Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2026

Ο Kant και το Πρόβλημα της Μεταφυσικής 13 Του Martin Heidegger

Συνέχεια από Τρίτη 11. Αυγούστου 2026

Ο Kant και το Πρόβλημα της Μεταφυσικής 13

Του Martin Heidegger

Η αποσυναρμολόγηση της ιδέας μιας Θεμελιακής Οντολογίας μέσω της ερμηνευτικής ανάλυσης της Κριτικής του Καθαρού Λόγου ως θεμελίωσης της Μεταφυσικής

ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΜΗΜΑ
Η θεμελίωση της μεταφυσικής στην πραγμάτωσή της

Β. Τα στάδια της εκτέλεσης του σχεδίου της εσωτερικής δυνατότητας της Οντολογίας

β) Η καθαρή σκέψη μέσα στην πεπερασμένη γνώση

§ 18. Η εξωτερική μορφή της υπερβατολογικής παραγωγής

Ποια είναι η αφορμή για το γεγονός ότι η υπερβατολογική παραγωγή, ως «θέση της υπέρβασης μπροστά στα μάτια μας», λαμβάνει τη μορφή μιας quaestio juris; Σε τι συνίσταται το δικαίωμα και πού βρίσκονται τα όρια αυτής της «νομικής» προβληματικής, η οποία, βέβαια, επιβάλλεται μόνο κατά την πρώτη εισαγωγή της υπερβατολογικής παραγωγής και όχι κατά την πραγματοποίησή της;

Ο Kant δεν χρησιμοποιεί τον όρο «παραγωγή» με τη φιλοσοφική σημασία της deductio, σε αντιδιαστολή προς τον intuitus¹²⁰, αλλά όπως κατανοούν την έκφραση οι «νομικοί». Σε μια νομική διαφορά προβάλλονται «δικαιώματα» ή αποκρούονται «αξιώσεις». Για τον σκοπό αυτό απαιτούνται δύο πράγματα: πρώτον, η διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών και του αντικειμένου της διαφοράς (quid facti) και, δεύτερον, η κατάδειξη εκείνου που υφίσταται δικαίως ως θεμελιωμένο δικαίωμα (quid juris). Την κατάδειξη της νομικής δυνατότητας ενός δικαιώματος οι νομικοί την ονομάζουν «παραγωγή».

Γιατί, λοιπόν, ο Kant προσδίδει στο πρόβλημα της δυνατότητας της μεταφυσικής τη μορφή του αιτήματος μιας τέτοιας νομικής παραγωγής; Βρίσκεται άραγε στη βάση του προβλήματος της εσωτερικής δυνατότητας της οντολογίας κάποια «νομική διαφορά»;

Δείχθηκε¹²¹ πώς, για τον Kant, το ερώτημα σχετικά με τη δυνατότητα της metaphysica generalis (οντολογίας) προκύπτει από το ερώτημα σχετικά με τη δυνατότητα της παραδεδομένης metaphysica specialis. Η τελευταία θέλει να γνωρίσει ορθολογικά —από απλές έννοιες— το υπεραισθητό ον. Στις καθαρές έννοιες, δηλαδή στις κατηγορίες, ενυπάρχει η αξίωση μιας οντικής γνώσης a priori. Έχουν ή όχι το δικαίωμα να διεκδικούν αυτή την αρμοδιότητα;

Η αναμέτρηση με την παραδεδομένη μεταφυσική «ως προς τον τελικό σκοπό της» και σε σχέση με την ίδια της τη δυνατότητα μετατρέπεται σε νομική διαδικασία. Ο καθαρός λόγος πρέπει «να προσαχθεί σε δίκη» και οι «μάρτυρες» πρέπει να ανακριθούν. Ο Kant μιλά για ένα «δικαστήριο»¹²². Η νομική διαφορά που εμπεριέχεται στο πρόβλημα της οντολογικής γνώσης απαιτεί την παραγωγή, δηλαδή την κατάδειξη της δυνατότητας της a priori αναφοράς των καθαρών εννοιών σε αντικείμενα. Επειδή το δικαίωμα χρήσης αυτών των εννοιών, οι οποίες δεν προέρχονται από την εμπειρία, δεν μπορεί ποτέ να αποδειχθεί με επίκληση της πραγματικής χρήσης τους, οι καθαρές έννοιες χρειάζονται «πάντοτε παραγωγή»¹²³.

Το δικαίωμα των κατηγοριών πρέπει να κριθεί μέσω της διασάφησης της ουσίας τους. Ως καθαρές παραστάσεις ενοτήτων μέσα σε ένα πεπερασμένο παριστάνειν, εξαρτώνται ουσιωδώς από την καθαρή σύνθεση και, συνεπώς, από την καθαρή εποπτεία. Με άλλα λόγια: η λύση του προβλήματος, το οποίο διατυπώνεται απλώς ως quaestio juris, συνίσταται στην αποκάλυψη της ουσίας των κατηγοριών: δεν είναι notiones, αλλά καθαρές έννοιες οι οποίες, μέσω της καθαρής φαντασίας, σχετίζονται ουσιωδώς με τον χρόνο. Στον βαθμό, όμως, που έχουν αυτή την ουσία, συγκροτούν ακριβώς την υπέρβαση. Συγκροτούν από κοινού το να αφήνεται κάτι να στέκεται απέναντι ως αντικείμενο… Γι’ αυτό αποτελούν εκ των προτέρων προσδιορισμούς των αντικειμένων, δηλαδή του όντος, στον βαθμό που αυτό συναντά ένα πεπερασμένο ον.

Με την αναλυτική διασάφηση της ουσίας των κατηγοριών ως ουσιωδώς αναγκαίων δομικών στοιχείων ή αρμών της υπέρβασης αποδεικνύεται η «αντικειμενική πραγματικότητά» τους.

Για να κατανοήσουμε, ωστόσο, το πρόβλημα της αντικειμενικής πραγματικότητας των κατηγοριών ως πρόβλημα της υπέρβασης, είναι απαραίτητο να μην εκλάβουμε τον καντιανό όρο «πραγματικότητα» με τη σημασία που έχει στη σημερινή «γνωσιοθεωρία», σύμφωνα με την οποία «πραγματικότητα» σημαίνει περίπου «ενεργό ύπαρξη» (Wirklichkeit), αυτό που ο Kant αποκαλεί Dasein ή Existenz. Αντιθέτως, η realitas σημαίνει, όπως εύστοχα τη μεταφράζει ο ίδιος ο Kant, «πραγμότητα» (Sachheit) και δηλώνει το περιεχόμενο του τι είναι το ον, το οποίο οριοθετείται μέσω της essentia. Υπό τον τίτλο της αντικειμενικής πραγματικότητας των κατηγοριών τίθεται το ερώτημα: κατά πόσο μπορεί το πραγματικό περιεχόμενο —η Realität— που παριστάνεται στις καθαρές έννοιες να αποτελεί προσδιορισμό εκείνου που στέκεται απέναντι στην πεπερασμένη γνώση, δηλαδή του όντος ως αντικειμένου (Objekt); Οι κατηγορίες είναι αντικειμενικά πραγματικές, στον βαθμό που ανήκουν στην οντολογική γνώση, η οποία «σχηματίζει» την υπέρβαση του πεπερασμένου όντος, δηλαδή το να αφήνεται κάτι να στέκεται απέναντι ως αντικείμενο…

Τώρα είναι εύκολο να δούμε το εξής: εάν δεν ερμηνεύσουμε την έκφραση «αντικειμενική πραγματικότητα» με βάση την ουσία της καθαρής σύνθεσης της υπερβατολογικής φαντασίας, η οποία συγκροτεί την ουσιώδη ενότητα της οντολογικής γνώσης, αλλά προσκολληθούμε πρωτίστως και αποκλειστικά στην έκφραση την οποία χρησιμοποιεί ο Kant ενόψει της εξωτερικής, εισαγωγικής διατύπωσης της υπερβατολογικής παραγωγής ως νομικού ερωτήματος, δηλαδή στον τίτλο «αντικειμενικό κύρος», και εάν επιπλέον κατανοήσουμε το κύρος, αντίθετα προς το νόημα του καντιανού προβλήματος, ως λογική ισχύ της κρίσης, τότε το αποφασιστικό πρόβλημα χάνεται εντελώς από τα μάτια μας.

Το πρόβλημα, όμως, της «καταγωγής και της αλήθειας»¹²⁴ των κατηγοριών είναι το ερώτημα σχετικά με τη δυνατότητα φανέρωσης του Είναι του όντος μέσα στην ουσιώδη ενότητα της οντολογικής γνώσης. Εάν, ωστόσο, το ερώτημα αυτό πρόκειται να κατανοηθεί συγκεκριμένα και να συλληφθεί ως πρόβλημα, τότε η quaestio juris δεν επιτρέπεται να νοηθεί ως ερώτημα περί κύρους· αντιθέτως, η quaestio juris αποτελεί απλώς τη διατύπωση του αιτήματος μιας αναλυτικής της υπέρβασης, δηλαδή μιας καθαρής φαινομενολογίας της υποκειμενικότητας του υποκειμένου, και μάλιστα ενός πεπερασμένου υποκειμένου.

Εάν όμως, με αυτόν ακριβώς τον τρόπο, λύνεται μέσω της υπερβατολογικής παραγωγής το θεμελιώδες πρόβλημα για το οποίο έδωσε την αφορμή η παραδεδομένη metaphysica specialis, δεν φτάνει άραγε η θεμελίωση ήδη, με το στάδιο που εξετάστηκε τώρα, γενικά στον σκοπό της; Και δεν επιβεβαιώνουν συγχρόνως όσα ειπώθηκαν τη δικαιολογημένη καθιερωμένη πρακτική να θεωρείται, κατά την ερμηνεία της Κριτικής του καθαρού λόγου, η υπερβατολογική παραγωγή ως η κεντρική διερεύνηση μέσα στο θετικό μέρος της Στοιχειώδους Διδασκαλίας; Γιατί χρειάζεται ακόμη ένα περαιτέρω στάδιο της θεμελίωσης της οντολογικής γνώσης; Τι απαιτεί μια ακόμη πιο πρωταρχική αναδρομή στο θεμέλιο της ουσιώδους ενότητας της οντολογικής γνώσης;

Το τέταρτο στάδιο της θεμελίωσης

Το θεμέλιο της εσωτερικής δυνατότητας της οντολογικής γνώσης

Η εσωτερική δυνατότητα της οντολογικής γνώσης φανερώνεται μέσα από την ιδιαίτερη ολότητα της συγκρότησης της υπέρβασης. Το συνεκτικό της κέντρο είναι η καθαρή φαντασία. Ο Kant δεν βρίσκει απλώς «παράδοξο» αυτό το αποτέλεσμα της θεμελίωσης, αλλά τονίζει επανειλημμένα τη σκοτεινότητα προς την οποία αναγκαστικά ωθούν όλες οι διερευνήσεις της υπερβατολογικής παραγωγής. Συγχρόνως, βέβαια, η θεμελίωση της οντολογικής γνώσης επιδιώκει να προχωρήσει πέρα από έναν απλό χαρακτηρισμό της υπέρβασης: να τη διασαφήσει κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να μπορεί να αναπτυχθεί ως συστηματική ολότητα μιας παρουσίασης της υπέρβασης —υπερβατολογική φιλοσοφία ίσον οντολογία.

Η υπερβατολογική παραγωγή κατέστησε, βέβαια, πρόβλημα ακριβώς το σύνολο της οντολογικής γνώσης μέσα στην ενότητά του. Εντούτοις, εξαιτίας της κεντρικής σημασίας της περατότητας και της κυριαρχίας της λογικής —ορθολογικής— προβληματικής στη μεταφυσική, στο προσκήνιο βρισκόταν η διάνοια, δηλαδή η σχέση της προς το ενοποιητικό κέντρο, την καθαρή φαντασία.

Εάν όμως κάθε γνώση είναι πρωταρχικά εποπτεία και η πεπερασμένη εποπτεία έχει τον χαρακτήρα της δεκτικής πρόσληψης, τότε, για μια πλήρη διασάφηση της υπέρβασης, πρέπει να εξεταστεί εξίσου ρητά η σχέση της υπερβατολογικής φαντασίας προς την καθαρή εποπτεία και, συνεπώς, η σχέση της καθαρής διάνοιας προς αυτήν. Ένα τέτοιο εγχείρημα οδηγεί, ωστόσο, στην παρουσίαση της υπερβατολογικής φαντασίας ως προς την ενοποιητική λειτουργία της και, επομένως, στην παρουσίαση της αυτοδιαμόρφωσης της υπέρβασης και του ορίζοντά της κατά την εσώτατη συντέλεσή της. Ο Kant επιχειρεί την αποκάλυψη του ουσιώδους θεμελίου της οντολογικής γνώσης ως πεπερασμένης καθαρής εποπτείας στην ενότητα που ακολουθεί την υπερβατολογική παραγωγή και φέρει τον τίτλο «Για τον σχηματισμό των καθαρών εννοιών της διάνοιας»¹²⁵.

Και μόνον αυτή η επισήμανση της συστηματικής θέσης του κεφαλαίου περί σχηματισμού μέσα στη διάταξη των σταδίων της θεμελίωσης φανερώνει ότι αυτές οι έντεκα σελίδες της Κριτικής του καθαρού λόγου πρέπει να αποτελούν τον πυρήνα ολόκληρου του εκτενούς έργου. Βέβαια, αυτή η κεντρική σημασία της καντιανής διδασκαλίας περί σχηματισμού μπορεί να γίνει πραγματικά εμφανής μόνο με βάση την ερμηνεία του περιεχομένου της. Η ερμηνεία αυτή πρέπει να προσανατολίζεται στο θεμελιώδες ερώτημα σχετικά με την υπέρβαση του πεπερασμένου όντος.

Ο Kant εισάγει αρχικά και πάλι το πρόβλημα με μια περισσότερο εξωτερική μορφή, έχοντας ως καθοδηγητικό νήμα το ερώτημα σχετικά με τη δυνατότητα υπαγωγής των φαινομένων στις κατηγορίες.

Η δικαιολόγηση αυτής της προβληματικής, αντίστοιχα προς την πραγμάτευση της quaestio juris, πρέπει να ακολουθήσει μετά την επεξεργασία της εσωτερικής δυναμικής του προβλήματος του σχηματισμού.

§ 19. Υπέρβαση και αισθητοποίηση


Σημειώσεις:

¹²⁰ Descartes, Regulae ad directionem ingenii, Opera (έκδ. Adam και Tannery), τόμ. X, σ. 368 κ.ε.
¹²¹ Πρβλ. παραπάνω, § 2, σ. 10 κ.ε.
¹²² A 669, B 697· A 703, B 731.
¹²³ A 85, B 117.
¹²⁴ A 128.
¹²⁵ A 137–147, B 176–187.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου