
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΓΚΑΕΤΑΝΟ ΜΑΣΙΟΥΛΟ ΓΙΑ ΤΟ LifeSiteNews
Για τη Σύνοδο, το Κατέχον και το Σχίσμα της Κεφαλής – Μέρος Πρώτο
Κάρλο Μαρία Βιγκανό
Γκαετάνο Μασιούλο: Σεβασμιότατε, στο νέο σας βιβλίο υποστηρίζετε ότι σήμερα ο κυριότερος εχθρός του παπικού θεσμού είναι ο ίδιος ο Πάπας. Πώς εξηγείται αυτό το παράδοξο;
Το παράδοξο είναι μόνο φαινομενικό και αίρεται μόλις διακρίνουμε αυτό που η καθολική θεολογία πάντοτε διέκρινε: αφενός, τον παπικό θεσμό ως θεϊκό θεσμό, τον οποίο θέλησε ο Κύριός μας όταν είπε στον Πέτρο Tu es Petrus («Σὺ εἶ Πέτρος»)· και αφετέρου, το πρόσωπο που, σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, κατέχει την Έδρα του. Ο παπικός θεσμός είναι ακατάλυτος, επειδή ανήκει στον Χριστό· ο εκάστοτε Πάπας, όμως, είναι άνθρωπος, με τη δική του ελεύθερη βούληση, και μπορεί είτε να ανταποκριθεί στη χάρη του αξιώματός του είτε να την απορρίψει. Άλλωστε, η Εκκλησία προσεύχεται για τον Ύπατο Ποντίφικα, ζητώντας από τη θεία Μεγαλειότητα να διαφυλάξει τον Domnum Apostolicum στην αγία Θρησκεία, ακριβώς επειδή γνωρίζει ότι η σταθερότητά του στην Πίστη δεν εξασφαλίζεται αυτομάτως από το αξίωμά του. Αν δεν συνέβαινε αυτό —αν δηλαδή ο Πάπας ήταν απαλλαγμένος από το ενδεχόμενο να αθετήσει την αποστολή του—, η προσευχή γι’ αυτόν δεν θα είχε κανένα νόημα.Όταν ένας Ποντίφικας χρησιμοποιεί την εξουσία που του απονεμήθηκε ad ædificationem («πρὸς οἰκοδομήν») για να κατεδαφίσει όσα η εξουσία αυτή καλείται να διαφυλάξει —το δόγμα, τη λειτουργία, την πειθαρχία, την ίδια τη μοναρχική και ιεραρχική συγκρότηση της Εκκλησίας—, τότε έρχεται σε αντίφαση με το ίδιο του το munus, με το λειτούργημά του. Δεν είναι πλέον υπηρέτης του παπικού θεσμού, αλλά ο κυριότερος αντίπαλός του, διότι κανένας εξωτερικός εχθρός δεν θα μπορούσε να πληγώσει την Εκκλησία όσο εκείνος που την πληγώνει από μέσα, περιβεβλημένος το ένδυμα του Πέτρου.
Ονόμασα το φαινόμενο αυτό «κεφαλικό σχίσμα» (scisma capitale), με την κυριολεκτική σημασία της λέξης: ένα σχίσμα που ξεκινά από το caput, από την κεφαλή. Το κλασικό σχίσμα είναι ο αποχωρισμός ενός μέρους του σώματος από την κεφαλή· εδώ παρακολουθούμε το αντίθετο: είναι η κεφαλή που αποχωρίζεται από το Μυστικό Σώμα και από την Παράδοση που προϋπήρχε αυτής· που εξεγείρεται εναντίον όσων δίδαξαν οι προκάτοχοί της και τα οποία η ίδια έχει την υποχρέωση να μεταδώσει ακέραια. Ο απόστολος Παύλος το λέει με λόγια που δεν επιδέχονται αντίλογο: sed licet nos aut angelus de cœlo evangelizet vobis præterquam quod evangelizavimus vobis, anathema sit — «ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἡμεῖς ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ’ ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω» (Γαλ. 1,8-9). Ούτε ένας άγγελος ούτε ένας Απόστολος ούτε ο διάδοχος του αποστόλου Πέτρου μπορεί να κηρύξει διαφορετικό Ευαγγέλιο. Ο Πάπας είναι ο φύλακας της Παρακαταθήκης της Πίστεως, όχι ο κύριός της· και όποιος από φύλακας γίνεται κύριος προδίδει τον ίδιο τον λόγο για τον οποίο ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός θέσπισε τον παπικό θεσμό με τοποτηρητικό χαρακτήρα.
Γκαετάνο Μασιούλο: Παραλληλίζετε τη σημερινή κατάσταση με την απομάκρυνση του Κατέχοντος, για την οποία μιλά ο απόστολος Παύλος (Β΄ Θεσ. 2,6-8). Ποιον ρόλο διαδραματίζει ο Λέων ΙΔ΄ σε αυτή τη δραματική άρση του «φραγμού» απέναντι στην ανομία;
Οι Πατέρες και οι μεγάλοι ερμηνευτές είδαν στο Κατέχον, σε «εκείνον που συγκρατεί», τόσο τη χριστιανική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία όσο και, μαζί με αυτήν, την εξουσία της Εκκλησίας —και κατεξοχήν την εξουσία του παπικού θεσμού—, η οποία επί αιώνες ύψωνε ανάχωμα απέναντι στο mysterium iniquitatis, στο «μυστήριο της ανομίας». Αυτός ο φραγμός άρχισε να χαλαρώνει από τη στιγμή που η ιεραρχία, με τη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού, παραιτήθηκε από την άσκηση της εξουσίας της κατά τον τρόπο που θέλησε ο Χριστός, επιδιώκοντας τη συμφιλίωση με τον κόσμο, με τη νεωτερική σκέψη, με την Επανάσταση. Από τότε, εκείνοι που όφειλαν να συγκρατούν άρχισαν να ενδίδουν και να διευκολύνουν.Ο Λέων ΙΔ΄ εντάσσεται σε αυτή τη διαδικασία όχι ως καινοτόμος, αλλά ως εκείνος που την παγιώνει και της προσδίδει μια αποδεκτή όψη. Ο Μπεργκόλιο αποσάρθρωσε βίαια τον παπικό θεσμό· ο Πρεβόστ προσδίδει σε αυτή την αποσάρθρωση θεσμική, «εύτακτη» και σχεδόν καθησυχαστική μορφή. Αποστολή του —και πιστεύω ότι έχει πλήρη επίγνωση αυτής— είναι να καταστήσει τη συνοδικότητα μη αναστρέψιμη, δηλαδή να εδραιώσει εκείνη τη «διαρκή επανάσταση» που οδηγεί τη Σύνοδο στις έσχατες συνέπειές της, και να φροντίσει ώστε η Καθολική Εκκλησία να πάψει οριστικά να αποτελεί εμπόδιο στο τεκτονικό και παγκοσμιοποιητικό σχέδιο. Όταν ο Πάπας δεν είναι πλέον φραγμός αλλά επιταχυντής, η απομάκρυνση του Κατέχοντος δεν αποτελεί μελλοντικό γεγονός: είναι αυτό που συντελείται μπροστά στα μάτια μας. Και ο Κύριος μας προειδοποίησε: tunc revelabitur ille iniquus — «τότε θα αποκαλυφθεί ο άνομος». Δεν το λέω με αποκαλυπτικιστική αυταρέσκεια, αλλά με τον πόνο ενός Επισκόπου που βλέπει τη Νύμφη του Χριστού να παραδίδεται στους εχθρούς της από εκείνους που όφειλαν να την υπερασπιστούν.
Γκαετάνο Μασιούλο: Αντιμέτωπος με τις κανονικές κυρώσεις, επικαλείστε την κατάσταση ανάγκης, όπως άλλωστε έκανε και η Ιερατική Αδελφότητα του Αγίου Πίου Ι΄ για τις νέες επισκοπικές χειροτονίες της. Τι απαντάτε στους πολλούς συντηρητικούς που σας κατηγορούν για τυπική ανυπακοή προς τον Πάπα;
Απαντώ ότι η υπακοή είναι αρετή, όχι είδωλο. Αντικείμενό της είναι μια νόμιμη εντολή, η οποία δίδεται από νόμιμη εξουσία και υπηρετεί τον σκοπό για τον οποίο υπάρχει αυτή η εξουσία. Όταν η εντολή αντιβαίνει στην Πίστη, στον θείο νόμο ή στο καλό των ψυχών, όχι μόνο δεν δεσμεύει, αλλά δημιουργεί την υποχρέωση της ανυπακοής: obœdire oportet Deo magis quam hominibus — «πρέπει να υπακούμε περισσότερο στον Θεό παρά στους ανθρώπους» (Πράξ. 5,29). Αυτό δεν αποτελεί επινόηση των παραδοσιακών καθολικών: είναι η διδασκαλία του αποστόλου Πέτρου, του αγίου Θωμά, του διαχρονικού Διδακτικού Αξιώματος της Εκκλησίας· είναι η στάση των Αγίων που αντιστάθηκαν στους Ποντίφικες όταν εκείνοι έσφαλλαν — από τον απόστολο Παύλο, ο οποίος αντιστάθηκε στον Πέτρο in faciem, «κατὰ πρόσωπον», έως τον άγιο Αθανάσιο και την αγία Αικατερίνη της Σιένας.Η κατάσταση ανάγκης δεν αποτελεί επινόηση για την αποφυγή του νόμου· είναι αρχή του ίδιου του δικαίου, σύμφωνα με την οποία η salus animarum, η σωτηρία των ψυχών, που αποτελεί τον υπέρτατο νόμο, υπερισχύει των θετών κανόνων, όταν αυτοί, εφαρμοζόμενοι κατά γράμμα, θα προκαλούσαν ανεπανόρθωτη βλάβη στις ψυχές. Η Αδελφότητα του Αγίου Πίου Ι΄, χειροτονώντας τους Επισκόπους της, έκανε ακριβώς ό,τι έκανε ο Αρχιεπίσκοπος Λεφέβρ το 1988, και για τον ίδιο λόγο: η Ρώμη δεν δίνει στην Παράδοση τους Επισκόπους που χρειάζεται· και χωρίς Επισκόπους δεν υπάρχουν ιερείς, ενώ χωρίς ιερείς δεν υπάρχουν Μυστήρια. Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι, απειλώντας την Αδελφότητα, ο Πρεβόστ εγκατέλειψε το πρόσχημα των χειροτονιών και παραδέχθηκε ότι η πραγματική ενοχή είναι η απόρριψη της Συνόδου. Με αυτόν τον τρόπο αποκάλυψε —ίσως ακούσια— την απάτη: οι κανονικές κυρώσεις αποτελούν πολιτικό όπλο, το οποίο επισείεται εναντίον εκείνων που παραμένουν καθολικοί, αλλά ποτέ εναντίον εκείνων που αρνούνται απροκάλυπτα την Πίστη.
Στους συντηρητικούς που με επικρίνουν λέω με αγάπη: υπακούτε σε έναν άνθρωπο ο οποίος σας ζητά να παρακούσετε τον Κύριό μας και ονομάζετε αυτή την αντίφαση «πιστότητα». Εγώ ουδέποτε θέλησα να αποχωριστώ από την Αποστολική Κοινωνία. Ζήτησα και εξακολουθώ να ζητώ από τον Λέοντα ΙΔ΄ να μου υποδείξει σε ποιο σημείο αντιφάσκω προς την Παρακαταθήκη της Πίστεως. Δεν έχω λάβει απάντηση. Ποιος από τους δυο μας βρίσκεται σε κατάσταση σχίσματος;Γκαετάνο Μασιούλο: Σε μια ομιλία του 1999 προς τους Ευρωπαίους επισκόπους —η οποία σήμερα φαντάζει αρκετά μακρινή—, ο καρδινάλιος Κάρλο Μαρία Μαρτίνι, πρωτεργάτης της Μαφίας του Αγίου Γκάλεν και, όπως του άρεσε να αυτοχαρακτηρίζεται, όχι antipapa («αντίπαπας») αλλά antepapa («προπάπας», δηλαδή εκείνος που θα προετοίμαζε τον δρόμο για τον «νέο» πάπα), υποστήριζε ότι, για να «εκσυγχρονιστεί», η Εκκλησία έπρεπε να λύσει επειγόντως μια σειρά από κόμβους. Ως πρώτο κόμβο υπεδείκνυε την «έλλειψη χειροτονημένων λειτουργών», η οποία θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με την κατάργηση της αγαμίας ή, τουλάχιστον, με τη μετατροπή της σε προαιρετική. Πρόσφατα ο επίσκοπος Γιόχαν Μπόνι, στην Αμβέρσα, ανακοίνωσε ότι έως το 2028 θα χειροτονήσει έγγαμους άνδρες. Ας μην αναφέρουμε, επίσης, τον διορισμό ως Αρχιεπισκόπου Βιέννης του Γιόζεφ Γκρύνβιντλ, πρώην στελέχους του αντιφρονούντος κινήματος “Call to Disobedience” («Έκκληση σε Ανυπακοή»), το οποίο υποστήριζε ακριβώς την κατάργηση της αγαμίας του κλήρου. Η Ρώμη παρακολουθεί σιωπηλή όλα αυτά και, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει σε άλλες περιπτώσεις, δεν απειλεί με κυρώσεις, μολονότι το κανονικό δίκαιο καταπατείται συστηματικά. Θα έλεγε κανείς ότι η Ρώμη προωθεί αυτή την εξέλιξη… Ποια είναι η άποψή σας;
Το ζήτημα, όμως, είναι βαθύτερο από την αγαμία. Η «έλλειψη χειροτονημένων λειτουργών» αποτελεί τον δηλητηριώδη καρπό εξήντα ετών απογύμνωσης της Ιεροσύνης από το περιεχόμενό της. Όταν έπαψαν οι άνθρωποι να πιστεύουν ότι ο ιερέας είναι alter Christus, «άλλος Χριστός», ο οποίος ανεβαίνει στο θυσιαστήριο για να ανανεώσει τη Θυσία του Σταυρού, τότε και η αγαμία έπαψε να έχει νόημα, διότι αποκτά νόημα μόνο ως ολοκληρωτική ομοίωση προς τον Χριστό, τον Μέγα Αρχιερέα. Ο καρδινάλιος Μαρτίνι το γνώριζε πολύ καλά: ο κατάλογός του με τους «κόμβους» δεν είναι κατάλογος προβλημάτων προς επίλυση, αλλά πρόγραμμα κατεδάφισης, στο οποίο κάθε σημείο υπηρετεί το επόμενο. Πρώτα καταργείται η αγαμία, έπειτα ανοίγεται η ιεροσύνη στις γυναίκες, κατόπιν ξαναγράφεται η ηθική και, τέλος, διαλύεται ο γάμος… Πρόκειται για σχέδιο· οι σημερινοί εκτελεστές του έχουν διαφορετικά ονόματα, αλλά υπηρετούν τον ίδιο σκοπό. Το γεγονός ότι ο Μαρτίνι αυτοχαρακτηριζόταν antepapa λέει πολλά για την επίγνωση με την οποία η Μαφία του Αγίου Γκάλεν προετοίμασε αυτό που βλέπουμε σήμερα.
Γκαετάνο Μασιούλο: Ο δεύτερος κόμβος που είχε εντοπίσει ο Μαρτίνι αφορούσε τον ρόλο των γυναικών και το ζήτημα της χειροτονίας τους. Οι Επίσκοποι που προήγαγε ο Λέων ΙΔ΄ —αναφέρομαι στους Mackinlay, Grögli, Satué, Grünwidl και σε πολλούς άλλους— έχουν ταχθεί ανοιχτά υπέρ της χειροτονίας γυναικών στον διακονικό βαθμό. Η Επιτροπή του Βατικανού για το ζήτημα επανέλαβε το «όχι» της στη μυστηριακή χειροτονία των γυναικών, χαρακτήρισε όμως αυτή την κρίση «μη οριστική». Ως εκ τούτου, πολλοί Επίσκοποι σήμερα αποφεύγουν να αντιμετωπίσουν ευθέως το θέμα, προτιμώντας να ενισχύουν την παρουσία των γυναικών στη διοίκηση των επισκοπών ή να προτείνουν «συμπεριληπτικές» λειτουργικές μεταρρυθμίσεις. Κατά την άποψή σας, αποβλέπει αυτή η στρατηγική στη σταδιακή μετατόπιση του Παραθύρου του Όβερτον ως προς τη χειροτονία των γυναικών;
Αυτή ακριβώς είναι η τεχνική του Παραθύρου του Όβερτον, και μάλιστα εφαρμόζεται χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια συγκάλυψης. Ο Ιωάννης Παύλος Β΄, με την αποστολική επιστολή Ordinatio Sacerdotalis, δεν όρισε δογματικά κάτι καινούργιο· διακήρυξε ότι αυτή η διδασκαλία ανήκει στην Παρακαταθήκη της Πίστεως και έχει διδαχθεί αλαθήτως από το τακτικό και οικουμενικό Διδακτικό Αξίωμα — όπως επιβεβαίωσε η Σύνοδος για τη Διδασκαλία της Πίστεως στο Responsum του 1995. Το να χαρακτηρίζεται σήμερα αυτή η κρίση «μη οριστική» δεν σημαίνει, επομένως, ότι επανεξετάζεται απλώς ένα πειθαρχικό ζήτημα, αλλά ότι αμφισβητείται το ίδιο το αλάθητο του τακτικού και οικουμενικού Διδακτικού Αξιώματος.Ο γυναικείος διακονικός βαθμός αποτελεί τον διαρρηκτικό μοχλό, διότι το Μυστήριο της Ιεροσύνης είναι ένα και ενιαίο στους τρεις βαθμούς του: το να γίνει δεκτή μια γυναίκα στον διακονικό βαθμό σημαίνει ότι αναγνωρίζεται ως ικανή να δεχθεί τη χειροτονία· και τότε ο αποκλεισμός της από την πρεσβυτερική ιεροσύνη θα εμφανιστεί ως απλή διάκριση που πρέπει να καταργηθεί. Δεν είναι τυχαίο ότι η αποδοχή των γυναικών στους ιερούς βαθμούς προωθείται από αντικαθολικά κινήματα στο όνομα της ισότητας των φύλων, την οποία η συνοδική εκκλησία υιοθετεί και οικειοποιείται. Οι νεομοντερνιστές το γνωρίζουν πολύ καλά και γι’ αυτό δεν ζητούν αμέσως την ιερατική χειροτονία των γυναικών· ζητούν διοικητικά αξιώματα, παρουσία στις εκκλησιαστικές Κουρίες, θεσμοθετημένα «λειτουργήματα» και «συμπεριληπτικές» λειτουργίες. Κάθε βήμα προετοιμάζει το επόμενο και κάθε βήμα παρουσιάζεται ως ακίνδυνο.
Οι Επίσκοποι που διορίστηκαν από τον Πρεβόστ δεν επιλέχθηκαν παρά τις θέσεις τους υπέρ του γυναικείου διακονικού βαθμού, αλλά ακριβώς εξαιτίας αυτών των θέσεων. Όποιος διορίζει έναν Επίσκοπο γνωρίζει τις ιδέες του· και όποιος διορίζει πολλούς Επισκόπους με τις ίδιες ιδέες συγκροτεί ένα επισκοπικό σώμα το οποίο, όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή, θα ζητήσει «από τα κάτω» αυτό που ο Πάπας επιθυμεί να παραχωρήσει «από τα πάνω». Αυτή είναι η συνοδικότητα: η σκηνοθέτηση ενός αιτήματος, του οποίου η απάντηση έχει ήδη αποφασιστεί.
Σε όλα αυτά προστίθεται μια πτυχή την οποία θεωρώ ακόμη σοβαρότερη και για την οποία επικρατεί ένοχη σιωπή: η προαγωγή γυναικών στην ηγεσία των Δικαστηρίων της Ρωμαϊκής Κουρίας. Έχουμε δύο μοναχές, την αδελφή Simona Brambilla[1] και την αδελφή Tiziana Merletti, οι οποίες είναι αντίστοιχα Έπαρχος και Γραμματέας του Δικαστηρίου για τα Ινστιτούτα Αφιερωμένου Βίου και δίνουν εντολές σε Καρδιναλίους, Επισκόπους, Ηγουμένους και ιερείς· μία ακόμη μοναχή, την αδελφή Raffaella Petrini, Πρόεδρο της Ποντιφικής Επιτροπής για το Κράτος της Πόλης του Βατικανού και Πρόεδρο του Κυβερνείου· μία λαϊκή, τη Maria Montserrat Alvarado, επικεφαλής του Δικαστηρίου Επικοινωνίας, το οποίο συντονίζει και αναδιοργανώνει ολόκληρο το επικοινωνιακό σύστημα της Αγίας Έδρας· καθώς και γυναίκες διορισμένες ως μέλη και σύμβουλοι διαφόρων Δικαστηρίων, μεταξύ των οποίων και εκείνο για τους Επισκόπους[2], οι οποίες δηλαδή καλούνται να αποφασίζουν για τις προαγωγές στο επισκοπικό αξίωμα.
Η εξουσία διακυβέρνησης μέσα στην Εκκλησία δεν αποτελεί διοικητική αρμοδιότητα που μπορεί να ανατεθεί με διάταγμα στον οποιονδήποτε. Από τη φύση της συνδέεται με την sacra potestas, την ιερά εξουσία που πηγάζει από το Μυστήριο της Ιεροσύνης, διότι μέσα στην Εκκλησία —η οποία είναι υπερφυσική κοινωνία και όχι επιχείρηση— κάποιος κυβερνά επειδή έχει ομοιωθεί προς τον Χριστό, τον Βασιλέα και Μέγα Αρχιερέα. Ο διαχωρισμός της δικαιοδοσίας από την Ιεροσύνη και η παραχώρηση σε εκείνους που δεν μπορούν να δεχθούν το Μυστήριο της Ιεροσύνης της εξουσίας να διοικούν εκείνους που το έχουν δεχθεί σημαίνει ανατροπή της ιεραρχικής συγκρότησης που έδωσε ο Κύριός μας στην Εκκλησία Του.
Γι’ αυτό υποστηρίζω ότι ο Μπεργκόλιο και τώρα ο Πρεβόστ κάνουν κάτι πολύ περισσότερο και πολύ χειρότερο από το να απονείμουν ιερούς βαθμούς σε αυτές τις γυναίκες. Μια άκυρη χειροτονία θα αποτελούσε ιεροσυλία, θα παρέμενε όμως πράξη ανυπόστατη. Εδώ, αντιθέτως, αποσυναρμολογείται κομμάτι κομμάτι η μυστηριακή τάξη, η sacra potestas μετατρέπεται σε περιττό εξάρτημα και ο κλήρος συνηθίζει να υπακούει σε ανθρώπους που δεν διαθέτουν κανέναν θείο τίτλο για να τον διοικούν. Πρόκειται για θανατηφόρα επίθεση εναντίον της θείας συγκρότησης της Εκκλησίας, η οποία πραγματοποιείται μέσω έμπρακτων τετελεσμένων, χωρίς να χρειάζεται να θιγεί ούτε ένα δόγμα.
Γκαετάνο Μασιούλο: Ο τρίτος και ο τέταρτος κόμβος που είχε εντοπίσει ο Μαρτίνι αφορούσαν αντίστοιχα τη σεξουαλική ηθική και την πειθαρχία του γάμου. Στο επίσημο βιβλίο-συνέντευξή του με την Elise Ann Allen, ο Λέων ΙΔ΄ δήλωσε ότι πρέπει να «αλλάξουν οι στάσεις» των ανθρώπων προτού αλλάξει το δόγμα. Ποια μέσα πιστεύετε ότι σκοπεύουν να χρησιμοποιήσουν οι νεομοντερνιστές που βρίσκονται στην εξουσία, για να επιφέρουν αυτή την αλλαγή;
Η φράση αυτή πρέπει να σταθμιστεί προσεκτικά, διότι αποτελεί ομολογία. «Να αλλάξουν οι στάσεις προτού αλλάξει το δόγμα» σημαίνει ότι το δόγμα πράγματι θα αλλάξει, αλλά όχι πρώτο· θα αλλάξει τελευταίο, όταν πλέον κανείς δεν θα πιστεύει σε αυτό και η επίσημη κατάργησή του θα μοιάζει με απλή συμβολαιογραφική πράξη. Πρόκειται για τη μοντερνιστική μέθοδο που περιέγραψε ο άγιος Πίος Ι΄ στην Pascendi: το δόγμα δεν προσβάλλεται κατά μέτωπον· μεταβάλλεται η νοοτροπία που το στηρίζει, η πίστη αποσυνδέεται από τη ζωή και αφήνεται η ζωή, αποχωρισμένη πλέον από την πίστη, να παρασύρει μαζί της και την ίδια την πίστη. Στην πραγματικότητα δεν χρειάζεται καν να αλλάξει το δόγμα: αρκεί να καταστεί άνευ σημασίας μέσω της ποιμαντικής πρακτικής.Σήμερα η μέθοδος αυτή διαθέτει τη δική της θεωρητική χάρτα, την οποία σχεδόν κανείς δεν θέλησε να διαβάσει γι’ αυτό που πραγματικά είναι. Στην Evangelii gaudium ο Μπεργκόλιο διατύπωσε τέσσερις αρχές, από τις οποίες η πρώτη —«ο χρόνος είναι ανώτερος από τον χώρο»— αποτελεί το κλειδί που ανοίγει όλες τις υπόλοιπες: «Το να δίνουμε προτεραιότητα στον χρόνο σημαίνει να ασχολούμαστε περισσότερο με την έναρξη διαδικασιών παρά με την κατοχή χώρων». Με άλλα λόγια: όχι να ορίζεις, αλλά να ξεκινάς· όχι να καθορίζεις ένα αποτέλεσμα, αλλά να θέτεις σε κίνηση μια δυναμική την οποία κανείς δεν θα μπορεί πλέον να ανακόψει.
Ο χώρος είναι η οριοθετημένη επικράτεια: το σύνορο, ο δογματικός ορισμός, ο κανόνας που καθορίζει μέχρι πού επιτρέπεται να φτάσει κανείς. Ο χρόνος είναι η διαδικασία που διαβρώνει αυτό το σύνορο, χωρίς ποτέ να δηλώνει ότι επιθυμεί να το καταργήσει. Και ας προσέξουμε την πανουργία: όποιος φρουρεί έναν χώρο πρέπει να υπερασπίζεται μια συγκεκριμένη θέση· και μια θέση μπορεί να πολιορκηθεί, να συζητηθεί και να ανασκευαστεί. Όποιος, αντιθέτως, θέτει σε κίνηση μια διαδικασία δεν έχει συγκεκριμένες θέσεις να υπερασπιστεί και, ως εκ τούτου, παραμένει απρόσβλητος. Δεν μπορείς να του αντιτάξεις τίποτε, επειδή δεν έχει ακόμη διατυπώσει τίποτε.
Θα μου αντιτείνει κανείς ότι αυτό δεν προέρχεται από τον Χέγκελ αλλά από τον Ρομάνο Γκουαρντίνι, με τον οποίο ασχολήθηκε ο Μπεργκόλιο στη διδακτορική διατριβή που ουδέποτε ολοκλήρωσε. Η γκουαρντινιανή πολικότητα —το Gegensatz— διαμορφώθηκε ακριβώς σε αντιδιαστολή προς τη διαλεκτική αντίφαση, διότι οι εντάσεις πρέπει να διατηρούνται μαζί και όχι να επιλύονται σε μια ανώτερη σύνθεση. Είτε το ονομάσουμε εγελιανή σύνθεση είτε διαδικασία που δεν ολοκληρώνεται ποτέ, το αποτέλεσμα είναι ότι καμία αλήθεια δεν παραμένει σταθερό σημείο, αλλά μετατρέπεται σε στιγμή ενός διαρκούς γίγνεσθαι.
Και αυτό που στον Χέγκελ αποτελούσε φιλοσοφία της ιστορίας και στον Μαρξ μετατράπηκε σε επαναστατική πράξη —σε μια πράξη που προηγείται της αρχής, την κρίνει και την ανατρέπει—, στη συνοδική εκκλησία ονομάζεται ποιμαντική. Και ιδού το έργο μπροστά στα μάτια μας: η Amoris Lætitia δεν καταργεί το αδιάλυτο του Γάμου, αλλά εγκαινιάζει μια διαδικασία· η Fiducia Supplicans δεν χαρακτηρίζει θεμιτή μια αντικανονική ένωση, αλλά ευλογεί εκείνους που βρίσκονται μέσα σε αυτήν· η συνοδική πορεία δεν αποφασίζει τίποτε και, ακριβώς γι’ αυτό, αποφασίζει τα πάντα.
Το δόγμα δεν θίγεται ποτέ επισήμως και, ακριβώς γι’ αυτό, δεν μπορεί ποτέ να αμφισβητηθεί επισήμως. Δεν υπάρχει πρόταση που να μπορεί να ελεγχθεί, δεν υπάρχει αίρεση που να μπορεί να καταδικαστεί, δεν υπάρχει τίποτε εναντίον του οποίου να μπορεί να εκφωνηθεί ανάθεμα. Στον πιστό απομένει το άθικτο γράμμα ενός δόγματος που δεν ισχύει πλέον στη ζωή της Εκκλησίας. Αυτό ακριβώς, όμως, καταδίκαζε με ανάθεμα η Α΄ Σύνοδος του Βατικανού, απαγορεύοντας να αποδοθεί κάποτε στα δόγματα που διατυπώνει η Εκκλησία νόημα διαφορετικό από εκείνο που η ίδια εννοούσε και εννοεί: eodem sensu eademque sententia — «με το ίδιο νόημα και την ίδια κρίση».
Τα μέσα είναι εκείνα που βλέπουμε να χρησιμοποιούνται εδώ και δεκαετίες. Πρώτο είναι η γλώσσα: η «αμαρτία» αντικαθίσταται από την «αδυναμία», η «μετάνοια» από την «πορεία», η «αλήθεια» από τη «διάκριση» και ο «νόμος του Θεού» από το «ιδεώδες». Δεύτερο είναι η ποιμαντική πρακτική, η οποία καθίσταται σκόπιμα αμφίσημη: η Amoris Lætitia με τις υποσημειώσεις της, η Fiducia Supplicans με τις ευλογίες της που ευλογούν χωρίς να ευλογούν· και τώρα η στρατηγική του Πρεβόστ, ο οποίος δεν ανακάλεσε τίποτε από όλα αυτά, αλλά τα αφήνει να παράγουν τα αποτελέσματά τους «με ηρεμία». Τρίτο είναι η εκπαίδευση: τα ιεροδιδασκαλεία, οι θεολογικές σχολές και η κατήχηση, όπου εδώ και εξήντα χρόνια διδάσκεται ότι η καθολική ηθική αποτελεί ιστορικό κατάλοιπο που πρέπει να ξεπεραστεί. Τέταρτο είναι η επιλογή των ποιμένων: προάγονται εκείνοι που εφαρμόζουν την ασάφεια και την πλάνη, ενώ περιθωριοποιούνται εκείνοι που μιλούν ξεκάθαρα.
Κάτω από όλα αυτά υπάρχει μια συμμαχία την οποία ουδέποτε δίστασα να καταγγείλω: η συμμαχία ανάμεσα στη συνοδική εκκλησία και την παγκοσμιοποιητική ατζέντα. Δεν πρόκειται για μία ιδεολογία ανάμεσα σε άλλες, αλλά για τη σύνθεση όλων των ιδεολογιών της Δεξιάς και της Αριστεράς, οι οποίες επί δύο αιώνες προσποιούνταν ότι πολεμούσαν η μία την άλλη, ενώ οδηγούσαν τους ανθρώπους στον ίδιο προορισμό. Είναι μια σύνθεση νεομαλθουσιανής προέλευσης, η οποία δεν βλέπει πλέον στον άνθρωπο την εικόνα του Θεού, αλλά ένα πλεόνασμα που πρέπει να τεθεί υπό διαχείριση· γι’ αυτό και είναι απάνθρωπη προτού ακόμη γίνει αντίχριστη.
Γνωρίζουμε τις εκφάνσεις της και καθεμία πλήττει μια συγκεκριμένη πτυχή της τάξης που θέλησε ο Δημιουργός: τη διάλυση της φυσικής οικογένειας· τον πανσεξουαλισμό και την ιδεολογία του φύλου, που αρνούνται τον άνθρωπο όπως δημιουργήθηκε, masculum et feminam, «ἄρσεν καὶ θῆλυ»· τον εμβολιαστικό δογματισμό, που μετατρέπει το σώμα σε ιδιοκτησία του Κράτους· τον οικολογισμό, που αντικαθιστά τη λατρεία του Δημιουργού με τη λατρεία της δημιουργίας· τον μεταναστευτισμό, που διαλύει τα έθνη και μαζί με αυτά τους χριστιανικούς λαούς· και, στην κορυφή, τον μετανθρωπισμό, που υπόσχεται στον άνθρωπο τη χωρίς Θεό θεοποίησή του, την οποία είχε ήδη υποσχεθεί το φίδι στην Εδέμ: eritis sicut dii — «θα γίνετε σαν θεοί».
Η συνοδική εκκλησία δεν υφίσταται απλώς αυτή τη διαδικασία: συμμετέχει σε αυτήν. Παραιτήθηκε από την κρίση του κόσμου και δέχθηκε να κριθεί από αυτόν· έπαψε να τον μεταστρέφει και επέτρεψε στον εαυτό της να μεταστραφεί από εκείνον. Γι’ αυτό ο τρίτος και ο τέταρτος κόμβος του Μαρτίνι δεν αποτελούν καθόλου κόμβους που πρέπει να λυθούν: ο αδιάλυτος γάμος και η σεξουαλική ηθική δεν είναι το ιστορικό περίβλημα μιας εποχής που παρήλθε, αλλά η ίδια η σάρκα του Ευαγγελίου· και αποτελούν λόγια του Κυρίου μας: quod ergo Deus coniunxit, homo non separet — «ὃ οὖν ὁ Θεὸς συνέζευξεν, ἄνθρωπος μὴ χωριζέτω».
Όποιος αξιώνει —ως Πάπας— να τα αλλάξει δεν μεταρρυθμίζει την Εκκλησία: ιδρύει μια άλλη θρησκεία, και την ιδρύει επάνω στα ερείπια εκείνης που του είχε παραδοθεί προς φύλαξη.
[1] Η αδελφή Brambilla έχει δίπλα της έναν Προέπαρχο, τον καρδινάλιο Ángel Fernández Artime, ο οποίος διορίστηκε μαζί της στις 6 Ιανουαρίου 2025 και επαναδιορίστηκε από τον Λέοντα ΙΔ΄. Η ίδια η επινόηση του αξιώματος του Προεπάρχου αποτελεί έμμεση ομολογία ότι αυτό το αξίωμα απαιτεί τη sacra potestas — ένα τέχνασμα που αναγνωρίζει το πρόβλημα, προσποιούμενο συγχρόνως ότι το επιλύει.
[2] Οι τρεις γυναίκες στο Δικαστήριο για τους Επισκόπους είναι οι Petrini, Brambilla και Reungoat, οι οποίες διορίστηκαν ως μέλη τον Ιούλιο του 2022.
† Κάρλο Μαρία Βιγκανό, Αρχιεπίσκοπος
11 Σεπτεμβρίου 2026
Πηγή: https://www.exsurgedomine.org/blog/intervista-con-gaetano-masciullo-per-lifesitenews
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου