Συνέχεια από Σάββατο 19. Σεπτεμβρίου 2026
Περί του Εγώ ως αρχής της φιλοσοφίας ή περί του Απροϋπόθετου στην ανθρώπινη γνώση 3
Στο: Άπαντα τα έργα του Friedrich Wilhelm Joseph von Schelling. 1792–1797.
Τόμος 1, 1795 (Δεύτερη έκδοση, 1809)
§ 1.
Όποιος θέλει να γνωρίσει κάτι, θέλει συγχρόνως η γνώση του να έχει πραγματικότητα. Μια γνώση χωρίς πραγματικότητα δεν είναι γνώση. Τι προκύπτει από αυτό;
Είτε η γνώση μας πρέπει να είναι απολύτως χωρίς πραγματικότητα —ένας αιώνιος κύκλος, μια αδιάκοπη αμοιβαία μετάβαση όλων των επιμέρους προτάσεων η μία μέσα στην άλλη, ένα χάος μέσα στο οποίο κανένα στοιχείο δεν διακρίνεται— είτε
πρέπει να υπάρχει ένα έσχατο σημείο της πραγματικότητας, από το οποίο εξαρτώνται τα πάντα, από το οποίο εκπορεύονται κάθε υπόσταση και κάθε μορφή της γνώσης μας, το οποίο διακρίνει τα στοιχεία και καθορίζει για το καθένα τον κύκλο της συνεχιζόμενης ενέργειάς του μέσα στο σύμπαν της γνώσης.
Πρέπει να υπάρχει κάτι, μέσα στο οποίο και μέσω του οποίου καθετί που υπάρχει φθάνει στο Dasein, καθετί που νοείται φθάνει στην πραγματικότητα, και η ίδια η σκέψη στη μορφή της ενότητας και της αμεταβλητότητας. Αυτό το κάτι —όπως μπορούμε προς το παρόν να το χαρακτηρίσουμε προβληματικά— θα έπρεπε να είναι εκείνο που ολοκληρώνει ολόκληρο το σύστημα της ανθρώπινης γνώσης· θα έπρεπε, παντού όπου φθάνει ακόμη η έσχατη σκέψη και γνώση μας —σε ολόκληρο τον κόσμο της γνώσης μας— να κυριαρχεί συγχρόνως ως το πρωταρχικό θεμέλιο κάθε πραγματικότητας.
Εάν υπάρχει πράγματι γνώση, τότε πρέπει να υπάρχει μια γνώση στην οποία δεν φθάνω πάλι μέσω μιας άλλης γνώσης και μέσω της οποίας και μόνο κάθε άλλη γνώση είναι γνώση. Δεν χρειάζεται να προϋποθέσουμε ένα ιδιαίτερο είδος γνώσης για να καταλήξουμε σε αυτή την πρόταση. Εάν γνωρίζουμε γενικά κάτι, τότε πρέπει να γνωρίζουμε τουλάχιστον και ένα πράγμα, στο οποίο δεν φθάνουμε πάλι μέσω μιας άλλης γνώσης και το οποίο περιέχει το ίδιο το πραγματικό θεμέλιο ολόκληρης της γνώσης μας.
Αυτό το έσχατο στοιχείο της ανθρώπινης γνώσης δεν μπορεί, επομένως, να χρειάζεται να αναζητήσει το πραγματικό του θεμέλιο πάλι σε κάτι άλλο· δεν είναι απλώς το ίδιο ανεξάρτητο από οτιδήποτε ανώτερο, αλλά, επειδή η γνώση μας ανέρχεται μόνο από το επακόλουθο στο θεμέλιο και, αντιστρόφως, προχωρεί από το θεμέλιο στο επακόλουθο, πρέπει επίσης εκείνο που είναι το ύψιστο και, για εμάς, η αρχή κάθε γνώσης να μην μπορεί να γνωσθεί πάλι μέσω κάποιας άλλης αρχής· δηλαδή, η αρχή του Είναι του και η αρχή της γνώσης του⁵ πρέπει να συμπίπτουν, πρέπει να είναι ένα, διότι μπορεί να νοηθεί μόνο επειδή είναι το ίδιο και όχι επειδή υπάρχει κάτι άλλο. Πρέπει, επομένως, να νοείται μόνο επειδή είναι, και πρέπει να είναι όχι επειδή υπάρχει κάτι άλλο, αλλά επειδή νοείται το ίδιο: η κατάφασή του πρέπει να εμπεριέχεται στη σκέψη του· πρέπει να παράγει το ίδιο τον εαυτό του μέσω της σκέψης του.
Εάν, για να φθάσει κανείς στη νόησή του, έπρεπε να νοήσει κάτι άλλο, τότε αυτό θα ήταν ανώτερο από το Ύψιστο, πράγμα αντιφατικό: για να φθάσω στο Ύψιστο, δεν χρειάζομαι τίποτε άλλο παρά μόνο αυτό το ίδιο το Ύψιστο — το Απόλυτο μπορεί να δοθεί μόνο μέσω του Απολύτου.
Η έρευνά μας, επομένως, προσδιορίζεται ήδη σαφέστερα. Αρχικά δεν θέσαμε τίποτε άλλο παρά ένα έσχατο θεμέλιο της πραγματικότητας κάθε γνώσης· τώρα, μέσω του γνωρίσματος ότι αυτό πρέπει να είναι το έσχατο, απόλυτο θεμέλιο, προσδιορίσαμε συγχρόνως και το Είναι του.
Το έσχατο θεμέλιο κάθε πραγματικότητας είναι, δηλαδή, ένα κάτι που μπορεί να νοηθεί μόνο μέσω του εαυτού του, δηλαδή μέσω του Είναι του· που νοείται μόνο καθόσον είναι· εν συντομία, ένα κάτι στο οποίο συμπίπτουν η αρχή του Είναι και η αρχή της σκέψης. Το ερώτημά μας μπορεί πλέον να διατυπωθεί με πλήρη ακρίβεια και η έρευνα διαθέτει έναν μίτο, τον οποίο δεν μπορεί ποτέ να εγκαταλείψει.[ΤΑΥΤΟΝ ΓΑΡ ΕΣΤΙΝ ΝΟΕΙΝ ΤΕ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ, ΠΑΡΜΕΝΙΔΗΣ]
§ 2.
Μια γνώση στην οποία μπορώ να φθάσω μόνο μέσω μιας άλλης γνώσης την ονομάζω εξαρτημένη γνώση.
Η αλυσίδα της γνώσης μας προχωρεί από το ένα εξαρτημένο στο άλλο· είτε, λοιπόν, το όλον δεν πρέπει να έχει κανένα στήριγμα είτε πρέπει να μπορεί κανείς να πιστεύει ότι αυτό συνεχίζεται επ’ άπειρον είτε πρέπει να υπάρχει κάποιο έσχατο σημείο από το οποίο εξαρτάται το όλον και το οποίο, ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, πρέπει, ως προς την αρχή του Είναι του, να είναι ευθέως αντίθετο προς καθετί που εμπίπτει ακόμη στη σφαίρα του εξαρτημένου· δηλαδή, πρέπει να είναι όχι μόνο ανεξάρτητο από όρους, αλλά απολύτως μη υποκείμενο σε κανέναν όρο.
Όλες οι δυνατές θεωρίες του Απροϋπόθετου πρέπει, όταν βρεθεί πλέον η μόνη ορθή θεωρία, να μπορούν να προσδιοριστούν a priori· όσο αυτή δεν έχει ακόμη διατυπωθεί, πρέπει να ακολουθούμε την εμπειρική πορεία της φιλοσοφίας· το αν μέσα σε αυτήν εμπεριέχονται όλες οι δυνατές θεωρίες θα μπορέσει να φανεί μόνο στο τέλος.
Μόλις η φιλοσοφία αρχίσει να γίνεται επιστήμη, πρέπει επίσης να προϋποθέσει μια ύψιστη θεμελιώδη αρχή και, μαζί με αυτήν, τουλάχιστον κάτι Απροϋπόθετο.
Το να αναζητούμε το Απροϋπόθετο στο αντικείμενο, στο πράγμα, δεν μπορεί να σημαίνει ότι το αναζητούμε στην έννοια του γένους «πράγμα». Διότι είναι προφανές ότι μια έννοια γένους δεν μπορεί να είναι κάτι Απροϋπόθετο. Επομένως, αυτό πρέπει να σημαίνει ότι αναζητούμε το Απροϋπόθετο σε ένα απόλυτο αντικείμενο, το οποίο δεν είναι ούτε γένος ούτε είδος ούτε άτομο — αρχή του ολοκληρωμένου δογματισμού.
Ωστόσο, ό,τι είναι πράγμα είναι συγχρόνως το ίδιο αντικείμενο της γνώσης· είναι, επομένως, το ίδιο ένας κρίκος στην αλυσίδα της γνώσης μας, εμπίπτει το ίδιο στη σφαίρα του γνωστού και, συνεπώς, δεν μπορεί να περιέχει το πραγματικό θεμέλιο κάθε γνώσης και κάθε γνωρίζειν. Για να φθάσω σε ένα αντικείμενο ως τέτοιο, πρέπει ήδη να έχω ένα άλλο αντικείμενο, προς το οποίο εκείνο μπορεί να αντιπαρατεθεί· και εάν η αρχή κάθε γνώσης βρίσκεται στο αντικείμενο, πρέπει πάλι να έχω μια νέα αρχή, προκειμένου να βρω αυτή την αρχή.
Επιπλέον, το Απροϋπόθετο πρέπει (§ 1) να πραγματώνει το ίδιο τον εαυτό του, να παράγει το ίδιο τον εαυτό του μέσω της σκέψης του· η αρχή του Είναι του και η αρχή της σκέψης του πρέπει να συμπίπτουν. Ωστόσο, ένα αντικείμενο δεν πραγματώνει ποτέ το ίδιο τον εαυτό του· για να φθάσω στην ύπαρξη ενός αντικειμένου, πρέπει να υπερβώ την έννοια του αντικειμένου: η ύπαρξή του δεν αποτελεί μέρος της πραγματικότητάς του· μπορώ να νοήσω την πραγματικότητά του χωρίς να το θέσω συγχρόνως ως υπάρχον.
Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι ο Θεός, καθόσον προσδιορίζεται ως αντικείμενο, είναι το πραγματικό θεμέλιο της γνώσης μας· τότε, καθόσον είναι αντικείμενο, εμπίπτει ο ίδιος στη σφαίρα της γνώσης μας και, επομένως, δεν μπορεί να είναι για εμάς το έσχατο σημείο από το οποίο εξαρτάται ολόκληρη αυτή η σφαίρα. Επίσης, δεν θέλουμε να γνωρίσουμε τι είναι ο Θεός καθ’ εαυτόν, αλλά τι είναι για εμάς ως προς τη γνώση μας· ο Θεός μπορεί, λοιπόν, να είναι καθ’ εαυτόν το πραγματικό θεμέλιο της δικής του γνώσης, αλλά δεν είναι τέτοιο για εμάς, διότι για εμάς είναι ο ίδιος αντικείμενο και, επομένως, προϋποθέτει μέσα στην αλυσίδα της γνώσης μας κάποιο θεμέλιο που καθορίζει την αναγκαιότητά του για τη γνώση αυτή.
Το αντικείμενο εν γένει, ακριβώς επειδή και καθόσον είναι αντικείμενο, δεν προσδιορίζει ποτέ το ίδιο την πραγματικότητά του· διότι είναι αντικείμενο μόνο καθόσον η πραγματικότητά του προσδιορίζεται από κάτι άλλο· και μάλιστα, καθόσον είναι αντικείμενο, προϋποθέτει αναγκαστικά κάτι σε σχέση με το οποίο είναι αντικείμενο, δηλαδή ένα υποκείμενο.
Υποκείμενο ονομάζω προς το παρόν εκείνο που μπορεί να προσδιοριστεί μόνο σε αντιδιαστολή προς ένα ήδη τεθειμένο αντικείμενο, αλλά συγχρόνως και σε σχέση με αυτό. Αντικείμενο ονομάζω εκείνο που μπορεί να προσδιοριστεί μόνο σε αντιδιαστολή προς ένα υποκείμενο, αλλά συγχρόνως και σε σχέση με αυτό.
Εάν, λοιπόν, το αντικείμενο εν γένει δεν μπορεί να είναι το Απροϋπόθετο, επειδή προϋποθέτει αναγκαστικά ένα υποκείμενο, το οποίο, εξερχόμενο από τη σφαίρα του απλώς νοείσθαι του αντικειμένου, προσδιορίζει το Dasein του, τότε η αμέσως επόμενη σκέψη είναι να αναζητήσουμε το Απροϋπόθετο στο αντικείμενο που προσδιορίζεται από το υποκείμενο και μπορεί να νοηθεί μόνο σε σχέση με αυτό· ή, επειδή το αντικείμενο προϋποθέτει αναγκαστικά το υποκείμενο και το υποκείμενο αναγκαστικά το αντικείμενο, να το αναζητήσουμε στο υποκείμενο που προσδιορίζεται από το αντικείμενο και μπορεί να νοηθεί μόνο σε σχέση με αυτό.
Ωστόσο, αυτή η απόπειρα πραγμάτωσης του Απροϋπόθετου εμπεριέχει μια αντίφαση, η οποία γίνεται εμφανής από την πρώτη κιόλας ματιά. Ακριβώς επειδή το υποκείμενο μπορεί να νοηθεί μόνο σε σχέση με ένα αντικείμενο και το αντικείμενο μόνο σε σχέση με ένα υποκείμενο, κανένα από τα δύο δεν μπορεί να περιέχει το Απροϋπόθετο· διότι και τα δύο εξαρτώνται αμοιβαία το ένα από το άλλο και τίθενται ως ίσα μεταξύ τους.
Για να προσδιοριστεί, επίσης, η σχέση μεταξύ τους, πρέπει αναγκαστικά να προϋποτεθεί εκ νέου ένα ανώτερο προσδιοριστικό θεμέλιο, από το οποίο εξαρτώνται και τα δύο. Διότι δεν μπορεί να λεχθεί ότι μόνο το υποκείμενο καθορίζει το αντικείμενο· διότι το υποκείμενο μπορεί να νοηθεί μόνο σε σχέση με ένα αντικείμενο, όπως ακριβώς και το αντικείμενο μόνο σε σχέση με ένα υποκείμενο· και θα ήταν το ίδιο είτε ήθελα να καταστήσω Απροϋπόθετο το υποκείμενο που εξαρτάται από ένα αντικείμενο είτε το αντικείμενο που εξαρτάται από ένα υποκείμενο. Μάλιστα, το ίδιο το υποκείμενο μπορεί συγχρόνως να προσδιοριστεί ως αντικείμενο και, από αυτή την άποψη, η απόπειρα να καταστεί το υποκείμενο Απροϋπόθετο θα αποτύγχανε εξίσου οικτρά με την άλλη απόπειρα που έγινε με το απόλυτο αντικείμενο.
Το ερώτημά μας, πού πρέπει να αναζητηθεί το Απροϋπόθετο, αρχίζει τώρα να διασαφηνίζεται σταδιακά και από μόνο του. Αρχικά ρωτούσαμε μόνο σε ποιο συγκεκριμένο αντικείμενο, μέσα στη σφαίρα των αντικειμένων, πρέπει να αναζητηθεί το Απροϋπόθετο· τώρα αποδεικνύεται ότι αυτό δεν πρέπει να αναζητηθεί πουθενά μέσα στη σφαίρα των αντικειμένων, ούτε ακόμη και στο υποκείμενο, το οποίο μπορεί επίσης να προσδιοριστεί ως αντικείμενο.
Συνεχίζεται με §3
Στο: Άπαντα τα έργα του Friedrich Wilhelm Joseph von Schelling. 1792–1797.
Τόμος 1, 1795 (Δεύτερη έκδοση, 1809)
§ 1.
Όποιος θέλει να γνωρίσει κάτι, θέλει συγχρόνως η γνώση του να έχει πραγματικότητα. Μια γνώση χωρίς πραγματικότητα δεν είναι γνώση. Τι προκύπτει από αυτό;
Είτε η γνώση μας πρέπει να είναι απολύτως χωρίς πραγματικότητα —ένας αιώνιος κύκλος, μια αδιάκοπη αμοιβαία μετάβαση όλων των επιμέρους προτάσεων η μία μέσα στην άλλη, ένα χάος μέσα στο οποίο κανένα στοιχείο δεν διακρίνεται— είτε
πρέπει να υπάρχει ένα έσχατο σημείο της πραγματικότητας, από το οποίο εξαρτώνται τα πάντα, από το οποίο εκπορεύονται κάθε υπόσταση και κάθε μορφή της γνώσης μας, το οποίο διακρίνει τα στοιχεία και καθορίζει για το καθένα τον κύκλο της συνεχιζόμενης ενέργειάς του μέσα στο σύμπαν της γνώσης.
Πρέπει να υπάρχει κάτι, μέσα στο οποίο και μέσω του οποίου καθετί που υπάρχει φθάνει στο Dasein, καθετί που νοείται φθάνει στην πραγματικότητα, και η ίδια η σκέψη στη μορφή της ενότητας και της αμεταβλητότητας. Αυτό το κάτι —όπως μπορούμε προς το παρόν να το χαρακτηρίσουμε προβληματικά— θα έπρεπε να είναι εκείνο που ολοκληρώνει ολόκληρο το σύστημα της ανθρώπινης γνώσης· θα έπρεπε, παντού όπου φθάνει ακόμη η έσχατη σκέψη και γνώση μας —σε ολόκληρο τον κόσμο της γνώσης μας— να κυριαρχεί συγχρόνως ως το πρωταρχικό θεμέλιο κάθε πραγματικότητας.
Εάν υπάρχει πράγματι γνώση, τότε πρέπει να υπάρχει μια γνώση στην οποία δεν φθάνω πάλι μέσω μιας άλλης γνώσης και μέσω της οποίας και μόνο κάθε άλλη γνώση είναι γνώση. Δεν χρειάζεται να προϋποθέσουμε ένα ιδιαίτερο είδος γνώσης για να καταλήξουμε σε αυτή την πρόταση. Εάν γνωρίζουμε γενικά κάτι, τότε πρέπει να γνωρίζουμε τουλάχιστον και ένα πράγμα, στο οποίο δεν φθάνουμε πάλι μέσω μιας άλλης γνώσης και το οποίο περιέχει το ίδιο το πραγματικό θεμέλιο ολόκληρης της γνώσης μας.
Αυτό το έσχατο στοιχείο της ανθρώπινης γνώσης δεν μπορεί, επομένως, να χρειάζεται να αναζητήσει το πραγματικό του θεμέλιο πάλι σε κάτι άλλο· δεν είναι απλώς το ίδιο ανεξάρτητο από οτιδήποτε ανώτερο, αλλά, επειδή η γνώση μας ανέρχεται μόνο από το επακόλουθο στο θεμέλιο και, αντιστρόφως, προχωρεί από το θεμέλιο στο επακόλουθο, πρέπει επίσης εκείνο που είναι το ύψιστο και, για εμάς, η αρχή κάθε γνώσης να μην μπορεί να γνωσθεί πάλι μέσω κάποιας άλλης αρχής· δηλαδή, η αρχή του Είναι του και η αρχή της γνώσης του⁵ πρέπει να συμπίπτουν, πρέπει να είναι ένα, διότι μπορεί να νοηθεί μόνο επειδή είναι το ίδιο και όχι επειδή υπάρχει κάτι άλλο. Πρέπει, επομένως, να νοείται μόνο επειδή είναι, και πρέπει να είναι όχι επειδή υπάρχει κάτι άλλο, αλλά επειδή νοείται το ίδιο: η κατάφασή του πρέπει να εμπεριέχεται στη σκέψη του· πρέπει να παράγει το ίδιο τον εαυτό του μέσω της σκέψης του.
Εάν, για να φθάσει κανείς στη νόησή του, έπρεπε να νοήσει κάτι άλλο, τότε αυτό θα ήταν ανώτερο από το Ύψιστο, πράγμα αντιφατικό: για να φθάσω στο Ύψιστο, δεν χρειάζομαι τίποτε άλλο παρά μόνο αυτό το ίδιο το Ύψιστο — το Απόλυτο μπορεί να δοθεί μόνο μέσω του Απολύτου.
Η έρευνά μας, επομένως, προσδιορίζεται ήδη σαφέστερα. Αρχικά δεν θέσαμε τίποτε άλλο παρά ένα έσχατο θεμέλιο της πραγματικότητας κάθε γνώσης· τώρα, μέσω του γνωρίσματος ότι αυτό πρέπει να είναι το έσχατο, απόλυτο θεμέλιο, προσδιορίσαμε συγχρόνως και το Είναι του.
Το έσχατο θεμέλιο κάθε πραγματικότητας είναι, δηλαδή, ένα κάτι που μπορεί να νοηθεί μόνο μέσω του εαυτού του, δηλαδή μέσω του Είναι του· που νοείται μόνο καθόσον είναι· εν συντομία, ένα κάτι στο οποίο συμπίπτουν η αρχή του Είναι και η αρχή της σκέψης. Το ερώτημά μας μπορεί πλέον να διατυπωθεί με πλήρη ακρίβεια και η έρευνα διαθέτει έναν μίτο, τον οποίο δεν μπορεί ποτέ να εγκαταλείψει.[ΤΑΥΤΟΝ ΓΑΡ ΕΣΤΙΝ ΝΟΕΙΝ ΤΕ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ, ΠΑΡΜΕΝΙΔΗΣ]
§ 2.
Μια γνώση στην οποία μπορώ να φθάσω μόνο μέσω μιας άλλης γνώσης την ονομάζω εξαρτημένη γνώση.
Η αλυσίδα της γνώσης μας προχωρεί από το ένα εξαρτημένο στο άλλο· είτε, λοιπόν, το όλον δεν πρέπει να έχει κανένα στήριγμα είτε πρέπει να μπορεί κανείς να πιστεύει ότι αυτό συνεχίζεται επ’ άπειρον είτε πρέπει να υπάρχει κάποιο έσχατο σημείο από το οποίο εξαρτάται το όλον και το οποίο, ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, πρέπει, ως προς την αρχή του Είναι του, να είναι ευθέως αντίθετο προς καθετί που εμπίπτει ακόμη στη σφαίρα του εξαρτημένου· δηλαδή, πρέπει να είναι όχι μόνο ανεξάρτητο από όρους, αλλά απολύτως μη υποκείμενο σε κανέναν όρο.
Όλες οι δυνατές θεωρίες του Απροϋπόθετου πρέπει, όταν βρεθεί πλέον η μόνη ορθή θεωρία, να μπορούν να προσδιοριστούν a priori· όσο αυτή δεν έχει ακόμη διατυπωθεί, πρέπει να ακολουθούμε την εμπειρική πορεία της φιλοσοφίας· το αν μέσα σε αυτήν εμπεριέχονται όλες οι δυνατές θεωρίες θα μπορέσει να φανεί μόνο στο τέλος.
Μόλις η φιλοσοφία αρχίσει να γίνεται επιστήμη, πρέπει επίσης να προϋποθέσει μια ύψιστη θεμελιώδη αρχή και, μαζί με αυτήν, τουλάχιστον κάτι Απροϋπόθετο.
Το να αναζητούμε το Απροϋπόθετο στο αντικείμενο, στο πράγμα, δεν μπορεί να σημαίνει ότι το αναζητούμε στην έννοια του γένους «πράγμα». Διότι είναι προφανές ότι μια έννοια γένους δεν μπορεί να είναι κάτι Απροϋπόθετο. Επομένως, αυτό πρέπει να σημαίνει ότι αναζητούμε το Απροϋπόθετο σε ένα απόλυτο αντικείμενο, το οποίο δεν είναι ούτε γένος ούτε είδος ούτε άτομο — αρχή του ολοκληρωμένου δογματισμού.
Ωστόσο, ό,τι είναι πράγμα είναι συγχρόνως το ίδιο αντικείμενο της γνώσης· είναι, επομένως, το ίδιο ένας κρίκος στην αλυσίδα της γνώσης μας, εμπίπτει το ίδιο στη σφαίρα του γνωστού και, συνεπώς, δεν μπορεί να περιέχει το πραγματικό θεμέλιο κάθε γνώσης και κάθε γνωρίζειν. Για να φθάσω σε ένα αντικείμενο ως τέτοιο, πρέπει ήδη να έχω ένα άλλο αντικείμενο, προς το οποίο εκείνο μπορεί να αντιπαρατεθεί· και εάν η αρχή κάθε γνώσης βρίσκεται στο αντικείμενο, πρέπει πάλι να έχω μια νέα αρχή, προκειμένου να βρω αυτή την αρχή.
Επιπλέον, το Απροϋπόθετο πρέπει (§ 1) να πραγματώνει το ίδιο τον εαυτό του, να παράγει το ίδιο τον εαυτό του μέσω της σκέψης του· η αρχή του Είναι του και η αρχή της σκέψης του πρέπει να συμπίπτουν. Ωστόσο, ένα αντικείμενο δεν πραγματώνει ποτέ το ίδιο τον εαυτό του· για να φθάσω στην ύπαρξη ενός αντικειμένου, πρέπει να υπερβώ την έννοια του αντικειμένου: η ύπαρξή του δεν αποτελεί μέρος της πραγματικότητάς του· μπορώ να νοήσω την πραγματικότητά του χωρίς να το θέσω συγχρόνως ως υπάρχον.
Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι ο Θεός, καθόσον προσδιορίζεται ως αντικείμενο, είναι το πραγματικό θεμέλιο της γνώσης μας· τότε, καθόσον είναι αντικείμενο, εμπίπτει ο ίδιος στη σφαίρα της γνώσης μας και, επομένως, δεν μπορεί να είναι για εμάς το έσχατο σημείο από το οποίο εξαρτάται ολόκληρη αυτή η σφαίρα. Επίσης, δεν θέλουμε να γνωρίσουμε τι είναι ο Θεός καθ’ εαυτόν, αλλά τι είναι για εμάς ως προς τη γνώση μας· ο Θεός μπορεί, λοιπόν, να είναι καθ’ εαυτόν το πραγματικό θεμέλιο της δικής του γνώσης, αλλά δεν είναι τέτοιο για εμάς, διότι για εμάς είναι ο ίδιος αντικείμενο και, επομένως, προϋποθέτει μέσα στην αλυσίδα της γνώσης μας κάποιο θεμέλιο που καθορίζει την αναγκαιότητά του για τη γνώση αυτή.
Το αντικείμενο εν γένει, ακριβώς επειδή και καθόσον είναι αντικείμενο, δεν προσδιορίζει ποτέ το ίδιο την πραγματικότητά του· διότι είναι αντικείμενο μόνο καθόσον η πραγματικότητά του προσδιορίζεται από κάτι άλλο· και μάλιστα, καθόσον είναι αντικείμενο, προϋποθέτει αναγκαστικά κάτι σε σχέση με το οποίο είναι αντικείμενο, δηλαδή ένα υποκείμενο.
Υποκείμενο ονομάζω προς το παρόν εκείνο που μπορεί να προσδιοριστεί μόνο σε αντιδιαστολή προς ένα ήδη τεθειμένο αντικείμενο, αλλά συγχρόνως και σε σχέση με αυτό. Αντικείμενο ονομάζω εκείνο που μπορεί να προσδιοριστεί μόνο σε αντιδιαστολή προς ένα υποκείμενο, αλλά συγχρόνως και σε σχέση με αυτό.
Εάν, λοιπόν, το αντικείμενο εν γένει δεν μπορεί να είναι το Απροϋπόθετο, επειδή προϋποθέτει αναγκαστικά ένα υποκείμενο, το οποίο, εξερχόμενο από τη σφαίρα του απλώς νοείσθαι του αντικειμένου, προσδιορίζει το Dasein του, τότε η αμέσως επόμενη σκέψη είναι να αναζητήσουμε το Απροϋπόθετο στο αντικείμενο που προσδιορίζεται από το υποκείμενο και μπορεί να νοηθεί μόνο σε σχέση με αυτό· ή, επειδή το αντικείμενο προϋποθέτει αναγκαστικά το υποκείμενο και το υποκείμενο αναγκαστικά το αντικείμενο, να το αναζητήσουμε στο υποκείμενο που προσδιορίζεται από το αντικείμενο και μπορεί να νοηθεί μόνο σε σχέση με αυτό.
Ωστόσο, αυτή η απόπειρα πραγμάτωσης του Απροϋπόθετου εμπεριέχει μια αντίφαση, η οποία γίνεται εμφανής από την πρώτη κιόλας ματιά. Ακριβώς επειδή το υποκείμενο μπορεί να νοηθεί μόνο σε σχέση με ένα αντικείμενο και το αντικείμενο μόνο σε σχέση με ένα υποκείμενο, κανένα από τα δύο δεν μπορεί να περιέχει το Απροϋπόθετο· διότι και τα δύο εξαρτώνται αμοιβαία το ένα από το άλλο και τίθενται ως ίσα μεταξύ τους.
Για να προσδιοριστεί, επίσης, η σχέση μεταξύ τους, πρέπει αναγκαστικά να προϋποτεθεί εκ νέου ένα ανώτερο προσδιοριστικό θεμέλιο, από το οποίο εξαρτώνται και τα δύο. Διότι δεν μπορεί να λεχθεί ότι μόνο το υποκείμενο καθορίζει το αντικείμενο· διότι το υποκείμενο μπορεί να νοηθεί μόνο σε σχέση με ένα αντικείμενο, όπως ακριβώς και το αντικείμενο μόνο σε σχέση με ένα υποκείμενο· και θα ήταν το ίδιο είτε ήθελα να καταστήσω Απροϋπόθετο το υποκείμενο που εξαρτάται από ένα αντικείμενο είτε το αντικείμενο που εξαρτάται από ένα υποκείμενο. Μάλιστα, το ίδιο το υποκείμενο μπορεί συγχρόνως να προσδιοριστεί ως αντικείμενο και, από αυτή την άποψη, η απόπειρα να καταστεί το υποκείμενο Απροϋπόθετο θα αποτύγχανε εξίσου οικτρά με την άλλη απόπειρα που έγινε με το απόλυτο αντικείμενο.
Το ερώτημά μας, πού πρέπει να αναζητηθεί το Απροϋπόθετο, αρχίζει τώρα να διασαφηνίζεται σταδιακά και από μόνο του. Αρχικά ρωτούσαμε μόνο σε ποιο συγκεκριμένο αντικείμενο, μέσα στη σφαίρα των αντικειμένων, πρέπει να αναζητηθεί το Απροϋπόθετο· τώρα αποδεικνύεται ότι αυτό δεν πρέπει να αναζητηθεί πουθενά μέσα στη σφαίρα των αντικειμένων, ούτε ακόμη και στο υποκείμενο, το οποίο μπορεί επίσης να προσδιοριστεί ως αντικείμενο.
Συνεχίζεται με §3
ΔΟΥΛΕΥΟΥΝ ΜΟΝΟ ΜΕ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΝΟΥΣ. ΤΟ ΑΙΩΝΙΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΕΙΝΑΙ ΤΙ ΕΠΑΘΕ Ο ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΙ ΕΝ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΝΟΥ ΤΟΝ ΑΡΝΕΙΤΑΙ ΧΑΡΙΝ ΤΗΣ ΑΛΧΗΜΕΙΑΣ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ; ΜΕΓΑΛΟΠΙΑΝΟΝΤΑΝ ΑΠΟ ΜΙΚΡΟΣ ΕΙΧΕ ΜΑΖΙ ΤΟΥ ΛΕΕΙ ΤΑΧΥΓΡΑΦΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΤΟΥ. ΔΕΝ ΜΑΘΗΤΕΥΣΕ ΚΑΙ ΕΠΙΝΟΗΣΕ ΤΟΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΔΑΣΚΑΛΟ. ΤΟΝ ΕΣΩΣΕ Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ. Ο HADOT KATI EXEI NA ΠΕΙ!!!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου