Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

Ἐπιθυμία καὶ πίστι - Στέλιος Ράμφος (3)

  Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ

ΣΠΟΥΔΗ ΣΤΟ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΜΑΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΚΟ

ΣΤΕΛΙΟΣ ΡΑΜΦΟΣ

Ἐπιθυμία καὶ πίστι (3η συνέχεια)

Στὸ ἔργο τοῦ Εὐστάθιου Μακρεμβολίτη οἱ δύο πρωταγωνιστὲς δὲν ἔχουν ἐξωτερικὰ προσωπικὰ γνωρίσματα, εἶναι μᾶλλον ἤθη. Γιὰ τὴν ἀκρίβεια ἐνσαρκώνουν τὸ ἦθος τοῦ ἔρωτα μὲ ἀνέκδοτο γιὰ τὴν ἐποχὴ τρόπο. Στὸ Λευκίππη καὶ Κλειτοφῶν τοῦ Ἀχιλλέως Τατίου ὁ ἔρως φαίνεται νὰ ἀποτελῇ στοιχεῖο τῆς πλοκῆς· στὸ Ὑσμίνη καὶ Ὑσμινίας ἐμπνέει αἰσθήματα μέσῳ τῶν ὀνείρων καὶ ὑποβάλλει στάσεις ὡς καθοριστικὸς παράγων τῆς ψυχικῆς ζωῆς τῶν ἡρώων. Ὁ Εὐστάθιος ἀναπλάθει τὸ ἐρωτικὸ ὑλικὸ τῶν ἑλληνιστικῶν μυθιστοριῶν στὶς νέες συνθῆκες τοῦ ἐξατομισμοῦ ποὺ διεμόρφωναν τότε στὸ Βυζάντιο τάσι ἐκτεθειμένη στὶς ἐπιδράσεις τῆς ἐμπορευομένης καὶ σταυροφορούσης Δύσεως. Ἡ ἐμπνοὴ τῶν αἰσθημάτων ἀρχίζει ἐν προκειμένῳ μὲ τὴν ἀτμόσφαιρα τοῦ κήπου καὶ τὸ κλίμα τῶν «ἐκφράσεων» ποὺ διαπερνοῦν τὸν Ὑσμινία μὲ τὴν ἄφιξί του στὸ σπίτι τοῦ Σωσθένη στὴν Αὐλίκωμη. Ἐνδιαφέρει ὅτι ἡ κατοικία ὅπου τὸν φιλοξενοῦν ὑπάρχει στὸ ἔργο ἁπλῶς σὰν γενική της ἔννοια, ἐνῷ ὁ κῆπος καὶ οἱ ζωγραφιὲς ποὺ τὸν κοσμοῦν περιγράφονται μὲ τὸν πιὸ ζωντανὸ τρόπο – ὁ ἀναγνώστης νοιώθει ἀπέναντί τους νὰ παρατηρῇ. Ἀπὸ τοὺς δύο πρωταγωνιστὲς ὁ μὲν Ὑσμινίας εἶναι ἐρωτικὰ ἀθῶος, σὰν ἄλλος Ἱππόλυτος, ἡ δὲ Ὑσμίνη συνεπαρμένη ἐνδεχομένως ἀπὸ τὸν συλλογικὸ ἐνθουσιασμὸ γιὰ τὸν νεαρὸ κήρυκα ἀπὸ τὴν Εὐρύκωμη, παραδίνεται ἀνεξέλεγκτα στὴν ἐφηβικὴ ὁρμή της. Τοὺς συνδέει ὡστόσο ἡ φύσι τοῦ κήπου καὶ ἡ τέχνη τῶν εἰκόνων καὶ τῆς στέρνας, ὅπου ὅλα ἀποδίδονται μὲ κάθε λεπτομέρεια, ἐνῷ οἱ ἥρωες ὑπάρχουν κολλημένοι στὸ ἦθος τους. Προφανῶς ἐνδιαφέρουν οἱ πράξεις τους καὶ ἡ συμπεριφορά τους, ὄχι τὸ παρουσιαστικό τους. Ἀποκλείεται ὅμως ὁ συγγραφέας νὰ δίνῃ μ' αὐτὸ τὸν τρόπο στὸν ἀναγνώστη τὴν δυνατότητα νὰ προβάλῃ τὸν ἑαυτό του καὶ τὴν λαχτάρα του ἐπάνω τους; Ὁπωσδήποτε ὅμως θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι κῆπος, στέρνα, τέσσερις ἀρετές, Ἔρως βασιλεύς (γυμνός, πυρφόρος, τοξότης, φτερωτός) ἐπέχουν θέσι ὁρίζοντα τῆς ἱστορίας.

Ἰσχύει ἆράγε τὸ ἴδιο καὶ μὲ τὰ ὄνειρα τοῦ ἔργου ἢ θὰ ἔπρεπε νὰ τὰ προσεγγίσουμε διαφορετικά, νὰ τοὺς ἀναγνωρίσουμε ἄλλο ῥόλο; Τυχαῖα ἀρχίζουν στὸ τρίτο βιβλίο τῆς μυθιστορίας καὶ τελειώνουν στὸ ἔβδομο, δηλαδὴ ξεκινοῦν μὲ τὴν ὀνειρικὴ ἐρωτικὴ ἀφύπνισι τοῦ Ὑσμινία καὶ καταλήγουν μὲ τὴν ἐπίσης ὀνειρικὴ διαβεβαίωσι τοῦ θεοῦ Ἔρωτα στὸν ἴδιο, μετὰ τὸ ἐπεισόδιο τῆς τρικυμίας πὼς ὅλα θὰ ἔχουν καλὸ τέλος; Γιατί ὁ Μακρεμβολίτης δὲν χρειάζεται στὴν μυθιστορία του ἄλλα ὄνειρα; Μήπως διότι ὁ χρόνος τῆς δράσεως δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν ὑπερχρονικότητα τῆς ἐπιθυμίας τοῦ ὀνείρου ἤ, ἀλλιῶς, ἐπειδὴ προκειμένου νὰ μιλήσῃ ἀνενόχλητα γιὰ τὴν ἐποχή του καὶ τὸν ἄνθρωπό της καταφεύγει σὲ τρόπους παλαιικούς, ἐπιστρατεύοντας τὸ θέμα τῶν ὀνείρων καὶ τοῦ θεοῦ Ἔρωτος, μὲ σκοπὸ νὰ ἀναδείξῃ τὴν ψυχολογικὴ ἀλλαγὴ καὶ ἀφύπνισι τοῦ Ὑσμινία ὡς προϊὸν ἐσωτερικῶν ζυμώσεων καὶ ὄχι ἄνωθεν μεταβολῆς; Θὰ ἔλεγα πὼς τὰ ὄνειρα τοῦ Ὑσμινία ἀναγγέλλουν τὴν ψυχικὴ διάστασι τοῦ ἐρωτικοῦ γεγονότος, κοινοποιοῦν μέσῳ μιᾶς φαντασιώδους ἀτομικῆς ἐμπειρίας τὴν διεύρυνσι τῶν ὁρίων τοῦ Ἐγὼ χωρὶς ἀποπροσωποποίησι, διάβρωσι καὶ καταστροφή. Τὸ ὑπανάπτυκτο ψυχικὸ καθεστὼς τοῦ ὁμαδισμοῦ στερεῖται ὁρίων ὅπως ἐκεῖνο τοῦ βρέφους. Ἀργότερα ἀποκτᾷ ὅρια διὰ τοῦ ἀτομικοῦ Ἐγώ. Δυνητικὰ τὸ ὄνειρο ἀποτελεῖ ψυχωτικὸ φαινόμενο. Γίνεται ἐνεργὸ ψυχικὸ γεγονὸς ἐπειδὴ τὸ μελετοῦμε καὶ τὸ ἀφηγούμαστε. Ἔτσι ἡ ἱκανότης τοῦ ἑνὸς νὰ ὀνειρεύεται στηρίζει καὶ μεταμορφώνει τὴν ὀνειρική-συναισθηματικὴ ἐνέργεια τοῦ ἄλλου. Μ᾿ αὐτὸ τὸ Ἐγὼ πολέμησαν τὴν κακοτυχία οἱ δύο νέοι.

Στὰ ὅσα ἀκολουθοῦν, ἡ ἐρωτικὴ ἐπιθυμία καὶ ὁρμὴ τοῦ Ὑσμινία μετατρέπεται βαθμηδὸν σὲ καρτερικὴ ἀγάπη καὶ πίστι. Ἐνῷ ἡ Ὑσμίνη ἤξερε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ καὶ ἀπὸ τὴν γυναικεία φύσι της τί ζητοῦσε καὶ ποιά ἦσαν τὰ ὅρια τοῦ «θέλω» της, ὁ Ὑσμινίας τὸ μαθαίνει σιγά-σιγὰ ἀπὸ μέσα του. Αὐτὴ τὴν «γνῶσι» τοῦ προσφέρουν τὰ ὄνειρα, ποὺ δὲν εἶναι πλέον προφητείες τοῦ μέλλοντος ἀλλὰ ἐνεργοποιοῦν ψυχικὰ ἕνα ἕως τότε παθητικὸ ἐντός του ἄνθρωπο, ἐγκλωβισμένο σὲ τυποτελετουργικά. Ἐξ οὗ καὶ ὅταν ἡ ἐρωτική του ὁρμὴ ἀφυπνίζεται, ὁ Ὑσμινίας μπορεῖ νὰ ἔρχεται σὲ προστριβὲς μὲ τὶς κοινωνικὰ καθιδρυμένες ἀρετές, ἐν ὀνόματι ὅμως τοῦ ἐσωτερικοῦ κόσμου τῆς ἐρωτικῆς ἀγάπης καὶ πίστεως, ἑνὸς καθαροῦ συναισθήματος. Τὸ παρακολουθοῦμε στὴν διαδοχὴ τῶν ὀνείρων τοῦ ἔργου, τὴν ταξιθέτησι καὶ τὸ νόημά τους.

Τὰ ὄνειρα, ὅπως ξέρουμε, ἀρχίζουν ἀπὸ τὸ τρίτο βιβλίο τῆς μυθιστορίας, καθὼς τὰ ὑποβάλλουν ὅσα προηγήθηκαν – ὁ κῆπος μὲ τὴν φύσι καὶ τὰ ἔργα ποὺ τὸν στόλιζαν, ἀλλὰ καὶ τὰ διατρέξαντα στὸ γεῦμα μὲ τὴν Ὑσμίνη. Στὸ πρῶτο ὄνειρο ὁ Ἔρως Βασιλεὺς παραδίδει τὸν Ὑσμινία στὴν Ὑσμίνη καὶ στὸ δεύτερο ὁ νεαρὸς κήρυκας ὀνειρεύεται ἕνα δεῖπνο, ὅπου ἡ κόρη τὸν κερνᾷ κρασὶ λέγοντας «πάρε τὸ ποτήρι», τοῦ προσφέρεται μ' ἄλλα λόγια ἐρωτικά, ἐκεῖνος δὲ ἀντιδρᾷ μὲ τὸν τρόπο τῆς Ὑσμίνης στὴν πρώτη τους συνάντησι. Τώρα οἱ ἀντιστάσεις καὶ οἱ δεοντολογίες του ἔχουν καταρρεύσει καὶ ἡ ἐρωτική του ὁρμὴ ἔχει ἀπελευθερωθῆ παίρνοντας ἀναδρομικὰ πίσω τὴν προηγούμενη ἀναστολὴ καὶ ἀμηχανία. Ἀκολουθεῖ ἔντονη ἐρωτικὴ σκηνὴ στὸ δωμάτιό του –πάντοτε στὸ ὄνειρο– ἡ ὁποία μένει ὡστόσο μετέωρη καὶ ὁ Ὑσμινίας ξυπνᾷ. Τὸ δεύτερο τοῦτο ἐκρηκτικὸ ἐπιθυμητικὸ ὄνειρο συμπληρώνει τὸ πρῶτο, ὑπὸ τὴν ἔννοια ὅτι μεταγράφει σὲ ἐνεργὰ συναισθήματα τὴν ἐγκατάστασι τοῦ Ἔρωτα στὴν ψυχὴ τοῦ Ὑσμινία. Ὁ Ὑσμινίας ἔτσι βρίσκει ἐντός του ἕναν ἄλλο ὁρμικὸν ἑαυτό, ἐνῷ ταυτόχρονα εἰσπράττει τὸ ἐρωτικὸ κενὸ σὰν «στενοχώρια», ποὺ θὰ πῇ σὰν ἀγχώδη καταστολὴ τῆς ἐπιθυμίας. Ὁ Ἔρως εἶναι ὁρμὴ κατακτητικὴ τοῦ ἀντικειμένου του συνυφασμένη μὲ φαντασιώδη αὐτοβεβαιωτικὴ παντοδυναμία. Ἀπελευθερώνοντάς την ὁνειρικά (διάβαζε: ἀσυνείδητα), ὁ Ὑσμινίας ἀνακαλύπτει τὸ ἐπιθυμητικό του Ἐγώ, τὰ δικαιώματα τῆς πιὸ δικῆς του φύσεως. Γι' αὐτὸ καὶ κατανοεῖ, μὲ τὸν Πλάτωνα (πρβλ. Τιμαίου 71ab), τὸ ὄνειρο σὰν καθρέφτη (ὡς ἐν κατόπτροις) τῆς ἐντός του πραγματικότητος (Γ΄ 5,1), συνθήκη ὅπου βλέπει καὶ νοιώθει ὅλα τὰ ποθητὰ χωρὶς νὰ κάνῃ (δρᾶσαι) ὅμως τίποτε, καὶ μέσα στὸν καθρέφτη τοῦ ὀνείρου, σὰν Ἔρωτος κάτοπτρον (Γ΄ 6,3), τὸ μάτι καὶ τὸ βλέμμα τῆς Ὑσμίνης νὰ τοῦ πυρπολοῦν τὴν ψυχή. Στὸ ἐρωτικό του ὄνειρο εἰκονίζεται ἕνας θαμμένος ἐντός του κόσμος ποὺ ἀπέπνεαν συμβολικὰ τὰ φυλλώματα μὲ τὶς μυρουδιὲς τοῦ κήπου· αὐτὸς ἀναδύεται ὡς συναίσθημα στὴν ψυχὴ τοῦ Ὑσμινία, τρέποντας τὴν ἐξωτερικὴ αἴσθησι πραγμάτων καὶ εἰκόνων σὲ βίωμα ἐρωτικῆς λαχτάρας.

Εἶναι ἀξιοπρόσεκτο ὅτι στὸ τέταρτο βιβλίο τῆς μυθιστορίας παρεμβάλλονται οἱ εἰκόνες-ἐκφράσεις τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἔτους καὶ ἀκολουθεῖ ἀπώθησι τῶν τεσσάρων κλασικῶν ἀρετῶν (σοφία, δικαιοσύνη, ἀνδρεία, σωφροσύνη) ἀπὸ τὸν ἀφυπνισμένο ἔρωτα τοῦ Ὑσμινία τὴν νύχτα στὸν κῆπο. Ὁ ἔρωτας ἔχει ἕνα μὴ φυσικὸ δικό του χρόνο, διαφορετικὸ ἀπὸ τοῦ εἰκοσιτετραώρου ἢ τῶν πολλαπλασίων του. Ὁ ἐρωτευμένος παίρνει τὰ εἴδωλα τῆς ψυχῆς του γιὰ ἀληθινὰ καὶ κανένα νερὸ δὲν σβήνει τὴν φωτιά τους. Ὁ ἔρωτας τὸν κάνει ἄλλο ἄνθρωπο: Διψάει γιὰ τὸ ἀπόλυτο καὶ αἰώνιο στὸν χρόνο ὅπου ὁ ἴδιος βρίσκεται, ἐνῷ τοῦτος ὁ χρόνος ἀκριβῶς γίνεται τὸ δοκιμαστήριο τοῦ ἔρωτα. Αὐτὸ εἶναι ποὺ τὸν κάνει τυραννικό. Διεκδικεῖ τὸ ὅλον, τὸ ἀπόλυτο δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ τὸ ἐπὶ μέρους καὶ τὸ σχετικό. Νύχτα καὶ μέρα καὶ χρόνος μὲ τὶς ἀνάγκες του γι' αὐτὸν τὸν βασιλέα Ἔρωτα δὲν ὑπάρχει: Ἢ ὅλα ἢ τίποτα! Τὸ «ὅλα» πάει μὲ τὰ σκιρτήματα τῆς ψυχῆς, τὶς ἀπαιτήσεις τοῦ συναισθήματος ποὺ ὑποχρεώνουν τὸ πινέλο τοῦ ζωγράφου νὰ προσαρμόζεται στὸ ἔργο, δίνοντάς του τὰ κατάλληλα χρώματα· τὸ τίποτα δηλώνει τὴν ὑποταγὴ στὰ φυσικά μας ὅρια, τὸν χρωστῆρα μ' ἄλλα λόγια νὰ λειτουργῇ γιὰ δικό του λογαριασμό. Ἡ ψυχὴ κυβερνᾷ, ὄχι τὸ ἐργαλεῖο.

Στὸ πέμπτο βιβλίο ἡ ἀφήγησι ἐπανακάμπτει στὰ ὄνειρα. Τὸ τρίτο ὄνειρο τοῦ ἔργου σημαίνει τὴν ἐνοχὴ τοῦ Ὑσμινία γιὰ τὴν περιφρόνησι ποὺ ἔδειξε ἀπέναντι στὶς ἀρετές. Ἔχουν προηγηθῆ ἐνοχικὰ ἐρωτικὰ παιχνίδια μεταξύ του καὶ τῆς Ὑσμίνης, ἡ ὁποία δὲν συγκατανεύει σὲ ὑπέρβασι τῶν ὁρίων τῆς παρθενίας, ὁπότε ὁ Ὑσμινίας «βλέπει» νὰ εἰσβάλλῃ αἰφνιδιαστικὰ στὸ δωμάτιο ἡ μητέρα τῆς κόρης καὶ νὰ συλλαμβάνῃ ἐπ' αὐτοφώρῳ τὸ ζευγάρι στὸν πυρετὸ τῶν ἐρωτικῶν περιπτύξεων. Στὸ πρόσωπο τῆς μητέρας ξιφουλκεῖ τὸ Ὑπερεγώ, ποὺ πιάνει ἀπὸ τὰ μαλλιὰ τὴν Ὑσμίνη, τὴν ἐπιπλήττει σκληρὰ καὶ τὴν δέρνει, ἐνῷ ταυτόχρονα τὰ ψάλλει στὸν Ὑσμινία γιὰ τὴν ὑποκρισία του νὰ ἐμφανίζεται μὲ τὰ ἐμβλήματα τῆς ἁγνότητος τοῦ κήρυκα, ἀλλὰ νὰ φέρεται σὰν ἄρπαγας καὶ ἀκόλαστος βιαστής. Τὸ ὄνειρο τοῦτο μπορεῖ νὰ ἐξέφραζε «τὶς ἔγνοιες τῆς ἡμέρας» (Μεθημερινὴ φροντίς ἐστιν ὄνειρος), ὅπως τὸ ἐξήγησε ὁ φίλος του ὁ Κρατισθένης, ἀπορρίπτοντας κάθε μαντικὴ διάστασι τῶν ὀνείρων, μαζὶ μὲ τὸν Ἀριστοτέλη (πρβλ. Περὶ τῆς καθ᾽ ὕπνον μαντικῆς, 463a25-30), ὁ ὁποῖος ἀρνεῖται τὰ θεόπεμπτα ὄνειρα καὶ θεωρεῖ ὅτι καὶ τὰς καθ' ὕπνον κινήσεις πολλάκις ἀρχὰς εἶναι τῶν μεθ᾽ ἡμέραν πράξεων, ὅμως τὶς ἐξέφραζε σὰν φόβο τῶν συνεπειῶν μιᾶς βεβηλώσεως, σὰν ἐνοχὴ ἀπὸ παράβασι ἀρχῶν ποὺ ἀναπαράγουν φυλογενετικὰ τὴν ὀντογενετικὴ συνθήκη τοῦ οἰδιποδείου συμπλέγματος. Γιὰ νὰ παλαίψῃ τὴν ὀνειρικὴ κακοτυχία ὁ Ὑσμινίας ἔπρεπε νὰ ξεπεράσῃ τὴν πίεσι τοῦ Ὑπερεγὼ καὶ θὰ τὸ κάνῃ ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὴν Ὑσμίνη στὸ ἑπόμενο ἔκτο βιβλίο. Ἐκεῖ συμβαίνει τὸ παράδοξο σημεῖο τοῦ ἀητοῦ, ποὺ παίρνει τὴν προσφορὰ τῶν γονέων της στὸν Δία, ἐνῷ ἀμέσως μετὰ βλέπει τὸ τέταρτο ὄνειρο ἐρωταγάπης, σαφῆ οἰωνὸ αἰσίου τέλους γιὰ τὸν ἔρωτά τους. Αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ ὄνειρο θὰ ἐνθαρρύνῃ τοὺς δύο νέους νὰ ἀποδράσουν ἀπὸ τὸν γονεϊκὸ κλοιὸ καὶ νὰ δοκιμάσουν τὸν δεσμό τους μὲ βοηθό -οἱονεὶ κουμπάρο- τὸν Ἔρωτα.

Στὸ ἔβδομο βιβλίο ὁ Ὑσμινίας χαρακτηρίζει τὰ ὄνειρα ποὺ ὡδήγησαν τὸ ζευγάρι στὴν ἐπιλογὴ τῆς φυγῆς ἀπατηλά (ψευδῆ) καὶ ῥίχνει τὴν εὐθύνη γιὰ τὶς τραγικὲς ἐξελίξεις στὸν θεὸ Ἔρωτα, ὁπότε προκαλεῖ τὸ πέμπτο καὶ τελευταῖο ὄνειρο τῆς μυθιστορίας: Ὁ Βασιλέας Ἔρωτας τῆς Αὐλίκωμης παρουσιάζεται στὸν ὕπνο τοῦ ἀπελπισμένου Ὑσμινία, βουτᾷ στὰ βάθη τῆς θάλασσας καὶ φέρνει πίσω τὴν Ὑσμίνη στὸν ἀγαπημένο της, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τὴν χαρά του ξυπνᾷ. Ὁ Ἔρως τοῦ ἐλπιδοφόρου ὀνείρου κινεῖται μεταξὺ τῆς πικρῆς ἐπιθυμίας τοῦ Ὑσμινία καὶ τοῦ ἐπερχομένου αἰσίου τέλους· προλαβαίνει τὰ γεγονότα ποὺ ἀκολουθοῦν καὶ ἐπαληθεύουν τὴν ὀνειρική του ὑπόσχεσι, ἡ ὁποία συνδέεται κατὰ κάποιον τρόπο μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ νεαροῦ. Γι' αὐτὸ καὶ τὸ θαυμαστὸ μένει στὰ ὄνειρα, ἐνῷ στὸν ξύπνο παραχωρεῖται ἡ σκληρὴ πραγματικότητα τῆς δοκιμασίας. Τὰ ὄνειρα δὲν ὑπαγορεύουν πράξεις ἀλλὰ ὑποκινοῦν αἰσθήματα, στοχεύουν τὶς ψυχές. Ἐξ οὗ καὶ οἱ ἀτομικὲς περιπέτειες τῶν νέων παραπέμπουν ἐμμέσως στὴν δοκιμασία μιᾶς κοινωνίας μὲ τὸ συναίσθημα θαμμένο στὸ τυπικό, συναίσθημα τὸ ὁποῖο ἀφυπνίζει ἡ ψυχική τους ἀντίστασι στὰ γυρίσματα τῆς τύχης, μετουσιώνοντας τὴν εὐάλωτη φυσικὴ αἴσθησι σὲ ἐπιθυμητικὴ νοσταλγία. Ἱστορικὸ πεδίο αὐτῆς τῆς μεταβολῆς εἶναι τὸ ἀρχαῖο θέμα ποὺ ἐπιτρέπει, ὡς ἐναλλακτικὸς χωρόχρονος, τὴν συμβολικὴ ἔξοδο ἀπὸ τὸ κλίμα τῶν τελετουργιῶν σὲ ἀέρα ἑλληνικό, χωρητικὸν μιᾶς πίστεως ἀκατάλυτης, συνδεδεμένης μὲ τὴν ἐρωταγάπη τοῦ ἄλλου.

Ἡ ἱστορία τοῦ Μακρεμβολίτη κινεῖται παράλληλα στὸ ἐπίπεδο τοῦ φανταστικοῦ καὶ τοῦ πραγματικοῦ, ὅπου ὡς τόπος μὲ τὴν δική του ὑπόστασι τὸ πρῶτο καθρεφτίζει τὸ δεύτερο. Ὁ ῥόλος τοῦ καθρέφτη ἀνάγει τὰ ὄνειρα σὲ γενέθλιο τόπο τῆς ἐσωτερικῆς ζωῆς καὶ βγάζει ἀπὸ τὴν παρανομία τὴν φαντασία. Φανταστικὸ καὶ πραγματικὸ ἀλληλεπιδροῦν στὴν ἀφήγησι διὰ τοῦ Ἔρωτα, καθὼς ἡ ἀτομικότητα τοῦ Ὑσμινία ἑδραιώνεται στὴν λαχτάρα του γιὰ τὴν Ὑσμίνη. Ὁ ἔρως ἐλευθερώνει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ κάθε ἀλλότρια ἐξουσία, κινεῖ τὴν φαντασία νὰ φέρῃ τὸ ἀπόλυτο στὸ ἐπίγειο, ἐνῷ τὰ ὄνειρα ἐνεργοῦν σὰν συμβολισμοὶ τῆς ἐπιθυμητικῆς διαθέσεως καὶ ὁρμῆς. Ἐξηγεῖται ἔτσι γιατί τὰ ὄνειρα τῆς μυθιστορίας μας σταματοῦν ἐκεῖ ὅπου ἀρχίζει ἡ δοκιμασία τῆς ψυχικῆς ἀντοχῆς τῶν ἡρώων: ἀφ᾿ ἧς στιγμῆς ἐκφράζουν στὴν σφαῖρα τῆς φαντασίας τὴν καλὴ ἐκδοχὴ τῆς ἀφυπνίσεως τοῦ Ὑσμινία, δὲν χρειάζονται στὶς ἐσωτερικὲς ἀπαιτήσεις τοῦ ἔρωτα. Εἶναι ὡραῖος ὁ ἔρωτας στὶς ὑποσχέσεις του, ἀλλὰ πολὺ σκληρὸς στὶς ἀπαιτήσεις του κατὰ τὴν ἀναμέτρησί μας μὲ τὶς περιστάσεις. Ἐν ἀντιθέσει πρὸς μία ἰδρυμένη θρησκευτικότητα, ὅπου ἡ Θεία Πρόνοια εἶναι συνώνυμο τῆς Μοίρας ἀνατρεπτικὸ κάθε δημιουργικῆς πράξεως, τὰ ὄνειρα τοῦ Ὑσμινία εἰκονίζουν τὸ βασίλειο τῶν προσδοκιῶν, οἱ ὁποῖες ἐν συνεχεία πραγματώνονται ἀφοῦ ἡ Πρόνοια ἐπιβάλλεται στὴν τύχη ὡς ἐλευθερία ἐν πίστει.

Τὰ ὄνειρα τοῦ Ὑσμινία καὶ τοῦ ἔργου σταματοῦν μὲ τὸ ἔβδομο βιβλίο καθὼς ἡ πλοκὴ καὶ ἡ πρᾶξι μαζί της κινοῦν τὶς ἐξελίξεις ἀποκλειστικὰ μὲ τὰ αἰσθήματα τῶν ἡρώων νὰ παραμένουν ἀταλάντευτα. Πρωταγωνιστοῦν τὰ γεγονότα καὶ ἡ δρᾶσι. Ὑπ' αὐτὴ τὴν ἔννοια ὁ μῦθος ξετυλίγεται ἐξωτερικὰ σὲ ἀτμόσφαιρα γιορτῆς ἢ βίας καὶ ὀργανικὰ στὰ πεδία τῶν ἐκφράσεων (συλλογικὸ φαντασιακό), τῶν ὀνείρων (ἀτομικὴ ἐπιθυμία) καὶ τῆς δράσεως (ἡ πίστι μὲ τὴν ἐλευθερία της ἐναντίον τῆς τύχης καὶ τῆς παθητικῆς σωφροσύνης). Ἡ τύχη κυριαρχεῖ στὴν διαμόρφωσι τῶν ἐξωτερικῶν περιστάσεων ἀλλὰ δὲν ἐπηρεάζει τὴν ψυχικὴ ζωὴ τοῦ Ὑσμινία. Ἡ πίστι καὶ ἡ ἐλπίδα μὲ τὶς ὁποῖες ἐκφράζεται ἡ ἐλεύθερή του βούλησι τὸν κρατεῖ ἐρωτευμένο μὲ τὴν Ὑσμίνη καὶ ἱκανὸ νὰ ἀντιστέκεται στὶς προκλήσεις, μολονότι ἀπὸ δουλεία περνᾷ σὲ δουλεία. Καὶ ἡ μνήμη ἐπίσης, ποὺ διέσωζε μέσα του παρὸν τὸ παρελθὸν ἐν ὀνόματι τοῦ μέλλοντος, ὄχι γιὰ νὰ θρηνῇ τὰ περασμένα. Ἡ ἐλευθερία ὡς πίστι καὶ ἐλπίδα σὲ καλύτερες μέρες παίρνει πλέον τὴν θέσι τῶν ὀνείρων στὴν ζωή του ὡς ἀναμέτρησι μὲ τὴν πραγματικότητα, τρεπόμενη μάλιστα σὲ στοιχεῖο τῆς ἀτομικῆς του ταυτότητος, ἀσχέτως τῶν δουλικῶν περιστάσεων καὶ τῆς ἀσπόνδυλης ὑποκειμενικότητος ποὺ τὴν χαρακτηρίζει. Ἀντὶ νὰ ὑποκύπτουν στὴν βαρύτητα τῆς τύχης καὶ τῆς λήθης της, οἱ δύο ἐραστὲς τὴν ὑποχρεώνουν μὲ τὴν πίστι τους νὰ γυρίσῃ ὑπέρ τους καὶ νὰ τοὺς εὐνοήσῃ. Ἀντιστέκονται μὲ τὴν προσδοκία στὴν Ἀνάγκη, τὸν κανόνα τῆς Ἀρχαιότητος ποὺ ὁ μεσαιωνικὸς χριστιανισμὸς ἀντικατέστησε ἁπλῶς μὲ τὸ δόγμα, καὶ ἀνοίγονται στὴν ἱστορικὴ προοπτικὴ ἑνὸς καλύτερου κόσμου ἐν εἴδει αἰσίου τέλους, μία κατ' ἐξοχὴν χριστιανικὴ ἰδέα, ἡ ὁποία βάζει στὴν θέσι τῆς τύχης τὴν πρᾶξι τῆς πίστεως μὲ τὸν ἄνθρωπό της. Αὐτὸ βλέπω νὰ κρύβεται πίσω ἀπὸ τὴν δύναμι τοῦ ἔρωτα τῶν δύο νέων.

Αὐτὸ χαράζει τὴν κατεύθυνσι τοῦ ἔργου ἀπὸ τὸ ἐντὸς πρὸς τὰ ἔξω ὑπὸ τὴν σκέπη τῆς μυθολογίας καὶ τῆς ὀνειροπλασίας ποὺ ἀπεργάζονται μιὰ ἐσωτερικὴ ἑτοιμότητα ἱκανὴ νὰ ἀνατρέψῃ τὴν τύχη.

Στὸ Ὑσμίνη καὶ Ὑσμινίας τὰ ὄνειρα καταλαμβάνουν πολὺ μεγαλύτερο μέρος ἀπ' ὅ,τι στὶς ἄλλες μυθιστορίες. Τὰ βλέπει μόνο ὁ Ὑσμινίας ἐπειδὴ αὐτὸς μόνο «ἀφυπνίζεται» σεξουαλικά, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν Ὑσμίνη ἡ ὁποία ξέρει τί θέλει. Μιλοῦμε γιὰ ὄνειρα ἀτομικῆς ἐρωτικῆς ἐπιθυμίας ἢ ἀγωνίας, παρὰ τὰ φαινόμενα πολὺ διαφορετικὰ ἀπὸ τὰ ὄνειρα τῶν ἀρχαίων μυθιστορημάτων τὰ ὁποῖα προμηνύουν ἁπλῶς καὶ προαναγγέλλουν. Ἀλλὰ διαφορετικὰ καὶ ἀπὸ ἐκεῖνα τῆς ὀνειρολογίας ἑνὸς Ἀριστοτέλους ἢ ἑνὸς Συνεσίου. Δικαίως πρόκειται, κατὰ κοινὴ ὁμολογία τῶν μελετητῶν, γιὰ τὸ πιὸ «μοντέρνο» βυζαντινὸ ἔργο ποὺ γνωρίζομε, ἔργο μὲ δυναμικὴ καὶ ὄχι μιμητικὴ διαχείρισι τῆς παλαιᾶς παραδόσεως, μὲ τρόπο ὡστόσο διφορούμενο. Τὸ βεβαιώνει ὁ ψυχολογικὸς χαρακτῆρας τῶν ὀνείρων τοῦ ἔργου καὶ ὁ ἴδιος ὁ ῥόλος τοῦ ἔρωτα, ποὺ ἀντὶ νὰ συμβάλλῃ στὴν πλοκή, ὅπως στὰ ἀρχαῖα μυθιστορήματα, ἐμπνέει αἰσθήματα καὶ ὑπαγορεύει στάσεις μέσῳ τῶν ὀνείρων. Μπορεῖ ὁ ἔρως νὰ εἶναι σκοτεινὴ φυσικὴ δύναμι ἡ ὁποία ἐνεργεῖ ἐκ τῶν ἔσω, ἀλλὰ ἐνεργεῖ ἀμφίδρομα εἴτε ὡς παραφορὰ εἴτε ὡς ἀγάπη καὶ πίστι.

Δὲν πρέπει, νομίζω, νὰ ὑποτιμηθῇ ἡ ἐναισθητικὴ ἐπίδρασι τοῦ φαντασιακοῦ στοιχείου στὴν μυθιστορία τοῦ Μακρεμβολίτη, ἡ συνυφὴ πραγματικοῦ, ζωγραφικοῦ καὶ ὀνειρικοῦ ποὺ εὐνοεῖ τὴν μεταρσίωσι τῆς ἐρωτικῆς ὁρμῆς σὲ διαρκῆ ἀγάπη καὶ πίστι, κάτι ἀσφαλῶς νεωτερικὸ σὲ ἕνα Βυζάντιο τοῦ ὁποίου ἡ τότε μοναχικὴ παράδοσι ἐξώρκιζε τὴν φαντασία σὰν δαιμονικὸ κακό. Ἐνδεχομένως αὐτὴ ἡ ἐλεύθερη χρῆσι τῆς φαντασίας νὰ ἔκανε τόσο δημοφιλὲς τὸ ἔργο στὴν Εὐρώπη τοῦ 18ου αἰῶνος καθὼς τὸ διαφοροποιοῦσε ἀποφασιστικὰ ἀπὸ τὴν στατικότητα τῶν ἔργων ποὺ ὑπῆρχαν σὲ σχέσι ἐξαρτήσεως ἀπὸ τὸ παρελθόν. Ἔτσι ὁ Ὑσμινίας σκλαβώνεται στὸν Ἔρωτα, ἀφοῦ πρὶν εἶδε τὸν κῆπο, περιεργάσθηκε τὴν ζωγραφιὰ τοῦ Ἔρωτα καὶ συζήτησε μὲ τὸν Κρατισθένη τὴν σημασία του ὡς γεγονότος στὴν ζωή, ὁπότε ἔδωσε μορφὴ στὴν ἄμορφη ἀκατάσχετη φυσικὴ παρόρμησι. Αἰσθάνθηκε πνευματικά, ἀλλὰ ὡς καλλιτέχνης. Ἐὰν τὸ ἔργο τοῦ Μακρεμβολίτη εἶναι μυθιστορία ψυχικῆς μεταλλαγῆς μὲ πίστι καὶ μὲ πρᾶξι στὸ ὄνομα ἑνὸς ἐσχάτου αἰσίου τέλους, τότε τὸ παρελθὸν δείχνει νὰ βρίσκεται σὲ ἀποδρομὴ καὶ νὰ πρωταγωνιστῇ δυνητικὰ τὸ μέλλον. Δείχνει, ὅμως δὲν τείνει! Στὴν τελευταία περίπτωσι θὰ εἴχαμε τὸ δρᾶμα τοῦ ἐρωτικοῦ πάθους (καὶ τοῦ ἱστορικοῦ χρόνου), ποὺ φθάνει νὰ συγκρούεται καὶ μὲ τὸν ἴδιο τὸν θεσμὸ τοῦ γάμου, ὅπως μὲ ὀξυδέρκεια καὶ εὐαισθησία ἔδειξε ὁ Ντενὶ ντὲ Ῥουζμὸν στὸ κλασικὸ Ὁ ἔρως καὶ ἡ Δύσι. Ἐδῶ ἀντιθέτως μᾶς ἀναπαύει χαρμόσυνα, στὴν ἐθιμοκανονική της ἀιδιότητα, ἡ γαμήλια ἔκβασι, μιὰ «αἰσιοδοξία» ἡ ὁποία θὰ ἐξελιχθῇ ἀργότερα σὲ πολιτισμικὴ ἔκφρασι μοιραίου ἐφησυχασμοῦ γιὰ τὸ Βυζάντιο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου