ως περιστάσεις υπό τις οποίες πραγματοποιείται η εγκατάσταση αναφέρει, εκτός από την κατάκτηση με τη δύναμη των όπλων, και την εγκατάσταση ενός περιπλανώμενου λαού, είτε επειδή έχει εξαντληθεί είτε επειδή εξαναγκάζεται από τη στέρηση.

Σε κάθε περίπτωση, το αποφασιστικό στοιχείο για τους Έλληνες είναι ότι γι’ αυτούς ο άνθρωπος αξίζει πάντοτε περισσότερο από τον τόπο και την περιουσία του. «Όπου κι αν εγκατασταθείτε, θα αποτελείτε πόλη», λέει ο Νικίας¹¹ στους συμπατριώτες του που αποσύρονταν προς το εσωτερικό της Σικελίας· λόγια που κανένας βάρβαρος δεν θα μπορούσε να είχε πει. Και σ’ αυτό το πνεύμα ίδρυσης πόλεων προστέθηκε τώρα και το πνεύμα της ναυσιπλοΐας. Αφού στην αρχή ταξίδευαν ασφαλώς μαζί με τους Φοίνικες και είχαν διδαχθεί από αυτούς ορισμένους από τους θαλάσσιους δρόμους τους, η θάλασσα δεν άφησε πλέον τους Έλληνες να ησυχάσουν. Μόλις μια παραθαλάσσια πόλη δυνάμωνε κάπως και αποκτούσε πολιτική σημασία, δοκίμαζε τις δυνάμεις της στη θάλασσα, όσο καλή και προσοδοφόρα κι αν ήταν η ενδοχώρα της.

Μια πόλη της μητροπολιτικής Ελλάδας μπορεί να προμήθευε από πολύ παλιά την ενδοχώρα, με αντάλλαγμα τρόφιμα, με όλα τα αγαθά ενός ανώτερου πολιτισμού, έστω κι αν αυτά ήταν μόνο ωραιότερα και καλύτερα όπλα και ενδύματα. Είχε συνηθίσει να αποτελεί το βιοτεχνικό κέντρο της ενδοχώρας, αλλά συγχρόνως μπορούσε όλο και λιγότερο να στερηθεί τις εισαγωγές και την επικοινωνία με τα πνευματικά κέντρα του εξωτερικού. Επειδή ανάμεσα στα πρώτα αγαθά που χρειάζονταν από το εξωτερικό συγκαταλέγονταν τα μέταλλα, στην εξόρυξη των οποίων οι Φοίνικες υπήρξαν δάσκαλοι και πρόδρομοι, πρέπει να δεχθούμε ότι υπήρξε ένα πρώτο στάδιο κατά το οποίο οι Έλληνες αναζητούσαν τα μέταλλα σε μακρινές χώρες, τόσο για να εφοδιάσουν βιοτεχνικά την ενδοχώρα όσο και για να καλύψουν τις δικές τους ανάγκες.

Το δεύτερο στάδιο πρέπει να ήταν εκείνο κατά το οποίο ο πληθυσμός γύρω από το Αρχιπέλαγος, έχοντας γίνει πολύ πυκνός, δεν διέθετε πλέον αρκετές καλλιεργήσιμες εκτάσεις σιτηρών ανάμεσα στα βουνά και τους κόλπους του. Αρχικά, λοιπόν, θα ταξίδευε προς τις σιτοπαραγωγικές χώρες μεταφέροντας κρασί και λάδι, και αργότερα κυρίως όπλα, αγγεία και είδη πολυτελείας· συγχρόνως θα αναζητούσε και τους καλύτερους μακρινούς ψαρότοπους.

Το εμπόριο, πράγματι, δεν είναι για τους Έλληνες κάτι το εντελώς αυτονόητο, και ακόμη λιγότερο η βιοτεχνία, επειδή υπήρχε ισχυρή προκατάληψη εναντίον κάθε βάναυσης εργασίας, εναντίον καθετί που εμπόδιζε την πνευματική και τη γυμναστική καλλιέργεια και, προπάντων, εναντίον κάθε εργασίας που εκτελούνταν έναντι αμοιβής και υπό την εξάρτηση άλλων· με τον καιρό, ακόμη και η γεωργία, όταν ασκούνταν με τα ίδια τα χέρια του ιδιοκτήτη, μετά βίας θεωρούνταν πλέον άξια ενασχόληση. Αυτή η προκατάληψη μπορούσε να υπερνικηθεί μόνο από ένα πολύ μεγάλο κέρδος και μια πολύ μεγάλη ανάγκη· έπρεπε να αναζητηθούν βαρβαρικές χώρες οι οποίες, σε αντάλλαγμα για τα δικά τους, σχετικά φθηνά παραγόμενα εμπορεύματα, παρείχαν πολύτιμα φυσικά προϊόντα κάθε είδους. Και έτσι, στις βαρβαρικές ακτές, πρέπει να διαδέχθηκαν το ένα το άλλο τα εξής στάδια: 1. προσωρινές παράκτιες αγορές, 2. απόκτηση γης από τους ιθαγενείς, η οποία αρχικά περιοριζόταν σε εμπορικούς σταθμούς με αποθήκες, 3. τέλος —αλλά μόνο ως έσχατο στάδιο— η ίδρυση θυγατρικής πόλης.

Κατά την ίδρυση της τελευταίας συνέβαλλαν, βέβαια, συχνά και πολιτικά ή κοινωνικά αίτια. Το να διαφύγει πράγματι μια ολόκληρη κοινότητα πολιτών, ή να είναι έτοιμη να το πράξει, επειδή ηττήθηκε σε πόλεμο, συμβαίνει ιδιαίτερα στους αγώνες εναντίον των Λυδών και των Περσών· αλλά και μετά τους Μεσσηνιακούς πολέμους τουλάχιστον σημαντικά τμήματα του ηττημένου λαού μεταναστεύουν στην Ιταλία και τη Σικελία. Τους Θηραίους τους ώθησε στην επίφοβη ίδρυση της Κυρήνης ένας παρατεταμένος λιμός· επρόκειτο για μία από τις εξαιρετικά σοβαρές περιπτώσεις κατά τις οποίες, με κρατική απόφαση, αποστελλόταν ένα ορισμένο ποσοστό του πληθυσμού και, συγκεκριμένα, ένας από κάθε δύο αδελφούς, εκείνος τον οποίο όριζε ο κλήρος¹². Ως λόγος για τη μετανάστευση των Μηλίων προς την Καρία αναφέρεται η στενότητα της έως τότε επικράτειάς τους, δηλαδή ο υπερπληθυσμός¹³.

Παράλληλα με τέτοιες συμφορές, ο συχνότερος καθοριστικός παράγοντας είναι αυτό που ο Έλληνας ονομάζει στάση —εμφύλια διχόνοια— με την ευρύτερη σημασία της λέξης. Εδώ πρέπει να ληφθούν κυρίως υπόψη το σκληρό δίκαιο των χρεών και άλλες μορφές καταπίεσης εις βάρος ενός τμήματος του λαού με λιγότερα δικαιώματα ή χωρίς περιουσία, είτε αυτό υπήρχε ανέκαθεν είτε είχε σχηματιστεί πρόσφατα. Έτσι, μετά τον πρώτο Μεσσηνιακό πόλεμο, μια κάστα των Σπαρτιατών Δωριέων που είχε λιγότερα δικαιώματα από την αριστοκρατία της πατρίδας, οι λεγόμενοι Παρθενίες, ίδρυσε τον Τάραντα¹⁴. Και το γεγονός ότι στην ίδρυση των Συρακουσών μαζί με τον Αρχία συμμετείχαν κυρίως άνθρωποι από το κορινθιακό χωριό Τενέα¹⁵ πρέπει να εξηγηθεί από τη σκληρή κυριαρχία που ασκούσαν οι Κορίνθιοι ευγενείς· το κενό που άφησαν όσοι έφυγαν θα πρέπει να καλύφθηκε με αγορασμένους δούλους.

Από τη στιγμή, όμως, που μια τέτοια ομάδα αναχωρούσε, δεν της επιτρεπόταν πλέον να επιστρέψει στην πατρίδα. Οι Ερετριείς που είχαν καταλάβει την Κέρκυρα και αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν όταν εμφανίστηκε ο Χαρικράτης με τον κορινθιακό στόλο, όταν επιχείρησαν να επιστρέψουν, εμποδίστηκαν από τους παλαιούς συμπολίτες τους να αποβιβαστούν, δεχόμενοι βλήματα από σφενδόνες· κατευθύνθηκαν τότε προς τη Θράκη και ίδρυσαν τη Μεθώνη¹⁶. Παρόμοια τύχη είχαν και οι Θηραίοι του Βάττου, όταν επέστρεψαν άπρακτοι από ένα πρώτο ταξίδι στη Λιβύη¹⁷. Άλλωστε, ακόμη και για τους μυθικούς χρόνους, θεωρούσαν αυτονόητο ότι μια διχόνοια καθιστούσε αναγκαία την αποστολή μιας αποικίας.

Όταν, για παράδειγμα, ο γενάρχης Λοκρός έρχεται σε σύγκρουση με τον πατέρα του, ο τελευταίος συγκεντρώνει γύρω του πολλούς πολίτες και συμβουλεύεται τον θεό σχετικά με τη μετανάστευση· και ο θεός τού δίνει πράγματι σχετική εντολή¹⁸. Συνολικά, σχηματίζει κανείς την εντύπωση ότι μόνο ο αποικισμός των ξένων χωρών γλίτωσε τη μητροπολιτική Ελλάδα από τους φοβερότερους κομματικούς αγώνες, οι οποίοι, δεδομένης της προαναφερθείσας τεράστιας γονιμότητας του ελληνικού λαού, θα είχαν διαφορετικά εκδηλωθεί αναπόφευκτα.

Η διαδικασία αυτή συντελέστηκε επί δύο ή τρεις αιώνες σαν φυσικό φαινόμενο, χωρίς να ερωτηθεί κανείς, σαν να ήταν αναγκαίο να γίνει έτσι. Ορισμένες πόλεις πρέπει να ενήργησαν σαν μεγάλες επιχειρηματικές δυνάμεις, οδηγώντας σε μακρινές χώρες ανθρώπους πρόθυμους να μεταναστεύσουν, τους οποίους συγκέντρωναν από πολλές γειτονικές πόλεις· φρόντιζαν πάντως, όπου ήταν δυνατόν, οι άνθρωποι αυτοί να ανήκουν στην ίδια φυλή. Ιδιαίτερη ικανότητα σε αυτό επέδειξαν η Μίλητος και η Χαλκίδα της Εύβοιας.

Ο τόπος επιλεγόταν πάντοτε με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη επιμέλεια και ορθολογικότητα, επειδή οι άποικοι γνώριζαν καλά τι τους έλειπε στην πατρίδα τους και τι ήταν εξαιρετικά ωφέλιμο. Αναζητούσαν μια θέση όσο το δυνατόν ευκολότερη στην άμυνα, λιμάνια, πηγές και εύφορη γύρω περιοχή· συχνά, βέβαια, ένας και μόνος, αλλά υπέρτερος, παράγοντας πρέπει να καθόριζε την επιλογή. Σαν να ήθελε ένας πολυταξιδεμένος άνθρωπος να συστήσει σε μια πόλη μια θαυμάσια τοποθεσία για την ίδρυση θυγατρικής πόλης ακούγεται το κλασικό χωρίο στο οποίο ο Οδυσσέας περιγράφει το νησί των Αιγών που βρίσκεται απέναντι από την ακτή των Κυκλώπων¹⁹.

Ακούμε εδώ τον αληθινό πράκτορα μετανάστευσης, ο οποίος διεγείρει την επιθυμία των ανθρώπων παρουσιάζοντάς τους το νησί: δεν βρίσκεται ούτε πολύ κοντά ούτε πολύ μακριά από τη μεγαλύτερη στεριά και παραμένει τώρα ακατοίκητο μόνο επειδή οι Κύκλωπες δεν γνωρίζουν τη ναυσιπλοΐα· το θαυμάσιο έδαφός του θα παρήγε κάθε καρπό στην εποχή του, υπάρχουν εκεί χυμώδη λιβάδια και εύφορη, εύκολη στην καλλιέργεια γη, ενώ και το αμπέλι θα ευδοκιμούσε άφθονα. Και ύστερα υπάρχει το θαυμάσιο φυσικό λιμάνι, όπου δεν χρειάζεται να ασφαλίσει κανείς τα πλοία ούτε με σχοινιά ούτε με αγκυρόπετρες, αλλά μπορεί απλώς να τα τραβήξει στη στεριά και να περιμένει ώσπου να θελήσει να συνεχίσει το ταξίδι του και να φυσήξουν ευνοϊκοί άνεμοι· και στο βάθος αυτού του λιμανιού αναβλύζει από μια σπηλιά καθαρό νερό, ενώ γύρω του υψώνονται αργυρόλευκες.
Όλα παρουσιάζονται με τόσο δελεαστικό τρόπο, όπως μόνο μια περιοχή της Αμερικής θα μπορούσε να περιγραφεί στις ημέρες μας.

Και τώρα ο λαός του Αρχιπελάγους απλώνεται σαν βεντάλια και γίνεται έθνος παγκόσμιας εμβέλειας. Παντού, όμως, οι αποικίες διατήρησαν την ελληνική γλώσσα, επειδή είχαν τη συνείδηση ότι η ελληνικότητά τους ήταν το πολυτιμότερο αγαθό τους και ότι κάθε εκβαρβαρισμός θα σήμαινε την καταστροφή τους²⁰. Μόνο διατηρώντας την ελληνικότητά τους παρέμεναν κράτη και μόνο επειδή ήταν κράτη διατηρούσαν την ελληνικότητά τους. Και αυτός ο αποικισμός της Μεσογείου πραγματοποιήθηκε πριν από την εποχή της ύψιστης άνθησης του ελληνικού πνεύματος, εξασφαλίζοντάς της εκ των προτέρων μια τεράστια εξάπλωση.

Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου