Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026

PROVIDENTIA DIVINA — ΘΕΙΑ ΠΡΟΝΟΙΑ 4

 Συνέχεια από Τρίτη 25 . Αυγούστου 2026

PROVIDENTIA DIVINA — ΘΕΙΑ ΠΡΟΝΟΙΑ 4
Το θέμα της θείας πρόνοιας στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη

Εναρκτήρια διάλεξη προς τα Τμήματα Φιλολογίας και Φιλοσοφίας του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του Άμστερνταμ, η οποία εκφωνήθηκε την Παρασκευή, 15 Οκτωβρίου 1976, από τον Α. P. Bos

1. Η ΠΡΩΤΟΤΥΠΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ ΓΙΑ ΤΗ ΝΟΗΣΗ ΩΣ ΑΡΧΗ (συνέχεια)

Η πρόνοια στον Τίμαιο και στους Νόμους

Όσοι θυμούνται ότι η επιχειρηματολογία μου αποσκοπεί στην επίλυση ενός προβλήματος σχετικού με τη θεολογία του Αριστοτέλη ίσως αναρωτηθούν αν ήταν αναγκαία ολόκληρη αυτή η ανάπτυξη για να φθάσουμε στον σκοπό μας. Πιστεύω όμως ότι στον Αριστοτέλη η προβληματική καθορίζεται σε βάθος από τις πλατωνικές απόψεις που μόλις σκιαγραφήθηκαν, ώστε χωρίς αναφορά σε αυτές οι προθέσεις του Αριστοτέλη και οι εναλλακτικές λύσεις του παραμένουν αινιγματικές.⁵³

Μέχρι τώρα ασχολήθηκα με το οντολογικό υπόβαθρο της φιλοσοφίας του Πλάτωνα και την ιεραρχική δομή των τριών βαθμίδων του. Μια εξέχουσα όψη του δεν έχει ακόμη αναφερθεί: η οντολογική ιεραρχία εκδηλώνεται μέσα στον κόσμο και χωρικά. Αυτό είναι απολύτως εμφανές στον Τίμαιο και στους Νόμους. Ο Τίμαιος έχει σκοπό να διδάξει στον αναγνώστη τη δομή του ορατού κόσμου και των σημαντικότερων μερών του, τα οποία παρουσιάζονται ως προϊόντα της θείας δημιουργικής —δημιουργικής με την έννοια του Δημιουργού— δραστηριότητας.

Ο Δημιουργός φέρνει πρώτα στην ύπαρξη την Ψυχή του Κόσμου και έπειτα το σώμα του κόσμου.⁵⁴ Κατά την πραγμάτευση της γενέσεως της Ψυχής του Κόσμου, μιλά επίσης για τη δημιουργία των ψυχών που είναι υπεύθυνες για την αιώνια και κανονική κίνηση της εξώτατης ουράνιας σφαίρας, των πέντε γνωστών πλανητών, του ήλιου και της σελήνης. Από την κανονικότητα των τροχιών τους —καθαρούς κύκλους ή συνδυασμούς κύκλων— κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος μπορεί, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, να συμπεράνει ότι κινούνται από απολύτως έλλογες, θείες ψυχές.⁵⁵

Δεν πρέπει, βέβαια, να υποθέσουμε ότι στο υποσελήνιο μέρος του κόσμου επικρατεί παρόμοια τάξη. Είναι λοιπόν φανερό ότι ο Πλάτων θεωρεί ένα μέρος του κόσμου —το υπερσελήνιο— περισσότερο θείο από ένα άλλο —το υποσελήνιο. Ο Τίμαιος, όμως, περιέχει ήδη μια διαβάθμιση της θεϊκότητας ακόμη και στο εσωτερικό του ουράνιου χώρου. Η τροχιά της εξώτατης ουράνιας σφαίρας, η οποία αποκαλείται ενίοτε «περιφορά του Ταυτού», χαρακτηρίζεται ως η «σοφότερη». Οι τροχιές όλων των πλανητών, του ήλιου και της σελήνης παρουσιάζονται ως αποτέλεσμα του συνδυασμού της «περιφοράς του Ταυτού» με την «περιφορά του Θατέρου». Η επίδραση της πρώτης γίνεται αναλογικά μικρότερη όσο περισσότερο πλησιάζουμε προς το κέντρο του κόσμου.⁵⁶

Όλα όμως αυτά τα μέλη της κοσμικής στρατιάς —συμπεριλαμβανομένης της γης ως ολότητας—⁵⁷ διαφέρουν κατά ουσιώδη τρόπο από τον άνθρωπο, τα ζώα και τα φυτά επάνω στη γη. Τα τελευταία είναι φθαρτά, ενώ τα πρώτα διαρκούν αιώνια· γι’ αυτό μπορούν να αποκαλούνται «ορατοί θεοί», «γεννητοί θεοί» και «νεότεροι θεοί».⁵⁸ Ο Δημιουργός αναθέτει σε αυτή τη «δεύτερη βαθμίδα» των θείων όντων ολόκληρο το υπόλοιπο μορφοποιητικό έργο.⁵⁹ Καθήκον τους είναι να διαμορφώσουν τα σώματα όλων όσων γεννιούνται και παρέρχονται επάνω στη γη. Με τον τρόπο αυτό εκτελούν το σχέδιο του μεγάλου Δημιουργού. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να σκεφτούμε την άμεση σημασία που έχουν οι τροχιές του ήλιου και της σελήνης για τη βιοτική ζωή επάνω στη γη.

Στο έκτο βιβλίο της Πολιτείας ο Πλάτων είχε ήδη αποδώσει στον ήλιο κυρίαρχο ρόλο μέσα στην ορατή φύση, ανάλογο προς εκείνον της Ιδέας του Αγαθού στον κόσμο των Ιδεών. Οι ακτίνες του ήλιου θεωρούνται εκεί εξίσου «θρεπτικές» και «φωτιστικές» για καθετί που ζει και αναπτύσσεται, όσο είναι για τον νου το «νοητό Φως», του οποίου ο ήλιος δεν αποτελεί παρά μια «αμυδρή αντανάκλαση».

Το έργο αυτών των κατώτερων θεών, ωστόσο, δεν φθάνει στην τελειότητα του έργου του μεγάλου Δημιουργού, και τα αποτελέσματά του αφήνουν πολλά περιθώρια βελτιώσεως. Τα γήινα σώματα που παράγονται από αυτούς είναι φθαρτά και χαρακτηρίζονται από μεταβολισμό.⁶⁰ Ακόμη και εκείνος που θα αφιερωνόταν ολοκληρωτικά στη φιλοσοφία διαπιστώνει ότι, εξαιτίας αυτού, είναι αναγκασμένος να κερδίζει τον άρτο του. Ο Πλάτων χρειάζεται αυτή την έννοια της «κατ’ ανάθεση δημιουργίας», προκειμένου να εξηγήσει την ποιοτική διαφορά του Είναι μεταξύ του κόσμου των υλικών πραγμάτων και του κόσμου του νου.

Θα ολοκληρώσω αυτή τη συζήτηση ορισμένων απόψεων του Πλάτωνα με λίγες παρατηρήσεις σχετικά με το τελευταίο έργο του, τους Νόμους. Για ακόμη μία φορά ο Πλάτων υποστηρίζει ότι, για τη θεωρητική εξήγηση όλων των φαινομένων της φυσικής πραγματικότητας —κάθε είδους μεταβολής, αναπτύξεως και φθοράς, καθώς και κάθε χωρικής κινήσεως—, είναι αναγκαία η αναφορά σε μια υπερφυσική αρχή, την άυλη ψυχή.

Όπως όμως στον άνθρωπο, έτσι και στην κοσμική ψυχή μπορούν να διακριθούν τουλάχιστον δύο πλευρές. Η μαθηματικά ακριβής κίνηση των ουράνιων σωμάτων πρέπει να θεωρηθεί ότι προκαλείται από μια ψυχή που «προσλαμβάνει τον Νου». Όλες οι άλλες κινήσεις, δηλαδή εκείνες που πραγματοποιούνται στον υποσελήνιο κόσμο, πρέπει να εξηγηθούν ως προϊόν μιας ψυχής η οποία «συνδέεται με την ανοησία».⁶¹ Στην Πολιτεία και στον Τίμαιο ο Πλάτων είχε αναπτύξει έναν χωρικό εντοπισμό των διαφορετικών «μερών της ψυχής»· κατά παρόμοιο τρόπο, στους Νόμους καταλήγει σε μια χωρική διάκριση μέσα στην κοσμική ψυχή, η οποία αποτελεί την αρχή της κινήσεως των φυσικών πραγμάτων.

Δύσκολα μπορεί κανείς να μην παρατηρήσει την ομοιότητα με τη διδασκαλία που ήταν διαδεδομένη μεταξύ των Πατέρων —και την οποία επισημάναμε παραπάνω— σχετικά με τη θεολογία του Αριστοτέλη. Σύμφωνα με αυτούς, ο Αριστοτέλης υποστήριζε ότι η ουράνια περιοχή κυβερνάται πράγματι από μια θεία πρόνοια, όχι όμως και ο υποσελήνιος κόσμος. Φαίνεται ότι η θεία σκέψη επηρεάζει τα διαφορετικά μέρη της Φύσεως με διαφορετικούς βαθμούς εντάσεως.⁶²

Ίσως φανεί ότι ο Πλάτων αντιφάσκει προς αυτό στις παρατηρήσεις που ακολουθούν και στρέφονται εναντίον της απόψεως ότι οι θεοί φροντίζουν το σύνολο και όχι τις επιμέρους λεπτομέρειες. Το κείμενο αυτό οδήγησε πολλούς χριστιανούς συγγραφείς να υποθέσουν ότι υπάρχει στενή συγγένεια μεταξύ της πλατωνικής και της χριστιανικής θέσεως. Η συγγένεια αυτή, όμως, είναι μόνο φαινομενική. Ο Πλάτων καθιστά σαφές ότι η θεότητα κυβερνά τα πάντα μέσω ενός περιεκτικού «κοσμικού νόμου», σύμφωνα με τον οποίο οι ψυχές «ανέρχονται» ή «εκπίπτουν», ανάλογα με τον βαθμό στον οποίο προσηλώνονται στην Αλήθεια και κατευθύνονται προς την ένωσή τους με τον Νου.⁶³

Σε αυτή την πλατωνική κοσμονομική ιδέα εκδηλώνεται το θεμελιώδες κίνητρο της σκέψεώς του: ο νόμος αυτός είναι ο νόμος της καθαρής, αφηρημένης σκέψεως, η οποία αξιώνει να είναι νομοθέτης όλων των άλλων σφαιρών της πραγματικότητας και τους αναγνωρίζει οντικό κύρος μόνο στον βαθμό στον οποίο αυτές «προσεγγίζουν» την ίδια τη σκέψη.

Η ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΩΝΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ
II. Η κριτική του Αριστοτέλη στη λογικιστική φιλοσοφία της παραγωγής του Πλάτωνα


Σημειώσεις:

53 Αυτό μπορεί να διαπιστωθεί ήδη στον μύθο του Φαίδρου.
54 Για την οντολογική προτεραιότητα της Ψυχής του Κόσμου έναντι του κοσμικού σώματος, πρβλ. Τίμαιος 34c και Νόμοι X, 896b10–c3.
55 Τίμαιος 39c2· πρβλ. 34a2· 36c7–d7. Πρβλ. W. Scheffel, Aspekte der platonischen Kosmologie, 87.
56 Τίμαιος 39a4–6· 40a7–b8.
57 Τίμαιος 40b9–c3.
58 Τίμαιος 40d4· 42d6.
59 Βλ. την περίφημη «προσφώνηση προς τους νεότερους θεούς», Τίμαιος 41a7 κ.ε.
60 Τίμαιος 41c· 42c.
61 Νόμοι X, 897b1–3.
62 Πρέπει να επισημανθεί, εναντίον, μεταξύ άλλων, του K. Kremer, Gott und Welt in der klassischen Metaphysik, Stuttgart 1969, 27–30, 97, ότι η αστρονομική όψη της πλατωνικής κοσμολογίας συνεπάγεται το εξής πρόβλημα: η σχέση προς τον θείο Νου εκδηλώνεται χωρικά, ενώ η ίδια η διδασκαλία περί του Νου, όταν εξεταστεί προσεκτικά, μας αναγκάζει να συμπεράνουμε ότι ο Νους δεν μπορεί να προσδιορίζεται χωρικά. Αυτό παραβλέπεται επίσης από όλους εκείνους που αρνούνται ότι η «ὑπουράνιος ἁψίς» του μύθου στον Φαίδρο έχει οποιαδήποτε κοσμογραφική σημασία. Υπάρχει εδώ σαφής παραλληλισμός με τα «μέρη της ψυχής» στον επιμέρους άνθρωπο —τα οποία επίσης παρουσιάζονται χωρικά—, όπου η λογική ψυχή τοποθετείται στο κεφάλι, τα συναισθήματα στο στήθος, πάνω από το διάφραγμα, και τα πάθη στην κοιλιακή χώρα.
63 Νόμοι X, 904a6–9: «κατὰ τὴν τῆς εἱμαρμένης τάξιν καὶ νόμον». Εδώ πρόκειται για τον ίδιο «θεμελιώδη» νόμο που συναντάται στον Τίμαιο 41e: «νόμους τε τοὺς εἱμαρμένους εἶπεν αὐταῖς…», στον Φαίδρο 248c2: «θεσμός… Ἀδραστείας» και 248c8: «νόμος», καθώς και στην Πολιτεία X, 617d6: «Ἀνάγκης θυγατρὸς κόρης Λαχέσεως λόγος».
Σε τελική ανάλυση, ο Πλάτων αναζητεί έναν λογικιστικά θεμελιωμένο νόμο για τον κόσμο. Αν ο Νους είναι ο κοσμικός νομοθέτης, δύσκολα θα μπορούσε να συμβαίνει διαφορετικά. Αυτός ο «κοσμικός νόμος της βαρύτητας» —βλ. Th. Roszak, Where the Wasteland Ends, New York 1973, 329 κ.ε.— προέρχεται από το ελεατικό δόγμα, σύμφωνα με το οποίο ο κόσμος της σκέψεως είναι ο κόσμος του τέλειου Είναι, δηλαδή του Αγαθού. Εκείνο που διαφέρει από αυτό είναι —ή μετέχει στο— μη Είναι, στο μη Αγαθό, δηλαδή στο Κακό. Με τη βοήθεια αυτού του κοσμικού νόμου, τα πάντα διατάσσονται από τη θεότητα «με τη μεγαλύτερη ευκολία» (Νόμοι X, 904a3). Εδώ το κακό αποτελεί την ίδια του την τιμωρία, αφού το κακό και η τιμωρία είναι ένα και το αυτό

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου